Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Για τον κινηματογράφο του Θανάση Βέγγου

Το σύνολο, σχεδόν, των ελληνικών εμπορικών ταινιών των δεκαετιών 1950 και 1960 --αυτό που συχνά ονομάζουμε "χρυσή εποχή" του ελληνικού κινηματογράφου-- είναι κατ' ουσία εθνογραφικό. Μ' αυτό εννοώ ότι η ματιά του είναι ματιά σε έναν άλλο --τον άλλο, κυρίως, της λαϊκής καθημερινότητας-- από τη σκοπιά ενός υποκειμένου που, κοιτάζοντας, συγκροτεί τον εαυτό του σε σχέση με αυτό που η ίδια αυτή ματιά κάνει ορατό: τη λαϊκή ζωή. Η σχέση του υποκειμένου που κοιτά με το αντικείμενο που κοιτιέται είναι πάντα αμφίσημη στις ταινίες αυτές: από τη μία, είναι πρόδηλη η συμπάθεια προς τις υποτιθέμενες απλές αξίες και προτεραιότητες του "λαού", η συναισθηματική επένδυση στην γεμάτη αντιφατικότητες και αδυναμίες "ανθρωπιά" του, ο θαυμασμός για το "πηγαίο" της γλωσσικής και σωματικής του έκφρασης. Από την άλλη, ο λαός που οραματίζεται ο ελληνικός κινηματογράφος είναι ένας λαός λογοκριμένος από τις επιταγές της αστικής καθωσπρέπειας· ένας λαός που δεν θα αναγνώριζε ποτέ τον εαυτό του στα βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου, ούτε στην "Ευδοκία" του Αλέξη Δαμιανού. Είναι ένας λαός επενδεδυμένος με μικροαστικό καθωσπρεπισμό, σεξουαλικά πουριτανικός, εργασιακά πειθαρχημένος, σωματικά καθαρός, απαλλαγμένος από τη βία και τις καταχρήσεις εκείνες που συνοδεύουν τη δυστυχία της φτώχειας ως συμπτώματα, ήδη από την εξέταση του αλκοολισμού στην ερευνητική λογοτεχνία για το προλεταριάτο του 19ου αιώνα. Είναι ένας λαός επεξεργασμένος για κατανάλωση από την ανερχόμενη μικροαστική και μεσοαστική τάξη, της οποίας το βλέμμα εμποτίζει αυτές τις ταινίες τόσο στο στάδιο της καλλιτεχνικής σύλληψης όσο και σε αυτό της θέασης.

Από τη σκοπιά των παραδοσιακών αισθητικών κριτηρίων για την "καλογυρισμένη ταινία", υπάρχουν πολλές αξιόλογες κωμωδίες στην περίοδο αυτή, και καμμία τους δεν συνδέεται με το όνομα του Θανάση Βέγγου, τουλάχιστον ως πρωταγωνιστή. Οι ταινίες που συνδέθηκαν μαζί του δεν διακρίνονται ούτε για την σεναριακή αρτιότητα, ούτε για την σταθερότητα ρυθμού, ούτε για την άντληση μαθημάτων από τους καλογραμμένους κωμικούς διαλόγους Ψαθά ή Τσιφόρου. Για αυτόν όμως ακριβώς τον λόγο αποτελούν ανωμαλίες που διασώζονται από τον συνολικά μικροαστικό προσανατολισμό των τεχνικά αξιολογότερων ταινιών της εποχής. Στις ταινίες του Βέγγου δεν έχει ποτέ ρυθμιστικό ρόλο το σενάριο, αλλά το σώμα:  οι μορφασμοί του, οι ισορροπίες και οι ανισορροπίες του, η βιασύνη του --η τόσο χαρακτηριστικά αντιρεαλιστική εκείνη βιασύνη σύμφωνα με την οποία ο Βέγγος τρέχει διαρκώς, ανεξαρτήτως λόγου και αιτίας.

Ως εκ τούτου, δεν παγιώνεται ποτέ η ιδεολογική θέση της μικροαστικής και μεσοαστικής ματιάς στο λαϊκό: ενώ υπάρχουν όλα τα στοιχεία ιδεολογικού συντηρητισμού στις ταινίες του σε επίπεδο περιεχομένου που απαντά κανείς και σε άλλες ταινίες της εποχής (γάμος, εργασιακή ηθική, οικογένεια, σεξουαλικός συντηρητισμός, κλπ), τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται όχι ως πλαίσια δράσης αλλά ως λίγο-πολύ ad hoc προφάσεις, απλά ευκαιριακά "γεμίσματα" του χώρου της ταινίας που εξέχουν απ' το σώμα της σαν κάποιο κακοβαλμένο καρφί στον τοίχο. Ενώ στις υπόλοιπες κωμικές ταινίες της εποχής η "ατάκα" πηγάζει οργανικά μέσα από την συνεχιζόμενη ροή του διαλόγου, στις ταινίες του Βέγγου η ατάκα είναι συχνότατα εκτροχιασμένη, σουρεαλιστική, εκτός μυθοπλαστικού τόπου και χρόνου. Το (κλασικό) σινεμά του Βέγγου δεν σε μαθαίνει απολύτως τίποτε "για το λαό", για το λαϊκό ήθος ή τις λαϊκές αδυναμίες. Αποτελεί (ιδιαίτερα στις πρώτες ταινίες όπου είχε τον πλήρη δημιουργικό έλεγχο) ένα ιδιόμορφο εγχείρημα ανάλογο με αυτό στις ταινίες του Τατί στη Γαλλία, των αδερφών Μαρξ, ή του πρώιμου Τσάπλιν: ένα σινεμά που ασφυκτιά με το ρεαλισμό, που πριμοδοτεί το εκκεντρικό ή το ανορθολογικό σώμα, που στερείται ομαλής γραμμικής αφήγησης και καλοβαλμένης "πλοκής".

Για αυτό τον λόγο, η λαϊκή αναγνώριση, και ακόμα και λατρεία, προς τον Θανάση Βέγγο δεν είναι αναγνώριση για το άρτιο της αναπαράστασης "της λαϊκής εμπειρίας". Είναι μάλλον εύσημο για την δυνατότητά του να αναγνωρίσει την άναρχη εκκεντρικότητα, την μη αναπαραστασιμότητα, της λαϊκής υποκειμενικότητας. Σε αντίθεση με όλους τους άλλους, ο Βέγγος δεν εθνογραφεί κανένα "λαό", με συμπάθεια ή όχι· προσφέρει στον λαό το παράφορο της δικής του κωμικής υπόστασης, την αναρχική του ελευθερία, την χωρίς κανένα εργαλειακό στόχο εγρήγορση ενός σώματος μπροστά από το τελικά ακατανόητο της καθημερινής ζωής. Όχι τυχαία, τα "μορφωμένα" στρώματα της αστικής τάξης δεν τον συμπάθησαν ποτέ ιδιαίτερα ως κωμικό.

13 σχόλια:

the Idiot Mouflon είπε...

Χα... πάνω που τον θυμήθηκα σήμερα και έκανα χρήση ενός αποσπάσματος του "Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση" για σκοπούς κάποια ανάρτησης. Το συγκεκριμένο έργο το θεωρώ αριστούργημα... τόσο για την απόδοση του Βέγγου αλλά και για τη δουλειά του ..γκουχ γκουχ... Κατσουρίδη.

Redfloyd7 είπε...

"Η αστική τάξη δεν τον συμπάθησε ποτέ ως κωμικό." O εξοβελισμός ως ξένου του "δικού μας άνθρωπου". Μια διαδικασία μάταιης αποταύτισης της αστικής ταξης από ένα εαυτό πουκαθίσταται μη αναπαραστάσιμος από τον ίδιο της εαυτό καθως ζει με το φόβο της εκμηδένισης από κάτι ξένο που προέρχεται από τα βάθη του, καθώς αναδύεται από αυτή τη παράδοξη μείξη από φράσεις και εικόνες σε αδιάκοπη κίνηση στις ταινείες του Βέγγου που προσιδιάζουν στον χαρακτήρα της. Ισως γιαυτό δεν θα δούμε κομωδία σαν τον "Μετανάστη" του Τσάπλιν σε μια χώρα που ξερει καλά από μετανάστευση.Παρεμπιπτόντως. 'Εχουν χιούμορ οι μετανάστες;

Greek Rider είπε...

Η αγαπημένη μου ταινία είναι αυτή που ο Βέγγος αλλάζει επαγγέλματα και γίνεται φαρμακοποιός, μποξέρ, φωτογράφος, γκαρσόνι κτλ. Μην μου πείτε ότι δεν φτάσαμε σήμερα να είμαστε (πολλοί από εμάς τέλος πάντων) σαν τον Βέγγο;

Αυτό που τότε ήτανε κωμικό σήμερα είναι η κοινωνική και εργασιακή πραγματικότητα...

Greek Rider είπε...

"Πολυτεχνίτης και Ερημοσπίτης" κάπως έτσι γίναμε...

imwrong είπε...

στις κινηματογραφικές-αισθητικές σου παρατηρήσεις για τον Βέγγο σε γενικές γραμμές συμφωνώ. Τον θεωρώ πολύ σημαντικό κεφάλαιο (διαρκείας) στο ελληνικό σινεμά και στενοχωριέμαι που βρίσκεται τόσο κοντά στον αναπόφευκτο θάνατο.

Παραπλεύρως, θα ήθελα να συνεισφέρω στον προβληματισμό της πρώτης παραγράφου, περί "εθνογραφικού" σινεμά του '50-'60: δες, για παράδειγμα, το μεταντοκιμαντέρ του Γιάννη Σκοπετέα "Για πέντε διαμερίσματα κι ένα μαγαζί", παραγωγής του Μουσείου Μπενάκη, το οποίο αντλεί εικόνες από τον ελληνικό κινηματογράφο για να περιγράψει την πολεοδομική εξέλιξη της Αθήνας, και μια ιστορία των νοοτροπιών. Σ' ό,τι αφορά τουλάχιστον το κομμάτι που αφορά την περίοδο ως το 1974, το σινεμά φαίνεται (ασυνειδήτως) να επιτελεί εθνογραφικό ρόλο.

Από την άλλη, τυχαίνει να γνωρίζω ότι άνθρωπος που εργάστηκε επί πολλά χρόνια ως διευθυντής παραγωγής πρώτης γραμμής στην Φίνος Φιλμς, αδυνατούσε την δεκαετία του '70 να κατανοήσει την παρατήρηση ενός κομμουνιστή πολιτικού μηχανικού ευαίσθητου στα ζητήματα της Αθήνας, ότι οι εικόνες της πόλης που καταγράφηκαν στο σελιλόιντ θα έπρεπε να διασωθούν και να συγκεντρωθούν, κι ακόμη ότι είχαν αξία, πέραν της επικαιρικότητας του εμπορικού σινεμά πριν τη μεταπολίτευση.

RDAntonis είπε...

Thanks, I'm wrong. Θα προσπαθήσω να δω την ταινία κάποια στιγμή.

ο δείμος του πολίτη είπε...

Θα συμφωνήσω, αν κι εγώ αυτό το τμήμα που σε απασχολεί των κινηματογραφικών παραγωγών θα το χαρακτήριζα "ηθογραφικό", καθώς περιγράφει όχι τη μικροαστική τάξη, αλλά ήθη της μεσαίας τάξης (Κωνσταντάρας, Βουγιουκλάκη, Καρέζη, Αυλωνίτης και ΣΙΑ κλπ) και της εργατικής χαμηλόμισθης τάξης (Βέγγος, Φωτόπουλος κλπ).

Ο Βέγγος και ο Φωτόπουλος αποτελούν τους κύριους εκπροσώπους αυτού που ονομάζουμε "λαϊκοί καλλιτέχνες". Είναι η γνήσια σκιαγράφηση του μέσου Έλληνα της εποχής. Με το κυνήγι του χρήματος, τις κατραπακιές της ζωής και τις άλλες δυσκολίες, τις κουτοπονηριές και τις ελπίδες για μια καλύτερη ζωή (είτε μέσω δουλειάς είτε μέσω γάμου) κλπ. Είναι οι δύο λαϊκότεροι εκφραστές της ελληνικής ψυχής και του ελληνικού ήθους των χαμηλόμισθων/βιοπαλαιστών.

Δημήτρης είπε...

Μόνο μια παρατήρηση, επιπρόσθετα σε αυτά που λες: οι δύο ταινίες του "Φαλακρού Πράκτορα" τουλάχιστον, στις οποίες ο Βέγγος είχε τον πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο και οι οποίες παραλίγο να τον καταστρέψουν οικονομικά είναι, όχι μόνο οι πιο "αναρχικές" κωμωδίες του "παλιού" ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και οι πιο (ή ίσως και οι μόνες) "κινηματογραφικές".

Όταν όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι εμπορικοί δημιουργοί έστηναν μια κάμερα μπροστά από αυτό που ήταν ουσιαστικά μια θεατρική παράσταση (διανθίζοντάς την με 2-3 εξωτερικά πλάνα, έτσι για ξεκάρφωμα), ο Βέγγος χρησιμοποίησε μια καθαρά κινηματογραφική γλώσσα για να στήσει ένα σουρεαλιστικό σύμπαν όπου ένας παράλογος (secret) agent (of chaos) -ο ίδιος- έρχεται σε επαφή με το (μικρο)αστικό-συντηρητικό-οικογενειακό συναρμολόγημα μόνο και μόνο για να το απεδαφικοποιήσει (βλ. τις διάφορες αποστολές που του ανατίθενται και την κατάληξή τους).

Και πόσο μακριά από τις θεματικές των υπόλοιπων ταινιών (ακόμα και του Βέγγου) είναι το πρώτο μέρος της πρώτης ταινίας (το κέντρο εκπαίδευσης των πρακτόρων ως ευκαιρία για ανηλεή διακωμώδηση του εκπαιδευτικού και του στρατιωτικού dispositif, όπως και της αλλαγής των πολιτισμικών προτύπων) και η μετα-κινηματογραφική δομή της δεύτερης ως σχόλιο για την ελληνική κινηματογραφική "βιομηχανία"...

RDAntonis είπε...

Συμφωνώ απόλυτα. Αυτές τις ταινίες είχα ΚΥΡΙΩΣ κατά νου όταν μίλησα για ταινίες όπου είχε τον πλήρη έλεγχο. Εξού και η επιλογή φωτό για την ανάρτηση δεν ήταν τυχαία;-)

Δημήτρης είπε...

Φυσικά, το φαντάστηκα! Απλώς, είπα να το τονίσω...

celin είπε...

Εξαιρετικη,ενδιαφερουσα και πολυ πρωτοτυπη αναλυση,Αντωνη.Ποτε δε θα μπορουσα να τα σκεφτω ολα αυτα,αλλα τωρα που τα ειδα γραμμενα,οχι απλα συμφωνω αλλα κι επαυξανω.
Θυμαμαι οτι μικρος σαν ημουν,ο αγαπημενος μου κωμικος απτους παλιους,ηταν ο Βεγγος!
(Αλλα δε διεκδικω δαφνες αναδρομικης συλληψης,γιατι απτους νεους,ο αγαπημενος μου ηταν ο Σταθης Ψαλτης,και δε νομιζω οτι μπορει να γινει μια εξισου ενδιαφερουσα αναλυση που να αναδεικνυει το ποσο μπροστα ηταν ο πρωταγωνιστης του ΒΑΣΙΚΑ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΣΑΣ!!)

imwrong είπε...

Celin, ξέρεις ότι η επανέκδοση του "Ρόδα, τσάντα και κοπάνα" στους κινηματογράφους έκανε 50.000 εισιτήρια στο πρώτο τριήμερο; Δες εδώ: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=377202&dt=10/01/2011

celin είπε...

50000;;;;!!!
Απο τη μια σκεφτομαι,"μα καλα,τι σκεφτονταν αυτοι οι ανθρωποι;;"
απο την αλλη,ειναι τοσο καμμενη κινηση το να πας σινεμα για τη νεα ΡΟΔΑ ΤΣΑΝΤΑ ΚΑΙ ΚΟΠΑΝΑ,
που δε μπορω παρα να χαιρετησω τη μια τετοια κινηση!

Αλλωστε κι εγω,δε βλεπω ολη την ωρα Ταρκοφσκυ,Τριερ και Τεσιγκαχαρα!
( http://celinathens.blogspot.com/2011/01/top-15.html )!
Δεν υπαρχει καμμενη Αμερικανια με τον Γουιλ Φερελ η τον Μπεν Στηλερ,που να μην εχω δει απο κανα 2 φορες τη καθε μια!