Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Bruno Bosteels, Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ (ένατο μέρος)

8.
Το πολιτικό αυτό παράδοξο μας φέρνει τελικά πίσω στο θεωρητικό ερώτημα το οποίο έθεσα στην αρχή: ποιό είναι το στάτους της αλήθειας μετά την ψυχανάλυση; Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις είμαστε πλέον σε θέση να αναδιατυπώσουμε αυτήν την ερώτηση ως εξής: Υπάρχει ή δεν υπάρχει μια αλήθεια του πραγματικού; Δεν είναι η γνώση, η αναγνώριση ή η παραδοχή του πραγματικού κάτι που συγκρούεται μετωπικά με τη φιλοσοφική κατηγορία της αλήθειας;

Τα βήματα του ίδιου του Λακάν στην κατεύθυνση της απάντησης αυτής της ερώτησης στα τελευταία του έργα αντικατοπτρίζονται σε μια σειρά προτάσεων που ασκούν μια τυπικά αφοριστική έλξη. Ο Μπαντιού, στο σεμινάριο του 1994-95 για την Λακανική αντιφιλοσοφία επικεντρώνεται ειδικά σε μια από αυτές τις προτάσεις, η οποία διατυπώθηκε αρχικά από τον Λακάν σε μια ομιλία του 1970 στην École freudienne de Paris: “Η αλήθεια μπορεί να μην πείθει, η γνώση περνά στην πράξη” [La vérité peut de pas convaincre, le savoir passé en acte].[45] Έτσι, ενώ ο Λακάν ξεκινά τη διεθνή του καριέρα, κυρίως στην ομιλία του το 1953 στη Ρώμη, υποσχόμενος ότι η ψυχανάλυση δεν θα έφερνε απλώς την αλήθεια αλλά επίσης τη σοφία, η μετέπειτα διδασκαλία του, αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1970, κινείται όλο και περισσότερο προς μια γενική αντιφιλοσοφική απίσχναση της κατηγορίας της αλήθειας, για χάρη ενός ιδιαίτερου είδους γνώσης στο πραγματικό. Υπάρχει γνώση στο πραγματικό, υπάρχει όμως επίσης ένα πραγματικό στη γνώση. Η πράξη συμβαίνει ακριβώς όταν κάτι από το πραγματικό περνά μέσα σε μια μορφή γνώσης ικανής να μεταδοθεί. Συνέπεια τούτου είναι ότι κάτι εκπίπτει από τις υπάρχουσες ενορχηστρώσεις της γνώσης, περιλαμβανομένης της εγγύησής τους από το υποκείμενο που υποτίθεται πως γνωρίζει. Όπως σχολιάζει ο Μπαντιού: “Για τον Λακάν δεν υπάρχει αλήθεια του πραγματικού, αλλά στην καλύτερη περίπτωση η αλήθεια μιας γνώσης στο πραγματικό που είναι λειτουργική.”[46] Le réel passé en savoir, εννοώντας όχι μόνο ότι το πραγματικό περνά στην γνώση, αλλά επίσης ότι το πραγματικό δεν είναι χωρίς γνώση, όπως στο ομόηχο le réel pas sans savoir. Ενώ για τον Λακάν αυτή η μορφή της γνώσης στο πραγματικό μεταδίδεται καλύτερα μέσα από τις μορφολογικές λειτουργίες της μαθηματικής λογικής, θα πρόσθετα ότι στα γραπτά ενός ακολούθου του όπως ο Ζίζεκ ο ρόλος αυτός [των μαθηματικών] έχει εκτοπιστεί από την μαζική κουλτούρα. Υπάρχει λοιπόν κάτι αρχι-επιστημονικό σε ό,τι αφορά την πράξη στον Λακάν, ενώ στον Ζίζεκ η πράξη παλινδρομεί ανάμεσα σε μια αρχι-αισθητική και μια αρχι-πολιτική διάσταση. Και στις δύο περιπτώσεις όμως το κρίσιμο σημείο που δεν πρέπει να χαθεί είναι το πώς η μετάδοση αυτής της γνώσης στο πραγματικό βρίσκει ένα εμπόδιο, και όχι κάποια συνδρομή, στην κατηγορία της αλήθειας.

Τελικά, η ανόητη ψευδαίσθηση του φιλοσόφου συνίσταται πάντοτε στην αγάπη για την δύναμη της αλήθειας, ενώ στο λόγο του αναλυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι το πραγματικό είναι πάντοτε δυνατότερο από το αληθινό. “Η ανάλυση μπορεί να έχει ως στόχο της μόνο την έλευση μιας πραγματικής ομιλίας και την πραγμάτωση απ’ το υποκείμενο της δικής του ή της δικής της ιστορίας σε σχέση με ένα μέλλον” έγραφε ο Λακάν σε ένα από τα κλασσικά του Écrits. Όμως αυτή η υπόσχεση αλήθειας θα απορριπτόταν αργότερα ως δόλωμα το οποίο καλύτερα θα ήταν να αφεθεί στη φροντίδα άλλων λογοθετικών πρακτικών, όπως οι λογοθετικές πρακτικές του πανεπιστημίου ή του αυθέντη: “Υπάρχουν τέσσερις λογοθετικές πρακτικές. Κάθε μία από αυτές εκλαμβάνει τον εαυτό της ως αληθή. Μόνο ο λόγος της ανάλυσης αποτελεί εξαίρεση.” [47] Για τον ύστερο Λακάν λοιπόν, η διαχωριστική γραμμή χωρίζει την αλήθεια από ένα νέο τύπο γνώσης ο οποίος αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στο νόημα, την απουσία νοήματος και το πραγματικό, ή ανάμεσα στη φαντασίωση και την απόλαυση. Ο Ζίζεκ δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρος για αυτό:
Έτσι, ενώ ο “κλασσικός”, δομικός Λακάν με προσκαλεί να αποτολμήσω την αλήθεια [dare the truth], να αναλάβω υποκειμενικά την αλήθεια της επιθυμίας μου όπως αυτή εγγράφεται στον μεγάλο Άλλο, ο ύστερος Λακάν πλησιάζει πολύ περισσότερο σε κάτι σαν το “αλήθεια ή τόλμη” [truth or dare]: (η συμβολική) αλήθεια είναι για αυτούς που δεν τολμούν — δεν τολμούν τι πράγμα; Να έλθουν αντιμέτωποι με τον φαντασματικό πυρήνα (το Πραγματικό) της απόλαυσής τους. Στο επίπεδο της απόλαυσης, η αλήθεια είναι απλώς εκτός λειτουργίας, σαν κάτι που σε τελική ανάλυση δεν έχει σημασία. [48]
Η απάντηση του Λακάν, με άλλα λόγια, δεν αντιπαραθέτει απλώς την αλήθεια και τη γνώση αλλά μάλλον προσθέτει άλλη μία διάσταση, για την οποία το πραγματικό της απόλαυσης και της ενόρμησης συνιστά τον τρίτο, διαμεσολαβητικό όρο. Όπως εξηγεί και πάλι ο Ζίζεκ:
Με φιλοσοφικούς όρους, ο Λακάν εισάγει εδώ μια διάκριση, που λείπει στον Μπαντιού, μεταξύ συμβολικής αλήθειας και γνώσης στο Πραγματικό: ο Μπαντιού κρέμεται από τη διαφορά μεταξύ αντικειμενικής-ουδέτερης Γνώσης, η οποία αφορά την τάξη του Είναι, και υποκειμενικά στρατευμένης Αλήθειας (ενός από τους βασικούς κοινούς τόπους της σύγχρονης σκέψης από τον Κίργκεγκωρ και μετά), ενώ ο Λακάν θεματοποιεί ένα τρίτο, πρωτάκουστο επίπεδο· αυτό του αβάσταχτου φαντασματικού πυρήνα. Αν και —ή μάλλον, ακριβώς επειδή— αυτός ο πυρήνας αποτελεί την ίδια την καρδιά της υποκειμενικής ταυτότητας, δεν μπορεί ποτέ να υποκειμενοποιηθεί, να αναληφθεί υποκειμενικά. Μπορεί μόνον να ανακατασκευαστεί αναδρομικά σε μια απο-υποκειμενικοποιημένη γνώση. [49]
Αρχίζουμε έτσι να βλέπουμε ότι η προσπάθεια του Ζίζεκ να ξεπεράσει τον ριζοσπαστισμό του Μπαντιού μέσω της πράξης έχει χρονικές και όχι μόνο χωρικές συνέπειες. Συνήθως, αυτό εκφράζεται με όρους θέσης της πράξης ως αρνητικής χειρονομίας, η οποία πάντοτε και απαραίτητα προηγείται της αυθεντικής [masterly] εγγραφής του συμβάντος σε ένα νέο σύνολο παραμέτρων:
Αυτή είναι η διαφορά του Λακάν από τον Μπαντιού: ο Λακάν εμμένει στην πρωταρχικότητα της (αρνητικής) πράξης πάνω από την (θετική) θεμελίωση μιας ‘νέας αρμονίας’ μέσω της παρέμβασης κάποιου νέου Κυρίαρχου Σημαίνοντος (Master-Signifier]. Για τον Μπαντιού όμως, οι διαφορετικές όψεις της αρνητικότητας (ηθικές καταστροφές) ανάγονται απλώς σε διάφορες εκδοχές της ‘προδοσίας’ (ή της έλλειψης πιστότητας σε, ή της απάρνησης) του θετικού Συμβάντος Αλήθειας. [50]
Η ίδια αυτή λειτουργία της αναζήτησης ενός χώρου πριν από αυτόν του συμβολικού νοήματος ή της αλήθειας αφορά επίσης την χρήση από τον Ζίζεκ της έννοιας του υποκειμένου σε αντίθεση με την επακόλουθη διαδικασία υποκειμενοποίησης, την οποία βλέπει ως κεντρικής σημασίας τόσο στον Μπαντιού όσο και σε συντρόφους αλτουσεριανούς όπως οι Ρανσιέρ, Μπαλιμπάρ και Λακλάου:
Ο Λακάν εισάγει την διάκριση ανάμεσα στο υποκείμενο και την χειρονομία της υποκειμενοποίησης: αυτό που περιγράφουν ο Μπαντιού και ο Λακλάου είναι η διαδικασία της υποκειμενοποίησης — η εμφατική στράτευση, η ανάληψη πιστότητας στο Συμβάν (ή, στον Λακλάου, η εμφατική χειρονομία της ταύτισης της κενής οικουμενικότητας με ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο που την ηγεμονικοποιεί), ενώ το υποκείμενο είναι η αρνητική χειρονομία θραύσης των δεσμών του Είναι που ανοίγει τον χώρο της εφικτής υποκειμενοποίησης.[51]
Φυσικά, αυτό που έχει κεντρική σημασία σε αυτή τη διάκριση είναι το γεγονός ότι το υποκείμενο εμφανίζεται πριν την υποκειμενοποίηση, ότι η δεύτερη τρόπον τινά ήδη συρράπτει το χάσμα του οποίου το υποκείμενο είναι το αυστηρώς εννοούμενο αντίστοιχο [correlative]. Είναι ακριβώς αυτή η χρονική πρωταρχικότητα που δίνει στον λόγο του αναλυτή την ισχύ του σε ό,τι αφορά την ριζοσπαστική διερώτηση κάθε φιλοσοφικού λόγου αυθεντίας: “Με λακανικούς όρους, το υποκείμενο πριν την υποκειμενοποίηση είναι η καθαρή αρνητικότητα της ενόρμησης θανάτου πριν την αναστροφή της και την ταύτιση με κάποιο καινούργιο Κυρίαρχο Σημαίνον” [52].

Τέλος, η απόπειρα να ξανα-αδραχτεί η πρότερη πράξη όλο και πιο ριζοσπαστικά μπορεί επίσης να διατυπωθεί με όρους μετουσίωσης [sublimation] και ενόρμησης θανάτου. Ο Ζίζεκ δεν επιμένει απλώς ότι “όλη η προσπάθεια του Λακάν επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτές τις ακραίες εμπειρίες [limit-experiences] στις οποίες το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με την ενόρμηση θανάτου στην καθαρότερή της μορφή, πριν από την αναστροφή της σε μετουσίωση”, αλλά και αντιπαραθέτει για μια ακόμα φορά την ενόρμηση θανάτου, η οποία απλώς αίρει την υπάρχουσα τάξη εν αναμονή μιας νέας πράξης δημιουργίας,  και το συμβάν: “Όμως, αυτό το ‘απλώς’ θα πρέπει να μπει σε εισαγωγικά, διότι ο ισχυρισμός του Λακάν είναι ότι σε αυτή την αρνητική χειρονομία ‘σβησίματος του πίνακα’ αντιμετωπίζεται κάτι (ένα κενό), το οποίο ήδη ‘συρράπτεται’ [sutured] με την έλευση ενός νέου Συμβάντος Αλήθειας.”[53] Από το ριζοσπαστικό σημείο θεάσης του κενού που προηγείται, ή του άδειου χώρου, κάθε κατοπινή εγγραφή ενός νέου σημείου θα πρέπει πράγματι να φαίνεται εντελώς αφελής συγκριτικά — στην καλύτερη, είναι το αρχέγονο δόλωμα της αλήθειας ως συμβολικής μυθοπλασίας και στην χειρότερη, το τετριμμένο της καθαρής μη σκέψης. Τούτο καθιστά κυριολεκτικά αδύνατη την πίστη στην κατηγορία της αλήθειας μετά την επιστροφή του Λακάν στον Φρόυντ: “Ο Λακάν χωρίζει το δρόμο του από τον Άγιο Παύλο και τον Μπαντιού: Ο Θεός δεν είναι απλώς νεκρός αλλά ήταν νεκρός πάντοτε εκ των προτέρων — δηλαδή, μετά τον Φρόυντ, δεν μπορεί κανείς να έχει άμεση πίστη σε ένα Συμβάν Αλήθειας. Κάθε τέτοιο Συμβάν παραμένει τελικά μια προσομοίωση [semblance] η οποία συσκοτίζει ένα προηγούμενο Κενό του οποίου το φρουδικό όνομα είναι ενόρμηση θανάτου.”[54]

2 σχόλια:

rdDcom είπε...

Being & Event, pp.164 et seq (esp. p.165§3) - Είμαι λίγο κουρασμένος, τα λέμε αύριο.

Susan είπε...

Νομίζω πως ο Ζιζεκ με την εν λόγω ανάλυση παρερμηνεύει και τον Λακάν, εκτός από τον Μπαντιού όπως διαπιστώνω στα πολύ οξυδερκή σχόλιά σας σε άλλα ποστ. Ο Λακάν δεν υποστηρίζει ότι ο Θεός είναι νεκρός αλλά μεταθέτει την προβληματική του ως εξής : "η αληθινή διατύπωση του αθεϊσμού δεν είναι ότι ο θεός είναι νεκρός ... η αληθινή διατύπωση του αθεϊσμού είναι ότι ο θεός είναι ασυνείδητος".
Σύμφωνα με τον Βεργέτη(περ. αληthεια,τ.4-5,σ.217-223), η ex nihilo δημιουργία κατά Λακάν είναι μία οριακή εκδήλωση της αλήθειας ως δυνατότητα της σημασίας να προκαλέσει μία ριζική τομή στις υπάρχουσες σημασίες αποσυνδέοντας το μέλλον "από τις υποθήκες του παρελθόντος". Έτσι, η θεϊκή παντοδυναμία εκκοσμικεύεται παρέχοντας τη δυνατότητα της ριζικής εξάλειψης του θεού.