Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Πρόχειρες σημειώσεις για ένα απόσπασμα από τις "Θέσεις του Απρίλη" του Lenin

«Γκρίζα η κάθε θεωρία, φίλε μου ακριβέ, το χρυσοδέντρι της ζωής πράσινο θάλλει».
Όποιος βάζει με τον παλιό τρόπο το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικής επανάστασης, αυτός θυσιάζει τον ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα.*
Θεωρία εναντίον θεωρίας: μέσα στη θεωρία, ένας ελεγκτικός μηχανισμός ο οποίος υπονομεύει την επάρκεια της θεωρίας απέναντι σε...τι; Στη ζωή, όχι τη ζωή ως αφηρημένη -ανθρωπιστική έννοια, αλλά τη ζωή ως συνώνυμη της επαναστατικής διαδικασίας πολύ συγκεκριμένα. Γιατί είναι η (ορθή) επανασταστική διαδικασία που βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης του Λένιν εδώ.

Σκέφτομαι τη σύγκριση Μπαντιού Παύλου-Λένιν από τη μία και Χριστού-Μαρξ από την άλλη (στο Άγιος Παύλος, εισαγωγή). Ίσως, ανάμεσα σε άλλα, να είχε υπόψη του αυτή τη φράση: "θυσιάζει τον ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα". Παύλος: Προς Κορινθίους ΙΙ.3.6: “το γράμμα αποκτήνει, το δε πνεύμα ζωοποεί”. Θεωρία εναντίον θεωρίας: θεωρία ως ζωντανό πνεύμα κόντρα στη θεωρία ως νεκρό γράμμα, ως άτεγκτο Νόμο.
Κατά την παλιά αντίληψη προκύπτει πως: ύστερα από την κυριαρχία της αστικής τάξης μπορεί και πρέπει ν’ ακολουθήσει η κυριαρχία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, η διχτατορία τους.
Στη ζωντανή όμως πραγματικότητα τα πράγματα ήρθαν κιόλας διαφορετικά: προέκυψε μια εξαιρετικά πρωτότυπη, νέα, πρωτοείδωτη σύμπλεξη του ενός με το άλλο. Υπάρχουν δίπλα, μαζί, ταυτόχρονα και η κυριαρχία της αστικής τάξης (η κυβέρνηση Λβοφ και Γκουτσκόφ) και η επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παραδίνει θεληματικά την εξουσία στην αστική τάξη, που μετατρέπεται θεληματικά σε εξάρτημα της.
Επικέντρωση της κριτικής της "νεκρής" θεωρίας στην κριτική της θεωρίας των "σταδίων" (γερμανική σοδιαλδημοκρατία, Κάουτσκυ, Πλεχάνοφ): η "ζωντανή πραγματικότητα" συμπίπτει με την εκδήλωση μιας χρονικότητας ριζικά διαφορετικής από αυτή της γραμμικής προόδου από στάδιο σε στάδιο, και αυτό που αποδεικνύεται ως στείρα, νεκρή θεωρία είναι το δεύτερο. Αναφορά σε "μια... πρωτοείδωτη σύμπλεξη" της "κυριαρχίας της αστικής τάξης" και της "κυριαρχίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς." Συμπίπτωντας στην ίδια χρονική στιγμή αντί να δημιουργήσουν γραμμική αλληλουχία οι δύο α) σηματοδοτούν την σχάση του πολιτικού πεδίου στα δύο, με όρους ριζικού ανταγωνισμού β) αχρηστεύουν την οργανωτική/στρατηγική αξία του παλιότερου συνθήματος περί "επανασταστικής-δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς" γ) αναδεικνύουν τον αγώνα ταχύτητας ανάμεσα σε δύο δυνητικές εξελίξεις· αν αφεθούν τα πράγματα όπως είναι, η επαναστατική-δμημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς θα απορροφηθεί στην κυριαρχία της αστικής τάξης, της οποίας θα γίνει απλό εξάρτημα. Το φάντασμα μιας ακόμα επανάστασης από τα κάτω που καταλήγει απλώς να κάνει τη δουλειά των αστικών επαναστάσεων. "Δεν θέλουμε άλλη μια γαλλική επανάσταση, άλλη μια νίκη που είναι νίκη για τους άλλους και ήττα για μας!" είναι το υπόρρητο σύνθημα εδώ. Και η υπόρρητη απάντηση σ' αυτή την προοπτική: βιασύνη. Να αλλάξει η οργανωτική στρατηγική έγκαιρα.
Γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ουσιαστικά στην Πετρούπολη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών· ότι η νέα κυβέρνηση δεν ασκεί κι ούτε μπορεί να ασκήσει πάνω τους βία, επειδή δεν υπάρχει ούτε αστυνομία, ούτε χωρισμένος από το λαό στρατός, ούτε πανίσχυρη υπαλληλία που να στέκεται πάνω από τα λαό. Αυτό είναι γεγονός. Πρόκειται ακριβώς για ένα γεγονός, που είναι χαρακτηριστικό για ένα κράτος τύπου Κομμούνας του Παρισιού. Το γεγονός αυτό δεν χωράει στα παλιά σχήματα. Πρέπει να ξέρει κανείς να προσαρμόζει τα σχήματα στη ζωή, και όχι να επαναλαβαίνει λέξεις για «διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» γενικά, λέξεις που έχασαν κάθε νόημα.
Η ανανέωση της θεωρίας, η αποκόλλησή της από το "νεκρό γράμμα" ως αναμέτρηση με τη μετατροπή του προγραμματικού στόχου σε γεγονός: "στην Πετρούπολη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών...αυτό είναι γεγονός." Η καινοφάνεια του συμβάντος απέναντι στο οποίο γίνεται τώρα υπόλογη η θεωρία, για να συλλάβει και να αξιοποιήσει το οποίο θα πρέπει να ανασκευάσει τις πεποιθήσεις της γρήγορα, βιαστικά: "το γεγονός αυτό δεν χωράει στα παλιά σχήματα". Γλωσσική θεωρία που υπονοείται από το "λέξεις που έχασαν κάθε νόημα": το ζητούμενο δεν είναι λέξεις που να ανταποκρίνονται στα πράγματα αλλά λέξεις που να ανταποκρίνονται στο γεγονός ότι στην πραγματικότητα, τα "πράγματα" δεν είναι αδρανή αντικείμενα αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενες σχέσεις.
Για να φωτίσουμε καλύτερα το ζήτημα, ας το εξετάσουμε από μιαν άλλη πλευρά.
Ο μαρξιστής δεν πρέπει να ξεφεύγει από την ακριβή βάση της ανάλυσης των ταξικών σχέσεων. Στην εξουσία βρίσκεται η αστική τάξη. Αλλά μήπως και η μάζα των αγροτών δεν αποτελεί επίσης αστική τάξη διαφορετικού στρώματος, διαφορετικού είδους, διαφορετικού χαρακτήρα; Από που βγαίνει, ότι αυτό το στρώμα δεν μπορεί νά ’ρθει στην εξουσία, «αποτελειώνοντας» την αστικοδημοκρατική επανάσταση; Για ποιο λόγο αυτό είναι αδύνατο;
Έτσι σκέφτονται συχνά οι παλιοί μπολσεβίκοι.
Απαντώ: αυτό είναι πολύ πιθανό. Ο μαρξιστής όμως στην εκτίμηση της στιγμής δεν πρέπει να ξεκινά από το πιθανό, αλλά από το πραγματικό.
Και η πραγματικότητα μας παρουσιάζει το γεγονός, ότι οι ελεύθερα εκλεγμένοι στρατιώτες και αγρότες βουλευτές συμμετέχουν ελεύθερα στη δεύτερη, την παράπλευρη κυβέρνηση και ελεύθερα την συμπληρώνουν, την αναπτύσσουν, την ολοκληρώνουν.
Και άλλο τόσο ελεύθερα παραδίνουν την εξουσία στην αστική τάξη –φαινόμενο που δεν «παραβιάζει» καθόλου τη θεωρία του μαρξισμού, γιατί εμείς ξέραμε πάντα και πολλές φορές το τονίσαμε, ότι η αστική τάξη κρατιέται όχι μόνο με τη βία, αλλά και με την έλλειψη συνειδητότητας, τη ρουτίνα, την αποβλάκωση και την ανοργανωσιά των μαζών.
Και μπροστά στη σημερινή πραγματικότητα είναι στ’ αλήθεια γελοίο να αγνοείς το γεγονός και να μιλάς για «πιθανότητες».
Τρίτος τρόπος διαφοροποίησης της "ζωντανής" θεωρίας που μπορεί να αναπτύξει σύναψη με την πράξη από τη "νεκρή" θεωρία, που μένει απλώς "γράμμα", αδρανής "Νόμος": Η ζωντανή θεωρία δεν είναι εικοτολογική· δεν κάνει υποθέσεις. Η ζωντανή θεωρία αντλεί από ένα πραγματικό το οποίο διαψεύδει τις θεωρητικές εικασίες, εκθέτει την ανεπάρκειά τους: "οι ελεύθερα εκλεγμένοι στρατιώτες και αγρότες βουλευτές ... ελεύθερα παραδίνουν την εξουσία στην αστική τάξη". Δεν παραβιάζεται η θεωρία του μαρξισμού, αλλά η μηχανιστική εκδοχή της ταξικής συνείδησης: ορισμένες φορές οι τάξεις μπορούν να ενεργούν ενάντια στα "αντικειμενικά" τους συμφέροντα, και μάλιστα να το κάνουν ελεύθερα, έχοντας πάνω από μία εναλλακτικές λύσεις διαθέσιμες.
Είναι πιθανό η αγροτιά να πάρει όλη τη γη και όλη την εξουσία. Εγώ όχι μόνο δεν παραβλέπω αυτή τη δυνατότητα, δεν περιορίζω τον ορίζοντα μου μόνο στο σήμερα, αλλά διατυπώνω καθαρά και με ακρίβεια το αγροτικό πρόγραμμα, παίρνοντας υπόψη το καινούριο φαινόμενο: την πιο βαθιά διάσπαση των εργατών γης και των φτωχών αγροτών με τους αγρότες-νοικοκύρηδες.
Είναι όμως πιθανό και το άλλο: είναι πιθανό οι αγρότες ν’ ακούσουν τις συμβουλές του μικροαστικού κόμματος των σοσιαλεπαναστατών, που υπόκυψε στην επιρροή των αστών, πέρασε στον αμυνιτισμό και συνιστά την αναμονή ως τη Συνταχτική Συνέλευση, αν και ως τώρα δεν έχει ακόμα οριστεί ούτε η ημερομηνία της σύγκλησης της![8]
Είναι πιθανό οι αγρότες να διατηρήσουν, να συνεχίσουν τη συμφωνία τους με την αστική τάξη, συμφωνία που την έκλεισαν τώρα μέσω των Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών όχι μόνο τυπικά, μα και ουσιαστικά.
Πολλά τα πιθανά. Θα ήταν σοβαρότατο λάθος να ξεχνάμε το αγροτικό κίνημα και το αγροτικό πρόγραμμα. Θα ήταν όμως εξίσου λάθος να ξεχνάμε την πραγματικότητα που μας παρουσιάζει το γεγονός της συμφωνίας –ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο ακριβή, λιγότερο νομική και περισσότερο οικονομικο-ταξική έκφραση– το γεγονός της ταξικής συνεργασίας της αστικής τάξης και της αγροτιάς.
Η ανατροπή στη θεωρητική εικοτολογία:  η ταξική συνεργασία που ανέκυψε δεν είναι μεταξύ προλεταριάτου και αγροτιάς αλλά μεταξύ της δεύτερης και της αστικής τάξης. Ο σκληρός βράχος της πραγματικότητας.
Όταν το γεγονός αυτό πάψει να είναι γεγονός, όταν η αγροτιά ξεκόψει από την αστική τάξη, όταν πάρει τη γη παρά τη θέληση της αστικής τάξης, όταν πάρει την εξουσία ενάντια στην αστική τάξη –τότε αυτό θα είναι ένα νέο στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, και γι’ αυτό θα γίνει λόγος ιδιαίτερα.
Ο μαρξιστής, που, εξαιτίας της δυνατότητας ενός τέτοιου μελλοντικού σταδίου, θα ξεχνούσε τις υποχρεώσεις του σήμερα, τώρα που η αγροτιά συμφωνεί με την αστική τάξη, θα μετα βαλλόταν σε μικροαστό. Επειδή στην πράξη θα καλλιεργούσε στο προλεταριάτο την εμπιστοσύνη προς τους μικροαστούς («οι μικροαστοί αυτοί, η αγροτιά αυτή πρέπει να αποσπαστεί από την αστική τάξη ακόμα μέσα στα πλαίσια της αστικοδημοκρατικής επανάστασης»). Ό μαρξιστής αυτός, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου και ωραίου μέλλοντος, τότε που η αγροτιά δεν θα είναι ουρά της αστικής τάξης, και οι Εσέροι, οι Τσχεΐτζε, οι Τσερετέλι και οι Στεκλόφ δεν θα είναι εξάρτημα της αστικής κυβέρνησης, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου μέλλοντος, θα ξεχνούσε το δυσάρεστο παρόν, τώρα που η αγροτιά παρα μένει ακόμα ουρά της αστικής τάξης και οι σοσιαλεπαναστάτες και οι σοσιαλδημοκράτες δεν παραιτούνται ακόμα από το ρόλο του εξαρτήματος της αστικής κυβέρνησης, από το ρόλο της αντιπολί τευσης της «αυτού μεγαλειότητας» του Λβοφ.
Πρώτη συνέπεια: ακόμα και αν στο μέλλον η αγροτιά "πάρει την εξουσία ενάντια στην αστική τάξη", θα πρόκειται απλώς για "ένα νέο στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης". Θα έχει χαθεί ήδη τελεσίδικα η δυνατότητα μιας προλεταριακής επανάστασης, και άρα η δυνατότητα μιας κομμουνιστικής επανάστασης. Ανεξάρτητα από την τελική μοίρα της συμμαχίας αστών-αγροτών, η ίδια η ύπαρξή της αποτελεί τελεσίδικο εμπόδιο στην προοπτική του κομμουνισμού.

Δεύτερη συνέπεια:  η προσκόλληση στο "ευχάριστο και ωραίο μέλλον", όταν η αγροτιά ανεξαρτητοποιηθεί από την αστική τάξη είναι, εφόσον θυσιάζει την δυνατότητα ανταπόκρισης στα διακυβεύματα του παρόντος, έκπτωση στην αστική ιδεολογία, ανεξάρτητα από το τυπικά μαρξιστικό της περιεχόμενο. Υπό συνθήκες επανασταστικές, ο μαρξισμός του μέλλοντος μεταβάλλεται σε αριστερή πτέρυγα της μικροαστικής ιδεολογίας. Τα πάντα, υπό τέτοιες συνθήκες, κρίνονται από τη δυνατότητα ανταπόκρισης στο παρόν. Κυριαρχία της στρατηγικής πάνω στην θεωρητική συνεκτικότητα. Αλλά τι είναι η στρατηγική; Ένα στοίχημα που γίνεται πάνω στο ανεπίστρεπτο της συγκυρίας.
Ο άνθρωπος που πήραμε κάνοντας υπόθεση θά ’μοιαζε μ’ ένα γλυκανάλατο Λουί Μπλαν, μ’ ένα γλυκερό καουτσκιστή, αλλά σε καμιά περίπτωση με επαναστάτη μαρξιστή.
Δεν μας απειλεί τάχα ό κίνδυνος να πέσουμε στον υποκειμενισμό, να θέλουμε να «υπερπηδήσουμε» μια μη ολοκληρωμένη επανάσταση αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, που δεν έχει ξεπεράσει ακόμα τα αγροτικό κίνημα –για να φτάσουμε στη σοσιαλιστική επανάσταση;
Αλλά το να μιλάς για "στοίχημα πάνω στο ανεπίστρεπτο της συγκυρίας" είναι ήδη το να εισάγεις έναν Μαλαρμέ στη σκέψη του Λένιν. Ο Λένιν γνωρίζει το όνομα αυτής της πριμοδότησης της συγκυριακής αναταραχής πάνω στη θεωρητική αυτάρκεια: υποκειμενισμός. Και ο υποκειμενισμός δεν ανάγεται σε τίποτε άλλο παρά την βιαστική, ξέπνοη παράκαμψη των σταδίων, δηλαδή, της "επιστημονικά" θεμελιωμένης δομής του ιστορικού αφηγήματος: "Δε μας απειλεί τάχα ο κίνδυνος να πέσουμε στον υποκειμενισμό, να θέλουμε να 'υπερπηδήσουμε' μια μη ολοκληρωμένη επανάσταση αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα που δεν έχει ξεπεράσει ακόμα το αγροτικό κίνημα";
Αν έλεγα: «δίχως τσάρο, και κυβέρνηση εργατική» –ο κίνδυνος αυτός θα με απειλούσε. Εγώ όμως δεν είπα αυτό, εγώ είπα άλλο. Είπα πώς στη Ρωσία δεν μπορεί να υπάρχει άλλη κυβέρνηση (εξαιρώντας την αστική) εκτός από τα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των στρατιωτών και των αγροτών βου­λευτών. Είπα ότι τώρα η εξουσία στη Ρωσία μπορεί να περάσει από τον Γκουτσκόφ και τον Λβοφ μόνο σ’ αυτά τα Σοβιέτ, και σ’ αυτά επικρατεί ίσα-ίσα η αγροτιά, επικρατούν οι φαντάροι, επικρατούν οι μικροαστοί, για να εκφραστούμε με επιστημονικό, μαρξιστικό όρο, χρησιμοποιώντας όχι το συνηθισμένο, όχι το μικροαστικό, όχι τον επαγγελματικό, μα τον ταξικό χαρακτηρισμό.
Στις θέσεις μου ασφάλισα απόλυτα τον εαυτό μου από κάθε υπερπήδηση του αγροτικού ή γενικά του μικροαστικού κινήματος, που δεν έχει φτάσει στο τέρμα του, από κάθε παιγνίδι «κατάληψης της εξουσίας» από εργατική κυβέρνηση, από κάθε μπλανκιστικό τυχοδιωχτισμό, επειδή αναφέρθηκα απευθείας στην πείρα της Κομμούνας του ΙΙαρισιού. Και η πείρα αυτή, όπως είναι γνωστό και όπως το έδειξε λεπτομερειακά ό Μαρξ το 1871 και ό Έγκελς το 1891, απόκλεισε εντελώς το μπλανκισμό και εξασφάλισε απόλυτα την απευθείας, άμεση και απεριόριστη κυριαρχία της πλειοψηφίας και τη δραστηριότητα των μαζών μόνο στο βαθμό της συνειδητής δράσης της ίδιας της πλειοψηφίας.
Απάντηση:  θυμηθείτε την Κομμούνα, την εμπειρία της. Μια εμπειρία που διδάσκει δια της αποτυχίας. Η αποτυχία της Κομμούνας συνίστατο στο ότι δεν βιάστηκε όταν ήταν καιρός να βιαστεί, ότι δεν τόλμησε αρκετά. Το συγκυριακό στοίχημα της στρατηγικής αντλεί την νομιμοποίησή του από μια αποτυχία, την αποτυχία μιας προηγούμενης γενιάς να το κερδίσει. Το ζητούμενο είναι, για μια ακόμα φορά, "η συνειδητή δράση της πλειοψηφίας." Μόνο στον βαθμό που υπάρχει τέτοια μπορεί να υπάρξει επικράτηση της μοναδικής ρεαλιστικής εξουσίας που είναι εναλλακτική λύση απέναντι στην αστική εξουσία, την εξουσία των Σοβιέτ.
Στις Θέσεις συνόψισα εντελώς συγκεκριμένα όλο το ζήτημα στην πάλη για την απόχτηση επιρροής μέσα στα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των αγροτών και των στρατιωτών βουλευτών. Για να μην αφήσω ούτε ίχνος αμφιβολίας πάνω σ’ αυτό, δυο φορές υπογράμμισα στις Θέσεις την ανάγκη της υπομονετικής, επίμονης, της «προσαρμοζόμενης στις πραχτικές ανάγκες των μαζών» «διαφωτιστικής» δουλειάς.
Οι αμαθείς είτε οι αποστάτες του μαρξισμού, σαν τον κ. Πλεχάνοφ κλπ., μπορούν να φωνάζουν για αναρχισμό, μπλανκισμό κλπ. Όποιος θέλει να σκέφτεται και να μαθαίνει, αυτός δεν μπορεί παρά να καταλάβει ότι o μπλανκισμός είναι κατάληψη της εξουσίας από μια μειοψηφία, ενώ τα Σοβιέτ των εργατών κλπ., βουλευτών είναι αναμφισβήτητα μια απευθείας και άμεση οργάνωση της πλειοψηφίας του λαού. Η δουλειά που έχει αναχθεί στην πάλη για την απόχτηση επιρροής μέσα σ’ αυτά τα Σοβιέτ δεν μπορεί, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του μπλανκισμού. Και δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του αναρχισμού, γιατί ό αναρχισμός είναι άρνηση της αναγκαιότητας τον κράτους και της κρατικής εξουσίας για την εποχή του περάσματος από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία του προλεταριάτου. Εγώ όμως, με σαφήνεια που αποκλείει κάθε δυνατότητα παρεξηγήσεων, υποστηρίζω την αναγκαιότητα του κράτους γι’ αυτή την εποχή, αλλά, σύμφωνα με τον Μαρξ και την πείρα της Κομμούνας του Παρισιού, όχι του συνηθισμένου κοινοβουλευτικού-αστικού κράτους, παρά ενός κράτους δίχως ταχτικό στρατό, δίχως αντιτιθέμενη στο λαό αστυνομία, δίχως βαλμένη πάνω από το λαό υπαλληλοκρατία.
Πρόβλημα: πώς να διαφοροποιηθείς, ωστόσο, από την κατηγορία της υιοθέτησης των απόψεων του αναρχικού βολονταρισμού; Απάντηση πρώτη: δεν είναι η διαφοροποίηση επί της μεθόδου που εγγυάται την πολιτική διαφοροποίηση από τον αναρχισμό, αλλά ο βαθμός αντιπροσωπευτικότητάς της. Ο μπλανκισμός "είναι κατάληψη της εξουσίας από μια μειοψηφία" "ενώ τα Σοβιέτ...είναι αναμφισβήτητα μια οργάνωση της πλειοψηφίας του λαού". Προσοχή στη διαφοροποίηση, που είναι ασύμμετρη:  O Λένιν δεν λέει ότι αυτοί που ο ίδιος θα ήθελε να διεκδικήσουν την κατάκτηση της εξουσίας δεν είναι μειοψηφία με απόλυτα αριθμητικούς όρους· λέει ότι ό,τι και αν είναι παρ' όλα αυτά καταλαμβάνουν την εξουσία ως ικανοί οργάνωσης της πλειοψηφίας· δηλαδή, ότι η εκπροσωπευτική τους δυνατότητα είναι πολύ ευρύτερη από ό,τι αυτή των μπλανκιστών.

Δεύτερο σημείο διαφοροποίησης, δεύτερη απάντηση στην δυνητική κατηγορία της στροφής του Λένιν στον "αναρχισμό": η αποδοχή της ανάγκης για κράτος και κρατική εξουσία κατά το μεταβατικό στάδιο "του περάσματος από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία του προλεταριάτου". Δηλαδή, η αποδοχή της αναγκαιότητας του κράτους ως προσωρινού μεταβατικού μηχανισμού. Και όχι οποιουδήποτε κράτους: "ενός κράτους δίχως τακτικό στρατό, δίχως αντιτιθέμενη στο λαό αστυνομία, δίχως βαλμένη πάνω από το λαό υπαλληλοκρατία." Του κράτους όπως έχει ανακύψει ήδη σε μικρογραφία στην Πετρούπολη. Αλλά δεν είναι αυτή η ρητορική του καθορισμού δια της άρνησης ήδη η ρητορική της ου-τοπίας, και του ουτοπικά ανέφικτου ως δομικά αντιφατικού; Πρβλ. Shakespeare, Η τρικυμία: Gonzalo: "Στην κοινοπολιτεία με αντιθέσεις/ θα τα υλοποιούσα όλα. Γιατί εμπόριο/ δεν θα ανεχόμουν· ούτε του δικαστή το όνομα/ Γράμματα δεν θα ξέρανε· πλούτη, φτώχεια/υπηρεσία στον άλλο καμμιά· συμβόλαια, διαδοχή...τίποτε/καμμιά εργασία· όλοι άεργοι...κυριαρχία καμμιά". Sebastian: "Από την άλλη, θέλει να είναι βασιλιάς." 

Αναμφίβολα, η δικτατορία του προλεταριάτου περιγράφεται εδώ με όρους προσωρινότητας (αρκετής βέβαια για να διαχωρίσει την λενινιστική προοπτική από την μπλανκική). Αλλά περιγράφεται επίσης μέσω μιας σειράς αρνήσεων σε ό,τι αφορά το διαρθωτικό περιεχόμενο του κράτους που αφήνουν μετέωρο το ερώτημα: τι είδους "κράτος" θα ήταν ένα κράτος "δίχως τακτικό στρατό...αντιτθέμενη στο λαό αστυνομία...βαλμένη πάνω από λαό υπαλληλοκρατία"; Σίγουρα, όχι ένα κράτος χωρίς στρατό, αστυνομία και υπαλλήλους, αλλά ένα κράτος όπου αυτές οι κατασταλτικές και γραφειοκρατικές λειτουργίες θα είναι πλήρως υποταγμένες στη λαϊκή εξουσία και θα πηγάζουν από αυτή. Θα έπαυε ένα τέτοιο κράτος να είναι κράτος με την ουσία της έννοιας; Γιατί το παράδοξο δεν είναι ότι ο Λένιν διαφοροποιεί τον "υποκειμενισμό" των προτάσεών του από τον απαράδεκτο αναρχικό υποκειμενισμό οραματιζόμενος ως ειδοποιό διαφορά την προσωρινή αναγκαιότητα ενός κράτους που δεν είναι κράτος. Το παράδοξο είναι ότι το κράτος που δεν είναι κράτος παραμένει, παρά τα φαινόμενα, κράτος, και ότι ως εκ τούτου υποσκάπτει την ίδια την έννοια της προσωρινότητας, την έννοια του μεταβατικού "σταδίου" που ο Λένιν εξοβελίζει από την θεωρία ως "νεκρό γράμμα", αλλά επανεισάγει στο τέλος ως αναγκαίο στοιχείο της διαφοροποίησης του ζωντανού μαρξισμού από τον μπλανκικό αυθορμητισμό. Αν η ιδέα ενός προσωρινού συμβιβασμού με την αστική τάξη εώς ότου ενισχυθεί η αυτονομία της αγροτικής τάξης απορρίπτεται ως φενάκη, γίνεται ωστόσο δεκτή η ιδέα ενός προσωρινού κράτους έως ότου καταργηθούν οι λόγοι που το καθιστούν αναγκαίο, έστω και με ριζικά (αλλά πόσο ριζικά;) διαφορετική μορφή.

Αλλά το προσωρινό (μη) κράτος ως ελάχιστη και συνάμα ειδοποιός διαφορά από τον μπλανκικό αναρχισμό αποδείχτηκε κάτι περισσότερο από προσωρινό, κάτι αφομοιώσιμο σε κάθε προϋπάρχουσα λογική του κράτους ως δύναμης που συντηρεί πάντοτε και πάνω από όλα τον εαυτό της. Το κράτος είναι σπινοζικού τύπου υποκείμενο: "τίποτε δεν μπορεί να κάνει κακό στον εαυτό του μέσα από την δική του φύση" (Σπινόζα, Ηθική). Αναρωτιέμαι: δεν είναι το πρώτο κριτήριο διαφοροποίησης του λενινισμμού από τον μπλανκισμό, η αντιπροσωπευτικότερη φύση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε ό,τι αφορά τη λαϊκή πλειοψηφία ("είναι αναμφισβήτητα μια απευθείας και άμεση οργάνωση της πλειοψηφίας του λαού"), ο λόγος για τον οποίο το δεύτερο κριτήριο διαφοροποίησης (η αναγκαιότητα του προσωρινού κράτους) τείνει να γίνει απόλυτο (έτσι ώστε ο επαναστατικός μαρξισμός να φτάσει να απορροφηθεί εντελώς από τον κρατισμό); Δεν είναι η μη επίλυση του προβλήματος της μειοψηφίας και της πλειοψηφίας χωρίς πρόσβαση στην κατηγορία της "οργανωτικής" εκπροσώπησης (όσο "άμεσης" ή "απευθείας" και αν τη φαντάζεται το 1917 ο Λένιν) ο λόγος για τον οποίο το κράτος υποστασιοποιείται ουσιαστικά εκ των προτέρων, και παρά την ρητή ανακήρυξη της προσωρινότητας του και της φαινομενικά οξύμωρης μορφής του; 


*Πηγή: Θέσεις του Απρίλη, 1917, Marxist Internet Archive

Δεν υπάρχουν σχόλια: