Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Gavin Bryars-Τέσσερις συνθέσεις

Πρωτοαγόρασα δίσκους του περί το 1989-90. Ένας από τους σημαντικούς, νομίζω, σύγχρονους άγγλους συνθέτες, με πολλή διάθεση πειραματισμών με μη κλασικά όργανα και φωνές.

The Old Tower of Lobenicht (για τις τελευταίες μέρες του Ιμάνουελ Καντ)



Farewell to Philosophy (pt. 1)

The Sinking of the Titanic

Alaric

Bruno Bosteels, Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ (πρώτο μέρος)

Bruno Bosteels

Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ


Αρχική δημοσίευση: Polygraph 17 (2005), The Philosophy of Alain Badiou, επιμ. Matthew Wilkens
Μτφρ. Radical Desire



Από τότε που ο Ζακ Λακάν πρωτοδημοσίευσε το “Ο Καντ με τον Σαντ”, κείμενο που είχε τον αρχικό στόχο να λειτουργήσει ως εισαγωγή σε μια σύγχρονη έκδοση του Η φιλοσοφία του μπουντουάρ του Μαρκησίου ντε Σαντ, έχει γίνει τρόπον τινά κοινοτυπία ανάμεσα στους ψυχαναλυτές, τους φιλοσόφους και τους κριτικούς πολιτισμού —συχνά στα πλαίσια πολεμικού διαλόγου του ενός με τον άλλο— να παρουσιάζουν αναγνώσεις του τύπου “Ο Χ με τον Ψ”, όπου ο Ψ σηματοδοτεί την κρυφή “αλήθεια”, ή την εγγενή σκοτεινή πλευρά του Χ. Όπως γράφει ο Λακάν: “Η φιλοσοφία του μπουντουάρ έρχεται οκτώ χρόνια μετά την Κριτική του πρακτικού λόγου. Αν, αφού έχουμε δει πόσο συντονισμένο είναι το πρώτο έργο με το δεύτερο, δείξουμε ότι συμπληρώνει το δεύτερο, θα πούμε ότι παρέχει την αλήθεια της Κριτικής.”[1] Σε αντίθεση με τον Λακάν, αλλά για να υπογραμμίσω τη λογική πίσω από μεγάλο μέρος του επιχειρήματός του, θα ακολουθήσω την συνηθισμένη πρακτική του Σλαβόϊ Ζίζεκ να θέτει τον όρο “αλήθεια” σ’ αυτά τα συμφραζόμενα σε εισαγωγικά. Οι λόγοι για αυτό είναι επιπλέον βασικοί σε ό,τι αφορά τα διακυβευόμενα θέματα. Πράγματι, το στάτους της αλήθειας στη φιλοσοφία αλλά και η διάκρισή της από μια άλλη “αλήθεια”, ή μάλλον, από ένα παράξενο είδος γνώσης του πραγματικού, και γνώσης στο πραγματικό —είδος που μοιάζει προσπελάσιμο μόνο για την ψυχανάλυση— τίθενται υπό αμφισβήτηση σε αυτή τη διάδραση ανάμεσα σε Καντ και Σαντ. Με άλλα λόγια, αν ο Σαντ μας δίνει την “αλήθεια” του Καντ, αυτό σημαίνει επίσης μια δραστική απίσχναση των φιλοσοφικών κατηγοριών της αλήθειας, του καλού, του ηθικού νόμου, κλπ, στο όνομα ενός πολύ πιο ριζοσπαστικού πράγματος —της απόλαυσης, της ενόρμησης θανάτου, ή αυτού που ένας σχολιαστής απεκάλεσε με ένα θαρραλέο οξύμωρο “καθαρή επιθυμία” — το οποίο αυτές οι οικείες φιλοσοφικές κατηγορίες δεν μπορούν να μην απαρνηθούν, και το οποίο εμφανίζεται σε μια άλλη σκηνή, ή ένα άλλο είδος λόγου, όπως αυτός του αναλυτή: μια δραματική σκηνή ή ένα λόγο που, με την έννοια αυτή, εμπνέονται και προοικονομούνται από τον Σαντ.

Δεν μπορούμε απλώς να φανταστούμε καταστάσεις όπου η πεισματική αίσθηση του καθήκοντος για χάρη του καθήκοντος κάποιου θα μπορούσε να αποκτήσει ακριβώς τις “παθολογικές” διαστάσεις που θα έπρεπε να απαρνηθεί ο καντιανός ορισμός του ηθικού νόμου ως καθαρού πρακτικού λόγου με την αυστηρή έννοια. Αλλά επιπλέον, ο Λακάν καταφέρνει να δείξει με ποιον τρόπο τα τυπικά σαδικά σενάρια ατέρμονων βασανιστηρίων και διαστροφικού πάσχειν μπορεί να ειπωθεί ότι υπακούουν σε ένα δικό τους οικουμενικό πρόταγμα, στη βάση ενός αληθινού “δικαιώματος στην απόλαυση” [droit à la jouissance] το οποίο, τόσο σε ό,τι αφορά την ριζοσπαστική απόρριψη κάθε “παθολογικού” συμφέροντος στο ζειν καλώς όσο και σε ό,τι αφορά τη μορφή αυτού του προτάγματος, που είναι επίσης και το μοναδικό του περιεχόμενο, θα πρέπει να αναγνωριστεί ως κάτι που βρίσκεται σε αυστηρή συμφωνία με τις προαπαιτήσεις του οικουμενικού ηθικού νόμου του Καντ. Ο Λακάν διατυπώνει αυτό το σαδικό ρητό ως εξής: “Έχω το δικαίωμα να απολαύσω το σώμα σου, οποιοσδήποτε μπορεί να μου το πει, και θα το εξασκήσω, χωρίς κανένα όριο να με σταματά απ’ το καπρίτσιο των απαιτήσεων που μπορεί να έχω το γούστο να ικανοποιήσω κάνοντάς το.”[2] Παρ’ όλα αυτά, αυτό το ρητό θα εξακολουθούσε να μας παρουσιάζει κάτι που δεν διαφέρει ουσιαστικά από ένα μορφολογικό αντίστοιχο στο κατηγορηματικό πρόταγμα του Καντ, βασισμένο σε μια σαδική εκδοχή που στην πραγματικότητα δεν μπορεί καν να εντοπιστεί σε συνοπτική διατύπωση στη Φιλοσοφία του μπουντουάρ, εάν δεν υπήρχαν τουλάχιστον τρία περαιτέρω κίνητρα, τα οποία θεωρώ πως είναι το πραγματικό κλειδί της δυναμικής του δύσκολου κειμένου του Λακάν, καθώς και αυτά που οδηγούν τις αναγνώσεις που το κείμενο αυτό είχε τη μοίρα να εμπνεύσει ως μοντέλο.

Τα τρία εμπλεκόμενα κίνητρα είναι στην πραγματικότητα παραλλαγές μιας και μόνο θεματικής, δηλαδή, αυτής του φιλοσόφου που χάνει το προσωπείο του, που υπονομεύεται, και που ανατρέπεται από τον ελευθεριάζοντα. Πρώτα από όλα, ο Λακάν επιμένει για το γεγονός ότι στο σαδικό πρόταγμα, το χάσμα ανάμεσα στο υποκείμενο της ομιλίας [subject of enunciation] (της μορφής πίσω από το γραμματικό “εμένα” στο “οποιοσδήποτε μπορεί να μου πει”) και το υποκείμενο της δήλωσης [subject of the enunciated] (τη μορφή που λέει, ή υποτίθεται ότι λέει, “έχω το δικαίωμα”) αναγνωρίζεται ανοιχτά, ενώ το χάσμα αυτό συσκοτίζεται ή αποκρύπτεται πίσω απ’ την ιδέα του αυτόνομου υποκειμένου —ταυτόχρονα νομοθέτη, δράστη και υποκειμένου του νόμου και στον νόμο— στον Καντ. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμα και αν και στις δύο περιπτώσεις ο νόμος έρχεται στην πραγματικότητα έξωθεν και όχι από μια μικρή φωνή μέσα μας, ο Σαντ είναι πιο ανοιχτός για αυτό από ό,τι ο Καντ: “Στο οποίο το σαδικό ρητό, προφέροντας τον εαυτό του με το στόμα του Άλλου, είναι πιο ειλικρινές από την απεύθυνση στην εσωτερική φωνή, εφόσον ξεσκεπάζει τη σχάση του υποκειμένου που συνήθως αποκρύπτεται.”[3] Δεύτερον, απισχνάζοντας τον εαυτό του σε απλό μέσο της θέλησης για απόλαυση του Άλλου, το σαδικό υποκείμενο δίνει σώμα, τρόπον τινά, στην αντικειμενική αιτία της επιθυμίας που με αυστηρά καντιανούς όρους θα έπρεπε να παραμείνει απούσα από τη σφαίρα του ηθικού νόμου. Αυτή ήταν άλλωστε η μεγάλη επανάσταση του Καντ —το να δείξει ότι ο ηθικός νόμος δεν μπορούσε να εκπληρωθεί χωρίς να αφαιρέσει από το υποκείμενό του κάθε αναπαράσταση ενός εφικτού αντικειμένου. Με τον Σαντ όμως, αυτός ο μετα-νόμος, που αφορά τη συνάντηση μεταξύ του νόμου και ενός υποκειμένου που οφείλει να παραμείνει χωρίς αντικείμενο, ανατρέπεται εντελώς. Βλέπουμε έτσι να αναδύεται ένας υψηλότερος Νόμος, ένας Νόμος για τον οποίο ο Λακάν χρησιμοποιεί συνήθως το κεφαλαίο “Ν” για να τον διαχωρίσει από τον κανονικό ηθικό νόμο, και το αντικείμενο του οποίου, πόρρω απέχοντας απ’ το να είναι άγνωστο όπως το καντιανό πράγμα-αυτό-καθαυτό [das Ding an sich], αναγκάζεται στην πραγματικότητα να εμφανιστεί, σε μια ολοκληρωτική αναδιάταξη της υπερβατικής αισθητικής, ως ο δράστης-εργαλείο του σαδικού βασανιστηρίου: “Δεν έχουμε αυτό το αντικείμενο εδώ, που εκπορεύεται από την μη προσπελασιμότητά του, και που ξεσκεπάζεται ως όντας-εκεί, Dasein, του δράστη του βασανιστηρίου;”[4] Τρίτον και τελικά, μπορούμε επίσης να διατυπώσουμε τη γενική σχέση ανάμεσα στον Καντ και τον Σαντ ως σχέση όπου ο δεύτερος εξαναγκάζει την ομολογία αυτού που λείπει απ’ τον πρώτο: “Έτσι ο Καντ, εξαναγκαζόμενος να αντιμετωπίσει το ερώτημα “με τον Σαντ”, δηλαδή με τον Σαντ να παίρνει τη θέση, στη σκέψη μας όπως και στον σαδισμό, ενός εργαλείου, εξομολογείται αυτό που αποκρύπτεται από το νόημα του “Τι θέλει;” που εφεξής δεν θα λείπει για κανέναν.” [5]

Σε αυτές τις τρεις εκδοχές του “Ο Καντ με τον Σαντ” βλέπουμε, πέρα από μια απλή αναλογία μεταξύ του καντιανού προτάγματος και του ανασυσταμένου σαδικού ρητού, να αναπτύσσεται ένα βαθύτερο και ασύμμετρο σχήμα, το οποίο έχει συχνά, από την δημοσίευση του σημαίνοντος κειμένου του Λακάν, επικαθορίσει το είδος της διάδρασης που οραματιζόμαστε ανάμεσα στη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Ο Σαντ, παρά τις φαντασιώσεις του για την συνέργεια της φύσης με την παντοδυναμία της διαστροφής, αποδεικνύεται τόσο πιο ειλικρινής όσο και πιο ριζοσπάστης από τον Καντ. Ο ελευθεριάζων, όπως και ο ψυχαναλυτής που βρίσκει έμπνευση στην κρεβατοκάμαρά του, είναι αυτός που μας δίνει την επίπονη “αλήθεια” που αλλιώς κρύβεται, μεταμφιέζεται, ή τελεί υπό απάρνηση στα χέρια του φιλοσόφου. Το ερμηνευτικό σχήμα πίσω από το κείμενο του Λακάν αποκαλύπτει το κρυφό διπλό αδιέξοδο [double bind] που συνδέει ακόμα και τον υψηλότερο ηθικό νόμο με την σκοτεινή ήπειρο των νοσηρών επιθυμιών και των απαιτήσεων ενός αισχρού υπερεγώ —μια ήπειρο που πρωτοκατάκτησε ο Φρόυντ περισσότερο από έναν αιώνα αφότου κομμάτια της είχαν ανακαλυφθεί από τον Σαντ. Για να είμαστε ακριβείς, η σαδική έννοια του “δικαιώματος στην απόλαυση”, που στην πραγματικότητα μόνο ο Λακάν επεξεργάζεται, αναδεικνύει σε ποιο βαθμό “ο νόμος και η κατεσταλμένη επιθυμία είναι ένα και το αυτό”, ή, όπως διαβάζουμε στην συνέχεια: “Αυτό δείχνει από μια άλλη οπτική γωνία ότι η επιθυμία είναι το αντίστροφο του νόμου. Στη σαδική φαντασίωση, βλέπουμε πόσο το ένα τρέφει το άλλο.”[6]

Εν συνόψει, αυτό που αντλούμε από το “Ο Καντ με τον Σαντ” είναι η βάση [matrix] για μια πρωτάκουστη ανατροπή της φιλοσοφίας από, και μέσα από, την ψυχανάλυση: “Εδώ ο Σαντ είναι το αρχικό βήμα μιας ανατροπής, της οποίας ο Καντ, άσχετα με το πόσο διασκεδαστικό φαίνεται αυτό δεδομένης της ψυχρότητας του ανθρώπου, είναι η αποφασιστική στροφή, μια στροφή που ποτέ δεν έχει αναγνωριστεί ως τέτοια από ό,τι ξέρω.”[7] Αν χρησιμοποήσουμε την οριζόντια γραμμή ως σύμβολο της καταστολής, έτσι ώστε αυτό που βρίσκεται κάτω από τη γραμμή να καταστέλεται από, και την ίδια στιγμή να θεμελιώνει και να στηρίζει αυτό που βρίσκεται από πάνω, τότε μπορούμε να συνοψίσουμε το συμπέρασμα του κειμένου του Λακάν με την εξής απλή διατύπωση:

Καντ = νόμος
Σαντ    επιθυμία

Οποτεδήποτε η εγγενής ανάστροφη πλευρά αυτής της διατύπωσης αποκαλύπτεται στο φως, όπως θα έμοιαζε να είναι το καθήκον μιας κριτικής της ηθικής που εμπνέεται από τη λακανική ψυχανάλυση, το αποτέλεσμα αυτής της αναστροφής ή της αναμορφικής μετατόπισης αποκαλύπτει επίσης αναπόφευκτα το εγγενές χάσμα που χωρίζει τον ηθικό νόμο εκ των ένδον. Εκκινώντας απ’ την επιθυμία, ή από το μικρό αντικείμενο α [objet petit a] ως αντικειμενική αιτία της επιθυμίας, ο λόγος του αναλυτή θα μπορούσε έτσι να μας επιτρέψει να επερωτήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το συστατικό χάσμα του υποκειμένου, στην περίπτωσή μας του ηθικού υποκειμένου. Χωρίς αυτή την ματιά από τα κάτω, στην πραγματικότητα, το χάσμα στο υποκείμενο δεν θα ήταν καν ορατό. Τέλος, στο βαθμό που η μία ή η άλλη εκδοχή του υποκειμένου βρίσκεται συνήθως στο κέντρο όλης της σύγχρονης φιλοσοφίας, ο λόγος του αναλυτή, ακολουθώντας το μοντέλο που παρέχεται από το “Ο Καντ με τον Σαντ” μάς επιτρέπει επίσης να επερωτήσουμε το ίδιο το στάτους της φιλοσοφίας στο όνομα όλων όσων οι αγαπημένες αλήθειες της δεν μπορούν παρά να απαρνηθούν και να σπρώξουν κάτω από την γραμμή της καταστολής.

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Radical Desire, Jr.


Aleksandr Rodchenko, Expresszív ritmus, 1943-44, Συλλογή Κωστάκη, Θεσ/νίκη (αντίγραφο εις οικίαν ιστολόγου)


RD Jr., Aprés le style expressiviste Rodchenko, συλλογή οικίας ιστολόγου




Περί αντιστάσεως

Ι
Μην ψάχνεις ποτέ τους λόγους για τους οποίους πρέπει να αντισταθείς. Δεν θα τους βρεις ποτέ, γιατί δεν υπάρχουν λόγοι να αντισταθείς. Η αντίσταση δεν βασίζεται σε λόγους. Η αντίσταση είναι προσανατολισμός της ύπαρξης, δεν ανήκει στην τάξη των έλλογων υπολογισμών.

ΙΙ
Όσο υποκρίνεσαι πως ψάχνεις τους λόγους, όσο ξοδεύεις τη ζωή σου ψάχνοντας εκεί όπου είναι σίγουρο ότι δεν θα βρεις τίποτε, τόσο θα σου προσφέρονται λόγοι να μην αντισταθείς. Γιατί βέβαια υπάρχουν ένα σωρό λόγοι για να συναινέσεις με ό,τι υπάρχει γύρω σου. Ο κόσμος είναι γεμάτος λόγους για να μην αντισταθείς. Η μεγαλύτερη νομιμοποίηση της πραγματικότητας, όσο άδικη ή δολοφονική και αν καταλήξει να είναι αυτή, είναι ότι υπάρχει.

ΙΙΙ
Το χειρότερο που συμβαίνει, το χειρότερο που μολύνει την κάθε σου μέρα, γίνεται συνώνυμο του οικείου, αυτού το οποίο καταντάς να φοβάσαι να χάσεις. Όσο φοβάσαι το χειρότερο που δεν έγινε ακόμα περισσότερο από το χειρότερο που συνήθισες και θα εξακολουθείς να συνηθίζεις, τόσο θα γίνεσαι ο ίδιος μέρος του προβλήματος για το οποίο υποκρίνεσαι πως ψάχνεις λύσεις.

ΙV
Δεν κοροϊδεύεις κανέναν όταν λες ότι απλώς "προσπαθείς να ενημερωθείς αρκετά πριν αποφασίσεις για το πρακτέο." Ξέρεις πολύ καλά ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Ποτέ δεν θα πεις "αρκετά" στην "ενημέρωση". Η ενημέρωση που ζητάς είναι απλώς η εθιστική πρέζα που σου επιτρέπει να επιβιώσεις μέσα στο αβίωτο.

V
Δεν κοροϊδεύεις κανέναν όταν λες ότι θα ήθελες να αντισταθείς αλλά δεν βρίσκεις άλλους που να αντιστέκονται. Η αντίσταση δεν βασίζεται στη θέληση, δεν αποτελεί πράξη θέλησης. Η αντίσταση προϋποθέτει μόνο ένα "δεν γίνεται αλλιώς", χωρίς δόξα και χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για το αν τούτη η βεβαιότητα αφορά οποιονδήποτε άλλο.

VI 
Δεν κοροϊδεύεις κανέναν όταν λες ότι περιμένεις να σε πείσουν να αντισταθείς. Η απόφαση για αντίσταση δεν είναι συνέπεια επιτυχημένης πειθούς. Αυτό που είναι προϊόν επιτυχημένης πειθούς είναι η συνέργεια, η συνενοχή, και ο συμβιβασμός. 

VII
Δεν κοροϊδεύεις κανέναν όταν επικαλείσαι "επιπλοκές", πολυπλοκότητες, δυσκολίες και δυσχέρειες που σε παρεμποδίζουν απ' το να αντισταθείς. Αυτό που ήξερε ο τελευταίος αγράμματος χωρικός που σήκωσε κάποτε την τσουγκράνα απ' το χώμα στον ουρανό είναι μόνο πως δεν μπορεί να ζήσει άλλο με τον ίδιο τρόπο, πως αυτό που ζει δεν είναι ζωή. Ο άνθρωπος αυτός δεν επέλυσε τίποτε, ούτε πίστεψε πως επιλύει κάτι. Απλά σταμάτησε να ψάχνει απαντήσεις και έγινε ο ίδιος η ερώτηση.

...Κι αν τον ρωτήσετε πού βρήκε δεκανίκι, πώς λογαριάζει να βρει την άκρη δηλαδή, θα αποκριθεί...

Badiou προς Zizek: Για τον Μάο (ολοκλήρωση)

Μπορούμε τώρα να περιγράψουμε το πρόβλημα που προσπάθησαν να λύσουν ο Μάο και τα εκατομμύρια μαχητών που έδρασαν στο όνομά του, τόσο στην Κίνα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο ανάμεσα στο 1966 και το 1976. Ο Μάο περιέγραψε την Πολιτισμική Επανάσταση ως τελική υλοποίηση των αρχών της παρισινής Κομμούνας. Τι σημαίνει τούτο; Για τον Μάο σήμαινε ότι αν και η επίσημη θέση των κινέζων κομμουνιστών, που εναντιώθηκαν στον Κρούστσεφ και τους διαδόχους του έδειχνε να λέει το αντίθετο, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι συνολικά, ο ισολογισμός του Στάλιν ήταν αρνητικός. Γιατί; Επειδή, μας λέει ο Μάο, ο Στάλιν ενδιαφερόταν για τους γραφειοκράτες και ποτέ για τις μάζες. Όπως γνωρίζουμε, ο Στάλιν υποστήριζε ότι “όταν θεμελιωθεί η γραμμή, τα υψηλά κλιμάκια αποφασίζουν για τα πάντα.” Σύμφωνα με τον Μάο, “ο λαός, και μόνον ο λαός, είναι η ενεργός δύναμη στην κατασκευή της παγκόσμιας ιστορίας…Ενώ εμείς [οι κομμουνιστές] είμαστε συχνά παιδαριώδεις και γεμάτοι άγνοια.”[4] Θα πρέπει λοιπόν να βεβαιωθούμε επειγόντως ότι η πολιτική διαδικασία που οδηγεί στον κομμουνισμό —και άρα η “δικτατορία του προλεταριάτου”— ξανα-ανακαλύπτει τις πηγές της και τους βασικούς της δράστες στις λαϊκές μαζικές εξεγέρσεις, όπως έκανε το 1927, και όχι στους κομμισάριους του Κόμματος. Οι δυνάμεις που ήταν διαθέσιμες για αυτή τη δοκιμασία δύναμης ήταν, πρώτα, τα μορφωμένα νιάτα (που κινητοποιήθηκαν σ’ όλο τον κόσμο την δεκαετία του 1960), το νεότερο και πιο πολιτικοποιημένο τμήμα των εργατών, και κάποια αποσπάσματα του Ερυθρού Στρατού. Αυτές ήταν οι δυνάμεις στις οποίες απευθύνθηκαν ο Μάο και οι κοντινοί του άνθρωποι από το 1966 και μετά. Βύθισαν την Κίνα στο χάος για δέκα χρόνια, αλλά θεμελίωσαν ιδέες, σλόγκαν, οργανωτικές μορφές και θεωρητικά σχήματα των οποίων η δύναμη δεν έχει ακόμα εξαντληθεί.

Η αποτυχία αυτής της εξαιρετικής εξέγερσης, της οποίας η ελευθερία —αποτυπωμένη στις εκατοντάδες νέων οργανώσεων, στις χιλιάδες εφημερίδων, τα γιγαντιαία πόστερ, τις διαρκείς συναντήσεεις και τις αμέτρητες συγκρούσεις— παραμένει εκπληκτική, δεν οφειλόταν στη φύση του προβλήματος που προσπάθησε να επιλύσει περισσότερο από ό,τι οφειλόταν η αποτυχία της παρισινής Κομμούνας στο γεγονός ότι οι εργάτες εξεγέρθηκαν, πράγμα μάλλον φυσικό και απαραίτητο δεδομένων των συνθηκών που τους είχαν επιβληθεί. Οφειλόταν στο γεγονός ότι το κίνημα δεν μπορούσε να έρθει διαλεκτικά σε διαδραστική σχέση στο εθνικό επίπεδο με μορφές οργάνωσης που θα μπορούσαν να μετασχηματίσουν πραγματικά το σχήμα του κομματικού κράτους. Όπως και σε όλη την παρισινή Κομμούνα, η απουσία κάθε αποτελεσματικής κεντρικής ηγεσίας (ενός αληθινού Κόμματος) οδήγησε σε αναρχικές διαιρέσεις και στην αδυναμία. Στην Κίνα, μυριάδες από φράξιες υπέσκαψαν τη δυνατότητα για μια μορφή συλλογικής δράσης. Η πιο προχωρημένη μορφή τοπικής οργάνωσης, που, είναι σημαντικό, υιοθέτησε το όνομα “Κομμούνα της Σαγκάης” στις αρχές του 1967, δεν κατάφερε να γίνει εθνικό μοντέλο και τελικά κατέρρευσε, αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό για τους κομματικούς ρεβανσιστές.

Βασικά, το πρόβλημα ήταν πολύ αληθινό (πώς να σπρώξεις την πολιτική διαδικασία του Κομμουνισμού πέρα από την κρατική δράση και μέσα στη ζωή του λαού). Η απόπειρα να γίνει αυτό μας δίδαξε ότι κάποια οικουμενικά μαθήματα (πρέπει να υπάρχει άμεση συμμαχία μεταξύ μορφωμένης νεολαίας και εργατών· πρέπει να πειραματιζόμαστε με μη κομματικά βασισμένες μορφές οργάνωσης· η εκπαίδευση πρέπει να μετασχηματιστεί· η διαίρεση της εργασίας πρέπει να καταστραφεί· η δύναμη στα εργοστάσια πρέπει να ξανα-οργανωθεί σε δημοκρατικές κατευθύνσεις· πρέπει να δημιουργηθούν νέα δεσμά μεταξύ πόλης και επαρχίας· πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα και λαϊκή μορφή διανόησης, κλπ). Η αποτυχία να γίνουν αυτά σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε μια για πάντα το στρατικοποιημένο παράδειγμα του Κόμματος, και να κινηθούμε προς αυτό που το Organisation Politique στη Γαλλία ονομάζει “πολιτική χωρίς κόμματα.” Έχουμε πλέον φτάσει στο σημείο αυτό, και το έχουμε κάνει επειδή μας έφερε ως εδώ η Πολιτισμική Επανάσταση.

Μπορούμε λοιπόν άφοβα να πούμε ότι, στην τωρινή φάση επαναστατικής πολιτικής, η Πολιτισμική Επανάσταση παίζει το ρόλο που έπαιξε η παρισινή Κομμούνα στην λενινιστική της αλληλουχία. Η Πολιτισμική Επανάσταση είναι η Κομμούνα της εποχής των Κομμουνιστικών Κομμάτων και των Σοσιαλιστικών Κρατών: μια τρομακτική αποτυχία που μας διδάσκει κάποια βασικά μαθήματα.

Θα κλείσω λέγοντας ότι η άμεση σύνδεση που νομίζεις ότι μπορείς να θεμελιώσεις ανάμεσα στην Πολιτισμική Επανάσταση και την θυελλώδη καπιταλιστική συσσώρευση που μαστίζει τώρα την Κίνα είναι απλώς μια ανέγερση βιτρίνας. Μπορεί κανείς εξίσου εύκολα να πει ότι η αποτυχία της παρισινής Κομμούνας στη Γαλλία οδήγησε άμεσα, στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μια μακρά περίοδο ιμπεριαλιστικής επέκτασης και σε πολιτικά αλισβερίσια χωρίς όρια, που έφεραν τελικά τη σφαγή του 1914-1918. Προφανές, δεν είναι; Όταν μια μεγαλεπήβολη προσπάθεια να επιλυθεί ένα πολιτικό πρόβλημα της ημέρας γίνεται από επαναστάτες και καταλήγει σε αποτυχία, ο εχθρός θα παραμείνει σταθερά καβάλα στο άλογο για αρκετό καιρό! Αλλά οι Delescluze, Vallès, Louise Michel, Varlin και Blanqui δεν έφταιγαν περισσότερο για την αποικιοκρατία και την διαφθορά της μπελ επόκ από ό,τι ο Μάο και οι σύντροφοί του φταίνε για την Κίνα των δισεκατομμυριούχων της Σαγκάη ή για την παγκοσμιοποιημένη διαφθορά. Οι πραγματικοί απόγονοι των κομμουνάρων είναι ο Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και όλοι οι άλλοι επαναστάτες που ξεπέρασαν τις απορίες της Κομμούνας, αλλά εξακολούθησαν να την παίρνουν ως σημείο εκκίνησης. Και οι απόγονοί τους προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους και να πειραματιστούν με τρόπους με τους οποίους να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που τους κληροδότησε η Πολιτισμική Επανάσταση: αυτό μιας πολιτικής διαδικασίας “χωρίς κόμμα”, το οποίο όμως θα εξακολουθεί να παίρνει ως σημείο εκκίνησης τις οικουμενικές όψεις της προσπάθειας εκείνης να επιλυθεί. Νομίζω ότι είμαστε και οι δύο απόγονοι του προβλήματος. Για αυτό και κάποιος Yves-Charles Zarka, που γράφει στη Φιγκαρό, δεν κάνει λάθος όταν με έναν υπερβολικό έπαινο μας αποκαλεί αμφότερους “φιλοσόφους της Τρομοκρατίας.”[5]

Φιλικά δικός σου, αγαπητέ μου Σλαβόι.

Σημειώσεις
[4] Αποφθέγματα του Γενικού Γραμματέα Μάο Τσε Τουγκ, Foreign Languages Press, σ. 118.
[5] Yves-Charles Zarka, “Badiou, Zizek, η επιστροφή της Τρομοκρατίας”, Le Figaro, 27 Μάρτη 2008.

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Grizzly Bear-Horn of Plenty (revisited)

Ένας από τους πέντε πιο αγαπημένους μου δίσκους της δεκαετίας 2000-2010, και ίσως αυτός που έχω περισσότερο από όλους τα τελευταία χρόνια. Αρχικές βερσιόν σε ορισμένες περιπτώσεις, αναθεωρημένες ή ξανα-μιξαρισμένες σε άλλες.
RD (Αντώνης)













Jacques Rancière-Οι δύο μορφές βωβού λόγου (δεύτερο μέρος)

Ο συγγραφέας λοιπόν είναι ένας γεωλόγος ή αρχαιολόγος που εξερευνά τους λαβύρινθους του κοινωνικού κόσμου, και αργότερα, αυτούς του εαυτού. Συγκεντρώνει απομεινάρια, ξεθάβει απολιθώματα, και μεταγράφει σημεία που μαρτυρούν για ένα κόσμο και γράφουν μια ιστορία. Η βουβή γραφή των πραγμάτων προσφέρει, στην πρόζα της, την αλήθεια ενός πολιτισμού ή μιας εποχής που η κάποτε ένδοξη σκηνή του "ζώντος λόγου" είχε αποκρύψει. Η τελευταία έχει πλέον κταντήσει μια μάταια σκηνή ρητορείας, λόγος της επιφανειακής ταραχής. Αλλά ο διερμηνέας των σημείων έχει επίσης γίνει γιατρός, συμπτωματολόγος που διαγιγνώσκει τις ασθένειες που κατατρώνε το φιλόδοξο άτομο και την αστραφτερή κοινωνία. Ο νατουραλιστής και γεωλόγος Μπαλζάκ είναι επίσης γιατρός, ικανός να εντοπίσει στην καρδιά της εντατικής δραστηριότητας των ατόμων και των κοινωνιών μια ασθένεια ταυτόσημη αυτής της έντασης. Στο έργο του Μπαλζάκ το όνομα αυτής της ασθένειας είναι θέληση: η ασθένεια της σκέψης που αναζητά να μεταμορφωθεί σε πραγματικότητα και έτσι σπρώχνει τα άτομα και τις κοινωνίες στον όλεθρο. Πράγματι, η ιστορία της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα μπορεί να περιγραφεί ως η ιστορία των μεταμορφώσεων της "θέλησης". Στην νατουραλιστική και συμβολιστική περίοδο, θα γίνει απρόσωπο πεπρωμένο, κληρονομικότητα, και κατόρθωμα μιας θέλησης-να-ζήσεις χωρίς λογική, μια επίθεση κατά των ψευδαισθήσεων της συνείδησης από ένα κόσμο νεφελωδών δυνάμεων. Η λογοτεχνική συμπτωματολογία θα αποκτήσει συνεπώς ένα νέο στάτους σ' αυτή τη λογοτεχνία των παθολογιών της σκέψης που επικεντρώνονται στην υστερία, την "νεύρωση", ή το βάρος του παρελθόντος. Οι νέες αυτές δραματουργίες του θαμμένου μυστικού ιχνηλατούν την ιστορία ζωής του ατόμου ώστε να ξεσκεπάσουν το βαθύ μυστικό της κληρονομικότητας και της φυλής και, σε τελική ανάλυση, το γυμνό και χωρίς νόημα γεγονός της ζωής.

Η λογοτεχνία αυτή συνδέεται με την δεύτερη μορφή της ταυτότητας λόγου και πάθους που αναφέρεται πιο πάνω, αυτής που εκπορεύεται από το ανάστροφο μονοπάτι που πηγαίνει από το ξεκάθαρο στο νεφελώδες και από τον λόγο στο πάθος, στο καθαρό πάσχειν της ύπαρξης και την καθαρή αναπαραγωγή της έλλειψης νοήματος της ζωής. Εδώ εμπλέκεται μια δεύτερη μορφή του βωβού λόγου. Αντί για τα ιερογλυφικά που εγγράφονται στο σώμα και το υποκείμενο προς αποκωδικοποίηση συναντούμε την ομιλία ως μονόλογο, την ομιλία σε κανέναν και την ομιλία που δεν μιλά για τίποτε παρά για τις απρόσωπες και ασύνειδες προϋποθέσεις του ίδιου του λόγου. Στον καιρό του Φρόυντ ήταν ο Μέτερλινκ αυτός που θεωρητικοποίησε αυτή τη δεύτερη μορφή βωβού λόγου πιο αποτελεσματικά, στην ανάλυσή του για τον "διάλογο δεύτερου βαθμού" στα έργα του Ίψεν. [2] Αυτός ο διάλογος εκφράζει όχι τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις των χαρακτήρων, αλλά τη σκέψη του "τρίτου προσώπου" που στοιχειώνει τον διάλογο, την συνάντηση με το Άγνωστο, με τις ανώνυμες και δίχως νόημα δυνάμεις της ζωής. Η "γλώσσα της ακίνητης τραγωδίας" μεταγράφει "τις ασύνειδες κινήσεις ενός όντος που φτάνει σε φωτεινά χέρια μέσα από τις πολεμίστρες του τεχνητού κάστρου όπου είμαστε φυλακισμένοι" [3], το χτύπημα "ενός χεριού που δεν μας ανήκει [και] χτυπά στις μυστικές πύλες του ενστίκτου μας" [4]. Οι πύλες αυτές, λέει ο Μέτερλινκ συνοπτικά, δεν μπορούν να ανοιχτούν, αλλά μπορούμε να ακούσουμε "το χτύπημα πίσω απ' την πόρτα". Μπορούμε να μεταγράψουμε το δραματικό ποίημα, που ήταν πρότερα αφιερωμένο σε μια "οργάνωση δράσεων", στη γλώσσα των χτυπημάτων αυτών, τη γλώσσα του αόρατου πλήθους που στοιχειώνει τη σκέψη μας. Ίσως αυτό που χρειάζεται η σκηνή είναι να ενσωματωθεί αυτός ο λόγος σε ένα νέο σώμα: όχι πια το ανθρώπινο σώμα του ηθοποιού/χαρακτήρα αλλά αυτό ενός όντος "που θα εμφανιζόταν να ζει χωρίς να είναι ζωντανό", ένα σώμα από σκιά ή από κερί, που προσφέρεται σε αυτή την πολλαπλή και ανώνυμη φωνή. [5] Από αυτό, ο Μέτερλινκ αντλεί την ιδέα ενός θεάτρου ανδρείκελων που συνδέει την μυθιστορηματική ονειροπόληση του Villiers de L' Isle-Adam με το μέλλον του θεάτρου, από την Υπερ-μαριονέτα του Edward Gordon  στο Νεκρό γυαλί του  Tadeusz Kantor.

Το αισθητικό ασυνείδητο, ομοούσιο με την αισθητική διάταξη της τέχνης, παρουσιάζεται στο δίπολο αυτής της διπλής σκηνής βωβού λόγου: από τη μία, ένας λόγος που γράφεται στο σώμα, ο οποίος πρέπει να αποκατασταθεί στην γλωσσική σημασιοδότηση από την εργασία της αποκωδικοποίησης και της επανεγγραφής· από την άλλη, ο άφωνος λόγος μιας ανώνυμης δύναμης που παραμονεύει πίσω από κάθε συνείδηση και κάθε σημασιοδότηση, και στην οποία πρέπει να δοθεί σώμα και φωνή. Το κόστος όμως μπορεί να είναι ότι η ανώνυμη αυτή φωνή και το φαντασματικό αυτό σώμα οδηγούν το ανθρώπινο υποκείμενο μέσα από το μονοπάτι της μεγάλης παραίτησης στην ανυπαρξία της θέλησης της οποίας η σοπεναουερϊκή σκιά πέφτει τόσο βαριά στη λογοτεχνία του ασυνείδητου.

Σημειώσεις
[2] Maurice Maeterlinck, "Το τραγικό στην καθημερινή ζωή", στο Ο θησαυρός του ταπεινού, Νέα Υόρκη, σ. 113-35.
[3] Jules Huret, "Συζήτηση με τον Μωρίς Μέτερλινκ", και Maeterlinck, "Εξομολόγηση του ποιητή", στο Εισαγωγή σε μια ψυχολογία των ονείρων και άλλα κείμενα, Βρυξέλλες, 1986, σ. 156, 81.
[4] Μέτερλινκ, "Μικρές κουβέντες: Το θέατρο", στο Συμβολικές θεωρίες τέχνης: Κριτική ανθολογία, Μπέρκλεϊ, 1995, σ, 144. Γνωρίζω ότι ο Μέτερλινκ τοποθετεί τον εαυτό του στην κληρονομιά του 'Εμερσον και της μυστικιστικής παράδοσης, όχι σ' αυτή του σοπεναουερικού "μηδενισμού". Αυτό που με ενδιέφερε όμως εδώ --και αυτό που επιπλέον κάνει εφικτή τη σύγχυση των δύο παραδόσεων-- είναι το παρόμοιο στάτους που δίνουν στη βουβή ομιλία ως έκφραση της ασυνείδητης "θέλησης" για ύπαρξη.
[5] Μέτερλινκ, "Μικρές κουβέντες", σ. 145.

Μελλοντολογική παρελθοντολογία, ή, το κατά Καβάφην ΔΝΤ

Via Jekyll and Hyde

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ. (1928)

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.

Υποτίμηση της νοημοσύνης μας - Δ.Καζάκης

«Η επιστροφή στη δραχμή θα φέρει φτώχεια», φέρεται να είπε ο διευθυντής της Διεθνούς Ένωσης Οικονομολόγων (CEDIMES) για τη Γαλλία Αλεν Μπιενεμέ, μιλώντας στις 18.10 σε εκδήλωση που οργάνωσε το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ και το Ίδρυμα Δημητρίου και Μαρίας Δελιβάνη, με τη συνεργασία του Γενικού Προξενείου της Γαλλίας.
«Η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και η επιστροφή της στη δραχμή θα έφερνε φτώχεια, δεν θα είχε καμία προοπτική για το μέλλον και ταυτόχρονα θα απαιτούσε τις θυσίες που έτσι κι αλλιώς πραγματοποιεί σήμερα ο ελληνικός λαός», ανέφερε ο Γάλλος οικονομολόγος.
Η δήλωση αυτή μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Γι' αυτό ψάξαμε να βρούμε σε ποια οικονομικά επιχειρήματα στηρίζεται.
Το μόνο που βρήκαμε είναι γενικές αναφορές στο ότι, αν διαλυόταν η Ευρωζώνη, πολλές χώρες θα καλούνταν να εξοφλήσουν στο εθνικό τους νόμισμα δάνεια που έλαβαν σε ευρώ.
Με άλλα λόγια, εκτός από τον φόβο του Μπιενεμέ μήπως και διαλυθεί η Ευρωζώνη και οι υπερχρεωμένες χώρες σταματήσουν να είναι τα θύματα των γαλλικών και άλλων τραπεζών, δεν βρήκαμε κανένα συγκεκριμένο οικονομικό επιχείρημα.
Όσο για το επιχείρημα ότι με τη διάλυση της Ευρωζώνης θα αυξανόταν το χρέος των χωρών που έχουν δανειστεί σε ευρώ, είναι τουλάχιστον αφελές. Διότι η διάλυση της Ευρωζώνης θα έφερνε την κατάργηση του ευρώ και επομένως τη μετατροπή των χρεών τους σε εθνικό νόμισμα. Αφήστε που θα συνοδευόταν με τη χρεοκοπία αρκετών τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων, η οποία, αν δεν φορτωθεί στα κράτη, θα σημάνει διαγραφή χρεών, ιδιωτικών και δημόσιων.
Επιπλέον η διάλυση του ευρώ θα έφερνε την αναβίωση της εγχώριας πιστωτικής αγοράς σε εθνικό νόμισμα που θα επέτρεπε τον δανεισμό με πολύ πιο ήπιους και διαχειρίσιμους όρους. Κανένα κράτος δεν χρεοκοπεί όταν δανείζεται από την εγχώρια αγορά με το δικό του νόμισμα. Η χρεοκοπία συνδέεται πάντα με χρέη από τις διεθνείς αγορές.
Σημίτης κατά Σημίτη
Ωστόσο το επιχείρημα ότι η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα σημάνει την καταστροφή για τη χώρα, είναι άκρως διαδεδομένο.
Βεβαίως, το επιχείρημα αυτό δεν παίρνει καθόλου υπόψη του ένα πολύ απλό γεγονός.
Την καταστροφή που σηματοδοτεί ήδη το ευρώ για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Ξεχνά δηλαδή ότι τη μαζική φτώχεια, τη ραγδαία υποτίμηση, το πλήρες αδιέξοδο, τη χρεοκοπία, την ολοκληρωτική συντριβή της οικονομίας, δεν θα τη βιώσουμε άμα βγούμε από το ευρώ, αλλά τη βιώνουμε ήδη με το ευρώ.
Το ευρώ είναι που λειτούργησε καταλυτικά για τη σημερινή κατάσταση και το ευρώ είναι που δεν μας δίνει κανένα περιθώριο επιβίωσης ή ανάταξης της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας.
Όσοι δεν έχουν καμιά απάντηση σ' αυτό που ήδη συμβαίνει - εκτός φυσικά της πεπατημένης που αναπαράγει τη χρεοκοπία της χώρας - προσπαθούν εναγωνίως να σπείρουν τον φόβο για το τι τυχόν θα πάθουμε άμα απαλλαγούμε από το ευρώ.
Ένας από αυτούς είναι και ο κ. Σημίτης, ο οποίος πριν από λίγο καιρό είχε γράψει:
«Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα συνοδεύεται από την καθιέρωση της δραχμής ως νέου νομίσματος και την ταυτόχρονη αρχική επίσημη υποτίμηση της κατά 30% περίπου έναντι του ευρώ.
Η πραγματική υποτίμηση πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερη, αφού η αγορά θα πιέσει την αξία της δραχμής σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.
Η αποχώρηση από την ΟΝΕ θα προκαλούσε καταστροφικούς κραδασμούς: μαζική έξοδο κεφαλαίων, απόσυρση των καταθέσεων από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με πιθανή συνέπεια την κατάρρευση της χρηματοδότησης της οικονομίας.
Η οικονομία θα βρισκόταν πολύ γρήγορα σε πορεία συνεχώς επιτεινόμενης ύφεσης.
Η κοινωνία θα διολίσθαινε σε χωρίς τέλος εξαθλίωση.
Η αύξηση του χρέους κατά το ύψος της υποτίμησης θα επέβαλλε μακροχρόνια λιτότητα.
Πιθανότατα έπειτα από ένα σύντομο διάστημα θα παρουσιαζόταν έντονος πληθωρισμός, ο οποίος θα εξάλειφε τα όποια προσωρινά οφέλη της υποτίμησης, επιβάλλοντας συνεχείς νέες υποτιμήσεις» («Πρώτο θέμα», 16.05.2010).
Από πού προκύπτει αυτή η κατά 30% υποτίμηση; 0 κ. Σημίτης δεν μας εξηγεί, θα μου πείτε, είναι υποχρεωμένος; Όχι, δεν είναι. Ούτε κι εμείς να πιστέψουμε τις αυθαίρετες εκτιμήσεις του.
Ποιος θα δώσει εξηγήσεις για τα 252 δισ.ευρώ που έφυγαν από τη χώρα τη δεκαετία του ευρώ ;
Οι σκοπιμότητες
Το πρόβλημα εξάλλου δεν είναι αυτή καθαυτή η υποτίμηση του νομίσματος, αλλά οι σκοπιμότητες και οι συνθήκες που την επιβάλλουν, όπως και οι πολιτικές που τη συνοδεύουν.
Ακόμη κι αν αναγκαστεί η οικονομία να υποστεί μια σημαντική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, αυτό δεν θα σημάνει την καταστροφή της.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς το εξής: Πότε τα πράγματα είναι καλύτερα; Με μια υποτίμηση, που όμως συνοδεύεται από μια πολιτική στήριξης του λαϊκού εισοδήματος, του μισθού και της σύνταξης, με εξασφάλιση των εργασιακών, ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, με προστασία της μικρής και μεσαίας επιχείρησης από τις μονοπωλιακές καταστάσεις της αγοράς, τις φορολογικές επελάσεις και τη ληστρική πρακτική των τραπεζών; Ή με τη σημερινή πολιτική, η οποία, προκειμένου να μην υποτιμηθεί το νόμισμα, υποτιμά την κοινωνία, την εργασία και την οικονομία ως σύνολο;
Βέβαια αυτό το περί μαζικής εξόδου κεφαλαίων, απόσυρσης καταθέσεων, «με πιθανή συνέπεια την κατάρρευση της χρηματοδότησης της οικονομίας», μάλλον σαν αστείο πρέπει να το εκλάβουμε.
Μιας και η ελληνική οικονομία βιώνει αυτή την κατάσταση ολόκληρη τη δεκαετία του ευρώ.
Την περίοδο αυτή πάνω από 252 δισ. ευρώ κεφάλαια μετανάστευσαν από την Ελλάδα είτε με τη μορφή τόκων, μερισμάτων και κερδών, είτε για να κερδοσκοπήσουν με μετοχές, παράγωγα, ομόλογα κ.ο.κ. στο εξωτερικό.
Ακόμη και τον Ιανουάριο - Αύγουστο του τρέχοντος έτους είχαμε πάνω από 40,6 δισ. ευρώ εκροή κεφαλαίου από την Ελλάδα, όταν ο δανεισμός του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ίδια περίοδο μέσω του μηχανισμού της τρόικας - για τον οποίο μας επιβλήθηκε το καθεστώς του μνημονίου - ανήλθε στα 18,5 δισ. ευρώ.
Από αυτά, τα 8,7 δισ. ευρώ έφυγαν με τη μορφή αμοιβών, κερδών και τόκων στο εξωτερικό, τα 26,5 δισ. ευρώ προήλθαν από την εξαργύρωση ομολόγων και εντόκων γραμματίων από μη κατοίκους της Ελλάδας, καθώς και μετοχών από ελληνικές επιχειρήσεις.
Ενώ 1,2 δισ. ευρώ έφυγαν από την Ελλάδα για να τοποθετηθούν σε μετοχές του εξωτερικού.
Την ίδια περίοδο είχαμε 4,2 δισ. ευρώ επιπλέον τοποθετήσεις από εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα και θεσμικούς επενδυτές της χώρας σε καταθέσεις και repos στο εξωτερικό!
Κι όλα αυτά σε περίοδο χρεοκοπίας και αδρών επιδοτήσεων στις τράπεζες.
Η «τρύπα» που δημιούργησε αυτή η εκροή, χάρις στην ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου της ΟΝΕ, όπως και οι αρνητικές αποταμιεύσεις που χαρακτήρισαν σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του ευρώ, λόγω κυρίως της διαρκούς λιτότητας, οδήγησαν σε μια τρομακτική κρίση χρηματοδότησης την ελληνική οικονομία.
Η κρίση αυτή επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με δανεισμό, με όλο και μεγαλύτερη προσφυγή στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Έτσι οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία.
Κι ενώ οι κυβερνώντες επιμένουν στην ίδια αδιέξοδη λογική, έρχονται και λένε πως, αν αυτή ανατραπεί, θα συμβεί αυτό ακριβώς που συμβαίνει ήδη.
Πλήρης παραλογισμός.
Αυτοί που κάποτε σκοπίμως ξεφτίλιζαν την δραχμή
Μια αναγκαστική υποτίμηση δεν είναι καθόλου υποχρεωτικό να συνοδευτεί από λιτότητα, εξαθλίωση και ύφεση.
Ακόμη και ο κ. Σημίτης παραδεχόταν ότι μια πολιτική στήριξης του εισοδήματος θα εξανέμιζε τις επιδράσεις της υποτίμησης.
Γι' αυτόν ήταν κακό αυτό επειδή στόχευε με την υποτίμηση να ενισχύσει τα κέρδη.
Όμως μια πολιτική ενίσχυσης του λαϊκού εισοδήματος και παραγωγικής ανασυγκρότησης μπορεί όντως να εξανεμίσει ή έστω να εξισορροπήσει τις όποιες αρνητικές συνέπειες μιας υποτίμησης.
Γι' αυτό και η τελευταία έκθεση της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη που δημοσιοποιήθηκε στις 14.9 έγραφε τα εξής χαρακτηριστικά για την εφαρμογή του μνημονίου στην Ελλάδα:
«Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επώδυνη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ' αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους... παραμένει αμετάβλητη, έτσι ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».
Ούτε που διανοείται η έκθεση να συγκρίνει την πολιτική δημοσιονομικής ασφυξίας και υποτίμησης της οικονομίας που εφαρμόζεται με τη νομισματική υποτίμηση και τις αρνητικές επιπτώσεις της.
Όλοι αυτοί που σήμερα εξισώνουν την υποτίμηση με την αυτοκαταστροφή της ελληνικής οικονομίας, είναι οι ίδιοι που σε κυβερνητικές θέσεις την εποχή της δραχμής δόξαζαν την πολιτική υποτιμήσεων και διολίσθησης ως σωτήρια για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη.
Αρκεί να συνδυάζεται με πολιτικές αίματος σε βάρος των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων και της χώρας.
Γι' αυτό ξεφτίλισαν σκόπιμα τη δραχμή.
Μέσα στα τελευταία 20 χρόνια της δραχμής (1981-2001) - με τις τρεις εφάπαξ υποτιμήσεις και τις συνεχείς διολισθήσεις - η δραχμή έγινε φθηνότερη κατά 90%, ώσπου να φτάσει στην ισοτιμία με την οποία αντικαταστάθηκε από το ευρώ.
Όλα αυτά για να ξεκληριστεί το λαϊκό εισόδημα και να ενισχυθούν τα κέρδη των τραπεζών και των ιδιωτικών μονοπωλίων.
Τα ίδια ακριβώς κέρδη που υπερασπίζονται και σήμερα με το να εμφανίζουν την έξοδο από το ευρώ ως συνώνυμο της καταστροφής.
Με το ευρώ είναι αδύνατον να δημιουργηθούν πλεονάσματα (εισοδήματα και αποταμιεύσεις) ικανά να χρηματοδοτήσουν μια γρήγορη παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας της χώρας.
Τη μόνη ικανή να εξασφαλίσει τη σταθερότητα του νομίσματος, αλλά και της οικονομίας συνολικά.
Κι αυτό γιατί το ευρώ, επειδή δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και πρέπει να κρατά τη συναλλαγματική του αξία σε υψηλά επίπεδα για να διευκολύνει τη χρηματοδότηση των μεγάλων τραπεζών προσελκύοντας το ενδιαφέρον των διεθνών κερδοσκόπων, προϋποθέτει συνεχή λιτότητα και διαρκή υποτίμηση της οικονομίας.
Από τη στιγμή που δεν μπορεί να προσαρμοστεί η αξία του νομίσματος στην οικονομία, τότε προσαρμόζεται δια της βίας η ίδια η οικονομία στην αξία του νομίσματος. Αυτό συμβαίνει σε ολόκληρη την περίοδο του ευρώ.
Με κερδισμένους μόνο τους διεθνείς επενδυτές, τις διεθνείς τράπεζες και τις πολυεθνικές με τα κυκλώματα τους σε κάθε χώρα.
Όσο θα υφίσταται αυτό το καθεστώς του κοινού νομίσματος, η χώρα είναι υποχρεωμένη αφενός να υποτιμά διαρκώς την εργασία και την οικονομία της και αφετέρου να καλύπτει τα όλο και μεγαλύτερα παραγωγικά της ελλείμματα με ιδιωτικό και δημόσιο δανεισμό, με όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές κεφαλαίου.
Αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: αναπαραγωγή και διαιώνιση της σημερινής χρεοκοπίας.
Για να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο χρειαζόμαστε οπωσδήποτε εθνικό νόμισμα.
Όχι για να πλημμυρίσουμε την οικονομία με χρήμα, αλλά για να χρηματοδοτήσουμε ορθολογικά τις ανάγκες της. Για να μας επιτραπεί να προχωρήσουμε πολύ γρήγορα στην ανάταξη και την παραγωγική ανασυγκρότηση της.
Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με έναν τρόπο, αυτόν που εξηγούσε ένας από τους ιστορικούς διοικητές της Τραπέζης της Ελλάδος, ο Ξενοφών Ζολώτας:
«Πρέπει να έχουμε υπ' όψιν - και αυτό είναι γενικά, πλέον, παραδεκτό - ότι σε περίπτωση υφέσεως δεν πρέπει ν' αφήνουμε τους πραγματικούς μισθούς να πέφτουν.
Η διατήρηση της αγοραστικής δυνάμεως των μισθών και ημερομισθίων είναι απαραίτητη, πρώτον για τη διατήρηση του επιπέδου ζωής των μισθωτών και δεύτερον γιατί, αν δεν αναπροσαρμόσουμε τα χρηματικά εισοδήματα των μισθωτών, ώστε να διατηρηθεί η αγοραστική τους δύναμη, είναι δυνατό να διαιωνίσουμε την οικονομική ύφεση... Εξ άλλου, η ζήτηση των οικονομικά ασθενέστερων ατόμων - όπως των μισθωτών - στρέφεται, κατά βάση, προς εγχώρια προϊόντα, ώστε από το ένα μέρος να προκύπτει αμεσότερη τόνωση της εγχώριας παραγωγής και από το άλλο να μετριάζονται, τουλάχιστο σε πρώτη φάση, οι δυσμενείς επιπτώσεις στο ισοζύγιο πληρωμών.
Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι, επί πλέον, κατά την αναπροσαρμογή των μισθών και των ημερομισθίων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν και η αύξηση της παραγωγικότητος της εργασίας, που εξασφαλίζει τη συμμετοχή των μισθωτών στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, χωρίς να δημιουργούνται κίνδυνοι πληθωρισμού».
Αυτά τα έλεγε το 1975 και διατηρούν στο ακέραιο την αξία τους σήμερα.
Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή διέξοδος από την ύφεση, κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς και οποιεσδήποτε συνθήκες, αν δεν υπάρξει μια γενναία αύξηση των λαϊκών εισοδημάτων μέσα από μια αναδιανομή πλούτου.
Μόνο έτσι η οικονομία μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της.
Υπό την προϋπόθεση ότι θα την απαλλάξουμε από τον βρόχο του δημόσιου χρέους, ενώ τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από το άγος του ιδιωτικού χρέους.
Πότε είχε δίκιο;
Ας επανέλθουμε όμως στους ισχυρισμούς του κ. Σημίτη περί καταστροφικής υποτίμησης. Πότε ακριβώς η πολιτική υποτίμησης και διολίσθησης της δραχμής έγινε καταστροφική; Ρωτάμε διότι ο ίδιος ευθύνεται για τις δυο από τις τρεις επίσημες υποτιμήσεις της δραχμής που έγιναν επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ.
Να τι έλεγε το 1985 για το τι σημαίνει υποτίμηση:
«Σημαίνει ότι οι εξαγωγές μας, αν οι τιμές τους σε δραχμές είναι αμετάβλητες, θα κοστίζουν φθηνότερα. Αν πάλι οι τιμές των εξαγωγών μας σε δραχμές αυξηθούν κάπως, θα προκύψει ένα δυνατό κέρδος για εξαγωγές με επίσης ευεργετικά αποτελέσματα. Αντίστοιχα θα αυξηθεί το κόστος σε δραχμές των εισαγωγών με συνέπεια τα εγχώρια προϊόντα να γίνουν πιο ανταγωνιστικά και να υποκαταστήσουν πολλά ξένα στην αγορά, θα πουλάμε επομένως περισσότερα στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό. Η κυβέρνηση δεν καινοτομεί με την υποτίμηση της δραχμής. Όλες οι χώρες με έναν σημαντικό ιδιωτικό τομέα στην οικονομία τους καταφεύγουν στην υποτίμηση όταν έχουν υποστεί σημαντική απώλεια στην ανταγωνιστικότητα τους... Η καινοτομία της πολιτικής μας εντοπίζεται στη ρύθμιση για τα εισοδήματα που θα αναλύσω.
Θα με ρωτήσετε γιατί περιμένουμε να διατηρηθεί το όφελος που θα προκύψει από την υποτίμηση, όταν προ τριετίας εξανεμίστηκε σε σύντομο διάστημα, θα απαντήσω. Από τη διεθνή εμπειρία είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διατηρείται και εκείνες κάτω από τις οποίες εξανεμίζεται. Εξανεμίζεται όταν οι αυξήσεις τιμών που προκύπτουν από την υποτίμηση περάσουν στα εισοδήματα και αλυσιδωτά από τα εισοδήματα στις τιμές και τανάπαλιν, μέσα σε έναν φαύλο πληθωριστικό κύκλο. Τα μέτρα τα οποία θα διαφυλάξουν την ανταγωνιστικότητα αφορούν την τροποποίηση της ΑΤΑ και τον έλεγχο των υπόλοιπων εισοδημάτων» (Βουλή, 12.10.1985).
Ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο κ. Σημίτης ισχυριζόταν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που ισχυρίζεται σήμερα. Τότε η υποτίμηση της δραχμής δεν ήταν πηγή κάποιου «προσωρινού οφέλους», όπως λέει σήμερα, αλλά πηγή αναπτυξιακής δυναμικής για την ελληνική οικονομία. Η λιτότητα δεν ήταν επακόλουθο της υποτίμησης, αλλά αναγκαστικό συμπλήρωμα της για να μην εξανεμιστεί η υποτιθέμενη αναπτυξιακή δυναμική της. Πότε έλεγε την αλήθεια ο κ. Σημίτης; Τότε ή τώρα; Ούτε τότε ούτε τώρα. Αυτή είναι η αλήθεια.
* Ο Δ. Καζάκης είναι οικονομολόγος - αναλυτής και το κείμενο του δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 28/10

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Το μεγάλο ναι

[...] λατρεύω τα λουλούδια θα θελα να χα το μέρος όλο να κολυμπάει στα τριαντάφυλλα Θε μου δεν υπάρχει τίποτε σαν τη φύση μετά η θάλασσα και τα κύματα που τρέχουν μετά η ωραία εξοχή μετά τα χωράφια από βρώμη και κριθάρι και κάθε είδους πράγματα και όλα τα φίνα γελάδια να τριγυρνούν αυτό θα έκανε καλό στην καρδιά σου να βλέπεις ποτάμια και λίμνες και λουλούδια κάθε λογής σχήματα και μυρωδιές και χρώματα να ξεφυτρώνουν ακόμα κι απ' τα χαντάκια γιασεμιά και βιολέτες είναι η φύση κι όσο για αυτούς που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός δεν θα δινα δεκάρα για όλη τους τη γνώση γιατί δεν πάνε να δημιουργήσουν κάτι τον ρωτούσα συχνά οι άθεοι ή όπως τέλος πάντων αποκαλούνται ας πάνε πρώτα να ξεπλύνουν τα χαλίκια από πάνω τους πηγαίνουν οδυρόμενοι στον παπά και πεθαίνουν και γιατί γιατί φοβούνται την κόλαση εξαιτίας της ένοχής τους συνείδησης α ναι τους ξέρω καλά ποιος ήταν ο πρώτος άνθρωπος στο σύμπαν πριν υπάρξει οποιοσδήποτε που τα φτιαξε όλα ποιος α αυτό δεν το ξέρουν ούτε και εγώ οπότε έτσι πάνε αυτά θα ήταν το ίδιο να προσπαθούν να σταματήσουν τον ήλιο απ' το να ανατείλει αύριο ο ήλιος για σένα λάμπει είπε τη μέρα που ξαπλώναμε ανάμεσα στα ροδόδενδρα στο Χάουθ στο γκρι τουίντ σακάκι και το ψάθινο καπέλο του τη μέρα που τον έκανα να μου κάνει πρόταση ναι του έδωσα πρώτα λίγο από το κέικ απ' το στόμα μου και ήταν δίσεκτος χρόνος όπως τώρα ναι 16 χρόνια πριν Θε μου μετά από αυτό το μακρόσυρτο φιλί κόντεψα να χάσω την ανάσα μου ναι είπε ήμουν λουλούδι του βουνού ναι είμαστε όλοι λουλούδια το γυναικείο σώμα ναι αυτό ήταν το ένα αληθινό πράγμα που είπε στη ζωή του και ο ήλιος λάμπει για σένα σήμερα ναι γι αυτό μου άρεσε γιατί είδα ότι κατάλαβε ή ένιωσε τι είναι γυναίκα και ήξερα ότι μπορώ πάντα να τον παρακάμπτω και του έδωσα όλη την ηδονή που μπορούσα καθοδηγώντας τον μέχρι που μου ζήτησε να πω ναι και στην αρχή δεν απαντούσα μόνο κοίταζα πέρα στη θάλασσα και τον ουρανό σκεφτόμουν τόσα πράγματα δεν ήξερε το Mulvey και τον κύριο Stanhope και την Έστερ και τον πατέρα και τον γεροκαπετάνιο Groves και τους ναύτες [...] και τις Ισπανίδες που γελούσαν στις εσάρπες τους και τις ψηλές τους χτένες και τους πλειστηριασμούς το πρωί τους Έλληνες και τους Εβραίους και τους Άραβες και ένας διάολος ξέρει ποιους άλλους από κάθε άκρο της Ευρώπης και την οδό Δούκα και την αγορά των πουλερικών που κακάριζαν όλα έξω απ' το Larby Sharons και τα φτωχά γαϊδούρια που γλίστραγαν μισοκοιμισμένα και τους ασαφείς τύπους με τους μανδύες να κοιμούνται στη σκιά στα σκαλιά και τους μεγάλους τροχούς των καροτσιών των ταύρων και το παλιό κάστρο χιλιάδων ετών ναι και αυτούς τους όμορφους Μαυριτανούς στα λευκά και τα τουρμπάνια σα βασιλείς που σου ζητούσαν να καθίσεις στο μικρομάγαζό τους [...] και όλες τις παράξενες μικρές οδούς και τα ροζ και μπλε και κίτρινα σπίτια και τους κήπους από τριαντάφυλλα και το γιασεμί και τα γεράνια και τους κάκτους και το Γιβραλτάρ ως κορίτσι όπου ήμουν Λουλούδι του βουνού ναι όταν έβαλα το τριαντάφυλλο στα μαλλιά όπως κάναν τα κορίτσια της Ανδαλουσίας ή να βάλω κόκκινο ναι και πώς με φίλησε κάτω απ΄τον μαυριτανικό τοίχο και σκέφτηκα λοιπόν το ίδιο καλός αυτός με κάποιον άλλο και μετά του ζήτησα με τα μάτια να ξαναρωτήσει ναι και μετά με ρώτησε ναι θα έλεγα ναι λουλούδι του βουνού μου και πρώτα έβαλα τα χέρια μου γύρω του ναι και τον τράβηξα κάτω μαζί μου ώστε να νιώθει τα στήθη μου όλο άρωμα ναι και η καρδιά του χτύπαγε σα τρελή και ναι είπα ναι θα το κάνω. Ναι.
James Joyce, Οδυσσέας, 1922.

Φωτο: Nora Barnacle Joyce

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Πλατωνισμοί, σκοτεινά

Τυφλὸς τὰ τ΄ ὦτα τὸν τε νοῦν τὰ τ΄ ὄµµατ΄εἶ.
Σοφοκλής, Οιδίπους τύραννος

Να βγαίνεις απ' το όνειρο
Να κατεβάζεις τα πουλιά
Στον ύπνο πάλι να περνάς
Κι ύστερα στο δωμάτιο
Να ντύνεσαι καλά
Να πας κατά την πόρτα
Να κάνεις δύο βήματα
Στο τρίτο κοκκαλώνεις.
Να λείπει επάνω ο ουρανός!
Χρήστος Μπράβος, "Να βγαίνεις απ' το όνειρο."

Jacques Rancière-Οι δύο μορφές βωβού λόγου (πρώτο μέρος)

Jacques Rancière
Οι δύο μορφές βωβού λόγου
Κεφάλαιο 4 του L' inconscient esthétique, Editions Galilée, 2001
Mτφρ. Radical Desire

Η ψυχανάλυση λοιπόν βρίσκει τον ιστορικό γενέθλιό της τόπο σ' αυτή την αντι-κίνηση της οποίας οι φιλοσοφικοί ήρωες είναι ο Σοπενάουερ και ο νεαρός Νίτσε και η οποία κυριαρχεί στη λογοτεχνία που, από τον Ζολά στον Μωπασάν, τον Ίψεν ή τον Στρίντμπεργκ βουτά στην καθαρή έλλειψη νοήματος της ωμής ζωής ή στην συνάντηση με τις δυνάμεις του σκότους. Δεν μας απασχολεί απλώς η επίδραση του πνεύματος της εποχής· για να είμαστε πιο ακριβείς, προσπαθούμε να θεμελιώσουμε τις θέσεις που είναι εφικτές μέσα σε ένα σύστημα όπως αυτό ορίζεται από μια συγκεκριμένη ιδέα της σκέψης και μια συγκεκριμένη ιδέα της γραφής. Γιατί η σιωπηρή επανάσταση που ονομάσαμε αισθητική ανοίγει τον χώρο όπου μια ιδέα της σκέψης και μια αντίστοιχη ιδέα της γραφής μπορούν να τύχουν επεξεργασίας. Αυτή η ιδέα της σκέψης βασίζεται σε μια θεμελιακή αποδοχή: υπάρχει σκέψη που δεν σκέφτεται, σκέψη που εργάζεται όχι μόνο στο ξένο στοιχείο της μη σκέψης αλλά και στην ίδια τη μορφή της μη σκέψης. Αντίστροφα, υπάρχει μη σκέψη που κατοικεί στη σκέψη και της δίνει μια δύναμη που είναι ολότελα δική της. Αυτή η μη σκέψη δεν είναι απλώς μια μορφή της απουσίας της σκέψης, είναι η αποτελεσματική παρουσία του αντιθέτου της. Από οποιαδήποτε πλευρά και αν προσεγγίσουμε την εξίσωση, η ταυτότητα της σκέψης και της μη σκέψης είναι πηγή μιας ξεχωριστής δύναμης.

Αντίστοιχη με αυτή την ιδέα είναι μια ιδέα για τη γραφή. Η γραφή αναφέρεται όχι μόνο σε μια μορφή εκδήλωσης της ομιλίας αλλά πιο θεμελιωδώς, σε μια ιδέα της ίδιας της ομιλίας και της εγγενούς της δύναμης. Γνωρίζουμε καλά πως για τον Πλάτωνα, η γραφή κατονόμαζε όχι μόνο την υλικότητα του γραπτού σημείου πάνω σε μια υλική βάση στήριξης, αλλά μια συγκεκριμένη κατάσταση της ομιλίας. Θεώρησε πως η γραφή ήταν ένας βωβός λόγος, ομιλία που είναι ανίκανη να πει αυτό που λέει διαφορετικά ή να επιλέξει να σωπάσει. Δεν μπορεί ούτε να εξηγήσει τι προσφέρει ούτε να διακρίνει αυτούς προς τους οποίους αρμόζει να απευθύνεται από αυτούς προς τους οποίους δεν αρμόζει. Αυτή η ομιλία, ταυτόχρονα βουβή και φλύαρη, μπορεί να αντιπαρατεθεί με την ομιλία που είναι πράξη, με τη λογοθετική πρακτική που καθοδηγείται από μια σημασιοδότηση που μεταδίδεται και ένα στόχο που επιτυγχάνεται. Για τον Πλάτωνα, αυτή ήταν η ομιλία του αυθέντη, ο οποίος γνωρίζει πώς να εξηγεί τα λόγια του και πώς να τα κρατά επιφυλακτικά, πώς να τα κρατά μακριά από το βέβηλο, και πώς να τα εναποθέτει σαν σπόρους στις ψυχές αυτών στους οποίους μπορούν να αποδώσουν καρπούς. Η κλασσική αναπαραστατική τάξη ταυτοποίησε τούτη την "ζώσα ομιλία" με την ενεργό ομιλία του μεγάλου ρήτορα που συγκινεί βαθιά και πείθει, μορφώνει και οδηγεί ψυχές και σώματα. Το μοντέλο αυτό περιλαμβάνει παρομοίως τον λόγο του τραγικού ήρωα που ακολουθεί τη θέλησή του και τα πάθη του ως το τελικό όριο.

Σε αντίθεση με αυτόν τον ζώντα λόγο που παρείχε την αναπαραστατική τάξη με τη νόρμα της, η γραφή είναι ο τρόπος του λόγου που αντιστοιχεί στην αισθητική επανάσταση: ο αντιφατικός τρόπος μιας ομιλίας που μιλά και παραμένει σιωπηλή την ίδια στιγμή, που γνωρίζει και συνάμα αγνοεί τι λέει. Αλλά υπάρχουν δύο μείζονες μορφές αυτού του αντιφατικού τρόπου, οι οποίες αντιστοιχούν στις δύο αντίθετες μορφές της σχέσης ανάμεσα στη σκέψη και τη μη σκέψη. Η πόλωση των δύο αυτών μορφών ιχνηλατεί τον χώρο ενός και μόνο τόπου, αυτού της λογοτεχνικής ομιλίας ως συμπτωματικής ομιλίας.

Η σιωπηλή γραφή με την πρώτη έννοια είναι η ομιλία που φέρουν τα ίδια τα βουβά πράγματα. Είναι η ικανότητα της σημασιοδότησης που εγγράφεται πάνω στο ίδιο τους το σώμα, και που συνοψίζεται στο "τα πάντα μιλούν" του Νοβάλις, του ποιητή-ορυκτολόγου. Το κάθε τι είναι ίχνος, απομεινάρι, ή απολίθωμα. Κάθε αισθητή μορφή, ξεκινώντας από την πέτρα ή το κοχύλι, αφηγείται μια ιστορία. Με τις γραμμώσεις τους και τις χαράξεις τους, κουβαλούν όλες ίχνη της ιστορίας τους και σημάδια του πεπρωμένου τους. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει το καθήκον της αποκωδικοποίησης και της επανεγγραφής αυτών των σημαδιών της ιστορίας που εγγράφονται στα πράγματα. Ο Μπαλζάκ συνοψίζει και εκθειάζει αυτή την νέα ιδέα για τη γραφή με τις αποφασιστικές του σελίδες στην αρχή του La peau de chagrin που περιγράφουν το κατάστημα του αντικέρ ως έμβλημα μιας νέας μυθολογίας, ως φαντασμαγορία που δημιουργείται εξ ολοκλήρου από τα συντρίμμια της κατανάλωσης. Ο μεγάλος ποιητής της εποχής αυτής δεν είναι ο Βύρωνας, ο ανταποκριτής της αναταραχής της ψυχής. Είναι ο Κουβιέ, ο γεωλόγος, ο φυσιοδίφης που επανασυγκροτεί τους ζωικούς πληθυσμούς από οστά και τα δάση από απολιθωμένα αποτυπώματα. Με τον Κουβιέ, ορίζεται μια νέα αντίληψη του καλλιτέχνη ως αυτού που ταξιδεύει μέσα από τους λαβύρινθους και τις κρύπτες του κοινωνικού κόσμου. Ο καλλιτέχνης συγκεντρώνει τα απομεινάρια και μεταγράφει τα ιερογλυφικά που αναδύονται στην συναρμογή θολών ή τυχαίων πραγμάτων. Παρέχει στις ασήμαντες λεπτομέρειες της πρόζας του κόσμου την δύναμη της ποιητικής σημασιοδότησης. Στην τοπογραφία μιας πλατείας, στη φυσιογνωμία μιας κτιριακής πρόσοψης, στο σχέδιο ή τη φθορά ενός κομματιού υφάσματος, στο χάος ενός σωρού εμπορευμάτων ή αποριμμάτων, αναγνωρίζει τα στοιχεία μιας μυθολογίας. Καθιστά την αληθινή ιστορία μιας κοινωνίας, μιας εποχής, ή ενός λαού ορατά μέσω των μορφών αυτής της μυθολογίας, προεικονίζοντας τα ατομικά ή συλλογικά πεπρωμένα. Το τα πάντα μιλούν υπονοεί ως φράση την κατάργηση των ιεραρχιών της αναπαραστατικής τάξης. Ο μεγάλος φροϋδικός κανόνας ότι δεν υπάρχουν ασήμαντες "λεπτομέρειες" --ότι αντιθέτως, οι λεπτομέρειες είναι αυτές που μας βάζουν στο μονοπάτι της αλήθειας-- βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με την αισθητική επανάσταση. Δεν υπάρχουν ευγενή και χυδαία θέματα, δεν υπάρχουν σημαντικά αφηγηματικά επεισόδια και άλλα, επικουρικού και  περιγραφικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει ούτε ένα επεισόδιο, ούτε μια περιγραφή, ούτε μια πρόταση που δεν φέρει εντός της την σημασιοδοτική δύναμη όλου του έργου. Δεν υπάρχει τίποτε που δεν φέρει τη δύναμη της γλώσσας. Τα πάντα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, είναι το ίδιο σημαντικά, το ίδιο σημαίνοντα. Έτσι, ο αφηγητής του La Maison du chat-qui-pelote [1] μας τοποθετεί μπροστά από την πρόσοψη ενός σπιτιού του οποίου τα ασύμμετρα ανοίγματα, τα χαωτικά βάθη και ο περιβάλλον του χώρος του δημιουργούν ένα ιστό από ιερογλυφικά μέσω των οποίων αποκωδικοποιούμε την ιστορία της κοινωνίας για την οποία μαρτυρά --και το πεπρωμένο των χαρακτήρων που ζουν εκεί. Παρόμοια, οι Άθλιοι μας βουτούν μέσα στον υπόνομο, που, όπως ο κυνικός φιλόσοφος, λέει τα πάντα· φέρνει μαζί και σε ίση βάση όλα όσα ο πολιτισμός χρησιμοποιεί και πετά, τις μάσκες του και τους διαχωρισμούς του, καθώς και τα καθημερινά του σκεύη. Ο νέος ποιητής, ο γεωλογικός ή αρχαιολογικός ποιητής, αναλαμβάνει την ίδια μορφή διερεύνησης που αναλαμβάνει ο Φρόυντ στην Ερμηνεία των ονείρων. Θέτει την αρχή ότι τίποτε δεν είναι ασήμαντο, ότι οι πεζές λεπτομέρειες που η θετικιστική σκέψη απορρίπτει ή αποδίδει σε μια απλώς φυσιολογικής τάξης λογική είναι στην πραγματικότητα σημάδια που κωδικοποιούν μια ιστορία. Θέτει όμως επίσης την παράδοξη προϋπόθεση αυτής της ερμηνευτικής: για να μπορέσει το τετριμμένο να αποκαλύψει το μυστικό του, πρέπει πρώτα να μυθολογικοποιηθεί. Το σπίτι και ο υπόνομος μιλούν, φέρουν το ίχνος της αλήθειας --όπως θα κάνει το όνειρο ή η παράπραξη, και το μαρξικό εμπόρευμα-- στον βαθμό που μεταμορφώνονται πρώτα στα στοιχεία μια μυθολογίας ή φαντασμαγορίας.

[1] Μυθιστόρημα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

Karl Marx-Πρωταρχική συσσώρευση

Via Σχολιαστές χωρίς Σύνορα

Karl Marx, Κεφάλαιο, Τόμος 1, κεφάλαιο 24, (Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση), σελ. 738-741

Το μυστικό της πρωταρχικής συσσώρευσης
H συσσώρευση του κεφαλαίου προϋποθέτει την υπεραξία, η υπεραξία την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, και αυτή πάλι την ύπαρξη σχετικά μεγάλων μαζών κεφαλαίου και εργατικής δύναμης στα χέρια εμπορευματοπαραγωγών. Έτσι όλη αυτή η κίνηση φαίνεται να περιστρέφεται σ’ ένα φαύλο κύκλο, από τον οποίο βγαίνουμε μόνο αν υποθέσουμε μια «πρωταρχική» συσσώρευση («previous accumulation» τη λέει ο Ανταμ Σμιθ), που προηγείται από την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, μια συσσώρευση που δεν είναι το αποτέλεσμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, αλλά η αφετηρία του.

Η πρωταρχική αυτή συσσώρευση παίζει στην πολιτική οικονομία τον ίδιο περίπου ρόλο που παίζει το προπατορικό αμάρτημα στη θεολογία. Ο Αδάμ δάγκασε το μήλο κι έτσι έπεσε το κρίμα πάνω σ’ όλο το ανθρώπινο γένος. Για να εξηγήσουν την προέλευση της πρωταρχικής συσσώρευσης, τη διηγούνται σαν ανέκδοτο του παρελθόντος. Σε μια πολύ παλιά εποχή υπήρχαν, από τη μια μεριά, μια επίλεχτη μερίδα ανθρώπων εργατικών, έξυπνων και προπάντων οικονόμων και, από την άλλη, τεμπέλικα χαμένα κορμιά που σπαταλούσαν σε γλέντια όλα όσα είχαν κι ακόμα παραπάνω.

Είναι αλήθεια ότι ο μύθος του θεολογικού προπατορικού αμαρτήματος μας διηγιέται πώς ο άνθρωπος καταδικάστηκε να τρώει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του. Αντίθετα η ιστορία του οικονομικού προπατορικού αμαρτήματος μας αποκαλύπτει πώς γίνεται και υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καθόλου ανάγκη να το κάνουν αυτό. Εξάλλου το ίδιο κάνει. Έτσι συνέβηκε, ώστε οι πρώτοι να συσσωρεύσουν πλούτο και οι δεύτεροι τελικά να μην έχουν τίποτα άλλο να πουλήσουν εκτός από το τομάρι τους. Κι από το προπατορικό αυτό αμάρτημα χρονολογείται η φτώχεια της μεγάλης μάζας, που παρ’ όλη την εργασία της εξακολουθεί να μην έχει τίποτα άλλο να πουλήσει εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της, και ο πλούτος των λίγων, που διαρκώς αυξάνει, παρ’ όλο που από πολύν καιρό έχουν παύσει να εργάζονται.

Τέτοια άνοστα παραμύθια σερβίρει ακόμα λχ. ο κ. Θιέρσος με επίσημη σοβαρότητα για την υπεράσπιση της propriete (ιδιοχτησίας) στους κάποτε τόσο πνευματώδεις γάλλους. Μόλις όμως διακυβεύεται η υπόθεση της ιδιοχτησίας, γίνεται ιερή υποχρέωση να υποστηριχθεί η άποψη του παιδικού αλφαβηταρίου, σαν η μόνη που ανταποκρίνεται σ’ όλες τις ηλικίες και βαθμίδες ανάπτυξης. Οπως είναι γνωστό, στην πραγματική ιστορία τον πρώτο ρόλο τον παίζουν η κατάχτηση, η υποδούλωση, ο φόνος μετά ληστείας, με δυο λόγια η βία. Στην ήπια όμως πολιτική οικονομία επικρατεί από ανέκαθεν το ειδύλλιο. Το δίκαιο και η «εργασία» ήταν από ανέκαθεν τα μοναδικά μέσα πλουτισμού, εξαιρώντας φυσικά κάθε φορά το «φετινό χρόνο». Στην πραγματικότητα οι μέθοδες της πρωταρχικής συσσώρευσης κάθε άλλο παρά ειδυλλιακές ήταν.

Όπως τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, έτσι και το χρήμα και το εμπόρευμα δεν είναι καθόλου από μιας εξαρχής κεφάλαιο. Χρειάζεται να μετατραπούν σε κεφάλαιο. Η μετατροπή όμως αυτή μπορεί να συντελεστεί μονάχα κάτω από ορισμένους όρους, που συνοψίζονται στα παρακάτω: πρέπει ν’ αντικριστούν και νάρθουν σ’ επαφή δυο λογιών, πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο, κάτοχοι εμπορευμάτων: από τη μια μεριά, κάτοχοι χρήματος, μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης, που σκοπός τους είναι ν’ αξιοποιήσουν το ποσό αξίας που κατέχουν, αγοράζοντας ξένη εργατική δύναμη.

Από την άλλη, ελεύθεροι εργάτες, πουλητές της δικής τους εργατικής δύναμης κι επομένως πουλητές εργασίας. Ελεύθεροι εργάτες με τη διπλή έννοια, με την έννοια πώς ούτε αυτοί οι ίδιοι ανήκουν άμεσα στα μέσα παραγωγής, όπως οι δούλοι, οι δουλοπάροικοι κλπ., και με την έννοια πώς ούτε σ’ αυτούς ανήκουν τα μέσα παραγωγής, όπως γίνεται λχ. στους αγρότες που διαχειρίζονται μόνοι το νοικοκυριό τους κλπ., απεναντίας είναι ελεύθεροι, απαλλαγμένοι απ’ αυτά, τα στερούνται. Με την πόλωση αυτή της αγοράς εμπορευμάτων δημιουργούνται οι βασικοί όροι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.

Η σχέση του κεφαλαίου προϋποθέτει το χωρισμό των εργατών από την ιδιοχτησία των όρων πραγματοποίησης της εργασίας. Από τη στιγμή που η κεφαλαιοκρατική παραγωγή στέκει πια στα δικά της πόδια, δε διατηρεί μόνο αυτό το χωρισμό, μα και τον αναπαράγει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα. Επομένως, το προτσές που δημιουργεί τη σχέση του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι άλλο από το προτσές χωρισμού του εργάτη από την ιδιοχτησία στους όρους της εργασίας του, ένα προτσές που, από τη μια μεριά, μετατρέπει σε κεφάλαιο τα μέσα συντήρησης και παραγωγής της κοινωνίας, και, από την άλλη, τους άμεσους παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες. Επομένως, η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το ιστορικό προτσές χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής. Εμφανίζεται σαν «πρωταρχικό», γιατί αποτελεί την προϊστορία του κεφαλαίου και του αντίστοιχού του τρόπου παραγωγής.

Η οικονομική διάρθρωση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας πρόκυψε από την οικονομική διάρθρωση της φεουδαρχικής κοινωνίας. Η διάλυση της δεύτερης έχει απελευθερώσει τα στοιχεία της πρώτης.

Ο άμεσος παραγωγός, ο εργάτης, απόχτησε τη δυνατότητα να διαθέτει το άτομό του μονάχα αφού είχε παύσει νάναι δεμένος με τη γη και να είναι δουλοπάροικος ή υποτελής σ’ ένα άλλο πρόσωπο. Για να γίνει ελεύθερος πουλητής εργατικής δύναμης που μεταφέρει το εμπόρευμά του παντού όπου βρίσκει αγοραστές, έπρεπε ακόμα νάχει ξεφύγει από την κυριαρχία των συντεχνιών, των κανονισμών τους σχετικά με τους μαθητευόμενους και τους καλφάδες και από τις άλλες περιοριστικές διατάξεις σχετικά με την εργασία.

Έτσι η ιστορική κίνηση που μετατρέπει τους παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες εμφανίζεται από τη μια σαν απελευθέρωσή τους από τις φεουδαρχικές υποχρεώσεις και από το συντεχνιακό εξαναγκασμό. Και για τους αστούς ιστοριογράφους μας υπάρχει μονάχα αυτή η πλευρά. Από την άλλη όμως αυτοί οι νεοαπελευθερωμένοι γίνονται πουλητές του ίδιου του εαυτού τους μόνον αφού τους έχουν πρώτα ληστέψει όλα τα μέσα τους παραγωγής και τους έχουν αποστερήσει όλες τις εγγυήσεις για την ύπαρξή τους, που τους παραχωρούσαν οι παλιοί φεουδαρχικοί θεσμοί. Και η ιστορία αυτής της απαλλοτρίωσής τους είναι γραμμένη στα χρονικά της ανθρωπότητας με γράμματα από αίμα και φωτιά.

Οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες, αυτοί οι νέοι κυρίαρχοι, ήταν με τη σειρά τους υποχρεωμένοι να εκτοπίσουν όχι μόνο τους συντεχνιακούς χειροτέχνες μαστόρους, μα και τους φεουδάρχες άρχοντες που κατείχαν τις πηγές του πλούτου. Από την πλευρά αυτή η άνοδός τους παρουσιάζεται σαν καρπός ενός νικηφόρου αγώνα ενάντια στη φεουδαρχική εξουσία και στα εξοργιστικά προνόμιά της, καθώς κι ενάντια στις συντεχνίες και στα δεσμά που είχαν βάλει οι συντεχνίες στην ελεύθερη ανάπτυξη της παραγωγής και στην ελεύθερη εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Οι ιππότες όμως της βιομηχανίας κατάφεραν να εκτοπίσουν τους ιππότες του ξίφους μόνο γιατί εκμεταλλεύτηκαν γεγονότα, για τα οποία ήταν τελείως αθώοι. Ανέβηκαν με μέσα εξίσου πρόστυχα με τα μέσα που ο ρωμαίος απελεύθερος είχε κάποτε μετατραπεί σε αφέντη του patronus (κυρίου) του.

Η αφετηρία της εξέλιξης που παράγει και το μισθωτό εργάτη και τον κεφαλαιοκράτη ήταν η υποδούλωση του εργάτη. Η εξέλιξη συνίστατο σε μια αλλαγή στη μορφή αυτής της υποδούλωσης, στη μετατροπή της φεουδαρχικής εκμετάλλευσης σε κεφαλαιοκρατική.

Για να κατανοήσουμε την πορεία της δε χρειάζεται ν’ ανατρέξουμε τόσο πίσω. Μόλο που τις πρώτες αρχές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής τις βρίσκουμε κιόλας σποραδικά στο 14ο και 15ο αιώνα σε μερικές πόλεις της Μεσογείου, η κεφαλαιοκρατική εποχή χρονολογείται μόλις από το 16ο αιώνα και δω. Εκεί που κάνει την εμφάνισή της έχει συντελεστεί από καιρό η κατάργηση της δουλοπαροικίας κι από αρκετό καιρό έχει αρχίσει να σβήνει το πιο λαμπρό πούχει δώσει ο μεσαίωνας, η ύπαρξη κυρίαρχων πόλεων.

Στην ιστορία της πρωταρχικής συσσώρευσης εκείνο που άφησε εποχή είναι όλες οι ανατροπές που χρησίμευσαν σαν μοχλοί για τη σχηματιζόμενη τάξη των κεφαλαιοκρατών, ιδίως όμως οι στιγμές όπου ξαφνικά και με τη βία μεγάλες μάζες ανθρώπων αποσπούνται από τα μέσα ύπαρξής τους και πετιούνται στην αγορά εργασίας σαν προγραμμένοι προλετάριοι. Τη βάση του όλου προτσές την αποτελεί η απαλλοτρίωση του παραγωγού της υπαίθρου, του χωρικού, από τη γη του. Η ιστορία αυτής της απαλλοτρίωσης παίρνει διαφορετικές αποχρώσεις στις διάφορες χώρες και διατρέχει τις διάφορες φάσεις σε διαφορετική διαδοχική σειρά και σε διάφορες ιστορικές εποχές. Μόνο στην Αγγλία πήρε την κλασική της μορφή και γι αυτό την παίρνουμε σαν παράδειγμα (189).

Τόμος 1, κεφάλαιο 24, (Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση), σελ. 758-767

ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΜΕΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ. ΝΟΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Όσοι διώχθηκαν με τη διάλυση των φεουδαρχικών ακολουθιών και με την απότομη, βίαιη απαλλοτρίωση της γης τους, το προγραμμένο αυτό προλεταριάτο σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε ν’ απορροφηθεί από τη γεννώμενη μανουφακτούρα τόσο γρήγορα, όσο γρήγορα δημιουργήθηκε. Από την άλλη μεριά, οι απότομα εκσφενδονισμένοι από τη συνηθισμένη τροχιά της ζωής τους άνθρωποι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν εξίσου απότομα στην πειθαρχία της νέας κατάστασής τους. Μετατράπηκαν μαζικά σε διακονιάρηδες, ληστές, αλήτες, εν μέρει από κλίση και στις περισσότερες περιπτώσεις από την ανάγκη των πραγμάτων.

Γι΄ αυτό, στα τέλη του 15ου και στη διάρκεια όλου του 16ου αιώνα σ’ όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης εκδίδονται αιματηροί νόμοι ενάντια στην αλητεία. Οι πατέρες της σημερινής εργατικής τάξης ήταν οι πρώτοι που τιμωρήθηκαν, γιατί τους μετέτρεψαν με τη βία σε αλήτες και πάουπερ. Η νομοθεσία τους μεταχειριζόταν σαν «εθελοντές» εγκληματίες, ξεκινώντας από την προϋπόθεση πως εξαρτιόταν από την καλή τους θέληση να εξακολουθούν να ζουν στις παλιές συνθήκες που δεν υπήρχαν πια.

Η νομοθεσία αυτή άρχισε στην Αγγλία επί Ερρίκου Ζ΄.

Ερρίκος Η΄ 1530: Στους γέρους και ανίκανους για εργασία ζητιάνους δίνεται άδεια επαιτείας. Αντίθετα, οι σωματικά γεροί αλήτες μαστιγώνονται και φυλακίζονται. Σύμφωνα με το νόμο τους δένουν πίσω απ’ ένα κάρο και τους μαστιγώνουν ως που να τρέξει αίμα από το κορμί τους, έπειτα τους βάζουν και ορκίζονται πως θα επιστρέψουν στον τόπο που γεννήθηκαν, ή εκεί όπου κατοικούσαν τα τελευταία τρία χρόνια, για να «δουλέψουν» (to put himself to labour). Τι φρικτή ειρωνεία! Με το νόμο 27 του Ερρίκου Η΄ επαναλαβαίνεται αυτός ο νόμος, μόνο που γίνεται αυστηρότερος με συμπληρωματικές διατάξεις. Όταν συλληφθεί κανείς για δεύτερη φορά ν’ αλητεύει, το μαστίγωμα επαναλαβαίνεται και του κόβουν το μισό αφτί. Σε περίπτωση όμως νέας υποτροπής χαρακτηρίζεται μεγάλος εγκληματίας και εχθρός της κοινωνίας και εκτελείται.

Εδουάρδος Στ΄: Ένας νόμος του πρώτου έτους της βασιλείας του, 1547, ορίζει πως, αν κάποιος αρνιέται να εργαστεί, πρέπει να δίνεται σκλάβος στο πρόσωπο που τον κατάγγειλε σαν αργόσχολο. Ο αφέντης πρέπει να τρέφει το σκλάβο του με ψωμί και νερό, με αδύνατα ποτά και με ό,τι απορρίμματα κρεάτων κρίνει αυτός κατάλληλα. Έχει το δικαίωμα να τον βάζει να κάνει οποιαδήποτε εργασία, όσο αηδιαστική κι αν είναι, μαστιγώνοντας κι αλυσοδένοντάς τον.

Αν ο σκλάβος λείψει 15 μέρες, πρέπει να καταδικαστεί σε ισόβια σκλαβιά και με πυρακτωμένο σίδερο να χαραχθεί στο μέτωπο ή στο μάγουλό του το γράμμα «S»* , αν φύγει για τρίτη φορά, εκτελείται σαν ένοχος εσχάτης προδοσίας. Ο αφέντης του μπορεί να τον πουλήσει, να τον κληροδοτήσει και να τον εκμισθώσει σαν δούλο, απαράλλαχτα όπως και κάθε άλλο κινητό αγαθό ή ζώο. Οι σκλάβοι εκτελούνται επίσης, αν επιχειρήσουν κάτι ενάντια στον αφέντη τους. Οι ειρηνοδίκες έχουν υποχρέωση, μόλις πληροφορηθούν ότι δραπέτευσαν σκλάβοι, να ψάχνουν να τους βρουν. Αν αποδειχθεί πως ένας τους αλήτεψε τρεις μέρες, πρέπει να μεταφερθεί στον τόπο που γεννήθηκε, να του χαράξουν με καυτό σίδερο το σημάδι «V» στο στήθος και να χρησιμοποιείται αλυσοδεμένος σε δουλειές του δρόμου ή και σε άλλες εργασίες.

Αν ο αλήτης δηλώσει ψεύτικο τόπο γέννησης, για τιμωρία του γίνεται ισόβιος σκλάβος του τόπου αυτού, των κατοίκων ή της συντεχνίας του και στιγματίζεται με το γράμμα «S». Ο καθένας έχει το δικαίωμα να παίρνει τα παιδιά των αλητών και να τα χρησιμοποιεί σαν μαθητευόμενους, τους νέους ως 24 χρονών και τα κορίτσια ως 20. Αν δραπετεύσουν, υποχρεώνονται ως αυτή την ηλικία να είναι σκλάβοι των μαστόρων τους που έχουν το δικαίωμα να τους αλυσοδένουν, να τους μαστιγώνουν κλπ. κατά βούληση.

Κάθε μάστορας έχει το δικαίωμα να περνάει ένα σιδερένιο χαλκά στο λαιμό, στα χέρια ή στα πόδια του σκλάβου του, για να μπορεί να τον γνωρίζει πιο εύκολα και για να τον κρατάει πιο σίγουρα. Το τελευταίο μέρος τούτου του νόμου προβλέπει πως ορισμένοι φτωχοί πρέπει να χρησιμοποιούνται από τον τόπο ή από πρόσωπα που τους ταΐζουν, τους ποτίζουν και τους βρίσκουν δουλειά. Τέτοιου είδους σκλάβοι των ενοριών διατηρήθηκαν στην Αγγλία ως τα μέσα του 19ου αιώνα με το όνομα roundsmen (περιφερόμενοι).

Νόμος της Ελισάβετ, 1572: Οι ζητιάνοι που δεν έχουν άδεια επαιτείας και είναι πάνω από 14 χρονών μαστιγώνονται σκληρά και καυτηριάζονται στο αριστερό αφτί, αν δεν υπάρχει κανένας που να θέλει να τους πάρει στην υπηρεσία του για δύο χρόνια. Σε περίπτωση υποτροπής, κι αν είναι πάνω από 18 χρονών, εκτελούνται, αν δεν υπάρχει κανένας που να θέλει να τους πάρει στην υπηρεσία του για δυο χρόνια. Σε περίπτωση όμως νέας υποτροπής, εκτελούνται χωρίς οίκτο σαν ένοχοι προδοσίας. Παρόμοιες διατάξεις περιέχει ο νόμος 18, κεφ. 13, της Ελισάβετ και ο νόμος του 1597.

Ιάκωβος Α΄: Ένας άνθρωπος που περιπλανιέται και ζητιανεύει θεωρείται αλήτης και μπαγαπόντης. Οι ειρηνοδίκες των Petty Sessions (τοπικών δικαστηρίων) είναι εξουσιοδοτημένοι να διατάζουν τη δημόσια μαστίγωσή του και να τον κλείνουν 6 μήνες στη φυλακή στην πρώτη επαυτοφώρω σύλληψή του και δυο χρόνια στη δεύτερη σύλληψή του. Στη διάρκεια της φυλάκισής του πρέπει να μαστιγώνεται όσες φορές και όσο κρίνουν οι ειρηνοδίκες… Τους αδιόρθωτους και επικίνδυνους αλήτες πρέπει να τους χαράζουν με καυτό σίδερο το γράμμα R* στον αριστερό ώμο και να τους στέλνουν σε καταναγκαστικά έργα, κι αν τους ξαναπιάσουν επαυτοφώρω να ζητιανεύουν να τους εκτελούν χωρίς οίκτο. Οι διατάξεις αυτές των νόμων ίσχυαν ως τις αρχές του 18ου αιώνα και ακυρώθηκαν μόνο με το νόμο 12 της Αννας, κεφ. 23.

Παρόμοιοι νόμοι υπήρχαν και στη Γαλλία, όπου στα μέσα του 17ου αιώνα είχε ιδρυθεί στο Παρίσι ένα βασίλειο αλητών (royaune des truands). Στις αρχές ακόμα της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ (ordonnance = διάταγμα) της 13 του Ιούλη 1777) κάθε σωματικά υγιής άνθρωπος από 16 ως 60 χρονών στέλνονταν στα κάτεργα, αν δεν είχε μέσα συντήρησης και δεν ασκούσε κανένα επάγγελμα. Τα ίδια θέσπιζε για τις Κάτω Χώρες ο νόμος του Καρόλου Ε΄ που εκδόθηκε τον Οχτώβρη του 1537, το πρώτο διάταγμα των κρατών και των πόλεων της Ολλανδίας της 19 του Μάρτη 1614, το Placat (Διακήρυξη) των Ενωμένων Επαρχιών της 25 του Ιούνη 1649 κλπ.

Έτσι ο αγροτικός πληθυσμός, που με τη βία τον απαλλοτρίωσαν, τον κυνήγησαν και τον μετέτρεψαν σε αλήτες, υποτάχθηκε με τερατώδικους τρομοκρατικούς νόμους, με μαστιγώσεις, με στιγματισμούς και με βασανιστήρια σε μια πειθαρχία τέτοια που απαιτεί το σύστημα της μισθωτής εργασίας.

Δε φτάνει που οι όροι της εργασίας εμφανίζονται στον ένα πόλο σαν κεφάλαιο, ενώ στον αντίθετο πόλο υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη. Δε φτάνει επίσης που εξαναγκάζονται άνθρωποι να πουλούν θεληματικά τον εαυτό τους. Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Η οργάνωση του διαμορφωμένου κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, η διαρκής δημιουργία ενός σχετικού υπερπληθυσμού κρατάει σε μια τροχιά, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου, το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, επομένως και το μισθό εργασίας, ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη.

Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εξωοικονομική, άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί ν’ αφεθεί στην επενέργεια των «φυσικών νόμων της παραγωγής», δηλ. στην εξάρτησή του από το κεφάλαιο, εξάρτηση που ξεπηδάει από τους ίδιους τους όρους της παραγωγής που την εγγυούνται και τη διαιωνίζουν. Διαφορετικά έχει το ζήτημα τον καιρό της ιστορικής γένεσης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η κεφαλαιοκρατία που γεννιόταν χρειάζεται και χρησιμοποιεί την κρατική εξουσία για να «ρυθμίζει» το μισθό της εργασίας, δηλ. για να τον στριμώχνει μέσα στα όρια που ευνοούν την παραγωγή κέρδους, για να παρατείνει την εργάσιμη ημέρα, και για να κρατάει τον ίδιο τον εργάτη σε κανονικό βαθμό εξάρτησης. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης.

Η τάξη των μισθωτών εργατών που γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα αποτελούσε και στον επόμενο αιώνα μονάχα ένα πολύ μικρό κομμάτι του λαού, που η θέση του προστατευόταν πολύ από το αυτοτελές αγροτικό νοικοκυριό στο χωριό και από τη συντεχνιακή οργάνωση της πόλης. Και στο χωριό και στην πόλη το αφεντικό και ο εργάτης βρίσκονταν από κοινωνική άποψη ο ένας κοντά στον άλλο. Η υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο ήταν μονάχα τυπική, δηλ. ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής δεν είχε ακόμα ειδικά κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα.

Το μεταβλητό στοιχείο του κεφαλαίου ξεπερνούσε πολύ το σταθερό μέρος του κεφαλαίου. Γι αυτό και η ζήτηση μισθωτής εργασίας αύξανε γρήγορα κάθε φορά που αύξανε η συσσώρευση, ενώ η προσφορά μισθωτής εργασίας ακολουθούσε μόνον αργά. Μεγάλο μέρος του εθνικού προϊόντος που αργότερα μετατράπηκε σε κοντύλι συσσώρευσης του κεφαλαίου, πήγαινε ακόμα τότε στο κοντύλι κατανάλωσης του εργάτη.

Η νομοθεσία, η σχετική με τη μισθωτή εργασία, που μιας εξαρχής απόβλεπε στην εκμετάλλευση του εργάτη και που στην παραπέρα εξέλιξή της είναι πάντα εξίσου εχθρική απέναντί του, εγκαινιάζεται στην Αγγλία το 1349 με το Stature of Labourers (Καταστατικό για τους εργάτες) του Εδουάρδου Γ΄. Στη Γαλλία, στο Καταστατικό αυτό αντιστοιχεί η ordonnance (διάταγμα) του 1350 που εκδόθηκε εξ ονόματος του βασιληά Ιωάννη. Η αγγλική και γαλλική νομοθεσία βαδίζουν παράλληλα και είναι ταυτόσημες στο περιεχόμενο. Εφόσον τα Καταστατικά για τους εργάτες επιδιώκουν να επιβάλουν την παράταση της εργάσιμης ημέρας, δεν επανέρχομαι σ’ αυτά, επειδή το σημείο αυτό το εξέτασα προηγούμενα (στο 8ο κεφάλαιο, 5).

Το Stature of Labourers (Καταστατικό για τους εργάτες) είχε εκδοθεί ύστερα από επίμονη αίτηση της Βουλής των Κοινοτήτων. «Παλιότερα λέει με αφέλεια ένας τόρυ οι φτωχοί ζητούσαν τόσο μεγάλο μεροκάματο, που έβαζαν σε κίνδυνο τη βιομηχανία και τον πλούτο. Τώρα ο μισθός τους είναι τόσο χαμηλός, που απειλεί επίσης τη βιομηχανία και τον πλούτο, όμως αλλιώτικα και ίσως πιο επικίνδυνα από τότε. Είχε καθοριστεί με νόμο ένα μισθολόγιο για την πόλη και το χωριό, για τη δουλειά με το κομμάτι και τη δουλειά με την ημέρα.

Οι εργάτες των χωριών καθορίζεται να μισθώνονται για ολόκληρο το χρόνο, και οι εργάτες της πόλης «στην ανοικτή αγορά». Απαγορεύεται με ποινές φυλάκισης να πληρώνεται μεγαλύτερος μισθός από το μισθό που προβλέπει το Καταστατικό, όμως τιμωρείται πιο βαριά το πρόσωπο που εισπράττει μεγαλύτερο μισθό παρά το πρόσωπο που τον πληρώνει. Έτσι, ακόμα και με τα άρθρα 18 και 19 του Καταστατικού της Ελισάβετ για τους μαθητευόμενους επιβάλλεται δέκα μέρες φυλάκιση σε κείνον που πληρώνει μεγαλύτερο μεροκάματο, ενώ επιβάλλεται εικοσιμία μέρες φυλάκιση σε κείνον που το εισπράττει.

Ένα Καταστατικό του 1360 καθόριζε ακόμα πιο αυστηρές ποινές και εξουσιοδοτούσε μάλιστα το αφεντικό να υποχρεώνει τους εργάτες με φυσικό εξαναγκασμό να δουλεύουν με βάση το επίσημο μισθολόγιο. Όλες οι ενώσεις, τα συμβόλαια, οι όρκοι κλπ. που συνέδεαν αμοιβαία τους χτίστες και τους μαραγκούς οικοδομών ακυρώνονταν. Από το 14ο αιώνα ως το 1825, το χρόνο που καταργήθηκαν οι νόμοι ενάντια στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, τιμωρούνταν σαν βαρύ έγκλημα η οργάνωση εργατών. Το πνεύμα του Καταστατικού του 1349 για τους εργάτες καθώς και το πνεύμα όλων των νόμων που ακολούθησαν φαίνεται πεντακάθαρα στο ζήτημα ότι, ναι μεν το κράτος υπαγορεύει ένα ανώτατο όριο μισθού, δεν καθορίζει όμως καθόλου ένα κατώτατο όριό του.

Όπως είναι γνωστό, το 16ο αιώνα είχε χειροτερέψει πολύ η κατάσταση των εργατών. Το μεροκάματο σε χρήμα ανέβαινε, όχι όμως στην ίδια αναλογία που υποτιμιόταν το χρήμα και όχι αντίστοιχα με την ύψωση των τιμών των εμπορευμάτων. Στην πραγματικότητα λοιπόν έπεφτε το μεροκάματο. Και όμως εξακολουθούσαν να ισχύουν οι νόμοι που απέβλεπαν στην ελάττωσή του και ταυτόχρονα συνεχίζονταν τα κοψίματα των αφτιών και ο στιγματισμός με καυτό σίδερο εκείνων «που κανένας δεν ήθελε να τους πάρει στη δούλεψή του».

Με το Καταστατικό 5, κεφ. 3, της Ελισάβετ για τους μαθητευόμενους εξουσιοδοτήθηκαν οι ειρηνοδίκες να καθορίζουν ορισμένους μισθούς και να τους τροποποιούν ανάλογα με τις εποχές του έτους και τις τιμές των εμπορευμάτων. Ο Ιάκωβος Α΄ επέκτεινε αυτή τη ρύθμιση της εργασίας και στους υφαντές, τους κλώστες και σ’ όλες τις άλλες κατηγορίες εργατών, και ο Γεώργιος Β΄ επέκτεινε σ’ όλες τις μανουφακτούρες τους νόμους που απαγόρευαν την οργάνωση των εργατών.

Στην καθαυτό περίοδο της μανουφακτούρας ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είχε δυναμώσει αρκετά ώστε να κάνει και ακατόρθωτη και περιττή τη ρύθμιση με νόμο του μισθού εργασίας, όμως για κάθε ενδεχόμενο δε θέλαν να στερηθούν τα όπλα του παλιού οπλοστασίου. Και ο νόμος 8 ακόμα του Γεωργίου Β΄ απαγόρευε στους καλφάδες ραφτάδες του Λονδίνου και των περιχώρων του να παίρνουν περισσότερα από 2 σελίνια και 7 1/2 πένες μεροκάματο, εκτός από τις περιπτώσεις γενικού πένθους. Και ο νόμος 13 ακόμα του Γεωργίου Γ΄, κεφ. 68, ανάθετε στους ειρηνοδίκες τη ρύθμιση των μεροκάματων των μεταξοϋφαντουργών. Και το 1796 ακόμα χρειάστηκαν δυο αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων για ν’ αποφασίσουν αν οι αποφάσεις των ειρηνοδικών σχετικά με τα μεροκάματα ισχύουν και για τους μη γεωργικούς εργάτες.

Και το 1799 ακόμα ένας νόμος της βουλής καθόριζε πως ο μισθός των ανθρακορύχων της Σκωτίας ρυθμίζεται από ένα Καταστατικό της Ελισάβετ και από δύο σκωτικούς νόμους του 1661 και 1671. Πόσο πολύ είχαν αλλάξει στο μεταξύ τα πράγματα, το αποδείχνει ένα γεγονός πρωτάκουστο για την αγγλική Κάτω Βουλή. Στη Βουλή αυτή, όπου εδώ και πάνω από 400 χρόνια φτιάχναν νόμους σχετικά με το ανώτατο όριο που οπωσδήποτε δεν πρέπει να το ξεπερνά ο μισθός της εργασίας, ο Ουάϊτμπρεντ πρότεινε το 1796 να καθοριστεί με νόμο ένα κατώτατο όριο μισθού για τους μεροκαματιάρηδες της γεωργίας. Ο Πητ αντιτάχθηκε, παραδέχθηκε όμως πως «η κατάσταση των φτωχών είναι φρικτή (cruel)».

Τέλος, το 1813 καταργήθηκαν οι νόμοι που ρύθμιζαν τους μισθούς. Οι νόμοι αυτοί αποτελούσαν μια γελοία ανωμαλία από τότε που ο κεφαλαιοκράτης ρύθμιζε με την ατομική του νομοθεσία τη δουλειά στο εργοστάσιο και κανόνιζε να συμπληρώνεται από το φόρο για τους φτωχούς ο μισθός του εργάτη γης, ώστε να φτάνει το απαραίτητο κατώτατο όριο. Οι διατάξεις των Καταστατικών εργασίας σχετικά με τα συμβόλαια ανάμεσα σ’ αφεντικά και μισθωτούς εργάτες, σχετικά με τους όρους καταγγελίας των συμβολαίων αυτών κλπ. διατάξεις που επιτρέπουν μόνο μήνυση στα πολιτικά δικαστήρια ενάντια στον παραβάτη του συμβολαίου, όταν ο παραβάτης αυτός είναι αφεντικό, ενώ προβλέπουν παραπομπή στα ποινικά δικαστήρια όταν ο παραβάτης είναι εργάτης, οι διατάξεις αυτές ισχύουν μέχρι στιγμής απόλυτα.

Οι απάνθρωποι νόμοι ενάντια στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι έπεσαν το 1825 μπρος στην απειλητική στάση που πήρε το προλεταριάτο. Και όμως έπεσαν μόνο εν μέρει. Μόλις το 1859 εξαφανίστηκαν μερικά ωραία υπολείμματα των παλιών Καταστατικών. Τέλος, ο νόμος που ψήφισε η Βουλή στις 29 του Ιούνη 1871 εξαφάνιζε στα λόγια και το τελευταίο ίχνος αυτής της ταξικής νομοθεσίας, δίνοντας νομική αναγνώριση στα τρέιντγιουνιον (εργατικά συνδικάτα).

Όμως ένας νόμος της βουλής της ίδιας ημερομηνίας [an act to amend the criminal law relating to violence, threats and molestation (ένας νόμος για τη συμπλήρωση της ποινικής νομοθεσίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση βίας, απειλών και ενόχλησης)] στην ουσία αποκατάσταινε την παλιά κατάσταση πραγμάτων με καινούργια μορφή. Με την κοινοβουλευτική αυτή ταχυδακτυλουργία όλα τα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι εργάτες σε περίπτωση απεργίας ή λοκάουτ (απεργία των συνασπισμένων εργοστασιαρχών με ταυτόχρονο κλείσιμο των εργοστασίων τους) αφαιρέθηκαν από το κοινό δίκαιο και υπάχθηκαν σε μια έκτακτη νομοθεσία που η ερμηνεία της πέρασε στους ίδιους τους εργοστασιάρχες με την ιδιότητά τους σαν ειρηνοδίκες.

Δυο χρόνια πρωτύτερα στην ίδια Κάτω Βουλή ο ίδιος κύριος Γλάδστον πρότεινε με το γνωστό έντιμο τρόπο ένα νομοσχέδιο για την κατάργηση όλων των έκτακτων ποινικών νόμων που στρέφονταν ενάντια στην εργατική τάξη. Το νομοσχέδιο όμως αυτό δεν μπόρεσε να προχωρήσει πέρα από τη δεύτερη ανάγνωση κι έτσι τράβηξαν την υπόθεση σε μάκρος ώσπου τελικά το «μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα», συμμαχώντας με τους τόρυ, απόκτησε το σθένος να ταχθεί κατηγορηματικά ενάντια στο ίδιο εκείνο προλεταριάτο που είχε ανεβάσει το κόμμα αυτό στην εξουσία.

Κι επειδή δεν ικανοποιήθηκε μ’ αυτήν την προδοσία, το «μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα» επέτρεψε στους άγγλους δικαστές, που πάντα εξυπηρετούσαν δουλικά τις κυρίαρχες τάξεις, να ξεθάψουν τους παλιωμένους νόμους σχετικά με τη «συνωμοσία» και να τους εφαρμόσουν ενάντια στα εργατικά σωματεία. Έτσι βλέπουμε πως μόνο δυστροπώντας και κάτω από την πίεση των μαζών η αγγλική βουλή παραιτήθηκε από τους νόμους ενάντια στις απεργίες και τα τρέιντγιουνιον, αφού προηγούμενα η ίδια βουλή επί πέντε αιώνες συνέχεια με ξετσίπωτο κυνισμό έπαιζε το ρόλο ενός μόνιμου τρέιντγιουνιον των κεφαλαιοκρατών ενάντια στους εργάτες.

Αμέσως από την αρχή κιόλας της επαναστατικής θύελλας η γαλλική αστική τάξη τόλμησε να ξαναφαιρέσει από τους εργάτες το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι που μόλις το είχαν κατακτήσει. Με το διάταγμα της 14 του Ιούνη 1791 χαρακτήρισε όλες τις εργατικές ενώσεις σαν «επιβουλή ενάντια στην ελευθερία και τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου», επιβουλή που τιμωρούνταν με 500 λίβρες (φράγκα) πρόστιμο και ένα χρόνο στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του ενεργού πολίτη. Ο νόμος αυτός, που την πάλη του ανταγωνισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία τη στριμώχνει με κρατικά αστυνομικά μέτρα μέσα στα όρια που βολεύουν το κεφάλαιο, επέζησε των επαναστάσεων και των δυναστικών αλλαγών. Ακόμα και η κυβέρνηση της τρομοκρατίας τον άφησε άθιχτο. Μόλις τελευταία αφαιρέθηκε από τον Code Pinal (Ποινικό Κώδικα).

Δεν υπάρχει τίποτα πιο χαρακτηριστικό από την πρόφαση που χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτό το αστικό πραξικόπημα. «Αν και θάπρεπε λέει ο εισηγητής του νόμου Λε Σαπελιέ ο μισθός εργασίας νάναι λίγο ανώτερος απ’ ό,τι είναι σήμερα, ώστε αυτός που τον παίρνει ν’ απαλλαχτεί απ’ εκείνη την απόλυτη εξάρτηση που δημιουργεί η στέρηση των αναγκαίων μέσων συντήρησης και που είναι σχεδόν ίδια με την εξάρτηση της δουλείας», ωστόσο δεν επιτρέπεται στους εργάτες να συνεννοούνται μεταξύ τους για τα συμφέροντά τους, να δρουν από κοινού και να μετριάζουν έτσι την «απόλυτή τους εξάρτηση που είναι σχεδόν δουλεία», γιατί έτσι παραβιάζουν «την ελευθερία των cidevant maitres (πρώην μαστόρων) τους και σημερινών επιχειρηματιών» (την ελευθερία να κρατούν εργάτες στη δουλεία!) και γιατί μια ένωση ενάντια στη δεσποτεία των πρώην μαστόρων των συντεχνιών αποτελεί μαντέψτε το! ξανασύσταση των συντεχνιών που τις έχει καταργήσει το γαλλικό Σύνταγμα!

Ηληκτρονική πηγή από Ριζοσπάστη