Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Alain Badiou-Η κρίση του καπιταλισμού και η ιδέα του κομμουνισμού. Ολόκληρη η ομιλία στην Αθήνα

Alain Badiou

Η κρίση του καπιταλισμού και η ιδέα του κομμουνισμού

Ομιλία στο αμφιθέατρο Μ.Α.Χ, ΕΜΠ, Αθήνα, 28/1/2011

Θα ήθελα να σας μιλήσω απόψε για τις εξεγέρσεις της νεολαίας σε όλο τον κόσμο: τις εξεγέρσεις στην Ελλάδα εδώ και δύο χρόνια, στην Τυνησία αυτήν την εποχή, στην Αίγυπτο, και σε άλλες χώρες.

Τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε εξέγερση;

Αποκαλώ εξέγερση την δράση μέσα στους δρόμους ανθρώπων που επιδιώκουν την ανατροπή της κυβέρνησης μέσα από σημαντικές διαδηλώσεις που συνοδεύονται ορισμένες φορές και από τη βία.

Θα ήθελα ιδιαίτερα να τονίσω τον εξαιρετικό χαρακτήρα της εξέγερσης στην Τυνησία. Ο εξαιρετικός αυτός χαρακτήρας συνίσταται στο γεγονός ότι η εξέγερση αυτή ήταν νικηφόρα. Υπήρχε ένας πρόεδρος εδώ και εικοσιτρία χρόνια, ο οποίος φαινόταν καλά εδραιωμένος, και ο οποίος ανατράπηκε από τη λαϊκή δράση. Η νίκη δεν είναι ακόμα πλήρης. Ο Μπεν Αλί ανατράπηκε, αλλά το καθεστώς Μπεν Αλί, το κράτος του Μπεν Αλί βρίσκεται ακόμα στη θέση του. Παρ’ όλα αυτά επιτεύχθηκε μια τεράστια τακτική νίκη.

Στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, υπήρξαν μεγάλες αναταραχές, αλλά χωρίς νίκες, ούτε καν νίκες τακτικής. Μια νίκη του ενωμένου λαού κόντρα στο κράτος του, την αστυνομία του και το στρατό του είναι σπάνια νίκη. Θα πρέπει λοιπόν να χαιρετίσουμε αυτές τις νίκες, όσο περιορισμένες και αν είναι.

Για ποιο λόγο πρέπει να προχωρήσουμε σε μια ανάλυση αυτής της εξέγερσης [στην Τυνησία]; Θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στο να πούμε “είμαστε ευχαριστημένοι και υποστηρίζουμε την νίκη σας.” Πρέπει όμως να αναλύσουμε και να στοχαστούμε την όλη κατάσταση. Μπορούμε να αισθανθούμε μια ανησυχία: πρώτον, η νίκη δεν είναι ακόμα πλήρης, και δεύτερον μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι υπερβολικά πολλοί δηλώνουν ότι είναι ευχαριστημένοι. Όσοι στον δυτικό κόσμο υποστήριζαν τον Μπεν Αλί επί εικοσιτρία χρόνια δηλώνουν σήμερα ευχαριστημένοι με την πτώση του. Αυτός είναι ήδη ένας λόγος ανησυχίας· υπάρχει ένα είδος συναινετικής ικανοποίησης γύρω από αυτή τη νίκη. Πρακτικά, η μόνη κυβέρνηση που δεν είναι ευχαριστημένη είναι η γαλλική. Όλες οι άλλες δήλωσαν ικανοποιημένες. Τελικά, είμαστε σήμερα υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε μια συναίνεση της γνώμης που μας θέλει όλους ικανοποιημένους με την πτώση του Μπεν Αλί.

Συνεπώς, έχουμε ένα λόγο να αναλύσουμε την κατάσταση και να αναρωτηθούμε για ποιο λόγο τόσοι πρώην υποστηρικτές του Μπεν Αλί υποστηρίζουν τώρα την πτώση του. Επιμένω σε ένα σημείο: όταν μια κυβέρνηση ανατρέπεται από τη λαϊκή δράση, και ιδιαίτερα από τη νεολαία τόσο των διανοουμένων όσο και των λαϊκών ανθρώπων, έχουμε ένα σπάνιο φαινόμενο. Για να βρούμε κάποιο προηγούμενο, θα πρέπει να ανατρέξουμε τριάντα χρόνια πριν, στην στιγμή της ανατροπής του Σάχη στο Ιράν, το 1979: τριάντα χρόνια στην διάρκεια των οποίων η κυρίαρχη ιδέα ήταν ότι τέτοια φαινόμενα δεν είναι πλέον εφικτά, και ότι παντού θα υπάρχει μόνο η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η ανατροπή μιας κυβέρνησης με λαϊκή δράση ήταν αδύνατη. Τριάντα χρόνια μετά, έχουμε μια νέα νίκη στους δρόμους.

Στην διάρκεια αυτών των τριάντα ετών, είχαμε την ιδέα του “τέλος της ιστορίας”. Το τέλος της ιστορίας δεν σήμαινε ότι δεν θα συνέβαινε τίποτε, αλλά ότι δεν θα έχουμε εφεξής κανένα πολιτικό συμβάν, εφόσον ονομάσουμε συμβάν την άμεση συλλογική δράση, μια ιστορικής σημασίας απόφαση που επιβάλλει ο λαός. Όλοι έλεγαν πως η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων θα ήταν η οικονομία της αγοράς και η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αυτό ήταν το ιδανικό όλου του κόσμου. Και στο τέλος, αυτή έπρεπε να είναι η γενική υποκειμενικότητα. Ήταν το βασίλειο της ελευθερίας: της ελεύθερης οικονομίας και των ελεύθερων εκλογών. Έτσι κι αλλιώς, οι εκλογές είναι μέρος της αγοράς.

Αυτό ήταν το πραγματικό νόημα της λέξης “παγκοσμιοποίηση”. Η παγκοσμιοποίηση έχει ένα νόημα αντικειμενικό, που είναι η παγκόσμια αγορά, ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός. Έχει όμως και ένα υποκειμενικό νόημα, την ιδέα ότι δεν υπάρχει παρά μόνο μια δυνατότητα, και ότι αυτή η δυνατότητα είναι η συμμαχία ανάμεσα στην ελεύθερη οικονομία και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Υπήρξαν πόλεμοι στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, αγριότατοι εμφύλιοι πόλεμοι, ιδιαίτερα στα αφρικανικά κράτη, υπήρξε πολύ βίαιη καταστολή, όπως η καταστολή της Ιντιφάντα στην Παλαιστίνη, κι όμως, συνέχιζαν να λένε ότι όλα αυτά ήταν για να καταλήξουμε τελικά σε μια παγκόσμια κατάσταση στην οποία το ιδεώδες που όλοι συμμερίζονταν θα ήταν η συμμαχία της φιλελεύθερης οικονομίας και της εκλογικής δημοκρατίας.

Αυτό που ξεχωρίζει στα γεγονότα της Τυνησίας είναι ότι είναι εξωγενή ως προς αυτή την ιδέα: δεν συνδέονται με την οικονομία της αγοράς, και δεν συνδέονται επίσης ούτε με τις εκλογές. Ξαναβρίσκουν τη μορφή της άμεσης λαϊκής δράσης και αποδεικνύουν ότι αυτή η μορφή αυτή μπορεί να είναι ακόμα νικηφόρα.

Θα ήθελα να δώσω λοιπόν ένα όνομα σ’ αυτή τη συμμαχία της οικονομίας της αγοράς και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αυτού του συνόλου που θεωρήθηκε αξεπέραστο. Και προτείνω το όνομα “Δύση.” Αυτό το όνομα δίνει και το ίδιο στον εαυτό του άλλωστε. Υπάρχουν και άλλα ονόματα για αυτό [το σύνολο]: για παράδειγμα, “διεθνής κοινότητα” --όταν λέμε “διεθνής κοινότητα”, εννοούμε τις δυτικές δυνάμεις. Μερικές φορές ονομάζουν την δύση “πολιτισμό.” Έξω από αυτόν, οι υπόλοιποι είναι “βάρβαροι.” Γνωρίζετε την έκφραση “σύγκρουση των πολιτισμών”: σημαίνει τον πόλεμο που διεξάγει η Δύση ενάντια σε όλους τους άλλους. Με άλλα λόγια, “Δύση” είναι το όνομα της υποκειμενικά εννοούμενης παγκοσμιοποίησης: η αντίληψη ότι σήμερα μόνο μία κοσμοθεωρία είναι εφικτή και καταφατική.

Λοιπόν, το ερώτημα που θα ήθελα να σας θέσω είναι το εξής: Είμαστε σε ένα καιρό εξεγέρσεων; Και ποια είναι η σχέση ανάμεσα σ’ αυτές τις εξεγέρσεις και την κυριαρχία της Δύσης;

Αυτή είναι η μεγάλη σύγχρονη ερώτηση.

Πρώτα από όλα πρέπει να σκεφτούμε ότι έχουμε εισέλθει σε μια εποχή εξεγέρσεων: υπάρχουν εξεγέρσεις στην Ελλάδα, στην Ισλανδία, στην Αγγλία, την Ταϊλάνδη –πολύ βίαιες–, εξεγέρσεις των πεινασμένων στην Αφρική, και υπάρχουν πολύ μεγάλες εργατικές και αγροτικές εξεγέρσεις στην Κίνα. Και στην ίδια τη Γαλλία, αν και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα εξέγερση, υπήρξαν ωστόσο διαδηλώσεις πολύ έντονες, καταλήψεις σχεδόν βίαιες. Και έτσι, οι άνθρωποι, ακόμα και σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Αγγλία έχουν την ιδέα ότι ίσως μπορεί κανείς να χτυπήσει στην κυβέρνηση στους δρόμους· ότι ίσως δεν είναι αναγκαίο να περιμένει τις επόμενες εκλογές· και ότι ίσως –για την ώρα είναι ένα όνειρο– ο πρόεδρος Σαρκοζί θα μπορούσε και αυτός να καταφύγει σε αεροπλάνο, όπως και ο πρόεδρος Μπεν Αλί.

Λοιπόν, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή τη νέα συλλογική ένταση, που είναι παγκόσμια;

Η πρώτη, αντικειμενική ερμηνεία είναι προφανώς η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού· κρίση που διαρκεί περισσότερο από τρία χρόνια, που δεν έχει καθόλου τελειώσει, και που παράγει κοινωνική αθλιότητα, ανεργία, και το αυξανόμενο αίσθημα ότι η Δύση δεν ήταν όσο υπέροχη όσο λεγόταν· ότι το σύστημα “οικονομία της αγοράς συν εκλογές” δεν μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα της συλλογικής ζωής. Υπάρχει επίσης το γεγονός ότι το πολιτικό καθεστώς έδειξε ξεκάθαρα στη Δύση ότι ήταν στην υπηρεσία της οικονομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, η κρίση δίδαξε όλο τον κόσμο ότι μέσα στο σύστημα “οικονομία της αγοράς συν ελεύθερες εκλογές”, οι “ελεύθερες εκλογές” δεν είναι και τόσο ελεύθερες, εφόσον η εκλεγμένη κυβέρνηση, χωρίς εξαίρεση, είτε είναι δεξιά είτε αριστερή, έχει ως μοναδική της ιδέα να σώσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και σε ό,τι αφορά τους δύο αυτούς όρους του συστήματος “φιλελεύθερη οικονομία και ελεύθερες εκλογές”, οι άνθρωποι κατανόησαν πως ο δεύτερος όρος είναι υποταγμένος στον πρώτο.

Τα κράτη είναι ο τρίτος παράγοντας. Πήραν μέτρα που ήταν αντιδραστικά με τραυματικό τρόπο σε όλους τους τομείς: στον τομέα της εργασίας, σ’ αυτόν της κοινωνικής ασφάλισης, σ’ αυτόν των εισοδημάτων, σ’ αυτόν της υγείας, κλπ. Και προφανώς, όλα αυτά τα φαινόμενα, αν θεωρηθούν συνολικά, δημιουργούν μια συλλογική οργή που δεν γνωρίζει ποιον δρόμο να ακολουθήσει εφεξής και που εκδηλώνεται λίγο-πολύ παντού, στις διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις, και τέλος, στις εξεγέρσεις.

Θα ήθελα να τοποθετήσω αυτό το φαινόμενο μέσα σε μία ευρύτερη ιστορική θεώρηση.  Πιστεύω ότι υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα εξέγερσης σε περιόδους που είναι μεταβατικές.

Τι είναι μια μεταβατική ιστορική περίοδος;

Είναι μια περίοδος όπου γνωρίζουμε ότι μια ορισμένη πολιτική αντίληψη έχει εξαντληθεί, αλλά όπου δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα μια καινούργια. Ας το πούμε χονδρικά: η επαναστατική σκέψη του 19ου και του 20ου αιώνα, που γέννησε ελπίδες σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, και που γνώρισε έναν αριθμό από νίκες, είναι μια αντίληψη εξαντλημένη. Ήταν μια μεγαλειώδης και ενδιαφέρουσα περίοδος. Αλλά γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με τα ίδια ακριβώς πράγματα. Ο νέος δρόμος δεν έχει ακόμα βρεθεί. Το ποια θα ήταν μια καινούργια επαναστατική αντίληψη, που θα αναδυόταν μετά το τέλος των σοσιαλσιτικών καθεστώτων, και μετά το τέλος των κλασσικών επαναστατικών ιδεών, νομίζω ότι δεν το γνωρίζουμε ακόμα ξεκάθαρα,  ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο, το οποίο παίρνει τη φαινομενική μορφή ενός θριάμβου του φιλελεύθερου καπιταλισμού.

Ο θρίαμβος όμως του φιλελεύθερου καπιταλισμού δεν είναι παρά φαινομενικός. Οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι βρισκόμαστε σε ένα ενδιάμεσο στάδιο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η προσωρινή αδυναμία των επαναστατικών ιδεών, και όχι ο οριστικός θρίαμβος της αντίδρασης.

Σ’ αυτή την περίοδο βλέπουμε να εμφανίζονται εξεγέρσεις. Το είδαμε στον 19ο αιώνα, ανάμεσα στη γαλλική επανάσταση και τις πρώτες μεγάλες εργατικές εξεγέρσεις, στην περίοδο 1820-40. Υπήρχαν εκείνη την περίοδο πολλές μεγάλες εθνικές και εργατικές εξεγέρσεις σε όλη την Ευρώπη. Πολύ απλά, επειδή ανάμεσα στις δημοκρατικές επαναστατικές ιδέες της γαλλικής επανάστασης και τις σοσιαλιστικές επαναστατικές ιδέες υπήρξε ένα ενδιάμεσο στάδιο.  Σ’ αυτό ακριβώς το στάδιο είχαμε το φαινόμενο εξεγέρσεων. Πολύ απλά, επειδή η συλλογική δράση δεν είχε ακόμα βρει την πολιτική της, δεν είχε βρει ακόμα την μεγάλη, νέα ιδέα που θα μοιραζόταν. Η δύναμη ήταν ουσιαστικά αρνητική. Ο κόσμος έλεγε: “να φύγει η κυβέρνηση!” [σήμερα:] “να φύγει ο Μπεν Αλί!” “να φύγει ο Μουμπάρακ!” (Θα πρόσθετα: “να φύγει ο Σαρκοζί!”) Αλλά αυτή η πολύ θεμιτή διεκδίκηση δεν συγκροτεί από μόνη της μια πολιτική ενότητα, γιατί η πολιτική ενότητα πρέπει να είναι καταφατική, να προτείνει μια νέα θεώρηση των πραγμάτων. Πρέπει να οργανώνεται γύρω από ένα πρόταγμα. Αυτό είδαμε στις εξεγέρσεις του 19ου αιώνα που δεν μπόρεσαν να γίνουν επαναστάσεις παρά μόνο όταν εμφανίστηκε μια νέα πολιτική θεωρία. Εδώ έχουμε το μεγάλο πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη συλλογική δράση και την Ιδέα, τη σκέψη. Μόνο αυτή η σχέση συγκροτεί την πολιτική ισχύ του λαού. Και σίγουρα, οι εξεγέρσεις αποτελούν μια στιγμή στην οποία θα εμφανιστούν αυτές οι ιδέες που δεν έχουν ακόμα διαυγαστεί.

Όλοι γνωρίζουμε ότι το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος του Μαρξ εμφανίστηκε στο 1848-9, μετά από μια μακρά σειρά εθνικοαπελευθερωτικών και εργατικών εξεγέρσεων. Είναι συνεπώς εντελώς λογικό το ότι είμαστε σε μια περίοδο εξεγέρσεων, πολύ διαφορετικών μεταξύ τους. Και είναι επίσης λογικό ότι το αποτέλεσμα αυτών των εξεγέρσεων είναι σήμερα αβέβαιο. Υπάρχει κάτι το σκοτεινό σ’ αυτές τις εξεγέρσεις, στο ποιο θα είναι το αποτέλεσμά τους. Αλλά την ίδια στιγμή, θα πρέπει να χαιρόμαστε για αυτές τις εξεγέρσεις, διότι μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε σιγά-σιγά να βγούμε από την μεταβατική περίοδο.

Και έτσι, η εργασία της ανάλυσης, η εργασία της σκέψης είναι να στοχαστούμε αυτή την αβεβαιότητα της εξέγερσης.

Τελικά, μια εξέγερση είναι κάτι το οποίο εκθέτει το κράτος σε μια νέα δυνατότητα. Το κράτος αλλάζει· αλλά η κατεύθυνση αυτής της αλλαγής δεν εμπεριέχεται μέσα στην ίδια την εξέγερση, ακριβώς επειδή η εξέγερση είναι μια αρνητική δύναμη: μπορεί να πει “δεν θέλουμε τον Μπεν Αλί!”, μπορεί να πει επίσης “δεν θέλουμε τον διάδοχό του”, ή “δεν θέλουμε ούτε τον διάδοχο του διαδόχου του”, και αυτό συμβαίνει σήμερα στην Τυνησία και μπορεί να διαρκέσει αρκετό καιρό. Και πολλές φορές, οι εξεγερμένοι που ανατρέπουν μια κυβέρνηση διαμαρτύρονται ότι η νέα κυβέρνηση δεν είναι και πολύ διαφορετική από την προηγούμενη. Υπάρχει πάντοτε μια απογοήτευση μετά την εξέγερση, μια απογοήτευση για το ότι δεν δημιουργήθηκε κάτι ουσιαστικά διαφορετικό από ό,τι προηγήθηκε.

Θα ήθελα να επισημάνω τι διακρίνει μια εξέγερση από μία επανάσταση. Στην επανάσταση, υπάρχει πολιτικό εγχείρημα, και υπάρχει η προπαρασκευαστική δύναμη για να καταληφθεί η εξουσία του κράτους. Αυτή ακριβώς ήταν για τον Λένιν η λειτουργία του κόμματος: το κόμμα δεν υπάρχει επειδή υπήρχαν εξεγέρσεις –η ιστορική δράση ήταν ήδη οι εξεγέρσεις– αλλά επειδή γνώριζε κανείς ότι η νικηφόρα εξέγερση προετοίμαζε μια πολιτική λύση, ότι το ίδιο το κίνημα θα γενούσε ένα νέο είδος κράτους. Αυτό συμβαίνει όταν μια εξέγερση μετατρέπεται σε πολιτική επανάσταση. Και όταν φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο, όπως λέει ο κόσμος, όταν οι εξεγέρσεις είναι ήδη φορείς ενός νέου πολιτικού μέλλοντος, θα έχουμε βγει από το μεσοδιάστημα, θα έχουμε εισέλθει σε μια νέα πολιτική περίοδο.

Ας επανέλθουμε στην εξέγερση της Τυνησίας: θα συνεχιστεί, δεν έχει τελειώσει. Η κυβέρνηση που εγκαταστάθηκε είναι υπερβολικά παρόμοια με την προηγούμενη. Η εξέγερση απαιτεί μια εντονότερη διαφοροποίηση. Υπάρχει ακόμη μια μεγάλη αρνητική ισχύς, αλλά σε τελική ανάλυση ποια είναι η κατάφαση σ’ αυτή την εξέγερση; Τι είναι αυτό που επικυρώνεται αυτή τη στιγμή, πέρα από το τι τυγχάνει άρνησης; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα. Και τι λέει για αυτό η Δύση, ο δυτικός Τύπος, οι δυτικές κυβερνήσεις; Λένε ότι αυτό που επικυρώνεται [από την εξέγερση] είναι η επιθυμία για ελευθερία. Αλλά τι είναι αυτή η επιθυμία για ελευθερία στον σημερινό κόσμο;  Η Δύση θα έλεγε ότι η επιθυμία της ελευθερίας είναι η επιθυμία της Δύσης [1]: δηλαδή, μια επιθυμία να συμμετέχουμε πλήρως στην οικονομία της αγοράς και στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Θα έλεγε [η Δύση] ότι το θετικό αποτέλεσμα της εξέγερσης είναι αναγκαστικά οι ελεύθερες εκλογές που θα ενσωματώσουν κάπως καλύτερα την Τυνησία στον δυτικό κόσμο.

Προφανώς λοιπόν αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα για όλο τον κόσμο, διότι σε πολλές χώρες υπάρχουν δεσποτικά καθεστώτα, σε πολλές χώρες δεν υπάρχει αντιπροσωπευτική δημοκρατία: στην Τυνησία, την Αίγυπτο, δεν υπάρχει αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Μήπως οι εξεγέρσεις δεν θα είναι παρά το μέσο εισόδου στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Δηλαδή, στην πλήρη ενσωμάτωση στη Δύση; Το ερώτημα που θέτουμε, εμείς που ζούμε στη Δύση, το ενδιαφέρον ερώτημα, δεν είναι το ερώτημα της επιθυμίας της Δύσης που σίγουρα υφίσταται έντονα σε δεσποτικά κυβερνημένες χώρες. Για μας, το ερώτημα είναι να γνωρίζουμε τι υπάρχει μέσα στο λαϊκό κίνημα που δεν μπορεί να αναχθεί στην επιθυμία της Δύσης. Φυσικά, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί η νεολαία της Τυνησίας εύχεται να έχει αντιπροσωπευτική δημοκρατία, και δεν θα το χρησιμοποιήσουμε ως βάση κριτικής του κινήματος. Απλώς, δεν είναι εκεί που μπορούμε να στοχαστούμε το πολιτικά καινοφανές. Γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αντιπροσωπευτική δημοκρατία και γνωρίζουμε ότι σε τελική ανάλυση είναι υποταγμένη στην φιλελεύθερη οικονομία. Έτσι, αν υπάρχει αλλού μια επιθυμία της Δύσης, με άλλα λόγια μια επιθυμία να γίνουν οι άλλοι σαν εμάς, μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την επιθυμία, αλλά δεν είναι για μας πηγή μιας καινούργιας σκέψης. Και για αυτό, αυτό για το οποίο μιλώ εγώ, το μεγάλο ζήτημα με τα κινήματα εξέγερσης, είναι το να γνωρίζουμε αν το λαϊκό κίνημα μπορεί να είναι φορέας μιας καταφατικής ισχύος η οποία θα ξεπεράσει όλα αυτά τα οποία προτείνει η Δύση.

Μπορούμε συνεπώς να προσανατολίσουμε την ανάλυσή μας προς όλα αυτά τα οποία υπάρχουν μεν μέσα στο κίνημα της εξέγερσης, αλλά δεν αφορούν αυτό που θα αποκαλούσα “δυτική συμπερίληψη.” Αν σήμερα όλος ο κόσμος είναι υπέρ του τυνησιακού κινήματος είναι επειδή υπάρχει αυτή η αμφίσημη κατάσταση: μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι το κίνημα είναι φορέας μιας απαίτησης για “δυτική συμπερίληψη”, αλλά μπορεί επίσης να σκεφτεί ότι κάτι υπεράριθμο επικυρώνεται εδώ. Ή, μπορούμε να πούμε ότι η εξέγερση βρίσκεται στο μεσοδιάστημα, αλλά και, αντίθετα, ότι μπορεί να προωθήσει την εμφάνιση μιας νέας περιόδου.

Για μας, αυτό το οποίο είναι νέο δεν μπορεί να είναι μια επιθυμία “δυτικής συμπερίληψης”, αλλά μάλλον μια επιθυμία εξόδου από τη Δύση. Το δικό μας πρόβλημα είναι η έξοδος από τη Δύση και όχι η είσοδος. Και συνεπώς, αυτό το οποίο μας ενδιαφέρει πρωτίστως στην πολιτική είναι όλα όσα είναι ετερογενή ως προς τη Δύση. Θα ήθελα να ανοίξω μια παρένθεση: για ποιο λόγο είναι τόσο σημαντικό το ζήτημα των ξένων σε όλα τα κράτη της Δύσης σήμερα (και αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα); Το ζήτημα της τύχης που επιφυλάσσεται στους μετανάστες είναι πολύ σημαντικό. Γιατί; Για έναν πολύ σημαντικό λόγο, που είναι ότι οι ξένοι, αυτοί που αποκαλούνται μετανάστες, είναι η παρουσία μέσα στη Δύση του μη δυτικού. Είναι μια εκ των έσω αμφισβήτηση της ίδιας της Δύσης. Γνωρίζουμε ότι η Δύση, που σήμερα βρίσκεται σε κρίση, θέλει να κλειστεί στον εαυτό της. Δηλώνει ότι δεν αντέχει να εισέλθει στο εσωτερικό της το εξωτερικό. Και μας εξηγεί ότι αν το εξωτερικό έλθει στο εσωτερικό, η κρίση στη Δύση θα επιδεινωθεί. Και εδώ βρίσκεται για τον καθένα μια κρίσιμη επιλογή: είμαστε στρατιώτες της Δύσης; Αν είμαστε στρατιώτες της Δύσης, τότε όποιος βρίσκεται απ’ έξω είναι εχθρός, πράγματι. Αλλά αν αντίθετα, η ελπίδα μας είναι η έξοδος από τη Δύση, τότε το εξωτερικό δεν είναι ο εχθρός μας. Άρα υπάρχει μια νομιμότητα στο να παλέψουμε για όσους βρίσκονται εδώ. Αυτό είναι μέρος κάθε πολιτικής της χειραφέτησης που δεν είναι “δυτική.” Και έτσι, αυτό το οποίο συμβαίνει, η πάλη για τα δικαιώματα των ξένων στο εσωτερικό, οι εξεγέρσεις ενάντια στον δεσποτισμό στο εξωτερικό, [μας αναγκάζουν] να σκεφτούμε τι είναι αυτό το οποίο επικυρώνεται ως μη δυτικό σε αυτό το ζήτημα.

Θυμίζουμε για άλλη μια φορά ότι η Δύση δεν είναι απλώς άλλη μια γεωγραφική περιοχή του κόσμου, αλλά ένα ιδεολογικό σύστημα: οικονομία της αγοράς συν κοινοβουλευτική πολιτική. Δηλαδή, είναι ο κόσμος τον οποίο θέλουν να επιβάλλουν παγκόσμια.

Πώς να αξιολογήσουμε τις εξεγέρσεις από αυτή την άποψη; Δεν είναι το κίνημα από μόνο του αυτό που έχει σημασία, εφόσον αυτή τη στιγμή το κίνημα αυτό είναι μια αρνητική δύναμη, μια κριτική δύναμη, και όχι μια δύναμη με πλήρεις προτάσεις. Θα πρέπει να αναζητήσουμε στο κίνημα κάτι άλλο από το κίνημα, την ίδια στιγμή που θα υποστηρίζουμε πλήρως το κίνημα. Αυτό που θα μπορούσε να μας βοηθήσει σαν οδηγός είναι όχι μόνο το τι κάνουν οι άνθρωποι αλλά και το τι λένε. Θα έλεγα μάλιστα ότι στην παρούσα συγκυρία αυτά που λένε οι άνθρωποι είναι σημαντικότερα από αυτά που κάνουν. Γιατί εκεί [σε όσα λέγονται] είναι που μπορούμε να εντοπίσουμε τα πρώτα στοιχεία μιας καταφατικής σκέψης.

Θα αναφερθώ σε δύο παραδείγματα, και τα δύο από την Τυνησία: το πρώτο παράδειγμα αφορά το όταν έγινε η μεγάλη πορεία των Τυνήσιων από το κέντρο της χώρας προς την πρωτεύουσα. Το κέντρο της χώρας ήταν η πηγή του κινήματος και οργανώθηκε μια πορεία προς την Τύνιδα. Αυτό ήταν μια κρίσιμη στιγμή. Σ’ αυτή την πορεία προς την πρωτεύουσα, ένας νεαρός είπε το εξής—κάθε λέξη μετράει: “εμείς, τα παιδιά των εργατών και των αγροτών, είμαστε πιο δυνατοί απ’ τους εγκληματίες.” Εδώ έχουμε το θεμελιώδες ζήτημα του γιου και της κόρης, του νέου. Έχουμε επίσης την θεμελιακή υπενθύμιση του λαϊκού χαρακτήρα [του κινήματος]—αγρότες και εργάτες. Έχουμε τον χαρακτηρισμό του κράτους ως εγκληματικού, όχι απλά ως δεσποτικού ή διεφθαρμένου. Τέλος, έχουμε την πεποίθηση της δημιουργίας μιας δύναμης. Μια τέτοια πρόταση δεν είναι εσωτερική ως προς την Δύση. Δεν είναι κάτι που μας μιλά απλώς για ελευθερία, για αντιπροσωπευτική δημοκρατία, για ευημερία, για οικονομία της αγοράς. Είναι κάτι που επιθυμεί την δυνατότητα μια νέας πολιτικής δύναμης που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στις πραγματικές ιστορικές συνθήκες: μια θεμελιακή, ενεργητική ενότητα μεταξύ των διαφορετικών συστατικών της νεολαίας και των διαφορετικών στοιχείων του εργαζόμενου πληθυσμού.

Κατόπιν, θα παραθέσω ένα δεύτερο παράδειγμα, πολύ συγκινητικό. Ένας νέος έλεγε: “εγώ, σήμερα, 27 Ιανουαρίου του 2011, παίρνω στα χέρια μου τις υποθέσεις της χώρας μου.” Είναι μια θεσπέσια πρόταση γιατί έχει μια θεατρική ποίηση, αλλά είναι επίσης εμβριθής. Γιατί [ο νέος] δεν απαιτεί να του δοθεί κάτι, δεν λέει “κάντε ελεύθερες εκλογές!” “δώστε μου κάποιον άλλο στην κυβέρνηση εκτός από τον Μπεν Αλί!”, “κάντε αυξήσεις στους μισθούς!” Όχι, λέει αντιθέτως ότι “εγώ, αυτή τη στιγμή, αυτό που κάνω είναι να πάρω στα χέρια μου όλες τις υποθέσεις της χώρας μου.” Νομίζω ότι όταν προσπαθούμε να αναγνώσουμε τι συμβαίνει, όταν πάμε να δούμε τι συμβαίνει, όταν συζητάμε με τους ανθρώπους για το τι γίνεται, πρέπει να συγκρατούμε τέτοιου είδους πράγματα. Είναι αυτά τα πράγματα που πρέπει να γίνουν αφετηρία για τη σκέψη. Με άλλα λόγια, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε με αφετηρία ό,τι δεν μπορεί να συρρικνωθεί στη Δύση.

Αυτό, θα ήθελα να σας πω σήμερα, είναι το κύριο μάθημα των εξεγέρσεων: η ιστορική τους κατάσταση, η αμφισημία τους, και η μέθοδος με την οποία μπορούν να υπηρετήσουν την παγκόσμια σκέψη για την πολιτική. Αλλά υπάρχει και ένα γενικότερο μάθημα, το οποίο μπορεί να διαλευκάνει τον δικό μας ενθουσιασμό όταν συμβαίνουν νικηφόρες εξεγέρσεις. Το μάθημα είναι ότι αυτό που φαίνεται πολύ στέρεο μπορεί να καταρρεύσει ξαφνικά. Όπως ξέρετε, χρειάζεται θάρρος. Η περίοδος, ακριβώς επειδή είναι μεταβατική, είναι δύσκολη. Έχουμε πολλές αποτυχίες. Η αλαζονεία των κυρίαρχων είναι μεγάλη. Οι απογοητεύσεις είναι συνηθισμένες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι σημαντικό που μας δίνει θάρρος:  το να διαπιστώνουμε ότι ακόμα και από άποψη τακτικής υπάρχουν νίκες. Και ότι κάτι που φαινόταν γερά εδραιωμένο, πολύ στέρεο, μπορεί πραγματικά να καταρρεύσει. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, σε λίγες μάλλον μέρες, ο Μπεν Αλί, που ήταν πολύ ισχυρός, ο αναμφισβήτητος άρχων της Τυνησίας, το αγαπημένο παιδί της Δύσης, ανατράπηκε. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να σκεφτόμαστε διαρκώς: η ισχύς την οποί αντιμετωπίζουμε πρέπει διαρκώς να φανταζόμαστε και να σκεφτόμαστε ότι είναι ίσως επίσης εύθραυστη. Το γεγονός είναι ότι η δική τους δύναμη είναι ουσιαστικά η δική μας αδυναμία. Κάθε ενίσχυση της δικής μας ικανότητας για δράση μπορεί πράγματι να αντιπροσωπεύει για τους αντιπάλους μας ένα σημαντικό κίνδυνο. Κάθε δράση που είναι εφικτή στο πολιτικό πεδίο είναι χρήσιμη. Αναζητούν διαρκώς  να μας φοβίσουν, παρουσιάζοντάς μας το δυτικό σύστημα ως μια ισχύ που πρακτικά δεν έχει όρια. Όχι, δεν είναι έτσι. Ακόμα και απλές εξεγέρσεις είναι ικανές να εδραιώσουν την μεγάλη αδυναμία που κρύβει ο εχθρός μας. Και αυτό είναι ίσως μια μεγάλη πηγή θάρρους.

Και νομίζω πως θα κλείσω με ένα ποίημα, του μεγάλου δραματουργού και συγγραφέα της κομμουνιστικής περιόδου, του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Θα το διαβάσω στα γαλλικά και μετά αυτός [Σάββας Μιχαήλ] θα το διαβάσει στα ελληνικά [στη μετάφραση της Νάντιας Βαλαβάνη]. Το ποίημα λέγεται “Εγκώμιο της διαλεκτικής”:

Το άδικο προχωρά σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.
Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυρίαρχων
Και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα
εγώ πρώτη ξεκινάω.

Μα κι απ’ τους καταπιεσμένους λένε πολλοί τώρα: 
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δε μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε οι κυρίαρχοι να πούνε
Θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!

Και θα ήθελα να κλείσω με μια φράση: θα βγούμε μια μέρα από τη Δύση; Σε κάθε περίπτωση, δεν θα πούμε “ποτέ!”

---- 
[1] “désir d’ Occident”: αμφίσημη χρήση της γενικής που μπορεί να σημαίνει, όπως και στην μεταφραστική απόδοση “επιθυμία της Δύσης”, “επιθυμία που έχει η Δύση” αλλά και “επιθυμία για τη Δύση”. Η αμφισημία δεν παραπέμπει σε ασυμβίβαστα νοήματα:  η επιθυμία που έχει η Δύση για τον άλλο είναι η επιθυμία ο άλλος να επιθυμεί τη Δύση· είναι δηλαδή, τελικά, ναρκισιστική επιθυμία, επιθυμία της Δύσης για τον εαυτό της που απαιτεί τη διαμεσολάβηση της επιθυμίας του (μη δυτικού) άλλου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: