Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Alain Badiou-Μπέκετ: Ακούραστη επιθυμία (πρώτο μέρος)

Alain Badiou
Μπέκετ: Ακούραστη επιθυμία
Μτφρ.: Radical Desire

Κεφάλαιο 2
"Ακούραστη Επιθυμία"


1. Ένας “νεαρός κρετίνος”

Ανακάλυψα τη δουλειά του Μπέκετ στα μέσα του 50. Ήταν μια αληθινή συνάντηση, ένα υποκειμενικό χτύπημα, τρόπον τινά, που άφησε ανεξίτηλα σημάδια. Έτσι, σαράντα χρόνια αργότερα μπορώ να πω, μαζί με τον Ρεμπώ: “Είμαι εκεί, είμαι πάντα εκεί” [j’ y suis, s’y suis toujours]. Αυτό το είναι το βασικό καθήκον της νεολαίας: να ανακαλύψει το ακαταμέτρητο και έτσι να πειστεί, κόντρα στους απογοητευμένους, ότι η θέση “το τίποτα είναι, το τίποτα είναι πολύτιμο” είναι τόσο ψευδής όσο και καταπιεστική.

Αλλά η νεαρή ηλικία είναι επίσης το κομμάτι εκείνο της ύπαρξης όπου κάποιος τείνει εύκολα να φαντάζεται πως είναι μάλλον μοναδικός, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που σκέφτεται ή πράττει θα συγκρατηθεί αργότερα ως τυπικό χαρακτηριστικό μιας γενιάς. Το να είσαι νέος είναι πηγή δύναμης, είναι καιρός αποφασιστικών συναντήσεων, αλλά αυτές δέχονται πίεση από τον υπερβολικά εύκολο εγκλωβισμό τους στην επανάληψη και στη μίμηση. Η σκέψη αφαιρεί τον εαυτό της απ’ το πνεύμα της εποχής μόνο χάρη σε μια διαρκή και λεπτεπίλεπτη εργασία. Είναι εύκολο να θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο – στα νιάτα φαίνεται το λιγότερο που μπορείς να κάνεις. Είναι πιο δύσκολο να προσέξεις ότι αυτή η ίδια επιθυμία μπορεί να καταλήξει να γίνει πρώτη ύλη για τις μορφές διαιώνισης αυτού ακριβώς του κόσμου. Για αυτό και κάθε νεολαία, όσο και αν μας εμπνέει η υπόσχεσή της, είναι επίσης πάντοτε η νεανική ηλικία ενός “νέου κρετίνου.” Το να το λαμβάνουμε αυτό υπόψη στα μετέπειτα χρόνια μας, μάς προφυλάσσει απ’ τη νοσταλγία.

Όταν ανακάλυψα τον Μπέκετ, λίγα χρόνια μετά απ’ τις απαρχές του γαλλικού του έργου (δηλαδή, γύρω στο 1956), ήμουν εντελώς και πλήρως οπαδός του Σαρτρ, αν και με ταλάνιζε ένα ζήτημα του οποίου τη σημασία νόμιζα ότι είχα προσωπικά ανακαλύψει πως υποτίμησε ο Σαρτρ. Δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει ότι ήταν ήδη, και ότι θα παρέμενε για πολύ, η μακροπρόθεσμη εμμονή μιας γενιάς και αυτών που ακολούθησαν: το ζήτημα της γλώσσας. Απ’ το αυτοσχέδιο παρατηρητήριό μου, μπορούσα να δω στον Μπέκετ μόνο ό,τι έβλεπαν και οι άλλοι. Ένα συγγραφέα του παράλογου, της απελπισίας, των άδειων ουρανών, του άφατου και της ατέρμονης μοναξιάς – με λίγα λόγια, έναν υπαρξιστή. Αλλά επίσης έναν “σύγχρονο” συγγραφέα, επειδή το πεπρωμένο της γραφής, η σχέση ανάμεσα στην ατέλειωτη επανάκαμψη της γλώσσας και την αρχική σιωπή – η ταυτόχρονα Υψηλή και περιφρονητική λειτουργία των λέξεων – συνελήφθη πλήρως απ’ την πρόζα του, σε μεγάλη απόσταση από κάθε ρεαλιστική η αναπαραστατική πρόθεση. Σε μια τέτοια “σύγχρονη” γραφή, η πεζογραφία είναι τόσο η εμφάνιση μιας αφήγησης όσο και η πραγματικότητα ενός στοχασμού για την εργασία του συγγραφέα, για την αθλιότητα και το μεγαλείο της.

Διασκέδαζα κάποτε με τους πιο σκοτεινούς αφορισμούς – μιας και τα νιάτα έχουν την μοιραία τάση να πιστεύουν ότι “τα πιο γλυκά μας τραγούδια είναι αυτά που αφηγούνται τις πιο θλιμμένες σκέψεις.” Σε διάφορα τετράδια αντέγραφα πράγματα όπως:
Και σε ό,τι αφορά τα βασικά, νομίζω ότι δεν έχω τίποτε να μάθω και μάλιστα τα μπερδεύω με τα συγκυριακά. (Τριλογία –Μολλόυ, Ο Μαλόουν πεθαίνει, Ο ακατανόμαστος)
Θα έπρεπε να είχα επικεντρώσει στην ειρωνεία που φορτίζει αυτό το μηδενιστικό συμπέρασμα με μια παράδοξη ενέργεια. Όπως και να χει, όταν ευφραινόμουν διαβάζοντας (στο Ο Μαλόουν πεθαίνει)
Δεν πειράζει, κάθε παλιό απομεινάρι σάρκας και πνεύματος αρκεί, δεν υπάρχει λόγος να παίρνεις τον κόσμο στο κατόπι. Εφόσον πρόκειται για αυτό που αποκαλείται έμβιο ον δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία: έχεις τον ένοχο στα χέρια. (Τριλογία)
δεν έδινα αρκετή σημασία στην άρνηση που αυτό το καταφατικό, σχεδόν βίαιο ύφος φέρνει στην κοινότυπη (και υπο-καφκική) θέση της οικουμενικής ενοχής.

Στα μάτια μου, όλα αυτά παρέμεναν λογοτεχνικές αλληγορίες μιας συμπερασματικού τύπου δήλωσης που διατύπωσε ο Σαρτρ, του περίφημου “ο άνθρωπος είναι ένα άχρηστο πάθος.” Δεν είχε την ίδια γεύση όπως οι αφορισμοί για τη γλώσσα, τους οποίους χρησιμοποίησα για να στηρίξω την πεποίθησή μου ότι το καθοριστικό φιλοσοφικό χρέος, το οποίο και θεωρούσα δικό μου, ήταν να συμπληρώσεις την σαρτρική θεωρία της ελευθερίας δια μέσω μιας προσεκτικής διερεύνησης των αδιαφανειών του σημαίνοντος. Για αυτό και Ο ακατανόμαστος ήταν το αγαπημένο μου βιβλίο. Για μήνες πολλούς (στην νεαρή ηλικία πρόκειται, για να μιλήσουμε σαν τον Μπέκετ, για “τεράστιο χρόνο”), ζούσα συντροφιά με το αξιοπρόσεχτο μείγμα μίσους και λυτρωτικής οικειότητας το οποίο ο “ομιλητής” αυτού του μυθιστορήματος επενδύει πάνω στο γλωσσικό του όργανο.
Πρόκειται για φτηνό κόλπο όταν μπουκώνεις το λαρύγγι σου με ένα σύνολο λέξεων στη βάση της αρχής ότι δεν μπορείς να τις αναφέρεις χωρίς να στιγματιστείς ως κάποιος που ανήκει στη φάρα τους. Αλλά θα τις φτιάξω εγώ τις ασυναρτησίες τους. Ποτέ δεν κατάλαβα ούτε λέξη έτσι κι αλλιώς, ούτε λέξη από τα αφηγήματα που ξερνάει, σαν στέρεα κομμάτια σε ξερατό. (Τριλογία)
Θα ήθελα πρώτα να σωπάσω, υπήρχαν στιγμές που σκέφτηκα ότι αυτό θα ήταν το βραβείο μου για το ότι μίλησα τόσο πολύ και τόσο επάξια, το να εισέλθω ζωντανός στη σιωπή, ώστε να μπορώ να την απολαύσω, όχι, δεν ξέρω γιατί, ώστε να νιώσω τον εαυτό μου σιωπηλό. (Τριλογία)
Αναμφίβολα, θα έπρεπε να είχα στοχαστεί αυτή την “αξία” που είναι εγγενής σε κάθε ομιλία, καθώς και το τι ακριβώς σηματοδοτείται από αυτά τα “αφηγήματα” που ξερνάει η φάρα. Πάνω από όλα, θα έδειχνε περισσότερη διαύγεια εκ μέρους μου το να έχω καταλάβει ότι για τον Μπέκετ Ο ακατανόμαστος ήταν μάλλον ένα αδιέξοδο, το οποίο του πήρε δέκα χρόνια για να ξεπεράσει. Αλλά η (τελικά ασυνεπής) συμαμχία ανάμεσα στον μηδενισμό και το πρόταγμα της γλώσσας, ανάμεσα στον ζωτικό υπαρξισμό και τη μεταφυσική της λέξης, ανάμεσα στον Σαρτρ και τον Μπλανσό, ταίριαζε αρκετά καλά στον νεαρό κρετίνο που ήμουν τότε.

Βασικά, η ηλιθιότητά μου συνίστατο στην αναντίρρητη υιοθέτηση της καρικατούρας η οποία ήταν τότε —και είναι και τώρα— διάχυτη: μια ανηλεής ενσυνειδητότητα για την ανυπαρξία νοήματος, η οποία επεκτεινόταν από τους πόρους της τέχνης ώστε να καταλάβει την ανυπαρξία της γραφής, μιας ανυπαρξίας που θα υλοποιούνταν, τρόπον τινά, δια μέσω όλο και πιο σφιχτών και όλο και πιο πυκνών κειμένων πρόζας που εγκατέλειπαν κάθε αφηγηματική αρχή. Η καρικατούρα ενός Μπέκετ που στοχάζεται τον θάνατο και την περατότητα, την διάλυση άρρωστων σωμάτων, την μάταιη αναμονή του θείου και την περιφρόνηση κάθε εγχειρήματος που κατευθύνεται προς τους άλλους. Ενός Μπέκετ που είναι πεπεισμένος ότι πέρα από την επιμονή των λέξεων δεν υπάρχει τίποτε παρά σκοτάδι και κενό.

Μου πήρε πολλά χρόνια να απαλλαγώ από αυτό το στερεότυπο και να πάρω επιτέλους τον Μπέκετ τοις μετρητοίς. Όχι, αυτό το οποίο προσφέρει στην σκέψη ο Μπέκετ μέσα από την τέχνη του, το θεάτρό του, την πεζογραφία, την ποίηση, το σινεμά, τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά του έργα, και την κριτική του, δεν είναι τούτη η θλιβερή σωματική βύθιση σε μια εγκατελειμμένη ύπαρξη, σε μια απεπλπισμένη εκχώρηση. Ούτε είναι το αντίθετο, όπως έχουν προσπαθήσει κάποιοι να επιχειρηματολογήσουν: φάρσα, περιφρόνηση, μια γεύση του απτού, ένας “λιπόσαρκος Ραμπελαί”. Ούτε υπαρξισμός ούτε σύγχρονο μπαρόκ. Το μάθημα του Μπέκετ είναι μάθημα πάνω στο μέτρο, την ακρίβεια, και το θάρρος. Και αυτό θέλω να θεμελιώσω σε αυτές τις λίγες σελίδες.

Και αφού το επί σαρανταετία πάθος μου για αυτόν τον συγγραφέα γεννήθηκε με την ανάγνωση του Ο ακατανόμαστος, και όχι για τις προτάσεις για τη γλώσσα που μάγεψαν τα νιάτα μου, θα ήθελα να κρατηθώ από αυτόν τον αφορισμό που με εκπλήσσει ακόμα σήμερα, όταν ο “ακατανόμαστος” ομιλητής, μέσα από τα δάκρυά του, και με τη βεβαιότητα ότι δεν θα τα παρατήσει ποτέ, δηλώνει:
Μόνο εγώ είμαι άνθρωπος και όλα τ' άλλα θεϊκά. (Τριλογία)

Δεν υπάρχουν σχόλια: