Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Alain Badiou-Σεμινάριο της 3ης Απριλίου, 1978 (δεύτερο μέρος)

2.
Όμως η λακανική ερμηνεία δεν μπορεί να μας εξυπηρετήσει. Το σφάλμα της συνίσταται στο γεγονός ότι προϋποθέτει αυτό που την καθιστά αδύνατη: μια απόλυτη αμοιβαιότητα, μια αυστηρή λογική ταυτότητα ανάμεσα στους τρεις κρατούμενους.

Υποστηρίζω ότι ακόμα και αν οι τρεις είναι πανομοιότυπες λογικές μηχανές, τα πράγματα δεν μπορούν  να γίνουν με τον τρόπο που λέει ο Λακάν. Παρακάνωντάς το έτσι με την άλγεβρα, καταργούμε την τοπολογία [4]. Δεν μπορεί τότε να υπάρξει ούτε βιασύνη ούτε αναδρομικότητα ούτε μετέωρος χρόνος.

Ο τίτλος "Λογικός χρόνος" είναι άξιος απορίας διότι αποπειράται να διασχίσει τις ασύμπτωτες συνέπειες του χρόνου, της προεικόνισης, της αιώρησης, της αναδρομικότητας, και των αναστοχαστικών συνεπειών της καθαρής λογικής.

Για να νομιμοποιηθεί αυτός ο τίτλος σε συνάρτηση με ένα σύνολο θέσεων για το υποκείμενο, θα χρειαζόταν κάτι άλλο από τα αξιώματα με τα οποία ρυθμίζει ο Λακάν το παιχνίδι του.

Θα το αποδείξω.

Ας διακρίνουμε μεταξύ τριών συλλογισμών, R1, R2, R3, σύμφωνα με τις τρεις υποθέσεις οι οποίες είναι δυνητικά πιθανές σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού (βλέπω δύο μαύρους δίσκους, βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό δίσκο, βλέπω δύο λευκούς δίσκους).

R1: Βλέπω δύο μαύρους δίσκους. Αλλά, όπως γνωρίζω, υπάρχουν μόνο δύο μαύροι. Άρα έχω λευκό.
Είναι συλλογισμός που θα αποκαλούσαμε άμεσο. Ο χρόνος της ματιάς.

R2: Βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό. Αν έχω μαύρο, τότε αυτός με τον λευκό βλέπει δύο μαύρους. Άρα, συμπεραίνει από την αρχή βάσει του R1. Στον χρόνο που παίρνει μια ματιά, θα έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει. Αν δεν ξεκίνησε, δεν έχω μαύρο, έχω λευκό.

Προσέξτε ότι σε αυτό το στάδιο ο R1 εμπεριέχεται εξ ολοκλήρου μέσα στον R2. Μόνο βάσει της υπόθεσης ότι ο άλλος εκτέλεσε τον [συλλογισμό] R1, την αστραπιαία, διαισθητική σύλληψη του οποίου μπορώ να επικαλεστώ, μπορώ να συμπεράνω ότι αυτός θα έπρεπε να έχει ήδη φύγει απ' το δωμάτιο.

R3: Βλέπω δύο λευκούς δίσκους. Αν έχω μαύρο, τότε οι δύο άλλοι βλέπουν έναν λευκό και έναν μαύρο. Έτσι, αντλούν το λογικό συμπέρασμα από την αρχή σύμφωνα με τον R2. Θα έπρεπε να έχουν ήδη καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Αν δεν έχουν ήδη φύγει, τότε έχω τον λευκό δίσκο.

Και πάλι, ο R2 εμπεριέχεται στον R3,  ο οποίος αρθρώνεται γύρω από γεγονός ότι ο R2, αν ξεκινούσε την ίδια στιγμή, θα ολοκληρωνόταν πριν προλάβει ο R3 να ολοκληρωθεί, πράγμα το οποίο θα αποτελούσε ένδειξη δυνάμει ακριβώς της παρουσίας του άλλου (των ανταγωνιστών που αρχίζουν να κινούνται).

Όπως βλέπετε, οι τρεις συλλογισμοί δεν είναι κατά κανένα τρόπο ταυτόσημοι όσον αφορά το αποδεικτικό τους "εύρος". Στην πραγματικότητα, συνιστούν μια αλυσίδα συμπερίληψης:

R1 ⊂ R2 ⊂ R3

Αν, όπως στην περίπτωση του ανεκδότου μας, όλοι σκέφτονται σύμφωνα με τον R3, είναι ξεκάθαρο ότι η "διάρκεια" του R2 έχει ήδη εξαντληθεί όταν ολοκληρώνεται ο R3, εφόσον ο R2 είναι ένα εσωτερικό τμήμα του R3.

Τουλάχιστον, δηλαδή, αν η "ταχύτητα" συλλογισμού είναι η ίδια και για τους τρεις κρατουμένους. Αλλά ο Λακάν προϋποθέτει ρητά αυτή τη λογική ταυτότητα: "ο καθένας τους [...] ταυτίζεται με τον Α στο μέτρο που αυτός [ο Α] είναι πραγματικός --στο μέτρο δηλαδή που καθένας τους καταλήγει ή όχι να αποφασίσει για τον εαυτό του, στο μέτρο που καθένας τους έρχεται την ίδια στιγμή αντιμέτωπος με την ίδια αμφιβολία όπως και εκείνος [ο Α]" (Écrits, σ. 164).

Υπό την προϋπόθεση αυτή, ο συλλογισμός R3 θα είχε όμως καλύψει όλα τα επιμέρους στάδια, δεδομένου του ότι αν ο άλλος συλλογιζόταν σύμφωνα με τον R2 θα είχε ξεκινήσει να κινείται πριν μπορέσω εγώ να ολοκληρώσω τον R3, ο οποίος περιέχει ως τμήμα του τον R2, και έτσι θα μου είχε ήδη παράσχει άφθονες ενδείξεις --αν και πολύ αργά!-- ότι έχω πράγματι μαύρο δίσκο.

Αντίθετα, το γεγονός ότι ο άλλος δεν κινείται εκτός αν κινηθώ εγώ δεν μπορεί να με οδηγήσει στην αμφιβολία. Ισχύει, μάλιστα, το ακριβώς αντίθετο. Κι αυτό γιατί αποτελεί απλώς ένδειξη ότι ο άλλος συλλογίζεται, όπως κι εγώ, σύμφωνα με τον R3. Κατά συνέπεια, το συμπέρασμά μου, το οποίο ήταν ήδη βέβαιο, απλά και καθαρά επιβεβαιώνεται: πλεοναστική βεβαιότητα, και όχι αιωρούμενη αμφιβολία.

Κάτω από την υπόθεση ότι οι υποκειμενικοί υπολογισμοί είναι ισομορφικοί και ότι έχουμε να κάνουμε με υποκείμενα που είναι από αλγοριθμική σκοπιά ταυτόσημα, μπορεί να υπάρξει μόνο μία και μόνη ταυτόχρονη κίνηση προς τα εμπρός και των τριών προς την έξοδο, η οποία επικαθορίζει τη βεβαιότητα που αντλεί ο καθένας τους από την ολοκλήρωση, και δίχως μάλιστα να απαιτείται προς τούτο κάποια άλλη ένδειξη, του συλλογισμού R3. 

Από εκεί και πέρα, θα έχεις ένα και μόνο χρόνο, αυτόν της εκδίπλωσης του R3, μεταβατικό ως προς την καταληκτική πράξη του συμπεράσματος.

Τόσο η περιοδοποίηση της υποκειμενικής διαδικασίας όσο και η υποκειμενοποίηση λοιπόν διαλύονται ταυτόχρονα.

Επειδή δεν υπάρχει βιασύνη.

Φυσικά η περιοδοποίηση είναι ακριβής και η υποκειμενοποίηση υπαρκτή.

Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει κάτι που δεν λέει ο Λακάν. Αυτό το αποσιωπημένο παραπλήρωμα εντοπίζεται εκεί ακριβώς όπου είναι πλέον αναγκαίο να υποθέσουμε ότι για να διασχίσουμε την χρονική τοπολογία και την υπολογιστική άλγεβρα, για να εξηγήσουμε τη βιασύνη, είναι απαραίτητο να υποστηρίξουμε ότι η ετερογένεια της δύναμης [5] υπερβαίνει την σύνδεση των τόπων [6].

Κάνοντας υπερβολικές παραχωρήσεις στην άλγεβρα, καταλήγουμε στον εκτοπισμό του εκτός τόπου και στη βεβιασμένη παραμέληση του εκτός χρόνου.

----
Ορολογικές σημειώσεις (Bruno Bosteels):

[4] Τοπολογία (γαλ. topique, αγγ. topology): Όρος που χρησιμοποιείται στο Θεωρία του υποκειμένου πρώτον, για να δηλώσει τις αντίστοιχες "τοπολογίες" ή "τοπογραφίες" του Μαρξ και του Φρόυντ για το ταξικό υποκείμενο και για το ασυνείδητο και, έπειτα, για να χαρτογραφήσει τις διαφορετικές λογοθετικές πρακτικές της "ηθικής" στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου, που έχει τίτλο Topiques de l' éthique. [...] Ο Μπαντιού έχει επίσης κατά νου και συζητά ανοιχτά τις τοπολογικές έρευνες του Λακάν κατά τα τελευταία του σεμινάρια. Ίσως να υπάρχει ακόμη μια μακρινή ηχώ της μεγάλης εργασίας στη δομική ανθρωπολογία του Κλωντ Λεβί-Στρως, του Θλιμμένοι τροπικοί.

[5] Δύναμη (γαλ., αγγ., force): Το συμπλήρωμα της ιστορίας στη δομή των διαμοιρασμένων τόπων, η δύναμη είναι ένας όρος που έρχεται πρώτα από την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, ο οποίος, στη διάρκεια του επιχειρήματος που αναπτύσσεται στη Θεωρία του υποκειμένου θα φτάσει να σηματοδοτεί αυτό που ο Μπαντιού θα συζητήσει αργότερα συστηματικά με όρους "συμβάντος." Ήδη στη Θεωρία της αντίφασης, η δύναμη βρίσκεται σε αντίθεση με τον τόπο. 

[6] Τόπος (γαλ. lieu, αγγ. place): Το δομικό στοιχείο το οποίο καθορίζει την φύση και ταυτότητα οποιουδήποτε πράγματος, όπως ορίζεται από τον γενικό χώρο των διαμοιρασμένων τόπων.

3 σχόλια:

rdDcom είπε...

ΟΚ, εμφανίστηκε εντάξει ο τύπος.

---
Δεν θα κοιμηθώ απόψε :-)

RDAntonis είπε...

Και πάλι τις ευχαριστίες μου στο Δήμο για τις καθοριστικές διορθώσεις μετά από εξέταση του γαλλικού πρωτότυπου.

rdDcom είπε...

Επί της ουσίας, ενώ στον Λακάν το δίλημμα/δοκιμασία των φυλακισμένων χρησιμοποιείται ως αλληγορία τής ανάληψης τής ανδρικής υποκειμενικής θέσης [δηλ. το ζητούμενο είναι πώς οι τρεις τους θα αποδείξουν την «μαγκιά» και τον ανδρισμό τους στον δεσμοφύλακα], στον Μπαντιού η δοκιμασία των φυλακισμένων χρησιμοποιείται ως εργαλείο στοχασμού της σχέσης εξέγερσης [κινήματος] & κόμματος [θεωρίας].