Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Ο αφορισμός της ημέρας

Παραδοξότητα: Οι πραγματικά αφοσιωμένοι κομμουνιστές είναι τις περισσότερες φορές βαθιά μοναχικοί άνθρωποι. Η κακοπροαίρετη ερμηνεία του φαινομένου είναι ότι ο κομμουνισμός, με την έμφασή του στη συλλογικότητα, τούς βοηθά να αναπληρώσουν φαντασιακά την πραγματική τους συναίσθηση ότι δεν ανήκουν, ότι είναι ξένοι προς τον κόσμο. Η καλοπροαίρετη είναι ότι η πραγματική κομμουνιστική συλλογικότητα δεν είναι καθόλου κάτι εχθρικό προς την μοναχικότητα. Το κομμουνιστικό ιδεώδες δεν είναι η συλλογικότητα ως τέλος, ως τελικός ορίζοντας της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι μάλλον το τέλος της συλλογικότητας, η εκπλήρωση-ως-υπερκέραση της συλλογικής οργάνωσης της κοινωνίας. Γιατί μόνο σε μια κοινωνία όπου η συλλογική ζωή εκφράζει κάτι άλλο από εξάρτηση, από την αδήριτη ανάγκη της επιβίωσης, θα μπορέσουν οι άνθρωποι να σταθούν απέναντι στη μοναξιά τους οντολογικά, χωρίς να την μετατρέπουν σε καταφύγιο για απογοητεύσεις ή σε σύμπτωμα στέρησης, αλλά βιώνοντάς την ως το αληθινό, σωσμένο πρόσωπο της ελευθερίας τους να είναι με το είναι τους.

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Πρώτα ως τραγωδία, ύστερα ως φάρσα, ή σύντομη απόδειξη της ύπαρξης Κακού Δημιουργού


Walter Benjamin, 1892-1940. Συγγραφέας της "Κριτικής της βίας", των "Θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας", του "Μονόδρομος", και του "Σαρλ Μπωντλέρ. Ένας λυρικός ποιητής στην εποχή του υψηλού καπιταλισμού." Το μοναδικό του ολοκληρωμένο βιβλίο, Οι απαρχές του γερμανικού τραγικού δράματος, απορρίφθηκε από το πανεπιστήμιο όπου κατατέθηκε ως μέρος υποψηφιότητας για πανεπιστημιακή έδρα. Αυτοκτόνησε, φτωχός και εγκατελειμμένος από όλους, όταν έκλεισαν τα ισπανικά σύνορα και θεώρησε ότι δεν θα μπορούσε να διαφύγει πλέον από τους Ναζί.


Μίμης Ανδρουλάκης, 1951-. Χρημάτισε ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, βουλευτής του ΣΥΝ, και βουλευτής επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Συγγραφέας πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων τα Μν, Θηλυκό πόκερ, Το ταγκό του Τσε, Λευκό κοτσύφι, blue tree, μαύρο καράβι, και, τελευταία, Το κάλεσμα της Τρόικας Μοίρας. Δεν έχει ακόμη αυτοκτονήσει.

Ο αφορισμός της ημέρας ΙΙ

Το αξίωμα που ανακύπτει: σε δύσκολους καιρούς, είναι άχρηστο για το κεφάλαιο να υπερασπίζεται τον πολιτικό του βραχίονα με βάση τις αξίες και προτεραιότητες που προσιδιάζουν στο ίδιο. Είναι πολύ χρησιμότερο να δίνει σ' αυτές τις αξίες και προτεραιότητες την ταμπέλα των αντιθέτων τους. Με τον τρόπο αυτό δεν καταφέρνει βέβαια να ξεγελάσει κανένα για το τι εκπροσωπεί το ίδιο· ναρκοθετεί όμως αποτελεσματικότατα το πολιτικό λεξιλόγιο του αντιπάλου.

Ο αφορισμός της ημέρας

Στην Ελλάδα, η ταμπέλα "αριστερά" έχει πλέον τον ίδιο ακριβώς ρόλο --και την ίδια ερμηνευτική αξία-- με τις πράσινες συσκευασίες προϊόντων στο σουπερμάρκετ: είναι μια τεχνική σημειωτικής χειραγώγησης δια της οποίας ένα συχνά τοξικό και ανθυγιεινό περιεχόμενο μεταμορφώνεται μαγικά στο αντίθετό του. Για αυτό και η μοίρα της μοιάζει πολύ με την μοίρα των προϊόντων στα ράφια των σουπερμάρκετ: δεν υπάρχει πλέον μη "οικολογικά" πλασαρισμένο προϊόν, που σημαίνει ότι η ίδια η αρχή διάκρισης έχει καταλήξει να υπονομεύει κάθε διάκριση. 

Μπροστά σε μια αριστερά που δεν είναι πουθενά ακριβώς στον βαθμό που είναι παντού --έτσι που όλοι, από τον πρωθυπουργό ως τον Στρως Καν μπορούν να μιλούν με συμπάθεια και θέρμη για την "αριστερά" και ως "αριστεροί" (ποτέ δεν εμφανίστηκαν τόσοι πολλοί "αριστεροί" όσο στην εποχή της ωμής Παλινόρθωσης του εργασιακού μεσαίωνα)-- η απάντηση είναι: "Προς Θεού, λιγότερη αριστερά! Δεν θα αντέξουμε άλλο τόση πολλή αριστερά! Θα πάρουμε κάτι σε στοιχειώδη πολιτική ειλικρίνεια!"

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Ο αφορισμός της ημέρας

Όλα θα ήταν πολύ καλύτερα για την δημόσια σφαίρα --αν όχι και για την οικονομία-- αν οι χιλιάδες οικονομολόγοι που εκπαιδεύτηκαν ως εμπροσθοφυλακή προπαγάνδας για αυτούς που δεν καταδέχονται καν να μιλούν στο πόπολο (τι ντροπή, να είσαι δούλος που παριστάνει τον αφέντη!) αποφάσιζαν να κάνουν και καμμιά τίμια δουλειά, αφού πρώτα έκαιγαν ή, καλύτερα, έτρωγαν τα πτυχία τους. Είναι αρκετό για το στομάχι του ανθρώπου να έχει να κάνει με πολιτικίζοντες δημοσιογράφους και δημοσιογραφίζοντες πολιτικούς όλη μέρα. Αλλά τελικά, αντί για το κοπάδι χωρίς βοσκό που έβλεπε ο Νίτσε, φτάσαμε να έχουμε πολλούς αλαφροίσκιωτους βοσκούς που μαγεύονται οι ίδιοι απ' τη φλογέρα τους, ξεχνώντας ότι δεν τους ακολουθεί κανένα κοπάδι.

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Εμένα οι ποιητές μου

Εμένα οι ποιητές μου δεν γράφουν στις εφημερίδες
ούτε που ξέρουν να βάζουν τελείες στην ανάσα·
ξέπνοοι είναι, αιματηροί, αλαφιασμένοι απ’ το τρεχαλητό
της ψυχής, σκληροί απ’ το σίδερο στα πέταλα αλόγων,
πυρακτωμένοι από πυρκαγιές που μηρυκάζουν στη ράχη,
τον αυχένα, τον νωτιαίο μυελό.

Εμένα οι ποιητές μου είναι οπλισμένοι.
Στους δρόμους συγκεντρώνουν γιγάντιες πέτρες
που θρυμματίζουν τις βιτρίνες των ψεμμάτων σας.

Πεσσοαλορκαμαντελσταμνερουνταμαγιακόφσκι! Το λέω
ξανά και ξανά να τ’ ακούσετε.

Με ξόρκια σας εκμηδενίζω εσάς
που με εκμηδενίζετε, με τα σπασμένα δόντια
ηττημένων πυγμάχων χαράζω τις λέξεις μου πάνω στη γλώσσα σας
κι ούτε με νοιάζει πώς κοιμάστε τα βράδια
κι ούτε με νοιάζει ποιος σας κοιτάει πίσω όταν κοιτάτε στον καθρέφτη
κι ούτε με νοιάζει ποιο κερί βουλώνει το αυτί σας
ποια μέλισσα παρεμβάλλεται ανάμεσα στα λόγια της ασφάλτου και την ακοή σας
ζουζουνίζοντας.

Εμένα οι ποιητές μου δεν θα σας έλεγαν ούτε καλημέρα.
Την πλάτη τους θα βλέπατε να ξεμακραίνει σε άδειες λεωφόρους
ένα πρωί που θα ξυπνούσατε, έκπληκτοι, σε άδειες πόλεις
σε κράτος χωρίς κράτος, αντικρίζοντας παρατημένα γραφεία ασφαλιστικών εταιριών
και τα περίπτερα κλειστά, και τ’ αυτοκίνητα νεκρά και κλειδωμένα
να ουρλιάζουν με σειρήνες για αόρατες απόπειρες κλοπών.
Ούτε καλημέρα! Μόνο ο ουρανός κι εσείς από κάτω
να στέκεστε χάσκοντας, χωρίς μάρτυρες υπερασπίσεως κατηγορούμενοι.

Alvaro de Campos (Fernando Pessoa)-Χαιρετισμός στον Ουόλτ Ουίτμαν

Alvaro de Campos (Fernando Pessoa)
Χαιρετισμός στον Ουόλτ Ουίτμαν (αποσπάσματα)
Η "Θαλασσινή ωδή" και άλλα ποιήματα
Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα
Αθήνα, Εξάντας, 2003.

ιβ
Δηλώστε χρεοκοπία της ζωτικότητάς μας!
Γράφουμε στίχους, τραγουδάμε τα πράγματα-χρεοκοπίες, δεν τα ζούμε.
Πώς μπορούμε να ζούμε όλες τις ζωές κι όλες τις εποχές
κι όλες της μορφές της μορφής
κι όλες τις κινήσεις της κίνησης;
Τι' ναι να γράφεις στίχους αν όχι να ομολογείς πως η ζωή δεν επαρκεί
Τι είναι τέχνη αν όχι να ξεχνάς ότι είναι μόνο αυτό
αντίο, Ουόλτ, αντίο!
Αντίο ως το ακαθόριστο του εκείθεν του Τέλους.
Περίμενέ με αν εκεί μπορεί κανείς να περιμένει,
πότε φεύγει το τελευταίο τρένο;
Πότε φεύγει; (Πότε φεύγουμε)

ιδ
Προσευχή-καλπασμέ μου!

Χαιρετισμέ-ορμή μου!


Ποιος σαν κι εσένα ένιωσε την ατομική ζωή του παντός;
Ποιος σαν κι εσένα εξάντλησε να νιώθει μέσα του --τη ζωή-- που μας νιώθει;
Ποιος σαν κι εσένα παίρνει πάντα το αντίγραφο για πρωτότυπο;
Και ξεχειλίζει απ' τον κανόνα του κανόνα -- μορφή της ζωής;

[κείμενο λείπει]

η ευθυμία μου είναι μια παραφορά,
η ορμή μου σύγκρουση
(Παφ!)
μέσα μου...

Χαιρετώ σε σένα το Δάσκαλο της ασθένειάς μου που λέγεται υγεία,
τον πρώτο τέλειο ασθενή της παγκοσμιίτιδας που έχω
την τυπική περίπτωση της "ασθένειας του Ουίτμαν" που υπάρχει μέσα μου!
Άγιε Ουόλτ των Θορυβωδών Παραληρημάτων και της μάνητας!

ιε
Ανοίχτε μου όλες τις πόρτες!
Σπάστε τα τζάμια των παραθύρων!
Βγάλτε κλειδαριές απ' τη ζωή που κλείνει!
Όπου κλείνω είναι ειμ' ανοιχτός χωρίς κλειδαριές που θυμίζουν,
όπου σταματώ είναι το ανόητο όνομα του συνεχίζω,
όπου το τέλος είναι πάντα ένα πράγμα αφηρημένο και δεμένο
ανάλαφρα μ' όλες τις ώρες που περνούν απ' αυτό!
Θέλω ν' αναπνεύσω!
Γδύστε με απ' το βάρος του κορμιού μου!
Αλλάξτε την ψυχή με φτερούγες αφηρημένες δεμένες στο τίποτα!
Ούτε φτερούγες, αλλά η πελώρια Φτερούγα του Ίπταμαι!
Ούτε Ίπταμαι αλλά ό,τι ταχύ απομένει όταν ίπταμαι είναι παύω
και δεν υπάρχει κορμί που βαραίνει στην ψυχή που φεύγει!

Να' μαι εγώ η θέρμη των ζωντανών πραγμάτων, ο πυρετός
των χυμών, ο ρυθμός των κυμάτων και ο [κείμενο λείπει]
Διάλειμμα στο Είναι για να αφήσει το Είναι να είναι...!
Σύνορα σε τίποτα!
Διαιρέσεις σε τίποτα!
Μονάχα εγώ.

ιζ
Το αληθινό ποίημα είναι η ζωή χωρίς ποιήματα,
είναι το πραγματικό τρένο κι όχι οι στίχοι που το τραγουδούν
είναι το σίδερο των γραμμών, των γραμμών που καίνε, είναι το σίδερο απ' τους τροχούς, είναι η πραγματική περιστροφή τους.
Κι όχι τα ποιήματά μου που μιλάνε για γραμμές και τροχούς χωρίς αυτά.

Homage to Nick Cave



















Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Are you experienced?

Ο αφορισμός της ημέρας

Ψοφοδεής ρασιοναλισμός: Ό,τι απομένει απ' την αριστερά ως φορέα "μεταρρύθμισης" όταν η πρωτοβουλία μεταρρυθμιστικών κινήσεων περνά εξ ολοκλήρου στα χέρια της Παλινόρθωσης της κοινωνίας φεουδαρχικών προνομίων.

Φαινομενολογία της εξέγερσης

Για τα παιδιά στους δρόμους του Λονδίνου

Ο λόγος της αστυνομίας --όλων αυτών που εκπροσωπούν, ενισχύουν, νομιμοποιούν την κυριαρχία της αστυνομίας επί της πολιτικής-- είναι, από τον καιρό του Μπένθαμ, οπτικός λόγος. Είναι ένας λόγος σύμφωνα με τον οποίο κεντρικό διακύβευμα του υποκειμένου είναι η γνώση ως έκφραση μιας απαίτησης για εξουσία, και σύμφωνα με τον οποίο η βασική και ανεξάλειπτη συνθήκη της γνώσης είναι η όραση, η θέαση, η θεωρία με την αρχαιοελληνική της ετυμολογική έννοια. Για την αστυνομία, γνωστό είναι το ορατό· και αντίστροφα, το ορατό είναι αυτό που επιτρέπει τη γνώση. Η διαδικασία της γνώσης είναι εν πολλοίς διαδικασία της απόσυρσης των πραγμάτων απ' τη ζώνη του αθέατου, της κοπιώδους έλξης τους στο φως του ορατού. 

Αυτό που κάποτε ονομάστηκε "αντιγνώση", και που συνδέεται με μια σειρά αναπτυγμάτων στις παρυφές της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών (Νίτσε, Χάιντεγκερ, Μπατάιγ, Μπλανσό, Ντεμπόρ, Φουκώ κλπ) είναι η διεκδίκηση του δικαιώματος για κάτι άλλο από όραση και κάτι άλλο από γνώση. Είναι η υπογράμμιση της αναγκαιότητας όχι για το άρρητο αλλά για μια υλιστική επανίδρυση του δικαιώματος στο να γνωρίζεις που δεν διαμεσολαβείται από το μάτι και από την πάντοτε αποστασιοποιημένη, αυτο-εγκλωβισμένη και εγκλωβίζουσα προοπτική του.

Η σημερινή φοιτητική νεολαία, όπως κάθε νεολαία εδώ και αρκετό καιρό, κάθισε επί μακρόν στα θρανία της επικυριαρχίας της οπτικής κατασκευής του κόσμου και της συνακόλουθης διασύνδεσής της με το δίδυμο γνώση/εξουσία. Έζησε έγκλειστη, όπως και οι προηγούμενες γενιές στη Δύση μετά το Μάη του 68, στην φούσκα του φαινομένου --μια φούσκα πλήρη, θα μπορούσε να πει κανείς, φαινομένων, υπερχειλισμένη από το ορατό. Σε κάθε γενιά, η παράδοση στην επικυριαρχία του ορατού, την επικυριαρχία της αστυνομίας, έρχεται με το κόστος, μεταξύ άλλων, της απώλειας των συνδετικών εκείνων κρίκων που ενώνουν τις αισθήσεις εκτός της όρασης με μια άλλους είδους γνώση, ή μάλλον με μια ευρύτερη από τη γνώση κατηγορία που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει εμπειρία.

Η κοινωνία της εικόνας είναι κοινωνία αισθητηριακής ένδειας· κοινωνία όπου οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να καταστέλλουν ολόκληρες ζώνες αισθήσεων και διαθέσεων που ενοικούν στην εκ του σύνεγγυς επαφή με τα πράγματα και τα σώματα. Η αστυνομική προδιάθεση βλέπει σε κάθε εξέγερση μόνο το θέαμα της καταστροφής της ιδιωτικής περιουσίας, τον κίνδυνο διάτρησης της φαινομενικής τάξης του κόσμου· ποτέ το βάρος που αποκτά για τον εξεγερμένο η έκθεση στην εμπειρία πέρα από την τάξη της θέασης και του ορατού. Ο εξεγερμένος δεν παύει να είναι θεατής επειδή δρα, γενικά και αφηρημένα. Ο εξεγερμένος παύει να είναι θεατής επειδή ανοίγεται σε μια ζώνη εμπειρίας που διαφεύγει από την απομάκρυνση απ' το αντικείμενο που προϋποθέτει το οπτικό, που επερωτά τη μεταμόρφωση του κόσμου σε απλή εικόνα, έστω τριών διαστάσεων. Καμμία φαινομενολογία της εξέγερσης δεν είναι εφικτή αν δεν στραφεί προς αυτά τα οποία το σώμα που εξεγείρεται μαθαίνει εκ του σύννεγυς--και που εξεγείρεται ώστε να μάθει:

το πιάσιμο των χεριών αγνώστων καθώς σχηματίζεις μια αλυσίδα προστασίας ενός χώρου·
την υφή και την αντίσταση μιας γυάλινης προθήκης όταν την κλωτσάς με το πόδι ή τη χτυπάς με λοστό·
τον πόνο απ' το γκλοπ όταν σε χτυπά στα δάχτυλα ή το μπράτσο ή την πλάτη·
την αποπνικτική μυρωδιά των χημικών ή αυτή της βενζίνης ή των καμένων ελαστικών·
τους κρότους του δρόμου, διαφόρων ειδών και αποχρώσεων·
το βάρος ενός σώματος που πέφτει στα χέρια σου ή υποβαστάζεις·
την απελευθέρωση ενός κάποιου πνεύματος όταν ενώνονται οι φωνές.
την χαρά μιας νέας επινόησης που υλοποιείται συλλογικά--μιας κατάστασης, μιας διακοπής του ρου της καθημερινότητας, ενός θεάτρου αντεστραμμένων ρόλων, μιας σειράς πυρετωδών συναντήσεων και συζητήσεων.

Κάποιοι θα μιλήσουν για αισθητικοποίηση της εξεγερσιακής βίας· ξεχνούν την πείνα των αισθήσεων που μαστίζει γενιές μεγαλωμένες με ίντερνετ, Νιντέντο, τηλεόραση, και βιντεοκάμερες. Ξεχνούν, ακόμα σημαντικότερα, την επιθυμία του σώματος να φέρει τον κόσμο κοντά του, να διατρήσει το αδιόρατο εκείνο πέπλο που τον κάνει ταυτόχρονα εκτυφλωτικά προφανή και απόμακρο, που τον επενδύει με μια αύρα αποτρόπαια μεταφυσική, που τον αποστεώνει σε τίτλους εφημερίδων. Αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο που μετατράπηκε σε αριθμούς και δεδομένα, σε ψηφία, σε ποσότητες και ισοδυναμίες, το σώμα επιθυμεί να τον ξαναφέρει κοντά του, να τον επιστρέψει στην υλική του υπόσταση. Για να τον αγκαλιάσει κάποιες φορές, για να τον καταστρέψει άλλες· αλλά πάσει θυσία για να τον φέρει στα μέτρα του, για να ξανα-αισθανθεί κομμάτι της ίδιας ύλης με αυτόν, όχι εξόριστο απ' τα μυστηριώδη του και άφαντα ενδότερα --"οικονομία", "δημοκρατία", "ελευθερία", "ισχύς". Το εξεγερμένο σώμα επιθυμεί όχι να πάψει να θυμώνει ή να φοβάται ή να πονά αλλά να συνδέσει το αίσθημα του θυμού ή του φόβου ή του πόνου του με κάτι απτό και υλικό, με κάτι προσβάσιμο. Επιθυμεί να δει διαφορετικά, χωρίς μάτια, χωρίς να τυφλώνεται απ' τα φώτα των σειρήνων της αστυνομίας.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Ο αφορισμός της ημέρας

Ακόμα και όταν όλες οι άλλες πηγές νομιμοποίησης στερεύουν ή χάνουν την ορμή τους, απομένει παρ' όλα αυτά η αδράνεια. Η αδράνεια είναι και αυτή μια μορφή δύναμης και αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Είναι επίσης μια μορφή δύναμης που συγκροτεί ιστορικές περιόδους. Κάθε interregnum, κάθε ούτως αποκαλούμενη "μεταβατική" περίοδος, είναι περίοδος όπου βασιλεύει η αδράνεια: τόσο αντικειμενικά, στο επίπεδο της εγκόσμιας δράσης, όσο και υποκειμενικά, στο επίπεδο της σκέψης.

Αυτό σημαίνει ότι στις μεταβατικές περιόδους δεν μπορεί να αρκεστούμε σε μια σκέψη που είναι απλώς αλλεργική στην αδράνεια, που μας προστάζει να κάνουμε αυτό ή εκείνο ώστε να αποφύγουμε πάσει θυσία να μείνουμε αδρανείς. Η έλλειψη κατεύθυνσης κάνει ακόμα και την πιο πολυάσχολη σκέψη σύμμαχο της αδράνειας. Και αντίστροφα: όσο περισσότερο πολυάσχολη η σκέψη, τόσο λιγότερες οι πιθανότητες να οδηγήσει κάπου.

Από τη μάταιη, σπασμωδική κινητικότητα του χοιριδίου στο κλουβί είναι προτιμότερη η τεταμένη ακινησία που διατηρεί μια τίγρης πριν το άλμα.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

ΜΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ: ΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ


Προαύλιο με τρελούς, Πίνακας του Γκόγια


1. Μίμηση και Βούληση, θεμέλια συγκρότησης του υποκειμένου, θεμέλια θεολογίας και πολιτικής του υποκειμένου,θεμέλια φιλοσοφίας και μη-φιλοσοφίας του υποκειμένου. Δύο έννοιες μία αρχή...το Εγώ. Αναπαράσταση και Δύναμη, προσομοίωση και επιθυμία. Η θεολογία και η πολιτική σε αντίθεση και επικαθορισμό ανάμεσα τους. Ποιός νικάει και τελικά κατακτάει το Υποκείμενο;

Τι είναι αυτό που το συγκροτεί ω τέτοιο και ποιός ιστορικός συμβιβασμός λαμβάνει χώρα ανάμεσα στο Θεολογικό και το Πολιτικό ώστε να υπάρξει το Υποκείμενο ελεύθερο από αυτή την διπλή υπόσταση που εμμενώς παίζει το ρόλο του Φιλοσοφικού Οιδίποδα του; Ή αντίθετα οφείλουμε να σκεφτούμε το Υποκείμενο σαν ένα αναγκαίο κατασκεύασμα αυτής της σχέσης, αυτής της αμοιβαιότητας, αυτής της σύγκρουσης; Να δεχτούμε δηλαδή πως οι καταστατικές αρχές μίας υποκειμενικότητας ή θα είναι αυτές ή δεν θα υφίσταται υποκειμενικότητα;

Όμως εδώ ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με όλη την περίφημη φιλελεύθερη-δημοκρατική παράδοση γύρω απο την χειραφετητική νομοτέλεια του υποκειμένου. Σύμφωνα με αυτή την κυρίαρχη -απο την Γαλλική Επανάσταση και μετά - παράδοση, το Υποκείμενο είναι ταυτισμένο με το πρόταγμα της προόδου, είναι ο φορέας του Διαφωτισμού της Ανθρωπότητας, είναι, το Υποκείμενο που έχει αποδεσμευτεί απο την Θεολογική και Πολιτική θέσμιση του.

Τι εννοούμε όμως όταν μιλάμε για το Θεολογικό εντός του Πολιτικού αν όχι αυτή την προ-πολιτική ιδεολογική χάραξη της Μονοθεϊστικής παράδοσης του Ενός-Πατρός όλων;

Και εδώ το τραγικό δίλημμα της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης και της πολιτικής είναι ένα: Μπορώ να υπάρξω δίχως να συγκροτηθώ ως Ένας-Πατέρας, μπορώ να υπάρξω δίχως να γίνω μία εξουσία που να εξαλείψει την εξουσία;

2. Η θέληση για δύναμη είναι μία θέληση για μίμηση της αρχέγονης ιδεολογικής μορφής του Πατρός-Θεού, θέλουμε να μιμηθούμε αυτόν τον ανοίκειο θεό της δημιουργίας, θέλουμε γιατί η μίμηση του είναι πανταχού παρούσα στις ταξικές κοινωνίες. Η τρομακτική ισχύς της βούλησης του Πολιτικού είναι μία εκδήλωση της επιδίωξης για την κλωνοποίηση του Θείου μέσα στην υποκειμενική συγκρότηση της ιστορίας. Η Μίμηση επιβεβαιώνει πως επιθυμούμε την μεταστοιχείωση μας, τον μετασχηματισμό μας, την μεταφορά μας απο αυτό που είμαστε σε κάτι άλλο, ως κάτι άλλο, ως ίδιοι με αυτό το ύψιστο πρωτο-αίτιο της ύπαρξης. Αυτό το Άλλο που μας επιθεωρεί δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, δεν το χρειαζόμαστε εξασθενημένο στην σκέψη μας, το ζητάμε σαν σωματοποίηση της απόλυτης εξουσίας, το θέτουμε εμείς υπεράνω κάθε φθαρτότητας και κάθε μεταβλητότητας, γιατί η θέληση του Εγώ εκεί επιθυμεί να φτάσει μέσω του Πολιτικού: στην υποκειμενοποίηση της ιδέας, στην υποκειμενοποίηση του Θείου, στην υποκειμενοποίηση του Πατέρα. Για αυτό η Πολιτική αποτελεί μία ασύλληπτη αποκαθήλωση της Θρησκείας και την ίδια στιγμή μία ακραία διάχυση της ουσίας της στον καθένα που συμμετέχει σε αυτή.

Η ταξική βάση των κοινωνιών μέχρι σήμερα αναπαράγει αυτή την ανολοκλήρωτη εκκοσμίκευση και το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων που συνεχίζει να ζωογονεί το νόμο του Θεού-Πατέρα-Εγώ.

3. Η Θέληση για δύναμη είναι συνεπώς πρώτιστα μία Θέληση για Μίμηση ενός Αρχι-Υποκειμένου, και αυτό σίγουρα δεν αποτελεί ένα ύμνο στην ελευθερία. Όμως ο δρόμος προς την χειραφέτηση από το Πάντα-παρόν είδωλο του Θεού είναι ένας δρόμος αναγκαστικής ταύτισης και σύγκρουσης μαζί του ταυτόχρονα. Μία φρικιαστική παραδοχή προσφέρει στην απόπειρα της ανθρώπινης δράσης ένα ακλόνητο κίνητρο. Η παραδοχή της προϊστορικής ανικανότητας να επιβληθεί στο Πραγματικό απόλυτα, η αιτία της Θεοποίησης της δύναμης και της αδυναμίας του βρίσκεται εκεί.

Αυτό το Φάντασμα, η διεστραμμένη Ιδέα είναι το κίνητρο αυτής της θεμελιώδους ανελευθερίας αλλά και της εκπληκτικής επιδίωξης δύναμης και παραγωγής δράσης. Μιμούμαστε και θέλουμε να μοιάσουμε σε αυτό το Φαντασματικό Παντοδύναμο Ιδεατό για να αποδράσουμε από αυτή την μοιραία μερικότητα μας πάνω στα πράγματα και την ζωή, γιατί δίχως αυτό η δημιουργική και μετασχηματιστική δράση του υποκειμένου να μην ήταν παρά μόνο μια ανάλωση στην βιολογική αναπαραγωγή.

Καμία ιδεολογία δεν μπορούσε να μην βασίζεται στο χτίσιμο και την ενίσχυση αυτού του Φαντασματικού, καμία ιδεολογία δεν θα υπήρχε αν δεν γεννούσε και δεν μεγάλωνε αυτό το Φαντασματικό. Όμως δεν συνιστά αυτό αδυναμία, δεν συνιστά κατί κακό και καταστροφικό αυτό το στοιχείο της αναπαραγωγής του ιδεολογικού. Το ζήτημα είναι ποιο Φάντασμα διαλέγει η κάθε ιδεολογία να πλανιέται πάνω απο το Υποκείμενο της, ποια σχέση Υποκειμένου και Ιδεολογίας ορίζεται με βάση την τελική χειραφέτηση της πράξης και της δράσης απο την ανάγκη μίας αιώνιας Μίμησης ενός Άλλου. Ποιά κοινωνική σχέση δημιουργεί υλικά τους όρους να υπάρξει αυτοδύναμα το Υποκείμενο χωρίς την αιώνια προσφυγή στο Άλλο.

4.Ανάμεσα στο Θεολογικό και το Πολιτικό ο δεσμός που υφίσταται εντοπίζεται πάνω στην παρουσία του Τραγικού, στην ρήξη που επιφέρει η πράξη εκείνη που προσπαθεί να δολοφονήσει την Μίμηση και να απελευθερώσει την Βούληση. Μιλάμε για Τραγικότητα γιατί εκεί το Υποκείμενο αποσύρεται από το κοσμοείδωλο του, εισέρχεται σε μία καινοφανή τύφλωση, υπάρχει μόνο ως ζωντανό αποτέλεσμα της βούλησης του, ενσαρκώνει μια προσωρινή εκμηδένιση του εαυτού του γιατί έχει εκμηδενίσει την κυρίαρχη αξία του. Ζεί εκεί σε μία μετέωρη στιγμή ανάμεσα στο τίποτα και στο παν που ανοίγει εμπρός του η απόσυρση του Καταπιεστικού Φαντάσματος.

Είναι Τραγικό το Υποκείμενο και για ένα άλλο λόγο. Γιατί συνήθως μπροστά σε αυτή την απόλυτη ανάδυση της Θέλησης για Δύναμη-δίχως-Θέληση για Μίμηση τρομάζει να μετατρέψει τον Εαυτό του σε ένα Πραγματικό Κύριο. Το Φανταστικό ακόμα και όταν πεθαίνει συνεχίζει να στοιχειώνει το Υποκείμενο που παραμένει στα όρια της μηδενιστικής πράξης της φόνευσης της Οιδιπόδειας Ιδέας. Το Τραγικό δεν είναι η πράξη και η αντιθετικότητα που οδηγεί το Υποκείμενο στην εκτός τόπου και χρόνου χειρονομία, αλλά η αδυναμία μετά την απελευθέρωση απο την Μίμηση να υπάρξει ένας νέος τρόπος ύπαρξης.

Ας μελετήσουμε πιο συγκεκριμένα γιατί ο Οιδίποδας τιμωρείται φρικτά μετά την ενέργεια του, γιατί οι Αρχαίοι Ελλήνες παρουσιάζουν σαν κόλαση το βίωμα του απελευθερωμένου από τον Πατρικό Κύριο Οιδίποδα; Στην αρχαία Τραγωδία αυτό που δίνεται στον θεατή δεν είναι οι ενοχές και οι τύψεις για την δράση, αυτό είναι η Χριστιανική ερμηνεία που επιβλήθηκε μετέπειτα στην Φιλολογική ανάλυση των Τραγωδιών. Ο Τραγικός ήρωας είναι επι της ουσίας αποσυντιθέμενος και διαλυμένος, είναι ενσάρκωση του μηδενός. Η φόνευση της Καθοδηγητικής Κυρίαρχης Ιδέας είναι η αρχή του χάους, μίας ελευθερίας που είναι αναγκαία αλλά τρομαχτική για το υποκείμενο.

Ο ήρωας μετά το φόνο αναρωτιέται πως και γιατί αξίζει μετά από αυτό να συνεχίσει να ζεί. Το τέλος της υποταγής δεν φέρνει μια νέα εποχή. Μοιάζει σαν να παίρνουν θέση οι Αρχαίοι Τραγικοί, σαν να υποστηρίζουν ότι ορθά αφαιρείς την Ιδέα που εξουσιάζει, μα κακώς προχωράς δίχως μία νέα Ιδέα που να ελευθερώνει. Το πρόβλημα που βάζει η Τραγωδία σχετικά με την Μίμηση και την Βούληση είναι το κατα πόσο ο άνθρωπος είναι σε θέση να αποδεχτεί ότι αυτός ο ίδιος είναι η απόλυτη Ιδέα του εαυτού του, κατά πόσο το θέλει και κατα πόσο αυτό θα πηγαίνει μπροστά την ιστορία και τον κόσμο. Ευτυχώς τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

RD(GODEL)

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Ο αφορισμός της ημέρας

Πειρασμός να απαντήσεις στην ιδέα ότι η επίκληση του φασισμού είναι γραφικότητα με αυτή που λέει ότι ο φασισμός εμφανίστηκε στην ιστορία ως διηνεκής προοπτική για το μέλλον, όπως ο Διαφωτισμός. Διαθεσιμότητα σήμερα των εξής θεμελιωδών του προϋποθέσεων: έθνος-κράτος+βιοπολιτική+καπιταλιστική κρίση+κοινωνική αποσύνθεση+θιγμένη μικροαστική τάξη+ταυτοποιήσιμοι "παρείσακτοι". 

Απορρέοντα ερωτήματα: α) Πόση σημασία έχει για την ανάπτυξη φασιστικής κρίσιμης μάζας το να "μην γνωρίζει τον εαυτό της" --σε πρώτο στάδιο, τουλάχιστον-- ως φασιστική; β) Πόση σημασία έχει για τον φασισμό να ονομάσει ένα "προνομιακό" αντικείμενο καταδίωξης αντί να στοχεύει ευκαιριακά διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες θυμάτων; γ) Μπορεί να υπάρξει φασισμός όπου τόσο οι θύτες όσο και τα θύματα θα μπορούν να είναι μικροαστοί, φτάνει να μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους με κάποιο άλλο κριτήριο από το ταξικό; Δεν ήταν ήδη πολλοί από τους Εβραίους που εξολοθρεύτηκαν το ίδιο μικροαστοί με τους θύτες τους;

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Περί ενότητας και διαίρεσης, πολιτικά

Αφορμή για το παρόν κείμενο στάθηκε η δημοσίευση δύο κειμένων --του Νίκου Ξυδάκη και του Old Boy-- πάνω στα ζητήματα της ενότητας και του διχασμού ή της διαίρεσης. Στο δικό του κείμενο, ο Ξυδάκης σημειώνει (και θα παραθέσω ένα ιδιαίτερα εκτενές απόσπασμα):
από τον διχασμό που φέρνει το Μνημόνιο βρίσκονται βαθιές ρίζες, που φτάνουν μέχρι τους χρόνους ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ίσως και πιο βαθιά ακόμη, στους χρόνους της κατάκτησης όταν ανεδύετο η εθνική συνείδηση. [...]
Η διχοστασία αυτή, των ενσωματωμένων και των ανεξάρτητων, διαπερνά το έθνος από αναδύσεως και το κράτος από συστάσεως. [...]  
Οι τέτοιες διχοστασίες έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα. [...]
Εχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο; [...]

Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών, δηλαδή αμοιβαία αλληλοαναγνώριση και υπέρβαση του ατομικού· και συμφιλίωση με την πραγματικότητα, δηλαδή αναγνώριση της πραγματικότητας, των υλικών της όρων, των υπαρκτών δυσχερειών και των αντινομιών της. Ορισμένως, προϋποτίθεται η θέληση· να επενεργήσει δυναμικά η θέληση πάνω σε μια πραγματικότητα που τώρα ορίζεται ερήμην των υποκειμένων και της θέλησης τους, ή και εναντίον τους.

Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα. Αιρόμενοι υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού, μετατοπιζόμενοι δραστικά από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου.
Στο δικό του, χαρακτηριστικά ειρωνικό κείμενο, ο Old Boy παρατηρεί:
Ενότητα, τι ωραία λέξη, προδοσία, τι κακόηχη, είναι ακόμα στην πρώτη κρυάδα οι Ιρλανδοί, αλλά σιγά σιγά θα εσωτερικεύσουν και αυτοί την οικονομικοπολιτική νομοτέλεια της εποχής.
Οι όμορφες λέξεις όμορφα επικοινωνούνται, οι ξεπερασμένες από την ιστορία λέξεις με ξεπερασμένους από την ιστορία της επικοινωνίας τρόπους.
Προδοσία: τι οικονομικό νόημα μπορεί να έχει αυτή η έννοια; Μπορεί να προδώσει κανείς μια πατρίδα ή έναν άνθρωπο, μπορεί να προδώσει κανείς κάποιες αξίες, αλλά σε επίπεδο δημοσιονομικών μεγεθών τα νούμερα ή βγαίνουν ή δεν βγαίνουν.
Νομίζω ότι δεν θα υπερέβαλλα και δεν θα παραποιούσα την πραγματικότητα αν έγραφα ότι τα δύο αυτά κείμενα είναι διχασμένα μεταξύ τους· ότι δηλαδή το δεύτερο επερωτά ακριβώς την υποστασιοποίηση της ενότητας στην οποία προβαίνει το πρώτο, τις πολιτικές της προϋποθέσεις και συνέπειες. Και θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ευθύς αμέσως ότι συντάσσομαι καθαρά και χωρίς δισταγμό με το δεύτερο, συντομότερο κείμενο και όχι με το πρώτο. Γιατί;

Θα επικεντρωθώ στην διατύπωση Ξυδάκη ότι "μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο". Και θα αναρωτηθώ: ποια θα μπορούσε να είναι η βάση για την "υπέρβαση της διχοστασίας" σήμερα; Εφόσον η διχοστασία ("στάσις", για τους αρχαίους) είναι κατεξοχήν πολιτικό φαινόμενο, τι είδους προϋποθέσεις πρέπει να συγκεντρώνει η "υπέρβασή" της; Για τον Ξυδάκη, η απάντηση βρίσκεται στη λέξη "θέληση", ή πληρέστερα, "θέληση για συμφιλίωση". Και η θέληση για συμφιλίωση με τη σειρά της μεταφράζεται ως "μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό", ως άρση του εαυτού μας "υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού", ως μετάβαση "από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου." Πρόκειται, νομίζω είναι ακριβής ο χαρακτηρισμός, για ένα επιχείρημα ηθικού βολονταρισμού το οποίο, μη βρίσκοντας απτές πολιτικές βάσεις για να "πατήσει", επιχειρεί να πιαστεί από την ίδια την αισθητική εικόνα της ενότητας, την φυσικότητα με την οποία η ενότητα ως έννοια ελκύει τους ανθρώπους, και με την οποία εμφανίζεται ως ανώτερο ιδανικό από την διαίρεση και τη διχογνωμία. Η ενότητα είναι το περιεχόμενο κάθε ουτοπίας, και ως τέτοια δεν είναι ούτε "αριστερή" ούτε "δεξιά" ιδέα. Γιατί όμως με προβληματίζουν εντονότατα οι παραπάνω διατυπώσεις;

Χρειαζόμαστε μια παράκαμψη στο σημείο αυτό. Στο βιβλίο του Αισθητική θεωρία, ο Τέοντορ Αντόρνο στράφηκε ενάντια σε αυτό που ταυτοποίησε ως τάση ορισμένων έργων τέχνης για "πρόωρη συμφιλίωση" με την κατεστημένη πραγματικότητα --με τον κόσμο όπως έχει. Το επιχείρημά του ήταν ότι η τέχνη μπορεί να παραμείνει αληθής ως προς το αισθητικό πεπρωμένο της μόνο στον βαθμό που δεν μετατρέπει την αισθητική σε μέσο ή εργαλείο μιας συμφιλίωσης μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων στο πεδίο της αντικειμενικής πραγματικότητας. Για τον Αντόρνο, μια τέτοιου είδους συμφιλίωση, μια συμφιλίωση που θα λάμβανε χώρα μόνο στο αισθητικό επίπεδο, θα ήταν όχι μόνο ψευδής αλλά και κακόβουλα διαστρεβλωτική. Είναι μια αντίληψη που το κείμενο Ξυδάκη δείχνει να παραγνωρίζει. Και επειδή δεν εννοώ ότι το κείμενο αυτό θα όφειλε να αναφερθεί στον Αντόρνο ή στην έννοια της "πρόωρης συμφιλίωσης" συγκεκριμένα, θα πρέπει να εξηγήσω γιατί κάνω λόγο για παραγνώριση.

Τι σημαίνει η πρόταση "συμφιλίωση πέρα απ' το δίλημμα με ή χωρίς Μνημόνιο"; Αδυνατώ να δω πως μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο από συμφιλίωση αδιάφορα απ' το γεγονός ότι το περιεχόμενο του Μνημονίου αποτελεί ουσιώδη δήλωση ταξικής εχθρότητας, κομμάτι της εκδίπλωσης ενός ταξικού πολέμου. Και συνεπώς αδυνατώ να κατανοήσω τι σημαίνει σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία η λέξη "συμφιλίωση" εκτός από συμφιλίωση με τον πόλεμο αυτόν καθαυτόν, με το αναπόδραστο των όρων εκδηλώσεώς του. Γιατί το Μνημόνιο αποτελεί στο ταξικό επίπεδο πράξη ανάλογη με αυτή του βομβαρδισμού αμάχων στο στρατιωτικό (ας θυμηθούμε εδώ το βομβαρδιστικό φαντασιακό στην έκκληση του Κ. Μπακογιάννη για περισσότερους πολιτικούς-καμικάζι). Θα μπορούσε να αρκεστεί κανείς στο να παρατηρήσει ότι η συμφιλιωτική διάθεση κατά την διάρκεια πολεμικών συρράξεων (και τα διακυβεύματα σήμερα είναι ζωές, δεν είναι παίξε-γέλασε) ονομάζεται λιποταξία. Αλλά τα πράγματα είναι ακόμη πιο προβληματικά. 

Γιατί δεν είναι μόνο ότι το να συμφιλιώνεσαι, για παράδειγμα, με την απόσυρση υγειονομικής περίθαλψης στα θύματα HIV αποτελεί παράδοση στη βαρβαρότητα, λευκή σημαία σε ό,τι συνθλίβει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι και ότι πρέπει να σκεφθεί κανείς το ακριβές νόημα της έννοιας της "πρόωρης συμφιλίωσης" στο αντορνικό συγκείμενο. Στο αισθητικό πεδίο, η "πρόωρη συμφιλίωση" --και η συνακόλουθη καταστολή αυτού που διαιρεί την κοινωνία από το πεδίο της ορατότητας-- είναι ουσιαστικά το κιτς, η τέχνη ως ζαχαρωτό υποκατάστατο αυτού που η κοινωνία αρνείται να υλοποιήσει (και για τον Αντόρνο, ακόμα και τα μεγάλα έργα τέχνης είναι ικανά παράδοσης στο κιτς, σε κιτς τροπικότητες). Στο πολιτικό επίπεδο, απ' την άλλη, το περιεχόμενο της "πρόωρης συμφιλίωσης" είναι ένα: φασισμός --για αυτό άλλωστε και η συγγένεια των διαθέσεων του φασισμού και του κιτς είναι συστημική και όχι ενδεχομενική. 

Η μαζική σαγήνη του φασισμού, ήρθε καιρός να θυμηθούμε, δεν οφείλεται σε κάποιου είδους ομαδική παράκρουση ή στιγμή τρέλας. Οφείλεται στο γεγονός ότι σε μια βαθιά διαιρεμένη κοινωνία, μια κοινωνία βαθύτατων ταξικών πολώσεων και εδραιωμένων μορφών μνησικακίας, η φασιστική ιδεολογία προσέφερε το όνειρο της κοινωνικής ενότητας τώρα, από αυτή κιόλας τη στιγμή. Οι όροι αυτής της δυνατότητας ήταν ριζικά διαφορετικοί από αυτούς που προσέφερε την ίδια εκείνη περίοδο η μαρξική προοπτική (και αυτή είναι μία ακόμη ευκαιρία θεωρητικής διάκρισης ανάμεσα σε κομμουνισμό και φασισμό):  για τους κομμουνιστές το "τώρα" ήταν η στιγμή της διαίρεσης, της πάλης, του αγώνα, εφόσον το "τώρα" ήταν επίσης το σημείο μέγιστης εκδήλωσης όλων αυτών των δυνάμεων που παρεμποδίζουν την συμφιλίωση (της ταξικής εκμετάλλευσης, του ιμπεριαλισμού, της κερδοσκοπίας των λίγων, κλπ). Η "δικτατορία του προλεταριάτου" είναι μια προγραμματική ανακοίνωση πολέμου που έχει ως στόχο την πλήρη κατάργηση των προϋποθέσεων της εχθροπραξίας. Ο φασισμός λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα: προσφέρει μια ειρήνη που η τελική της έκβαση δεν μπορεί παρά να είναι ο ατελείωτος πόλεμος. Υποσχόμενος την συμφιλίωση πρόωρα, ανεξάρτητα από τις αντικειμενικές συνθήκες που συντηρούν τον ανελέητο πόλεμο των τάξεων στον χώρο της πολιτικής κοινωνίας, μεταθέτει αναγκαστικά την επίμονη πραγματικότητα της σύγκρουσης κάπου εκτός του κοινωνικού σώματος που παραμένει αντικειμενικά διαιρεμένο, αλλά σε κατάσταση πλέον απάρνησης για αυτή τη διαίρεση: στον Εβραίο, τον ομοφυλόφιλο, τον κομμουνιστή, τον τσιγγάνο, τον μετανάστη, τον συνομώτη...

Η επιστροφή της ρητορικής της ενότητας σε συνθήκες όπου είναι οφθαλμοφανές ότι τέτοια δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο ως ρητορική --δηλαδή ως κάτι που περιορίζεται στο επίπεδο της εικόνας, της αναπαράστασης, της πολιτικής ως συνώνυμης του αισθητικού-- είναι το σημείο κατά το οποίο η φασιστική προοπτική περνά το κατώφλι που την καθιστά πραγματικά επικίνδυνη: το κατώφλι της εκλογίκευσης και της φυσιολογικοποίησης, του "από αυτό το χάος που ζούμε, προτιμότερο θα ήταν..." Αν μάθαμε κάτι από την δεκαετία του 30, αυτό θα πρεπε να είναι ότι πριν τις ακρότητες του φασιστικού τρόμου υπήρξε η ευφορία της φασιστικής ουτοπίας, της προοπτικής άρσης, επιτέλους, της διχογνωμίας και του εσωτερικού σπαραγμού της κοινωνίας. Ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει φασισμός χωρίς την εξύμνηση ενός "νέου πνεύματος" συναδέλφωσης και ενότητας μεταξύ όλων των Γερμανών του οποίου τα πρώτα θύματα ήταν νομοτελειακά όσοι αρνήθηκαν να προάγουν αυτό το πνεύμα αντί για τη "διχοστασία", δηλαδή οι Σπαρτακιστές. 

Θα αντέτεινε φυσικά κανείς ότι η ενότητα για την οποία γίνεται λόγος σήμερα είναι "ενότητα της κοινωνίας" ως κοινωνίας, και όχι εθνικιστική ενότητα ή φυλετική. Θα άξιζε όμως να αναρωτηθεί αν η φασιστική υπόσχεση δεν αρθρώθηκε η ίδια σε επίπεδο κοινωνικό· και ταυτόχρονα, αν η "κοινωνική ενότητα" σήμερα είναι ιδέα που πατά τελικά κάπου αλλού από ότι στους ίδιους αυτούς σχηματισμούς του έθνους και της φυλής. Θα άξιζε επίσης να θυμηθεί κανείς ότι ο φασισμός δεν υπήρξε μόνο σαγηνευτικός για τους απύθμενα συμπλεγματικούς διανοητικούς νάνους του Ράϊχ· όταν ένας Μπλανσό ενδίδει στην φασιστική σαγήνη, έστω και για λίγα μόνο χρόνια, κανείς δεν δικαιούται να αισθάνεται ασφαλής.

Ας κλείσω με δυο σκέψεις για την διάσημη παρατήρηση του Βάλτερ Μπένγιαμιν στο τέλος του δοκιμίου του "Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής". Και πρώτα με το σχετικό απόσπασμα:
"Fiat ars--pereat mundus" λέει ο φασισμός, και όπως παραδέχεται ο Μαρινέτι, περιμένει απ' τον πόλεμο να παρέξει την καλλιτεχνική ικανοποίηση μιας αισθητηριακής αντίληψης που έχει μεταλλαχθεί απ' την τεχνολογία. [...] Η ανθρωπότητα, που στον καιρό του Ομήρου ήταν αντικείμενο περισυλλογής για τους θεούς του Ολύμπου, τώρα συλλογιέται τον εαυτό της. Η αυτο-αλλοτρίωσή της έχει φτάσει τέτοιο βαθμό που μπορεί να νιώσει την ίδια της την καταστροφή ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξης. Αυτή είναι η κατάσταση της πολιτικής που ο φασισμός καθιστά αισθητική. Ο κομμουνισμός απαντά πολιτικοποιώντας την τέχνη.
Η διατύπωση που θέλει το φασισμό να είναι η αισθητικοποίηση της πολιτικής είναι διάσημη αλλά όχι αυτονόητη. Στο παραπάνω απόσπασμα, για παράδειγμα, συγκοινωνεί με την διατύπωση για τον πόλεμο τον ίδιο ως αισθητική μέθεξη, διατύπωση που απαντά βέβαια στο έργο των φασιστών ιταλών φουτουριστών (εξού και η αναφορά στον Μαρινέτι). Όμως δεν είναι η διαιρετική, συγκρουσιακή πλευρά του πολέμου που εκπροσωπεί για τον Μπένγιαμιν παράδειγμα της "αυτο-αλλοτρίωσης" της ανθρωπότητας που καταλήγει στην αισθητικοποίηση του σπαραγμού της. Είναι η ουτοπική του υπόσχεση της συστράτευσης, της (πρόωρα) υπερβατικής εμπειρίας της εγκατάλειψης του ατομικού εαυτού. Στις υποσημειώσεις στο ίδιο δοκίμιο, η τελευταία υποσημείωση αναγράφει:
Η μαζική αναπαραγωγή συνεπικουρείται ιδιαίτερα από την αναπαραγωγή των μαζών. Στις μεγάλες παρελάσεις, τις τεράστιες συγκεντρώσεις και τα αθλητικά γεγονότα, και τον πόλεμο [...] οι μάζες αντικρίζουν τον εαυτό τους. 
Τι είναι αυτό που ικανοποιεί τη φασιστική μάζα στη θέαση του εαυτού της, που την αισθητικοποιεί απέναντι στα ίδια της τα μάτια; Μα φυσικά η θέαση της οργανικής της ενότητας, της πρόωρης, άμεσα διαθέσιμης εξάλειψης αυτού που διαιρεί κάθε άτομο από μέσα (απογοητεύσεις, πικρίες, ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες) και τα άτομα μεταξύ τους (τάξη, φύλο). Και τι είναι η κλασική αισθητική απόλαυση παρά η απόλαυση της ενότητας αυτής ως φάντασμα, ως εικόνα και αναπαράσταση ακριβώς εκεί όπου είναι αδύνατη ως πραγματικότητα; Ο Μπένγιαμιν δεν έζησε ποτέ τον κόσμο όπου η ενάτη του Μπετόβεν θα συνόδευε τους καταδικασμένους στους θαλάμους αερίων χωρίς ίχνος ενσυνείδητης κυνικής ειρωνείας σε βάρος τους αλλά ως αντικειμενική έκφραση των συνεπειών του θανατηφόρου κιτς της "πρόωρης συμφιλίωσης". Τον προέβλεψε όμως. Και του οφείλουμε να αισθανόμαστε λιγάκι άβολα όταν η ανθρώπινη συμφιλίωση, αντί να είναι ο ουτοπικός απώτερος στόχος της πολιτικής στράτευσης, προβάλλεται ως η υψιπετής, υψίνους, υπερ-πολιτική εναλλακτική σε μια εμπειρία του πολιτικού πεδίου που όσο περισσότερο προβάλλει ως απελπιστικά και αδιέξοδα παθογενής, τόσο περισσότερο θα συρρικνώνεται ως πεδίο άρθρωσης της υπόσχεσης της ελευθερίας και της ισότητας.



Ο αφορισμός της ημέρας

Το θεμέλιο της φιλοσοφίας του έρωτα είναι ο Χέγκελ, αν και ο Χέγκελ δεν φημίζεται ως φιλόσοφος του έρωτα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν θα μπορούσε παρά να υπάρξει Λακάν. Ο Λακάν πραγματώνει τη φιλοσοφία του έρωτα που θεμελίωσε ο Χέγκελ --είναι, ουσιαστικά, ήδη ο εραστής του. Η βασική φόρμουλα του εγελιανο-λακανικού έρωτα: Το Ένα δεν μπορεί να ατενίσει τον εαυτό του και συνεπώς να πραγματωθεί ως an sich και für sich παρά διαιρώντας τον εαυτό του σε Δύο. Απέναντι στη φόρμουλα αυτή, ο Χέγκελ στέκεται στην όχθη της γαλήνης της πραγμάτωσης, ο Λακάν σ' αυτή του επίπονου της διαίρεσης.

Η διαίρεση ως μοίρασμα του μη έχειν είναι η κρυφή γραμμή που ενώνει έρωτα και πολιτική: όλοι οι εραστές είναι κομμουνιστές. Για τον εαυτό τους δεν κρατούν τίποτε, παρά μόνο το γεγονός ότι δεν έχουν τίποτε να κρατήσουν για τον εαυτό τους.

Ευρωπαϊσμός ή διεθνισμός;-Σ.Κουβελάκη

Του Στάθη Κουβελάκη (αναδημοσίευση από Εποχή)

Υπάρχουν φορές που οι διαφωνίες δεν αφορούν τόσο τις απαντήσεις που δίνονται σε ένα ερώτημα αλλά το ίδιο το ερώτημα. Κάτι παρόμοιο πιστεύω ότι συμβαίνει με την περίπτωση του φίλου και συντρόφου Τάκη Μαστρογιαννόπουλου (ΤΜ) στο άρθρο του με τίτλο «Οι εθνικές και διεθνείς πλευρές της κοινωνικής ανατροπής» («Εποχή», 7 Νοεμβρίου 2010). Απαντώντας σε προηγούμενο κείμενό μου στα «Ενθέματα» («Αυγή», 10 Οκτώβρη 2010), ο ΤΜ αναφέρει ως «φλέγοντα και επίδικα ζητήματα της συγκυρίας», το «μεταβατικό πρόγραμμα, τη στάση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ», και, τέλος, το «ιδιαίτερα σημαντικό» θέμα της «σχέσης του εθνικού με το διεθνές». Και διευκρινίζει αμέσως ότι «εξάλλου με αυτό το τελευταίο θα ασχοληθώ». Μπορούμε όμως να έχουμε σήμερα, εντός της Αριστεράς, μια πολιτική, και όχι αφηρημένα ακαδημαϊκή, συζήτηση για τη σχέση του εθνικού με το διεθνές, χωρίς να δίνουμε κεντρική θέση ακριβώς σ’ αυτά τα «φλέγοντα και επίδικα ζητήματα της συγκυρίας», όπως τα χαρακτηρίζει ο ΤΜ, που είναι το χρέος, ο ρόλος της ΕΕ, η λειτουργία της ευρωζώνης;

Ας μιλήσουμε για την ιστορία...

Καταρχάς, ο ΤΜ φαίνεται να πιστεύει πως ναι, και αφιερώνει τα δύο τρίτα του κειμένου του σε μια ιστορική αναδρομή για να στηρίξει την προφανή, κατά τη γνώμη μου, θέση ότι οι επαναστατικές (αλλά και οι αντίστροφες αντεπαναστατικές) περίοδοι των νεώτερων χρόνων είχαν πάντα μια διεθνή διάσταση. Καταρχάς ευρωπαϊκή, το 19ο αιώνα, και όλο και πιο παγκόσμια τον 20ό. Έτσι, λοιπόν, γράφει ο ΤΜ, «η ανυπαρξία ευρωπαϊκού λαού, ουδόλως εμπόδισε την ευρωπαϊκή επανάσταση να εμφανιστεί, κατά περιόδους». Ούτε, μπορούμε να προσθέσουμε, η ανυπαρξία «παγκόσμιου λαού» εμπόδισε, το 1968, «ένα παλιρροϊκό κύμα»,  σύμφωνα με τα λόγια του ΤΜ,  να «συγκλονίσει όχι μόνο την Ευρώπη αλλά και τον κόσμο ολόκληρο».

Ο διεθνής χαρακτήρας των επαναστατικών δυναμικών δεν σημαίνει ότι τα υποκείμενά τους είναι ενιαία σε διεθνές επίπεδο, δηλαδή «υπερεθνικά», με την αυστηρή έννοια του όρου. Σημαίνει όμως ότι στην ταξική πάλη το εθνικό επίπεδο αρθρώνεται με το διεθνές. Η διατύπωση των Μαρξ και Ενγκελς στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» επί του θέματος είναι η γνωστή διάκριση μεταξύ «μορφής» και «περιεχομένου»: «Ο αγώνας του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αν κι όχι στο περιεχόμενο, είναι στη μορφή καταρχάς εθνικός. Το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει φυσικά πριν απ’ όλα να τελειώσει με τη δική του αστική τάξη». Και παρόλο τον προφητικό τρόπο με τον οποίο το «Μανιφέστο» αναγγέλλει την έλευση της «παγκόσμιας αγοράς», τη συνακόλουθη «εκμηδένιση των εθνικών βιομηχανιών» και την «ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών», στο καθαυτό πολιτικό επίπεδο, η εθνική «μορφή» της πάλης του προλεταριάτου κρίνεται ως καθοριστικής στρατηγικής σημασίας: «το προλεταριάτο, υποχρεωμένο καταρχάς να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, να εξυψωθεί σε εθνική τάξη, να συγκροτηθεί το ίδιο σε έθνος, είναι κι αυτό το ίδιο εθνικό, αν και καθόλου με την έννοια της αστικής τάξης».

Αν, λοιπόν, η προοπτική της επανάστασης είναι διεθνής, η επαναστατική κρίση και το κεντρικό της επίδικο, δηλαδή η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, κρίνονται σε εθνικό επίπεδο. Για να το πούμε διαφορετικά, το εθνικό επίπεδο δεν αντιπαρατίθεται αλλά αποτελεί, αντίθετα, την αναγκαία διαμεσολάβηση για την ανάπτυξη του διεθνούς περιεχομένου της ταξικής πάλης. Γι' αυτό και χωρίς όντως την παραμικρή «εθνική μονομέρεια ή στενά εθνικό προσανατολισμό», όπως ορθά επισημαίνει ο ΤΜ, οι Μαρξ και Ενγκελς είχαν συγκεκριμένες εθνικές στρατηγικές και θέσεις, αρχίζοντας από την ίδια τους τη χώρα. Στο Μανιφέστο δηλώνουν ότι «οι κομμουνιστές στρέφουν κυρίως την προσοχή τους στη Γερμανία», και θα υποστηρίξουν με πάθος, καθόλη τη διάρκεια της επανάστασης του 1848, αλλά και σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους, την εθνική ενοποίηση της Γερμανίας, το πρώτο από τα 17 αιτήματα που διατυπώνει η Ένωση των Κομμουνιστών αμέσως μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης του Μάρτη στο Βερολίνο. Εξάλλου, όταν ο επιτιθέμενος Βοναπάρτης ο Τρίτος αρχίζει το γαλλο-πρωσικό  πόλεμο του 1870, οι Μαρξ και Ενγκελς θα πάρουν το μέρος της Πρωσίας, όσο η Πρωσία βρίσκεται σε αμυντική θέση και οι εχθροπραξίες διεξάγονται στο έδαφός της. Κάτι που θα τους οδηγήσει σε (προσωρινή) διακοπή των σχέσεών τους με τους Γάλλους σοσιαλιστές, και σε μόνιμη ρήξη με τον Μπακούνιν, που ασταμάτητα τους κατηγορεί για «γερμανικό εθνικισμό» και «παγγερμανισμό».

… αλλά και για την ταμπακιέρα

Δεν νομίζω ότι υπάρχει διαφωνία σε αυτά τα σημεία με τον ΤΜ, ο οποίος εξάλλου δέχεται τον καθοριστικό ρόλο του εθνικού επιπέδου στη διαμόρφωση των ταξικών συσχετισμών, αν και εισάγει μια ισχυρή δόση απροσδιοριστίας όταν προσθέτει ότι «η εκτεταμένη καπιταλιστική διεθνοποίηση απαιτεί όλο και περισσότερο διεθνείς λύσεις». Μήπως μ’ αυτό εννοεί, όπως ας πούμε ο Τόνι Νέγκρι και οι ιδεολόγοι της ονομαζόμενης «παγκοσμιοποίησης», ότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου καταργεί το ρόλο των εθνικών κρατών; Η συζήτηση αυτή έχει, θαρρώ, ήδη γίνει και σίγουρα μπορούμε να τη συνεχίσουμε, αλλά δεν είδα να διατυπώνει κάποιο σχετικό επιχείρημα. Μήπως τότε εννοεί ότι ειδικά στην Ευρώπη, λόγω ΕΕ, έχει αρχίσει μια υπέρβαση του κράτους-έθνους; Ούτε τέτοιο επιχείρημα κατάφερα να βρω στο κείμενό του, και επιπλέον θα ερχόταν σε αντίφαση με την ιστορική του θεώρηση, που δεν διακατέχεται από παρόμοιο ευρωκεντρισμό, εφόσον τονίζει τον εντεινόμενο διεθνή και παγκόσμιο χαρακτήρα των επαναστατικών κυμάτων.

Το ερώτημα που τίθεται τότε, είναι σε τι αναφέρεται ακριβώς ο ΤΜ, όταν καταλογίζει σε «μια σειρά θεωρητικά και πολιτικά στελέχη της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς», χωρίς να τα κατονομάζει, ότι ερωτοτροπούν με το «σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα», το σταλινισμό, και τον «οικονομικό ρεαλισμό». Υποθέτω (αλλιώς γιατί να τα γράφει ως απάντηση σε κείμενό μου;) ότι αναφέρεται σε αυτά που απέφυγε επιμελώς να συζητήσει στο υπόλοιπο άρθρο του, δηλαδή στην άποψη για μονομερή στάση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ. Περιέργως, όμως, εδώ η κριτική του συγκλίνει με αυτή των αδιαμφισβήτητων εγχώριων οπαδών του σταλινισμού και του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα», που αποκρούουν μετά βδελυγμίας αυτήν πρόταση ως «διαχειριστική», «κεϊνσιανή» και «ανάχωμα» στη «λαϊκή εξουσία» που πρεσβεύουν οι ίδιοι και που θα τα λύσει όλα.

Ακόμη πιο περίεργο ίσως είναι ότι οι μοναδικές υπολογίσιμες δυνάμεις που έχουν διακηρύξει την ανάγκη της νέας διεθνούς στην οποία καταλήγει ο ΤΜ (ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι εδώ έχω προηγηθεί, όπως δείχνει η συνέντευξη που έδωσα στο «Πριν» στις 17 Σεπτέμβρη), αρχίζοντας από τη Βενεζουέλα του Τσάβες, και σύσσωμη σχεδόν τη λατινοαμερικάνικη ριζοσπαστική αριστερά, είναι πρωτοπόροι υποστηρικτές της μονομερούς στάσης πληρωμών και της ανάκτησης των εργαλείων για εθνικά ανεξάρτητη οικονομική πολιτική, προωθώντας ταυτόχρονα τη συνεργασία και την ολοκλήρωση του νότιου κώνου της ηπείρου σε αντινεοφιλελεύθερες βάσεις. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο κινείται και το διεθνές δίκτυο για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM), με επικεφαλής το στέλεχος της 4ης Διεθνούς Ερίκ Τουσέν, που θεωρεί ότι έφθασε η στιγμή για μια δημιουργική μεταφορά της λατινοαμερικάνικης εμπειρίας στην Ευρώπη. Αλλά και τάσεις του τροτσκιστικού χώρου κινούνται πλέον σ’ αυτό το πλαίσιο, όπως φαίνεται από το σημαντικό κείμενο του θεωρητικού και ηγετικού στελέχους του βρεταννικού SWP Αλεξ Καλλίνικου στο τελευταίου τεύχος του κομματικού περιοδικού International Socialism Journal1. Κάνοντας εκτενείς αναφορές στη δουλειά του Κώστα Λαπαβίτσα και στην ελληνική περίπτωση, ο Καλλίνικος επιχειρηματολογεί υπέρ της μονομερούς στάσης  πληρωμών και της εξόδου από την ευρωζώνη, αντικρούοντας λεπτομερώς την άποψη ότι τέτοια αιτήματα είναι «εθνικιστικά».

Γιατί, άραγε, όλοι αυτοί οι κατά τα άλλα αποκλίνοντες σε πλήθος θέματα αριστεροί να συγκλίνουν ακριβώς σε αυτήν την ατζέντα; Ίσως γιατί καταλαβαίνουν κάτι που ένα κομμάτι της ελληνικής αριστεράς αρνείται με επιμονή να δει: ότι η ΕΕ και η ευρωζώνη είναι μηχανισμοί στυγνής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας των ισχυρών επί των πιο αδύναμων. Ότι, κατά συνέπεια, η ρήξη μ’ αυτούς αποτελεί ταυτόχρονα αναγκαίο στοιχείο της αριστερής εθνικής στρατηγικής και διεθνιστικό καθήκον. Ή ευρωπαϊσμός ή διεθνισμός, η ελληνική ριζοσπαστική αριστερά καλείται όλο και πιο πιεστικά να επιλέξει.

Σημείωση:
1. Βλέπε
http://www.isj.org.uk/index.php4?id=678&issue=128

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Ο αυτοδημιούργητος ρέμπελ Κ. Μπακογιάννης, ή μια σοβαρή συνέντευξη για σοβαρούς ανθρώπους σε σοβαρή εφημερίδα

Την περασμένη Κυριακή, το Βήμα δημοσίευσε την αποκαλυπτική συνέντευξη ενός αυτοδημιούργητου άνδρα· ενός άνδρα που εκπροσωπεί το νέο πολιτικό ήθος στη χώρα μας. Του Κώστα Μπακογιάννη, δημάρχου Καρπενησίου, που κατά διαβολική σύμπτωση τυχαίνει να είναι ο δήμος του βουλευτή του δολοφονηθέντος βουλευτή πατρός του και δήμος πλείστων όσων δραστηριοτήτων της συμπαθεστάτης μητρός του, Ντόρας, θυγατέρας ενός εκ των συμπαθέστερων, λιγότερο διαπλεκόμενων πολιτικών της χώρας μας, του κοσμαγάπητου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Διαβάζω λοιπόν:
«Η ΕΛΛΑΔΑ χρειάζεται να έχει κυβερνήσεις-καμικάζι έτοιμες να αυτοκτονήσουν για να σωθεί η χώρα» δηλώνει ο Κώστας Μπακογιάννης, απόφοιτος του Χάρβαρντ, 32 ετών, νεοεκλεγείς, με ποσοστό 54,3%, Δήμαρχος Καρπενησίου.
Μαθαίνω έτσι ότι στη λίγκα του κισσού, και συγκεκριμένα στο Χάρβαρντ, ο ορισμός της λέξεως "καμικάζι" διαφέρει τα μάλα από αυτόν που έχει η πλέμπα. Διότι σύμφωνα με τα ρηθέντα του Κώστα Μπακογιάννη, "καμικάζι" είναι κάποιος που προστάζει ότι πρέπει να θυσιαστούν οι άλλοι (στον βωμό του Μνημονίου, βέβαια), όντας ο ίδιος γόνος ενός σογιού που δεν πεθαίνει με τίποτα, μιας και έχει τις θαυμαστές εκείνες ιδιότητες των βρυκολάκων να συνεχίζουν να εκλέγ..., ε, να ανασταίνονται μετά από δεκάδες και γνωστές τoις πάσι ατιμώσεις, μειοδοσίες και οικονομικά σκάνδαλα. Τόσο μάλιστα έχει ενστερνιστεί την αυτοθυσιαστική ηθική των ιαπώνων καμικάζι ο Κώστας Μπακογιάννης που συμπληρώνει λίγο αργότερα:
Το μόνο πράγμα που δήλωσα μόλις έμαθα τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών στο Καρπενήσι ήταν ότι θα είμαι και πάλι υποψήφιος δήμαρχος Καρπενησίου έπειτα από 3,5 χρόνια, που θα έχουμε και πάλι δημοτικές εκλογές.
Για ποιο όμως λόγο θεωρεί τόσο σημαντικό ο αυτοδημιούργητος άνδρας να είναι ο πολιτικός τύπος καμικάζι που επιβιώνει αυτοκτονώντας τους άλλους; Διότι νιώθει απολύτως ενσυνείδητος για την εχθρότητά του προς το παλαιοκομματικό σύστημα, εκείνο ξέρετε που στηρίζεται στην οικογενειοκρατία και τις πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους (του στυλ ας πούμε μαζικών διορισμών ως μέσων εξαγοράς ψήφου):
Επειτα από ένα ξέσπασμα για τις παλαιοκομματικές μεθόδους των «Μαυρογιαλούρων» πολιτικών όλων των κομματικών αποχρώσεων που «έφεραν τη χώρα σε αυτά τα χάλια», ο νεαρός δήμαρχος Καρπενησίου δηλώνει ότι προτιμά για τις μετακινήσεις του ένα Saab (όταν βρίσκεται στο Καρπενήσι) και ένα κίτρινο παπάκι (όταν βρίσκεται στην Αθήνα)...
Ο ακάματος αυτός εχθρός του παλαιοκομματικού κατεστημένου, είναι μεν άνθρωπος νηφάλιος και με εκλεπτυσμένο γούστο στις μετακινήσεις του (σκανδιναβική πολυτέλεια + οικολογικές ανησυχίες), παθιάζεται όμως κάθε φορά που ακούει για ρουσφέτι και θέλει να αλλάξει δραστικά το πολιτικό σκηνικό ώστε να συμβαδίζει καλύτερα με την νέα, μη μισαλλόδοξη, ανοιχτή και ανεκτική κοινωνία μας:
Το πολιτικό μας σύστημα αποδεικνύεται πολύ κατώτερο των περιστάσεων. Δεν είναι δυνατόν να αλλάζουν η κοινωνία και η πολιτική και να παραμένουν ίδια τα πολιτικά συστήματα» λέει και επιτίθεται με σφοδρότητα εναντίον του παλαιοκομματισμού, της μισαλλοδοξίας και του κομματικού φανατισμού «που εξέθρεψε το ρουσφέτι, την εσωστρέφεια, τον φόβο και όχι την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο».
Ενδεικτικό στοιχείο του νέου του πολιτικού ήθους είναι η ειλικρίνεια με την οποία ομολογεί τον θαυμασμό του για έναν από τους επιφανέστερους καμικάζι σύμφωνα με την ορολογία της λίγκας του κισσού, αν και αυτός βρίσκεται σε πολιτικό στρατόπεδο που παρασάγγας απέχει από αυτό που υπηρετεί ο Κώστας Μπακογιάννης:
Προχωρώντας ακόμη πιο βαθιά στην πολιτική, κρίνει και την κυβέρνηση του ΠαΣοΚ, την οποία χαρακτηρίζει «διστακτική, απρόθυμη, αναποφάσιστη» , πλην όμως έχει να πει καλά λόγια για τον πρωθυπουργό κ. Γ. Παπανδρέου : «Τον είχα γνωρίσει σε μια ομιλία του στο Χάρβαρντ. Μου είναι εξαιρετικά συμπαθής. Νομίζω ότι προσπαθεί. Με έχει πείσει για την ανιδιοτέλεια των προσπαθειών του».
Θαυμαστής της αποφασιστικότητας ως τέτοιας, ανεξαρτήτως περιεχομένου της απόφασης (δεν γίνεται καμμιά αναφορά στο ως προς τι η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ κρίνεται "διστακτική, απρόθυμη, αναποφάσιστη", αλλά εντάξει, καταλαβαίνουμε, τανκς δεν έχουν βγει ακόμα είναι η αλήθεια), ο αυτοδημιούργητος άνδρας βρίσκει παρ' όλα αυτά το μεγαλείο ψυχής να χαιρετίσει το αυτοθυσιαστικό πνεύμα του αντιπάλου. Σε αυτόν τον εξυψωμένο χώρο της ηθικής, όταν η ανιδιοτέλεια συναντά την ανιδιοτέλεια, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Μεταξύ καμικάζι συννενόησις που λένε και στο Χάρβαρντ.

Ο αυτοδημιούργητος Κώστας Μπακογιάννης δεν θα ήταν βέβαια αυτοδημιούργητος αν δεν ήταν και απόλυτα αντισυμβατικός. Διαβάστε πώς κέρδισε στις εκλογές και πείτε του Μπουτάρη ότι παραείναι old-fashioned για τις ρηξικέλευθες ιδέες της νέας γενιάς:
Τον Δήμο Καρπενησίου τον κέρδισε, όπως λέει, με «ανορθόδοξο τρόπο». Πήρε όλα τα εγχειρίδια πολιτικής και τα πέταξε στο καλάθι των αχρήστων.
Παρατηρήσεις του στυλ ότι η φράση "ανορθόδοξος τρόπος" είναι αμφίσημη με ενδιαφέροντες τρόπους, ή ότι το να πετάς τα εγχειρίδια της πολιτικής στα σκουπίδια όταν την μαμά σου τη λένε Ντόρα και τον νομό σου Ευρυτανία ισοδυναμεί με το να κάνεις κοπάνες απ' το Business School όταν την επιχείρηση που θα διοικήσεις την έχει ο μπαμπάς σου, ελέγχονται ως κακεντρεχείς και εχθρικές ως προς το πολιτικό ήθος της μετα-μετα-πολιτευτικής γενιάς.

Ο αυτοδημιούργητος 32 χρονος είναι μάλιστα ιδιαίτερα ευαίσθητος σε τέτοιου είδους κανεντρέχειες:
Το όνομά του και το γεγονός ότι προέρχεται από πολιτική οικογένεια έπαιξαν ρόλο στην εκλογή του; «Αλλο αναγνωρισιμότητα και άλλο αναγνώριση» απαντά, λέγοντας ότι γύρισε όλα τα σπίτια, έδωσε περισσότερες από 18.000 χειραψίες και ήταν ο μοναδικός από τέσσερις υποψηφίους που είχε καταθέσει ολοκληρωμένο και κοστολογημένο πρόγραμμα. Κυρίως, όμως, επιτέθηκε εναντίον του πολιτικού συστήματος που επικρατεί στην Ευρυτανία.
Έτσι μαθαίνουμε όχι μόνο ότι ο αυτοδημιούργητος έχει το σπάνιο στην πολιτική προσόν να μετράει κάθε χειραψία που δίνει (σε κομπιουτεράκι χειρός;)  αλλά και ότι έχει κάνει πολιτική καρριέρα υπερνικώντας το Οιδιπόδειο εκείνο σύμπλεγμα που τον ωθεί να καταφέρεται "εναντίον του πολιτικού συστήματος που επικρατεί στην Ευρυτανία." Μπακογιάννης vs Μπακογιάννη όπως λέγαμε Kramer vs Kramer ένα πράμα.

Τόσο αποφασισμένος είναι ο αυτοδημιούργητος να είναι αυτοδημιούργητος, που έκοψε την καλημέρα στη μαμά του και τον παππού του, να το ξέρετε:
Αν και η μητέρα του κυρία Ντόρα Μπακογιάννη διετέλεσε δήμαρχος Αθηναίων,ο νεαρός δήμαρχος Καρπενησίου απέφυγε να της ζητήσει συμβουλές για το πώς θα διεξαγάγει τον προεκλογικό του αγώνα και κυρίως για το πώς θα διαχειρισθεί τα προβλήματα του δήμου. «Οταν συζήτησα μαζί της την απόφασή μου να θέσω υποψηφιότητα ως δήμαρχος Καρπενησίου,το μόνο που μου είπε ήταν “να είσαι έτοιμος να κερδίσεις, αλλά και να χάσεις. Κυρίως όμως να μην κάνεις κανέναν συμβιβασμό που δεν αντέχεις”». Ο κ. Μπακογιάννης όμως ζήτησε και δεύτερη γνώμη, αυτήν του παππού του,του πρώην Πρωθυπουργού. Του είπε, λοιπόν, ο κ. Μητσοτάκης: «Εφόσον το αγαπάς,κάν΄ το». Δεν είπε τίποτε άλλο,αλλά πιστεύω ότι χάρηκε με την εκλογή μου.
(Εδώ ο γράφων δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ ζήλειας για την ανοιχτότητα στο ενδεχομενικό που χαρακτηρίζει την οικογένεια Μητσοτάκη, αλλά και μια στιγμή αμφιβολίας για το πώς γίνεται αυτή η ρημάδα η ενδεχομενικότητα να την έχει μονίμως στον αφρό εδώ και 99 περίπου χρόνια).

Βέβαια, ο αυτοδημιούργητος Κώστας Μπακογιάννης μπορεί να είναι ρέμπελος στο φουλ (Saab λέμε, όχι BMW και μέινστριμ αηδίες), πλην όμως δεν παύει να είναι σόφρων εκεί που επιβάλλεται:
Ως πολίτης, όμως, προτίθεται να ενταχθεί πάραυτα στο επερχόμενο κόμμα που θα ιδρύσει η μητέρα του, η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη: «Και βέβαια θα δηλώσω παρών σε μια τέτοια προσπάθεια. Θα κάνει κόμμα η μητέρα μου και εγώ θα μείνω απέξω;»
Έλα μου ντε; 

Αυτά τα συγκλονιστικά έμαθα δίνοντας ευρώπουλα 7 και 70 εδώ στην Κύπρο για το Βήμα την περασμένη Κυριακή και είπα να τα μοιραστώ. Για όσους απορούν με τον μαζοχισμό μου: Είχε το Μανχάταν του Γούντι Άλλεν την περασμένη Κυριακή η εφημερίδα.

Ο αφορισμός της ημέρας ΙΙ

Η σκέψη ενάντια στη βαρβαρότητα δεν μπορεί να είναι σκέψη που εξακολουθεί τον πολιτισμένο δρόμο της ωσάν να μην αντιλαμβάνεται τη βαρβαρότητα που την περιβάλλει όλο και πιο ασφυκτικά. Μια τέτοια σκέψη δεν μπορεί να είναι παρά άλλοθι της ίδιας της βαρβαρότητας, μέσο νομιμοποίησης της δήθεν ανεκτικότητάς της. Η σκέψη ενάντια στη βαρβαρότητα είναι σκέψη που στρέφεται ενσυνείδητα ενάντια σ' αυτό που είναι βάρβαρο. Και αυτό προαπαιτεί πρώτα από όλα τη συνειδητοποίηση ότι η βαρβαρότητα δεν είναι κάποιου είδους παρέκκλιση από την εξελικτική πορεία του πολιτισμού. Η βαρβαρότητα, αντιθέτως, είναι πάντα η έκφραση της άρνησης του πολιτισμού από τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι το όνομα της αποτυχίας του να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του.

Το δεύτερο προαπαιτούμενο της σκέψης ενάντια στη βαρβαρότητα είναι η ταυτοποίηση των πιο τετριμμένων, σιωπηρών, "ιδιωτικών" πλευρών της. Το να τελεί κάποιος που εργάζεται εν αγωνία για το αν θα μπορεί αύριο να συνεχίσει να πληρώσει το ενοίκιο του ή το σχολείο του παιδιού του είναι ήδη η πεμπτουσία της κοινωνικής βαρβαρότητας, της μετατροπής της κοινωνίας σε μηχανισμό αναίτιας και άδικης συντριβής του δικαιώματος στη ζωή των μελών της. Κάθε σκέψη που δεν εξεγείρεται παθιασμένα ενάντια στην προφάνεια --και, παραδόξως-- το τελικά απαρατήρητο αυτής της συντριβής, είναι ήδη βάρβαρη.

Δημήτρης Μπελαντής-Ο νέος πολιτισμός του μνημονίου

Από το Red Notebook.

Καταγράφεται το τελευταίο διάστημα, και ιδίως μετά το δεύτερο γύρο των Δημοτικών Εκλογών, μια τάση που θεωρεί τους Γ. Καμίνη και Γ. Μπουτάρη ως φορείς ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού πολιτισμού. Αυτή η τάση αντιστοιχεί σ’ ένα βασικό ιδεολογικό επιχείρημα της –κατά Στρως Καν αριστερής– εκσυγχρονιστικής εξουσίας, η οποία ανασυντάσσεται ως προς τις συμμαχίες και την στρατηγική της εν όψει σοβαρών διαχειριστικών δυσκολιών. Στην ανασύνταξη αυτή υποβοηθείται έντονα από μερίδες ιδεολογικής αποστασίας και σοσιαλφιλελευθεροποίησης της Αριστεράς –και όχι βεβαίως γνήσιου σοσιαλδημοκρατισμού–, όπως η σοσιαλφιλελεύθερη ομάδα Κουβέλη.

Τα αναδυόμενα πρότυπα του «νέου κοινωνικού πολιτισμού» είναι ακριβώς αυτοί που θέτουν στο περιθώριο της συζήτησης τις κοινωνικές συνέπειες του Μνημονίου και τη βαρβαρότητα και αναλγησία που η κυρίαρχη πολιτική αποπνέει. Ως πολιτική εννοείται από τους ίδιους η στροφή στο «μερικό», στα επιμέρους «δικαιώματα», στις επιμέρους τοπικές και δημοτικές πρωτοβουλίες κλπ. Κάθε συζήτηση για την κεντρική πολιτική νοείται ως κομματικοποίηση και υπέρβαση των τοπικών κοινωνιών. Πρόκειται, καθώς φαίνεται, για τις απολήξεις του αείμνηστου σημιτικού λόγου (discourse) περί «εξάπλωσης των δικαιωμάτων προς τα κάτω» (1996), μαζί βεβαίως με την εκδίπλωση του νεοφιλελευθερισμού εκ των άνω.

Σε πείσμα, ωστόσο, αυτής της επιεικώς υποκριτικής στάσης, μόνον η σύνδεση των τοπικών και μερικών ζητημάτων με την κεντρική διαχωριστική γραμμή της κοινωνίας σήμερα (άρνηση ή αποδοχή του Μνημονίου) μπορεί να επιτρέψει την άρθρωση μιας αξόπιστης πολιτικής –ακόμη και μιας αστικής αξιόπιστης πολιτικής-, τόσο γενικά όσο και τοπικά.

Κοντά στα παραπάνω, η περίπτωση του –συμπαθούς, κατά τα άλλα– Γ. Καμίνη, όσο και αυτή του –αδιάφορου, κατά τα άλλα– Γ. Μπουτάρη, σε καμία περίπτωση δεν συμπίπτoυν με ανθρώπους που βγήκαν από φυσικές πρωτοπορίες των μαζικών κοινωνικών κινημάτων, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι σειρήνες της Κεντροαριστεράς.

Ο Γ. Καμίνης ηγείτο ενός συγκεκριμένου και ιδεολογικά νοηματοδοτημένου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος διαδραματίζει μια βασική λειτουργία στη σύγχρονη νομιμοποιητική λειτουργία του αστικού μεταδημοκρατικού κράτους: προσπαθεί –μάλλον ανεπιτυχώς– να απαντήσει στην οξυμένη κρίση νομιμοποίησης της εκτελεστικής εξουσίας. Η αποτυχία του έγκειται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η βαθιά αποδημοκρατικοποίηση του αστικού κράτους εσφαλμένα οφείλεται στην απουσία σεβασμού των «δικαιωμάτων», και μάλιστα με τρόπο απολύτως εξατομικευτικό και αποκοινωνικοποιημένο, κατά παραγνώριση της πλήρους παρακμής του «δημόσιου χώρου». Πέρα από επιμέρους θετικά αποτελέσματα που έχει αυτός ο μηχανισμός στην υλική προστασία των ατομικών –κυρίως– δικαιωμάτων, η κυρίως λειτουργία του είναι πλευρά μιας κρατικής στρατηγικής και όχι άθροισμα πρωτοβουλιών από «ανθρώπους καλής πρόθεσης». Μπορεί, μάλιστα, να ειπωθεί ότι αυτή η λειτουργία, καθώς εξατομικεύει τα κοινωνικά προβλήματα και δίνει έμφαση στο άτομο ως «δικαιούχο»/«φορέα δικαιωμάτων», εκτός του ότι δεν μπορεί να απαντήσει στις βασικές εστίες απειλής κατά των συλλογικών δικαιωμάτων σήμερα (διότι τότε δεν θα ήταν ουδέτερη διοίκηση, αλλά θα πολιτικοποιείτο…), συμβάλλει σε μια βιοπολιτική καταγραφή και εξουσίαση πάνω στα ανθρώπινα σώματα, που στη μεταδημοκρατία αποβάλλουν σιγά-σιγά την ιδιότητα του «πολίτη», καθώς και άλλες ιδιότητες που κληροδοτησε ο Διαφωτισμός· ας θυμηθούμε, μεταξύ άλλων, και την κατά Καμίνη «λελογισμένη χρήση των δακρυγόνων».

Η αναβάθμιση, λοιπόν, του λόγου περί «δικαιωμάτων» από το ΠΑΣΟΚ και τους παροικούντες την πράσινη Ιερουσαλήμ, συμπίπτει απολύτως και είναι παραπληρωματική προς α) την δημοκρατία της αποχής και β) την εξατομίκευση των κοινωνικών σωμάτων. Η κοινή φωτογράφιση Καμίνη και πρωθυπουργού είναι κάτι παραπάνω από συμβολική– ιδίως αν δεν ξεχάσουμε τη βιασύνη του Πρωθυπουργού μετά τις εκλογές του 2009 να τον καλέσει στο υπουργικό συμβούλιο...

Η περίπτωση του Μπουτάρη είναι πιο εύκολη στην πραγμάτευσή της. Ο Μπουτάρης είναι ο «αυτοδημιούργητος και επιτυχημένος καπιταλιστής», ο περιβαλλοντικά ευαίσθητος –που όμως αξιοποιεί και επιχειρηματικά τα προγράμματα περιβαλλοντικής προστασίας. Είναι ο διανοούμενος αστός. Για τους ταξικά αποκλεισμένους –τον «λαό της Αριστεράς»–, το συγκεκριμένο μοντέλο είναι, ανάμεσα σε άλλα, και αποπροσανατολιστικό: το κυρίαρχο υπόδειγμα του αστού σήμερα είναι ο κρατικοδίαιτος, ο κοινωνικά ανάλγητος και ο πνευματικά ψοφοδεής. Το «ιδιοφυές» του επιχειρηματία και η «καινοτομία» που πλασάρει ο νέος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, εξάλλου, δεν είναι όψεις του «αριστερού λόγου», αλλά αραβουργήματα του μεταμοντέρνου μωσαϊκού.

Εκτός από ευαίσθητος αστός, όμως, ο Μπουτάρης σκιαγραφείται και ως «άνθρωπος» κριτικός στην εξουσία, αρνητής του συγκεντρωτικού κράτους. Τόσο κριτικός, που το πρώτο βήμα που κάνει, είναι να συμφιλιωθεί με τον Άνθιμο. Τόσο άνθρωπος των κινημάτων, που ουδέποτε –πέρα από την ιδιωτικά επωφελή «πράσινη ανάπτυξη– έχει αρθρώσει κριτικό λόγο στη μαζική χειραγώγηση και καταστολή των «μειοψηφιών» από το αστικό κράτος.

«Μα», θα μου πείτε, «προτιμάς το παρακράτος του Κακλαμάνη και της ‘σκοτεινής Θεσσαλονίκης’;». Και βέβαια όχι. Απλώς γνωρίζω ότι μόνο η ανάδυση στιβαρών ταξικών και κοινωνικών κινημάτων θα σημάνει το πραγματικό τέλος αυτού του παρακράτους. Ως τότε, ο εξατομικευτικός λόγος περί «δικαιωμάτων» και η φιγούρα του «αστού με ανθρώπινο πρόσωπο» θα είναι η άλλη όψη του κρατισμού και του αντιλαϊκού κοινωνικού οδοστρωτήρα.

Αφορισμός της ημέρας

Ο κόσμος όπως είναι είναι κάτι το οποίο όσο περισσότερο αγαπάς τόσο περισσότερο οφείλεις να εχθρεύεσαι, και που όσο περισσότερο θέλεις να παρηγορήσεις τόσο λιγότερο οφείλεις να παρηγορείς.

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Morningbellagainandagainandagain







Ο αφορισμός της ημέρας

Δεν είναι ότι πήγες αριστερότερα. Είναι ότι αυτοί απ' τους οποίους όλο και απομακρύνεσαι δεν σταματούν να πηγαίνουν δεξιότερα. Η κρίση δεν σε ριζοσπαστικοποιεί ενεργητικά, σπρώχνοντάς σε πιο ακραιφνείς, πιο τολμηρές ιδέες. Σε ριζοσπαστικοποιεί παθητικά, κάνοντας τις ιδέες που είχες πριν όλο και λιγότερο αποδεκτές από την υπό διαμόρφωση κατανομή εφικτών πολιτικών θέσεων. Αυτό είναι ήδη μια ήττα χωρίς αμφιβολία: βρίσκεσαι, θέλοντας και μη, σε θέση άμυνας· αυτοδιορίζεσαι θεματοφύλακας αυτού που κινδυνεύει, όπως πάντα, να απαλειφθεί όχι απλώς από τη ζωή αλλά και από την ίδια τη μνήμη των ανθρώπων. Αλλά ποιος θέλει να νικήσει όταν νικά μόνο ο ντροπιαστικός συμβιβασμός με το ψέμμα; 

Theodor Adorno και Max Horkeimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (πέμπτο μέρος)

5. Η ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ
15 Μάρτη, πμ

Χορκχάιμερ: Οι αστοί δεν κατορθώνουν απόλυτα να γίνουν φεουδάρχες· δημιουργούν την δική τους αριστοκρατία με την εργασία τους. Θεωρώ ότι οι άνθρωποι μπορούν να ξεπεράσουν κάτι μόνο όταν έχουν πλήρως παραδοθεί σ’ αυτό ιδεολογικά. Αυτό εξηγεί τους ύμνους στην εργασία και το γεγονός ότι ο κόσμος έχει τόσο πάθος με την οδήγηση μοτοσυκλέτας. Οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εργάτες.
Αντόρνο: Νιώθουν ότι η ίδια η αποκρυσταλλωμένη εργασιακή τους δύναμη βρίσκεται στη διάθεσή τους. Απόλαυση όταν οδηγείς μοτοσυκλέτα: κάν’ το μόνο σου, το να κινείσαι γρήγορα.
Χ.: Η ταχύτητα είναι μια όψη της εργασίας, το να επιταχύνεις τη διαδικασία.
A.: Η απόλαυση της ταχύτητας είναι υποκατάστατο για την απόλαυση της εργασίας.
Χ.: Εργασία στις φυλακές. Όταν η εργασία χρησιμοποιείται ως τιμωρία είναι δύσκολο να την εμποδίσεις απ’ το να γίνει απόλαυση σε πείσμα του οτιδήποτε. Πρέπει να την κάνεις όσο δυσάρεστη γίνεται.
Α.: Όσο πιο περιττή γίνεται μια εργασία, τόσο χειρότερη γίνεται, τόσο καταντά ιδεολογία.
Χ.: Και τόσο πιο πολύ εφαρμόζεται στρεβλά. Η εργασία σήμερα δεν είναι περιττή εφόσον ο κόσμος πεινά ακόμα. Η εργασία είναι διαστροφική. Αυτοματισμός. Θα πρέπει να προσπαθούμε περισσότερο να βοηθούμε τους άλλους, να εξάγουμε τα σωστά αγαθά στους σωστούς ανθρώπους, να αναζητούμε θεραπείες για τους ασθενείς. Στις μέρες μας υπάρχει μια ψευδής κατάργηση της δουλειάς.
Α.: Καταντά να είναι η παραγωγή για χάρη της παραγωγής.
Χ.: Δεν με ενδιαφέρει στο παραμικρό να στέλνω διαστημόπλοια στο φεγγάρι.
Α.: Δεν υπάρχει τίποτε ιερό στην τεχνολογία.
Χ.: Ο Μαρξ ήδη είχε την ιδέα ότι σε μια ψευδή κοινωνία η τεχνολογία αναπτύσσεται λανθασμένα.
Α.: Υπάρχουν ατελείωτα πεδία όπου θα μπορούσε η τεχνολογία να εφαρμοστεί σωστά. Τα αγαθά που είναι διαθέσιμα στις μέρες μας είναι ένα είδος ψευδο-καταναλωτικών αγαθών. Η ανταλλακτική αξία αντικαθιστά την χρηστική.
Χ.: Οι διαφημίσεις αρέσουν στον κόσμο. Κάνει αυτό που του λένε οι διαφημίσεις και το ξέρει πως αυτό κάνει. Αμερικάνικα περιοδικά και κόμικ.
Α.: Αν έλεγα στον πατέρα μου ότι η μαζική κουλτούρα είναι ψευδής, θα έλεγε: μα την απολαμβάνω. Η αποκήρυξη της ουτοπίας σημαίνει το να αποφασίζεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπέρ ενός πράγματος αν και ξέρεις εντελώς ξεκάθαρα ότι είναι απάτη. Εκεί βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος.
Χ.: Γιατί η δύναμη που χρειάζεται για να κάνεις το σωστό κρατιέται με λουρί. Αν διατυπώνουμε τα θέματα καθώς μιλάμε, ακούγονται όλα υπερβολικά εριστικά. Ο κόσμος μπορεί να πει ότι οι απόψεις μας είναι μόνο λόγια, ότι είναι απλώς οι δικές μας αντιλήψεις. Σε ποιον να τα πούμε αυτά τα πράγματα;
A.: Δεν προτείνουμε κανένα συγκεκριμένο τρόπο δράσης. Αυτό που θέλουμε είναι αυτοί που διαβάζουν όσα γράφουμε να νιώθουν να πέφτουν οι παρωπίδες απ’ τα μάτια τους.
Χ.: Ο κόσμος θα πει, ε, αυτοί είναι απλώς φιλόσοφοι που μιλάνε. Αλλιώς, πρέπει να είσαι σαν τον Χάιντεγκερ και να μιλάς σαν μαντείο. Πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα θεωρίας και πρακτικής με το ύφος μας. Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι ο κόσμος δεν θα λέει απλώς “Θεέ μου, αυτά που λένε κάνουν τα πάντα να ακούγονται πολύ άσχημα, αλλά δεν το εννοούν στα αλήθεια έτσι, ακόμα και όταν φωνάζουν και βρίζουν.” Όλα αυτά συνδέονται με το ότι δεν υπάρχει πλέον κόμμα.
Α.: Δεν βλέπω διέξοδο, εκτός απ’ το να κάνουμε αυτούς τους προβληματισμούς ρητούς. Υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος γραφής που προσβάλλει συγκεκριμένα ταμπού. Πρέπει να βρεις το σημείο που πληγώνει. Να προσβάλλεις σεξουαλικά ταμπού.
Χ.: Μαρκούζε, πρόσεχε.
Α.: Ο εστιασμός στην γενετήσια ζώνη [genitality] έχει ένα στοιχείο εχθρικότητας προς την απόλαυση.
Χ.: Εγώ νομίζω το αντίθετο. Όσο πιο ανυπόμονος είναι κάποιος να σπάσει το ταμπού, τόσο πιο αβλαβές είναι. Όσο πιο συγκεκριμένα στοχεύεις, τόσο πιο ισχυρό το αποτέλεσμα.. Γίνε μέλος της Ένωσης Χριστιανοδημοκρατών, αλλά κάνε το εφικτό αυτό και για τους αποστάτες. Πρέπει να είναι κάποιος πολύ γειωμένος, μετρημένος και προσεκτικός ώστε να μη δημιουργείται η εντύπωση ότι το ένα ή το άλλο είναι εκτός πραγματικότητας. Πρέπει να υλοποιήσουμε την απώλεια του κόμματος λέγοντας, στην ουσία, ότι είμαστε στην ίδια κατάσταση με πριν αλλά ότι παίζουμε το σκοπό με τον τρόπο που πρέπει να παιχτεί σήμερα.
Α.: Υπάρχει κάτι σαγηνευτικό στην ιδέα —αλλά ποιος είναι ο σκοπός;
X.: Αν μπορούσαμε μόνο να πούμε ότι μαχόμαστε στα μετόπισθεν. Θα μπορούσαμε ίσως να επισημάνουμε ότι οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμα επίγνωση ότι κατευθύνονται προς μια κατάσταση σε σύγκριση με την οποία ο ναζισμός ήταν μια σχετικά χαμηλών τόνων υπόθεση. Αν λέγαμε στους σοσιαλδημοκράτες σήμεα ότι πρέπει να γίνουν κομμουνιστές, αυτό θα ήταν αρκετά άκακο. Αλλά αν τους λέγαμε ότι πρόδωσαν τα αστικά ιδεώδη, αυτό θα έπαυε να είναι άκακο, γιατί οι σοσιαλδημοκράτες εκπροσωπούν την καλή συνείδηση του κόσμου μας. Δεν θέλουμε να λέει ο κόσμος ότι γραπτά μας είναι τόσο φρικτά ριζοσπαστικά. Όποιος δεν δουλεύει δεν πρέπει να επιτρέπεται να τρώει —αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να επιτεθούμε στους σοσιαλδημοκράτες. Δεν πρέπει να λέμε “δεν θέλατε την δικτατορία του προλεαριάτου" αλλά “προδώσατε την ανθρωπότητα”. Το να προφέρεις απλώς τις λέξεις “δικτατορία του προλεταριάτου” είναι πράξη συμμαχίας με τον Κάρλο Σμιντ και τον Μάο Τσετούγκ.
Α.: Nomina sunt odiosa, τα ονόματα πονάνε.
Χ.: Η ριζοσπαστικότητα της διατύπωσης αφαιρεί από την πρόταση την ριζοσπαστικότητά της.

Σημείωση
[12] Κάρλο Σμιντ (1896-1976): Ηγετικό στέλεχος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.

Εικόνα: Καρέ από την ταινία "Godspeed you! Βlack emperor" του Mitsuo Yanagimachi (1976).

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Theodor Adorno και Max Horkeimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (τέταρτο μέρος)

4. Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ
13 Μάρτη, πμ

Χορκχάιμερ: Δεν νομίζω ότι τα πράγματα θα καταλήξουν καλά, αλλά η ιδέα ότι μπορεί και να καταλήξουν καλά είναι κρίσιμης σημασίας.
Αντόρνο: Αυτό συνδέεται με την λογική. Οι άνθρωποι κάνουν πράγματα με πολύ χειρότερο τρόπο από ότι τα ζώα, αλλά η ιδέα ότι τα πράγματα θα μπορούσε να είναι διαφορετικά πέρασε μόνο απ' τον ανθρώπινο νου.
Χ.: Από ανθρώπους ατομικά, όχι την ανθρωπότητα.
Α.: Δεν είναι τυχαίο αυτό; Αυτό που είναι ζωτικό είναι ότι το είδος συγκροτείται με τέτοιο τρόπο ώστε να προωθεί την ιδέα της μονιμότητας, και αυτό το οδηγεί στην περαιτέρω ιδέα ότι η βία δεν είναι απαραίτητη. Όταν αρχίζεις να στοχάζεσαι το μοτίφ της αυτοσυντήρησης, πρέπει απαραίτητα να προχωρήσεις πέρα από αυτό, γιατί σύντομα συνειδητοποιείς ότι η χωρίς αναστολές αυτοσυντήρηρηση καταλήγει πάντα σε καταστροφή.
Χ.: Το βρίσκω αποκρουστικό όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μόνο αν όλοι συμφωνούσαν θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι σημαντικό. Στην πραγματικότητα το σύνολο της φύσης θα πρεπε να τρέμει με τη σκέψη. Η αλήθεια είναι αντιθέτως ότι τα πράγματα θα πάνε καλά μόνο εφόσον ο ένας κρατά τον άλλο υπό έλεγχο.
A.: Αυτό θα ίσχυε για την αδερφότητα ανάμεσα στους ηγέτες, το παγκόσμιο μονοπώλιο. Θα ήταν καλύτερα αν το κατόρθωναν οι λαοί.
Χ.: Αυτό θα ήταν εξίσου κακό. Κάθε γενιά πρέπει να εκπολιτίζεται εξ αρχής.
Α.: Δεν το πιστεύω απόλυτα αυτό. Πιστεύω ότι υπάρχει μια είδους προοδευτική διαδικασία ανώτερης διαφοροποίησης. Οι άνθρωποι γίνονται Κρούστσεφ μόνο επειδή τους χτυπούν κατακέφαλα.
Χ.: Αυτή ακριβώς είναι η θέση του Χέρμπερτ Μαρκούζε.
Α.: Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι κακοί όταν έρχονται στον κόσμο.
Χ.: Δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί. Απλώς θέλουν να επιβιώσουν.
Α.: Δεν είναι και τόσο κακοί εκ φύσεως.
Χ.: Ο τρόπος με τον οποίο έχει τεθεί ως τώρα αυτό είναι μια προκατάληψη. Η προκατάληψη είναι πάντα η πίστη στο κακό. Δεν πρόκειται οι άνθρωποι να καταλάβουν ο ένας τον άλλο και όλα να είναι ειδυλλιακά. Αλλά θα πρέπει να διασώσουμε την ιδέα που εκφράζεις εδώ.
Α.: Δεν είναι αυτό που οι άνθρωποι κάνουν στη φύση μια προβολή αυτού που κάνουν ο ένας στον άλλο; Να χτυπούν τον εξωτερικό κόσμο επειδή πάντοτε νιώθουν εξευτελισμένοι;
X.: Είναι πιθανό. Η ανημπόρια αυτής της ιδέας συνδέεται με το γεγονός ότι ως τώρα έχει διατυπωθεί άσχημα. Ίσως είναι απαραίτητο να δωθεί συνειδητή έκφραση σε ένα λάθος στο οποίο πιστεύει κάποιος. Όπως είπε ο Καντ: πρέπει κάποιος να πιστεύει, ενάντια στη λογική του. [11]
Α.: Οι απόπειρες διαμεσολάβησης στα γραπτά του είναι πολύ τεχνητές.
Χ.: Το ερώτημά μας είναι, για ποιου συμφέρον γράφουμε, τώρα που δεν υπάρχει πια κόμμα και που η επανάσταση έγινε τόσο απίθανη προοπτική; Η απάντησή μου θα ήταν ότι θα πρέπει να μετρήσουμε το παν με βάση την ιδέα ότι όλα θα έπρεπε να είναι καλά. Πιθανότατα, θα είναι αδύνατο να κάνουμε οτιδήποτε άλλο. Συνδέεται όλο αυτό με τη γλώσσα. Κάθε τι που ανήκει στη διάνοια συνδέεται με τη γλώσσα. Στη γλώσσα είναι που μπορεί να αρθρωθεί η ιδέα ότι όλα θα έπρεπε να είναι καλά.
Α.: Η γλώσσα δεν έχει σημασία για τον Μαρξ, είναι θετικιστής. Ο Καντ δεν είναι απλώς ιδεολογία. Η δουλειά του περιέχει σε κάποιο σημείο μια έκκληση στο είδος, την ανθρωπότητα σε αντίθεση με τους περιορισμούς του συγκεκριμένου. Στη φιλοσοφία του η ιδέα της ελευθερίας ορίζεται ως ιδέα της ανθρωπότητας. Υπάρχει επίσης η υπονοημένη πρόταση ότι το ερώτημα για το αν οι άνθρωποι είναι απλώς φυσικά όντα συνδέεται ουσιαστικά με τη σχέση με τη φύση που χαρακτηρίζει το απομονωμένο άτομο. Είχε ήδη προσέξει ότι η έννοια της ελευθερίας δεν βρίσκεται στο απομονωμένο υποκείμενο, αλλά μπορεί να συλληφθεί μόνο σε σχέση με τη συγκρότηση της ανθρωπότητας ως συνόλου. Η ελευθερία στην πραγματικότητα συνίσταται μόνο στην πραγματοποίηση της ανθρωπότητας ως τέτοιας. 

Σημείωση
[11] Στην εισαγωγή της δεύτερης έκδοσης της Κριτικής του καθαρού λόγου ο Καντ δηλώνει: "Έτσι, έπρεπε να αρνηθώ τη γνώση για να δημιουργήσω χώρο για την πίστη..." Κριτική του καθαρού λόγου, σ. 117.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Pierre Paolo Pasolini: Ζωή και θάνατος

Καλλιόπη Αλαχούζου, TVXS
2/11/2010

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, μια εξαιρετικά πολυσχιδής προσωπικότητα, γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου του 1922, τη χρονιά που ανέβηκε στην εξουσία ο Μπενίτο Μουσολίνι, στην πόλη Μπολόνια της Ιταλίας. Ο πατέρας του Κάρλο είναι υπαξιωματικός του στρατού και εξαιτίας αυτού, η οικογένεια Παζολίνι αλλάζει διαρκώς τόπο διαμονής. Η σχέση του με τους γονείς του, τον αυταρχικό και τυραννικό πατέρα που διοικεί την οικογένεια με στρατιωτικό τρόπο και τη δασκάλα μητέρα του για την οποία έτρεφε αισθήματα λατρείας, επηρεάζουν από το ξεκίνημα της ζωής του τον Ιταλό δημιουργό.

«Γεμάτος πάθος, σεξουαλικότατος, βίαιος σαν χαρακτήρας κατέληξε στη Λιβύη, χωρίς δεκάρα· έτσι άρχισε τη στρατιωτική καριέρα που τον καταπίεσε και τον παραμόρφωσε ψυχολογικά τόσο ώστε να τον σπρώξει στον έσχατο συντηρητισμό. Είχε ποντάρει τα πάντα πάνω στη φιλολογική μου καριέρα, από τότε που ήμουνα ακόμα παιδί, μιας και τα πρώτα μου ποιήματα τα έγραψα σε ηλικία εφτά χρονών. Είχε διαισθανθεί, ο κακομοίρης, αλλά δεν είχε προβλέψει τις ταπεινώσεις που θα συνόδευαν την επιτυχία μου», γράφει για τον πατέρα του αργότερα ο Πιερ Πάολο Παζολίνι.

Στη Μπολόνια αρχίζει τις σπουδές του Ιστορίας της Τέχνης και Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο, «ένα πανεπιστήμιο με δομή φασιστική» σύμφωνα με τον ίδιο. Το 1942, ενώ ο πατέρας του είναι αιχμάλωτος στην Κένυα, ο Πιερ Πάολο με τη μητέρα του και τον νεότερο του αδερφό Γκουίντο καταφεύγουν στην Καζάρσα. Την ίδια εποχή, με δικά του έξοδα, ο νεαρός Παζολίνι εκδίδει την ποιητική συλλογή «Ποιήματα στην Καζάρσα», γραμμένα στη διάλεκτο του Φρίουλι. Τον επόμενο χρόνο ξεκινά τη στρατιωτική του θητεία στο Λιβόρνο· λιποτακτεί ωστόσο και ξαναγυρίζει στην Καζάρσα.

Το 1945 ο αδερφός του, μέλος ανταρτικής ομάδας Όζοπο, δολοφονείται μαζί με συντρόφους του από Γιουγκοσλάβους αντάρτες, περιστατικό που παραμένει από τα πιο σκοτεινά στις σελίδες της ιταλικής αντίστασης. Ο Παζολίνι θα εκφράζει τον πόνο και το πένθος του για τη δολοφονία του αδερφού του στα δυο μυθιστορήματα του σε ρομανέσκο, «Τα Παιδιά της Ζωής» και στο «Μια Ζωή Γεμάτη Βία».

Από το 1945 έως το 1949 ο Παζολίνι διδάσκει στο Γυμνάσιο ενός μικρού χωριού κοντά στην Καζάρσα. Στις 18 Φεβρουαρίου 1945 ιδρύει με νεαρούς φοιτητές την «Academiuta de lenga Furlana», μια μικρή ακαδημία σπουδών για τη γλώσσα και την κουλτούρα του Φριούλι. Την ίδια εκείνη περίοδο, μετά τους αγώνες των εργατών γης στο Φριούλι, γράφει την πρόζα «Οι Μέρες του Αγαθού Ντε Γκάσπερι» που αργότερα θα γίνει μυθιστόρημα και θα εκδοθεί το 1962 με τίτλο «Το Όνειρο μιας Υπόθεσης». Από τις μέρες εκείνες ο Παζολίνι θα ξεκινήσει να «ζωγραφίζει» μια Ιταλία ταπεινή, πραγματική, καθημερινή, ενώ στα τελευταία του πια γραπτά θα διαπιστώσει και θ' ανακοινώσει την εξαφάνισή της με τρόπο που θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων και θα δημιουργήσει σκάνδαλο. Τα χρόνια στην Καζάρσα θα μείνουν ανεπανάληπτα για τον Πιερ Πάολο και, όπως με τα παιδικά του χρόνια, θα τα μυθοποιήσει και θα τα χαρακτηρίσει ιερά και αμόλυντα.

Λίγο πριν από τις εκλογές του 1948, ένα αγόρι εξομολογείται στον ιερέα του χωριού ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον Παζολίνι. Αποπέμπεται από το Γυμνάσιο και η ζωή πλέον στο μικρό χωριό γίνεται αδύνατη για τον νεαρό καθηγητή που φεύγει με τη μητέρα του για τη Ρώμη, όπου θα συναντήσει εξαιρετικές δυσκολίες στην επιβίωσή του. «Υπήρξα ένας απ' αυτούς τους άνεργους που καταλήγουν στην αυτοκτονία» θα πει αργότερα για την εποχή εκείνη.

Το 1952 δημοσιεύεται μια σημαντική μελέτη του, σε συνεργασία με τον Μάριο Ντ' Άρκο, για την ποίηση με διάλεκτο του 19ου αιώνα. Το 1954 εκδίδει μια συλλογή με τα ποιήματα που έγραψε στο Φριούλι, με τίτλο «Η Πιο Ωραία Νιότη». Το 1955, ιδρύει και δουλεύει μαζί με τους Ροβέρσι, Λεονέτι, Ρομάνο και Φορτίνι το φιλολογικό περιοδικό «Officina», μια σύντομη σε ζωή αλλά σπουδαία μαρτυρία των απόψεων των Ιταλών διανοούμενων της εποχής. Την ίδια χρονιά εκδίδεται το μυθιστόρημα «Τα Παιδιά της Ζωής», που υπήρξε η πρώτη του συγγραφική επιτυχία. Το περιοδικό κλείνει οριστικά το 1959 μετά από ένα άρθρο που έγραψε ο Παζολίνι εναντίον του Πάπα Πίου ΧΙΙ.

Διευθύνει την επιθεώρηση «Nuovi argomenti» με τον Αλμπέρτο Μοράβια, ο οποίος τον θεωρεί, ήδη από το τέλος της δεκαετίας του '50, ως τον σημαντικότερο Ιταλό ποιητή της γενιάς του. Την ίδια εποχή αρχίζει να ασχολείται με τον κινηματογράφο ως σεναριογράφος και συνεργάζεται με τον Μπολονίνι, τον Μπερτολούτσι και τον Ρόσσι. Το 1961 σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, το «Ακατόνε». Ακολουθούν οι ταινίες «Μάμα Ρόμα» με τους Anna Magnani και Ettore Garofolo (1962), το «κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (1964), «Οιδίπους Τύραννος» (1967), «Θεώρημα» με τον Terence Stamp (1969), «Χοιροστάσιο» (1969), «Μήδεια» με τη Μαρία Κάλλας (1970), καθώς και η λεγόμενη τριλογία της ζωής: το «Δεκαήμερο» (1971), «Οι Ιστορίες του Καντέρμπουρυ» (1972) και «Χίλιες και μια νύχτες» (1974).

Το κύκνειο άσμα του, «Σαλό» ή «120 μέρες στα Σόδομα», προκάλεσε φρίκη, ουρλιαχτά, βίαιες αντιδράσεις και εισαγγελικές παρεμβάσεις. Ο Παζολίνι, εμπνευσμένος από τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ, δημιουργεί με τον παραγωγό Ρενάλντο Γκριμάλντι ένα κινηματογραφικό έργο μη «παθητικό» και «υπνωτικό» αλλά «επιθετικό», όπως πίστευε ότι πρέπει να είναι η λειτουργία του κινηματογράφου. Στο έργο, τέσσερις εκπρόσωποι της φασιστικής εξουσίας απάγουν κορίτσια και αγόρια και τα υποβάλλουν σε σεξουαλικά όργια, βασανιστήρια και τελετές κοπρολαγνείας. Η ταινία προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις. «Μα αυτή ήταν η επιδίωξή μου. Να εξοργίσω, να θυμώσω τον θεατή. Στην αρχή θα στραφεί εναντίον της ταινίας, εναντίον μου. Ύστερα θα πει πως πρόκειται για ένα πορνό. Αυτό είναι μια βολική εξήγηση. Μερικοί όμως μπορεί να ξανασκεφτούν. Ο φασισμός δεν καίει μόνο σάρκες. Μας "σπρώχνει" στον ολοκληρωτικό αφανισμό», δήλωσε ο Παζολίνι σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του.

Ο θάνατος

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι βρέθηκε νεκρός τα ξημερώματα της 2ας Νοεμβρίου του 1975 στην παραλία της Όστια, έξω από τη Ρώμη. Το πτώμα έφερε σημάδια άγριας κακοποίησης: σχεδόν αποκομμένα αυτιά, σπασμένες οδοντοστοιχίες, συνθλιμμένα οστά θώρακα από το επανειλημμένο πέρασμα οχήματος από πάνω του. Για τον άγριο φόνο ομολόγησε και καταδικάστηκε ως ένοχος, σε φυλάκιση 9 ετών και 7 μηνών, ένας εκπορνευόμενος 17χρονος, ο Πίνο Πελόζι. Ο Παζολίνι ενταφιάστηκε στο αγαπημένο του χωριό, Φριούλι.

Η αγριότητα ωστόσο της δολοφονίας είχε εξαρχής δημιουργήσει υποψίες ότι ο Πελόζι δεν ήταν ο μόνος δράστης του εγκλήματος. Πέρασαν 30 χρόνια ώσπου, το 2005, ο Πελόζι απέσυρε την ομολογία του, δηλώνοντας πως πλέον ήταν νεκροί όλοι όσοι απειλούσαν τον ίδιο και την οικογένειά του, κάτι που του επέτρεπε πλέον να πει την αλήθεια. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε, αλλά και την έρευνα των Σικελών δημοσιογράφων Τζουζέππε Λο Μπιάνκο και Σάντρα Ρίτσα, η δολοφονία του Πιερ Πάολο Παζολίνι ήταν καθαρά πολιτικό, και όχι σεξουαλικό, έγκλημα.

Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους, αιτία ήταν η γνώση του Παζολίνι για πρόσωπα της ιταλικής πολιτικής και τις διασυνδέσεις τους με τον κόσμο της Μαφίας. «Ξέρω τα ονόματα των υπευθύνων, όλων αυτών που χειραγωγούν τους νεοφασίστες, όλων αυτών των γνωστών αγνώστων που είναι υπεύθυνοι για τα πρόσφατα εγκλήματα» είχε δηλώσει ο Παζολίνι ένα χρόνο πριν από τη δολοφονία του. Το τελευταίο βιβλίο του, μάλιστα, με τίτλο «Πετρέλαιο» (στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Παρατηρητής» το 1993), με πρόφαση ιστορίες ερωτικών εμμονών προχώρησε σε αποκαλύψεις για τους εγκληματικούς πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους της περιόδου της Δεύτερης Δημοκρατίας στην Ιταλία.

«Τον εκτέλεσαν. Ήταν πέντε. Του φώναζαν «βρωμόπουστα», «σκατοκομμούνι» και τον χτυπούσαν βίαια. Εμένα με είχαν ακινητοποιήσει. Δεν άγγιξα καν τον Παζολίνι, αντίθετα προσπάθησα να τον υπερασπιστώ» δήλωσε ο 51 ετών σήμερα Πελόζι. Μεταξύ των πέντε εκτελεστών είχε αναγνωρίσει τους αδελφούς Μπορσελλίνο και δύο Σικελούς νεοφασίστες και ντίλερ. Η έρευνα σχετικά με τη δολοφονία Παζολίνι άρχισε εκ νέου μετά την αναίρεση του Πελόζι αλλά οι δικαστές αποφάσισαν ότι δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να συνεχιστεί.