Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη Χώρα

Μια ματιά στον ρόλο των ΜΜΕ, ιδιαίτερα του περιοδικού τύπου, στη διαμόρφωση της ιδεολογίας της δεκαετίας του 90. Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα, Εκδόσεις Σαββάλας.

Αναδημοσίευση από τη Σπηλιά του Νοσφεράτου, όπου το κείμενο δημοσιεύτηκε με άδεια του συγγραφέα.

RD (Αντώνης)
---

Ρητορικές της αυτοπεποίθησης

Ο πολιτικός μοντερνισμός προσεγγίζει, όπως ήδη σημειώθηκε, την εθνική ιδιαιτερότητα με επιτιμητικούς ή όρους φρονηματισμού. Στην πρώιμη μορφοποίησή του διέπεται από μια έντονη διάθεση ενοχοποίησης και στιγματισμού των ελληνικών παράδοξων: η νεοελληνική περιπέτεια παρουσιάζεται κυρίως ως σώρευση αποτυχιών ή ημιτελών και άκαρπων προσπαθειών, ως μια σειρά από κακοδαιμονίες, ατοπήματα και λάθος απαντήσεις.

Η έννοια-κλειδί σε αυτού του τύπου την προσέγγιση είναι η δυσλειτουργία και η έλλειψη προσαρμογής. Στο επίπεδο της μακροθεωρίας, η κίνηση ακολουθεί το μονοπάτι από τις θεωρίες του στρεβλού και εξαρτημένου καπιταλισμού (δεκαετία του ΄70) στις αντιλήψεις για την «ανορθολογική» δημόσια διοίκηση και την κομματική παραμόρφωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Απεναντίας, στην ελεύθερη αγορά των ιδεών και των πολιτισμικών τάσεων βλέπουμε ότι η όποια αρνητική συνείδηση απαλύνεται ευθύς εξαρχής από μια πραγματιστική διάθεση συνδιαλλαγής με τις ελληνικές αντιφάσεις και τις ασταθείς πρακτικές, συμπεριφορές και στάσεις που αναδύονται από τους πόρους της κοινωνίας. Η λογική του remix, του αμαλγάματος και του πολιτισμικού συγκρητισμού ευνοεί μια περισσότερο ευέλικτη διαπραγμάτευση των διλημμάτων της εποχής. Το αυστηρό πρωτόκολλο του εκσυγχρονισμού εναλλάσσεται με μια χαλαρή ατμόσφαιρα στην οποία προέχει η τόνωση του ηθικού και η εμψύχωση του κοινού, πριν αρθρωθεί η όποια φράση σωφρονισμού και επιτίμησης.

Σε μια χρονική συγκυρία στην οποία για μια σημαντική μερίδα της θεσμικής διανόησης, ο ελληνικός εθνικισμός έφτανε στο αποκορύφωμα του παραλογισμού και της επίδρασής του, διαβάζουμε σε ένα άλλο ύφος: «η Ελλάδα είναι Μόδα». Το θέμα του κειμένου με αυτόν τον προκλητικό τίτλο είναι ακριβώς ο νέος ελληνικός εθνικισμός, η επιστροφή του εθνικού αισθήματος στη ζωή των Ελλήνων. Το κείμενο αναφέρεται σε έναν εθνικισμό που «είναι καιρός να ξαναανακαλύψουν οι Έλληνες» γιατί «φέρει σφραγίδα γνησιότητας», είναι, όπως λέγεται, ένα trademark. Ποια είναι όμως η ταυτότητα και τα διακριτικά γνωρίσματα αυτού του εθνικισμού; Με ποιο τρόπο μπορεί να αναγνωριστεί σε αυτόν μια σύγχρονη και επίκαιρη διάσταση, μια πρωτογενής και απενοχοποιημένη θετικότητα; Ο εθνικισμός που σύμφωνα με τον συντάκτη του κειμένου οφείλουμε να «ανακαλύψουμε εκ νέου» αναδύεται σχετικά αλώβητος από την κατάρρευση των μοντέρνων ιδεολογιών. Ο εθνικισμός, λέγει, υπήρξε εγκληματικός «μόνο όταν υποτάχθηκε» στις ιδεολογικές ουτοπίες των νεώτερων χρόνων (αναφέρεται ρητά ο φιλελευθερισμός και ο κομμουνισμός). Τώρα όμως: Όλα ξεφούσκωσαν, ιδεολογίες, προγράμματα, άνθρωποι, κόμματα γιατί κάτω από τα ρούχα δεν υπήρχε τίποτα.

Η νέα περίοδος μπορεί να δικαιώσει λοιπόν την εθνική αφύπνιση όχι όμως κάθε τύπο εθνικισμού. Στο περιγραφικό μέρος του κειμένου αναπτύσσεται το θέμα της απελευθέρωσης της κοινωνίας από το «κράτος». Δείγματα αυτής της προϊούσας απελευθέρωσης είναι ο πολλαπλασιασμός των δημιουργικών Ελλήνων και οι υψηλές επιδόσεις που σημειώνουν συγκεκριμένες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες (επιχειρηματίες, διαφημιστές, επιστήμονες, αρχιτέκτονες). Η νέα εθνική κοινότητα προσεγγίζεται έτσι, καταρχήν, ως μια κοινότητα που τα υποκείμενά τους είναι καλοί παραγωγοί πλούτου, κοινότητα που υπερβαίνει, ως εκ τούτου, το παρακμιακή και μίζερη παλαιο-ελλάδα. Όμως αυτού του τύπου η δικαιολόγηση του νέου εθνικισμού δεν εκπληρώνει την παρηγορητική και εμψυχωτική λειτουργία η οποία και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα κάθε αποτελεσματικού ιδεολογικού λόγου. Το έθνος-επιχείρηση και συμβιωτική οικονομική κοινότητα συνιστούν κομβικά σημεία αναφοράς σε όλες τις εγχώριες μεταμοντερνιστικές και εκσυγχρονιστικές παραλλαγές. Η ιδέα ωστόσο της κοινότητας των παραγωγικών και επιτυχημένων δεν διατυπώνεται εδώ με διδακτικούς όρους όπως στον δεοντολογικό λόγο του πολιτικού μοντερνισμού. Υποδεικνύεται περισσότερο ως ένα γοητευτικό παζλ εικόνων και διαφημιστικό tableau vivant παρά ως διακήρυξη. Γι αυτό και μεγάλο κομμάτι στο συγκεκριμένο άρθρο καλύπτεται από ένα είδος ανάλαφρου και χιουμοριστικού συγκριτικού τεστ, όπου εγκωμιάζονται οι μοναδικές αρετές και ποιότητες της φυλής σε διαφορετικούς τομείς:

Στο σεξ και στα ερωτικά ήθη.
Στη μουσική, στη διασκέδαση, στον τρόπο ζωής.
Στην ποιότητα της τηλεόρασης.
Στην μακροβιότητα και την υγεία.
Στις πνευματικές/ πολιτιστικές επιδόσεις.

Σε κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες, οι «Έλληνες» διαφέρουν και υπερέχουν έναντι διαφόρων μειονεκτικών άλλων. Το ενδιαφέρον είναι εδώ ότι οι άλλοι στο συγκεκριμένο άρθρο είναι κυρίως εκπρόσωποι περισσότερο προηγμένων κοινωνιών (Γάλλοι, Αμερικανοί, Σκωτσέζοι κλπ). Η τόνωση της εθνικής αυτοπεποίθησης δεν μπορεί φυσικά να επιτευχθεί με συγκρίσεις «προς τα κάτω». Ο νέος εθνικισμός παρουσιάζεται, με τρόπο που ανασκάπτει τυπικά την πιο παραδοσιακή εθνικιστική ρητορεία, ως φορέας της κληρονομιάς « της πιο ιστορικής χώρας του κόσμου». Την ίδια στιγμή όμως που λέγεται κάτι τέτοιο, ακολουθεί η απόρριψη κάθε ιδέας εδαφικού επεκτατισμού και τοπικού ιμπεριαλισμού. Η κοινωνική λειτουργικότητα του νέου εθνικισμού προσδιορίζεται με αρκετή ενάργεια:

Όταν όλες οι κοσμοθεωρίες κοινωνικής και οικονομικής προόδου έχουν καταρρεύσει, παραμένει η μοναδική συνιστώσα που μπορεί να μας δώσει την κλωτσιά προς τα μπρος. Δεν προϋποθέτει ούτε τσεμπέρια, ούτε τσαρούχια, αλλά ούτε και το όνειρο του ξιπασμένου που ήθελε να γίνει άλλος. Και βέβαια είναι φανατικός εχθρός της ξενοφοβίας, της απομόνωσης και του συνδρόμου του αιώνια κυνηγημένου, του παρατημένου και του έρμαιου στις διαθέσεις των μεγάλων.

Η δυναμική του νέου εθνικισμού συμπυκνώνει έτσι ετερογενή υλικά και αναπαραστάσεις. Για παράδειγμα, συντηρεί την κοινόχρηστη ιδέα της μέγιστης και αξεπέραστης ιστορικής κληρονομιάς (που αντιδιαστέλλεται ρητώς στους λαούς χωρίς ιστορία ή στους λαούς με μικρή ιστορία όπως οι Αμερικανοί) αλλά προσχωρεί και στη ρήξη με τα ελλαδικά εθνογραφικά στερεότυπα. Ο νέος εθνικισμός θέλει να αντιπαρέλθει τη μιμητική ξενολατρία (δεν θέλουμε να γίνουμε άλλοι) την ίδια στιγμή που αποποιείται τον αμυντικό ναρκισσισμό του θύματος κα του διωκόμενου (δεν έχουμε σύνδρομο μειονεξίας έναντι των μεγάλων). Στο ίδιο κείμενο απαξιώνονται σαρκαστικά οι παλαιές ιστορικές «παρεξηγήσεις» - η εθνικοφροσύνη της Δεξιάς αλλά και ο διεθνισμός της Αριστεράς- και στο τέλος ο αναγνώστης προσκαλείται να μοιραστεί τη μελοδραματική απλότητα και αφέλεια μιας προσωπικής εξομολόγησης:

Το μόνο που ξέρω είναι ότι από τότε που τέλειωσα το Δημοτικό κανείς σε αυτόν τον τόπο δεν μου είπε ότι πρέπει να είμαι περήφανος που γεννήθηκα και παρέμεινα Έλληνας.

Ένα χρόνο μετά, το πλαίσιο ενός εκσυγχρονισμένου εθνικισμού δίνει τον τόνο και σε ένα άλλο κείμενο στο ΚΛΙΚ με τον παιγνιώδη τίτλο: Say it loud. I’ m Greek and I’m proud!- και υπότιτλο « γιατί έτσι γουστάρω, ενοχλώ κανένα;». Στο άρθρο αυτό κυριαρχεί ακόμα εντονότερα μια εγκωμιαστική εθνο-λατρευτική διάσταση, ένα είδος άσεμνης και διονυσιακής αγιογραφίας του «εμείς οι Έλληνες». Μπορεί κανείς να αναγνωρίσει εδώ το λεξικό των κοινών τόπων που πλαισιώνουν την ηδονιστική, επιπόλαιη, ευρύχωρη και αυτοσχεδιαστική persona του Έλληνα. Ο αίνος περιλαμβάνει τα πάντα: τη γεύση του φαγητού, τους κώδικες της ερωτικής ζωής αλλά και την Ορθόδοξη θρησκεία που αντιδιαστέλλεται στη στυφή, δογματική και ηθικίστικη φύση του Καθολικισμού. Το ελληνικό ήθος παρουσιάζεται ως κατεξοχήν τέχνη του ωραίου βίου όπου βρίσκουν τη θέση τους η χαρά, η γενναιοδωρία, η γνώση «ζωής και ψυχής», η αντίθεση στη σεμνοτυφία, η κοινωνικότητα και η αγάπη. Σε κάθε παράγραφο του άρθρου οι «Έλληνες» εμφανίζονται ως φορείς μιας πολυδιάστατης αριστείας: έχουν παρέες – δεν είναι μόνοι και δυστυχείς-, είναι χαλαροί και ήπιοι στους εργασιακούς ρυθμούς – διαφέρουν από τους αλκοολικούς της εργασίας και μονόχνοτους Δυτικούς-, είναι άνθρωποι της σημερινής μέρας – δεν ζουν αναβάλλοντας τις ηδονές για το Αύριο κλπ. Στην αφήγηση το εγκώμιο λειτουργεί ως τέχνασμα γοητείας. Η αρνητικότητα, η επιτίμηση και η στηλίτευση του Έλληνα ( υπερβολικά παρούσες στον εκσυγχρονιστικό λόγο της ίδιας περιόδου) φαίνεται να έχουν ανασταλεί. Οι τόνοι δημοκρατικού ηδονισμού που διαπνέουν το κείμενο, ο μεθυστικός συμφιλιωτικός του οίστρος κορυφώνονται σε ένα θέμα που θα λειτουργήσει ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο και συστατικός μύθος της νέας Ελλάδας: το μοτίβο της διαταξικής ή αταξικής φύσης της ελληνικής κοινωνίας.

Η ταξική απροσδιοριστία και η περιγραφή της ελληνικής ζωής ως ένα είδος αταξικού melting pot επανέρχεται σταθερά στις αφηγήσεις της νέας εθνικής κοινότητας. Στον πυρήνα του θέματος θα συναντήσουμε την ιδέα μιας «απέραντης μεσαίας τάξης», η οποία διαλύει τις αντιθέσεις μέσα στον ευφορικό συγχρωτισμό του τρόπου ζωής, στη συμβιωτικότητα του life-style. Τα σκηνικά και εικονογραφικά δρώμενα που «υποδεικνύουν» τον αταξικό/ διαταξικό μύθο θα αποτελέσουν οργανικά στοιχεία στα πολιτισμικά κείμενα της ύστερης ελληνικής νεωτερικότητας. Η ίδια «απέραντη μεσαία τάξη» θα καταστεί ουσιαστικά το θεμελιώδες περιπλανώμενο σημαίνον της ιδεολογίας του Σύγχρονου:

Στον λόγο του πολιτικού μοντερνισμού θα αναχθεί κυρίως σε αναπτυξιακό, ορθολογικό φορέα της σύγχρονης δημοκρατικής καθολικότητας.

Ο εγχώριος μεταμοντερνισμός θα αναμίξει από την πλευρά του το αναπτυξιακό με το ηδονιστικό, το αυστηρό πρόγραμμα του έθνους-επιχείρηση με την ήπια αποδοχή του ελληνικού χάους.

Στις εγχώριες παραλλαγές μεταμοντερνισμού, οι εκσυγχρονιστικοί προγραμματικοί στόχοι διατηρούνται άθικτοι ή οξύνονται και καθίστανται επιθετικότεροι. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, πλαισιώνονται και με άλλα στοιχεία ακόμα και από «προ» ή μη-νεωτερικές μορφές ζωής. Αν στο αυστηρό πρωτόκολλο του εκσυγχρονιστικού φρονηματισμού ενοχοποιούνται οι πρακτικές που παραπέμπουν λ.χ. στην «τεμπελιά» και στην ανευθυνότητα του Έλληνα, οι μεταμοντέρνες στρατηγικές ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια ενθάρρυνσης και παρωδιακής ενσωμάτωσης: ενώ και αυτοί οι λόγοι εγγράφονται στην πλειονότητά τους στο κυρίαρχο παράδειγμα του νεοκαπιταλιστικού εξορθολογισμού, δεξιώνονται συχνότερα αποκλίσεις και διαφορές στο επίπεδο των ηθών και των πρακτικών της βιωμένης καθημερινότητας. Η προσπέλαση στην εμπειρική σφαίρα του βίου συνδυάζει εδώ το εγκώμιο «στα τραπεζάκια έξω»35 και τον ανηλεή στιγματισμό των αποτυχημένων κρατικοδίαιτων στρωμάτων και της νεοελληνικής «μιζέριας». Είναι μια προσέγγιση ανοιχτή στη χαλαρότητα και στην ηθολογική διαφοροποίηση ενώ την ίδια στιγμή αποκρούει κάθε αντιπαραγωγική και τεχνο-οικονομικά ασυμμόρφωτη υποκειμενικότητα.

Φυσικά δεν βρίσκουμε μία μόνο αφήγηση της εθνικής κοινότητας από μία και μόνο μεταμοντερνιστική προοπτική. Κατατμήσεις στον επαγγελματικό-διευθυντικό πόλο, ιδιοσυγκρασιακές και πολιτικές διαφορές ανάμεσα σε προσωπικότητες, στελέχη ή εκδοτικές ομάδες, αλλαγές στην κοινωνικοπολιτική συγκυρία συμβάλλουν σε διαφοροποιήσεις και σημαντικές αποχρώσεις. Για να μείνουμε στο παράδειγμα που χρησιμοποιούμε κυρίως εδώ, στο περιοδικό ΚΛΙΚ, είναι πρόδηλες οι διαφορές μεταξύ της πρώτης περιόδου, μέχρι το 1996, και της κατοπινής. Στην πρώτη περίοδο προβάλει ένα επιθετικό Life-style συνδυασμένο με μια ωμή, λαϊκότροπη αργκό γραφή36. Η δεύτερη περίοδος αντίθετα διατρέχεται από μια διάθεση υπαναχώρησης σε σχέση με τις υπερβολές του προηγούμενου νεόπλουτου πνεύματος καθώς και από μια περισσότερο δεσμευμένη στο εκσυγχρονιστικό πρόταγμα ματιά. Επίσης, τόσο η στρατηγική ιδιοποίησης του «εθνικιστικού» κλίματος των αρχών της δεκαετίας του ΄90, όσο και ο επιθετικός σεξισμός δεν συναντώνται στην ύστερη φάση. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές διαφορές ύφους και εκδοτικής φιλοσοφίας, η μετασημασιολόγηση του έθνους και του λαού συντελούνται με αρκετά γειτνιάζοντες όρους : ο νέος εθνικισμός των άρθρων του ΄90-92 όπως και ο κοσμοπολίτικος αντιεθνικισμός μετά το 1996 λειτουργούν υποστηρικτικά ως προς το νέο συλλογικό φαντασιακό του έθνους της ευημερίας υποδεικνύοντας συνεχώς μέτωπα και τομές μεταξύ παλαιού και νέου, παρωχημένου και σύγχρονου, εντός και εκτός (in/ out). Η αναπαραγωγή των μεταμοντερνιστικών κωδίκων δεν υπακούει άλλωστε σε ομοιόμορφα μοντέλα και σχήματα ανάπτυξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι έντονο το παιχνίδι των συρραφών και της χρήσης παραδοσιακότροπων σχημάτων της «λαϊκής» ιδεολογίας και γλώσσας. Άλλοτε πάλι είναι σαφέστερες οι προθέσεις απόστασης από κάθε λαϊκή και λαϊκίστικη έγκληση όπως και η διάθεση προσέγγισης σε ένα πιο καθαρό μοντέλο προσαρμογής στον «διεθνή» κώδικα ενός φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού.

Χρειάζεται εδώ να φύγουμε για λίγο από το παράδειγμα και να υπενθυμίσουμε εκ νέου την υπόθεσή μας για την ανάδυση του επαγγελματικού-διευθυντικού πόλου και τη στρατηγική του σημασία στο σύστημα σημασιών της νέας ελληνικής ζωής. Ο πόλος αυτός και τα στρώματα που τον συναπαρτίζουν συγκροτείται όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε πολιτικο-οικονομικές συγκυρίες που αλλάζουν από χρόνο σε χρόνο. Η διαμόρφωσή του όμως είναι παράλληλη και με το σχηματισμό της σύγχρονης μεσο-επικοινωνιακής αγοράς στην οποία στελέχη του κατέχουν ηγετικές θέσεις και κομβικούς δικτυακούς ρόλους. Αυτό σημαίνει ότι και η διάθλαση του συνολικού ταξικού πρίσματος των νέων αστικών μερίδων στον πολιτισμό ακολουθεί τις έντονες τάσεις διαφοροποίησης και κατακερματισμού που χαρακτηρίζουν την επικοινωνιακή αγορά καθώς αλλά και τα κοινωνικά-ψυχικά συστήματα στο σύγχρονο καπιταλισμό. Ωστόσο, οι διαιρέσεις στα επιτελεία της εμπορικής κουλτούρας με κανένα τρόπο δεν φαίνεται να αποδυναμώνουν το συνολικό ταξικό πρίσμα του επαγγελματικού-διευθυντικού πόλου. Αντίθετα, όσο προχωρούμε στη μακροσκοπική μελέτη της τελευταίας πενταετίας γίνεται περισσότερο ευδιάκριτο το κοινωνικοταξικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό τη ροή των κυρίαρχων ηθικών και αισθητικών τάσεων της περιόδου.

Εικόνα: Giorgio de Chirico, "L' incertitude du poète" (1913), Tate Gallery.

Ευρύ Λαϊκό Μέτωπο Σωτηρίας , του Ευτύχη Μπιτσάκη.



Η Ελλάδα, χώρα υπό κηδεμονία, με «κυβέρνηση» εντολοδόχο της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Η Ελλάδα, Νομαρχία της Ε.Ε. των πολυεθνικών.

Πώς επιχειρεί λοιπόν το ΠΑΣΟΚ να αντιμετωπίσει τη χρεοκοπία; Γνωστό: με την περικοπή των μισθών και των συντάξεων, με περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων. Με διάλυση του ασφαλιστικού. Με περικοπή των δαπανών για την υγεία, την παιδεία κλπ. Ανεξέλεγκτες απολύσεις (τι θα γίνουν οι άνεργοι και οι απολυμένοι;). Με ξεπούλημα του ό,τι απέμεινε από τον κρατικό τομέα της οικονομίας. Έτσι θα υπάρξει –λέει– ανάκαμψη! Μόνο ηλίθιοι θα ήταν δυνατόν να τους πιστέψουν. Επειδή δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να προβλέψει την ακόλουθη αιτιακή αλυσίδα: μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων → νέκρωση της αγοράς → χρεοκοπία επιχειρήσεων → πτωτική αντί για ανοδική τάση της οικονομίας → αδυναμία πληρωμής του δημόσιου χρέους → νέα δάνεια, διεύρυνση του φαύλου κύκλου → χρεοκοπία!

Η χρεοκοπία ήταν αναπόφευκτη; Από τους οικονομολόγους έχουν προταθεί μια σειρά μέτρα με τα οποία θα αντιμετωπιζόταν η κρίση: εσωτερικός δανεισμός, φορολογία του περισσεύματος των τραπεζών, φορολογία των 500 δισ. που διακινούνται ετησίως μέσω οφσόρ. Συνολικά, φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου και εκκλησίας, πάταξη της φοροδιαφυγής. Γιατί λοιπόν η κυβέρνηση να αποδομήσει το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας»; Επειδή αυτή είναι η λογική της αντιμετώπισης της κρίσης από τη σκοπιά της αστικής τάξης, της ΕΕ και του ΔΝΤ.

Λοιπόν, εργασιακός μεσαίωνας; Όχι ακριβώς! Ούτε επιστροφή στην εποχή του Ντίκενς. Τότε, ο αναδυόμενος καπιταλισμός ασκούσε, μέσα από μια διαδικασία νέων μορφών βαρβαρότητας, μια «προδοτική» (με τις αντινομίες της) ιστορική λειτουργία. Σήμερα, η νεκρή εργατική δύναμη, το κεφάλαιο, τείνει να καθυποτάξει ολοκληρωτικά τη ζωντανή εργατική δύναμη, αρνούμενο ό,τι θετικό είχε κάποτε δημιουργήσει. Σήμερα ο καπιταλισμός, αγγίζοντας τα ιστορικά του όρια, αποτελεί πλέον κίνδυνο για την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας. Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος συνεχίζεται, και η πυρηνική καταστροφή παραμένει η ενδεχόμενη «κάθαρση» της τραγωδίας.

Λοιπόν: τώρα τι; Η οργή έχει ξεχειλίσει. Το βλέπουμε παντού, όπως βλέπουμε και τα πρώτα σημάδια από την εμφάνιση ενός πολύμορφου και αντιφατικού κινήματος διαμαρτυρίας. Το «αυθόρμητο» είναι η πρώτη και αναγκαία «στιγμή» για την ανατροπή αυτού που υπάρχει. Ωστόσο πολλοί θεωρούν τα κινήματα, μοναδική και επαρκή δύναμη ανατροπής. Αλλά το κίνημα, για να γίνει αποτελεσματικό, χρειάζεται πρόγραμμα τακτικών και στρατηγικών στόχων.

Πρώτος στόχος: Να ανατραπεί συνολικά η καταστροφική κυβερνητική πολιτική. Να ακυρωθεί το πρόγραμμα «σταθερότητας». Να πεταχτεί στα σκουπίδια το αντισυνταγματικό «μνημόνιο». Να μη σαρωθούν οι κατακτήσεις των εργαζομένων. Αλλά οι δανειστές, οι «προστάτες» και κερδοσκόποι, απαιτούν τα «λεφτά τους». Τι κάνουμε λοιπόν;

Οικονομολόγοι προτείνουν παύση πληρωμών και αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό όμως, κατά τη γνώμη τους, θα οδηγήσει στην κατάρρευση των τραπεζών. Ανάγκη λοιπόν να τεθούν οι τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο και να λειτουργήσουν ως μοχλός οικονομικής αναδιάρθρωσης.

Παύση λοιπόν πληρωμών. Πώς; Και αρκεί; Άλλη, ριζοσπαστική πρόταση: έξοδος από το ευρώ. Ευκταίον και επιθυμητόν! Τι συνέπειες όμως θα έχει μια τέτοια κίνηση για το εισόδημα των εργαζομένων και συνολικά για την οικονομία; Αυτό απαιτεί συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Ακόμα: έξοδος από την ΕΕ. Είναι όμως βιώσιμη η οικονομία έξω από την Ευρώπη των πολυεθνικών; Και εδώ το σύνθημα δεν αρκεί. Τι λένε οικονομολόγοι και πολιτικοί;

Ειδικά για την ΕΕ: Πριν από τη δικτατορία, η ΕΟΚ είχε χαρακτηριστεί από την ΕΔΑ «λάκκος των λεόντων». Ισχύει ο χαρακτηρισμός και για την ΕΕ; Χρόνια οι ευρωπαϊστές μας υποστηρίζουν ότι η ΕΕ μπορεί να μετασχηματισθεί σε «Ευρώπη των Λαών». Με ποιο τρόπο; Το σύνθημα παραμένει λόγος κενός, και συνδέεται με την τύχη της μακαρία τη λήξει ευρωκομμουνιστικής αυταπάτης. Από την αντίθετη πλευρά, ΚΚΕ και εξωκοινοβουλευτική Αριστερά υποστηρίζουν την έξοδο από την ΕΕ. Ευκταίον! Αλλά πώς; Η ελληνική οικονομία είναι βιώσιμη έξω από την ΕΕ; Συγκεκριμένη, επιστημονικά θεμελιωμένη απάντηση δεν έχει δοθεί. Υπάρχει όμως και τρίτη μειοψηφική πρόταση την οποία υποστηρίζει και η ταπεινότητά μου χρόνια τώρα (ή π.χ. το βιβλίο μου «Γονίδια του Μέλλοντος»). Το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο, παρά τις αντιφάσεις και τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς, παραμένει ενωμένο. Λοιπόν, στην Ευρώπη του κεφαλαίου πρέπει να αντιπαρατεθεί το εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα, με στρατηγικό στόχο τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ευρώπης. Ουτοπία; Όχι! Στρατηγικός στόχος, ο μόνος ρεαλιστικά προς το συμφέρον των εργαζομένων και εφικτός, αν η Αριστερά μπορέσει να αναγεννηθεί μέσα από τα ερείπια. Ενωμένη Ευρώπη μπορεί να είναι μόνο η σοσιαλιστική (Λένιν).

Λοιπόν: Κίνημα ή κόμμα; Κίνημα, ναι! Κόμμα, αναγκαίο κακό αλλά αναγκαίο! Ας αγωνιστούμε λοιπόν για μια διαλεκτική σύνθεση: ενότητα στα πλαίσια της διαφοράς ([Ένγκελς] Χέγκελς, Λένιν). Ειπώθηκε προχθές: το ΚΚΕ δημιούργησε το ΕΑΜ, αλλά και το ΕΑΜ ανέδειξε το ΚΚΕ σε μεγάλο κόμμα της κοινωνίας. Διαλεκτική στην πράξη!

Νέο ΕΑΜ; Λέγεται και αυτό! Στην κατοχή ο αγώνας ήταν βασικά εθνικο-απελευθερωτικός και ταυτόχρονα ταξικός. Σήμερα όμως είναι καθαρά ταξικός και η ελληνική αστική τάξη αποτελεί μέρος της παγκόσμιας καπιταλιστικής που πρέπει να ανατραπεί. Συνεπώς: Ευρύ Λαϊκό Μέτωπο Σωτηρίας, όπου έχουν θέση όλοι οι «κολασμένοι της γης», αριστεροί και βάση του ΠΑΣΟΚ. Και τα κόμματα της Αριστεράς; Θα υπερβούν την ιστορία τους; Σήμερα αναγράφεται μια νέα ιστορική ευκαιρία. «Τρις εξ αμαρτείν»; 


Ευτύχης Μπιτσάκης
άρθρο από το τεύχος 19 της εφημερίδας "ΔΡΟΜΟΣ"

You gotta fight for your right to Summer

Χαιρετώ τους φίλους συνδιαχεριστές και αναγνώστες. Θα τα λέμε πολύ πιο σποραδικά για το επόμενο δίμηνο. Εύχομαι σε όλους καλό καλοκαίρι.





Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Ο εξτρεμισμός του Αριστοτέλη, ή πώς να κάνεις καριέρα απ' την άγνοια

Με ρώτησε σήμερα ο δημοσιογράφος Προκόπης Δούκας, επ' αφορμής κριτικής μου στα λεγόμενά του περί "δημοκρατικών αξιών" --δεν θα αναγκάσουμε, μου είπε, τους απλούς πολίτες "να πάρουν με το ζόρι θέση, στο ψευτοδίλημμα 'με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες'" επειδή έχουμε επαναστατικές εμμονές-- αν μου θυμίζει κάτι η λέξη δημοκρατία.

Αντιγράφω εδώ την απάντησή μου:

Εσάς, το "δημοκρατία" σας θυμίζει κάτι; Τι σας θυμίζει, για πείτε μου, ενδιαφέρομαι. Δώστε μου μερικά ιστορικά παραδείγματα για να προσανατολιστώ στο τι έχετε κατά νου.

...

Να σας πω τι μου θυμίζει εμένα η λέξη, αφού απάντηση δεν βλέπω. Να ένα από τα πράγματα που μου θυμίζει:

ἐπισφαλὲς δὲ καὶ τοὺς ἄρχοντας ὡς καθίστησιν ὁ Σωκράτης. ἀεὶ γὰρ ποιεῖ τοὺς αὐτοὺς ἄρχοντας: τοῦτο δὲ στάσεως αἴτιον γίνεται καὶ παρὰ τοῖς μηδὲν ἀξίωμα κεκτημένοις (Αριστοτέλης, Πολ., 1264b).

ἔστι δὲ τυραννὶς μὲν μοναρχία, καθάπερ εἴρηται, δεσποτικὴ τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, ὀλιγαρχία δ' ὅταν ὦσι κύριοι τῆς πολιτείας οἱ τὰς οὐσίας ἔχοντες, δημοκρατία δὲ τοὐναντίον ὅταν οἱ μὴ κεκτημένοι πλῆθος οὐσίας ἀλλ' ἄποροι... εἰ γὰρ εἶεν οἱ πλείους, ὄντες εὔποροι, κύριοι τῆς πόλεως, δημοκρατία δ' ἐστὶν ὅταν ᾖ κύριον τὸ πλῆθος (Αριστοτέλης, Πολ., 1279b).

Σας θυμίζει κάτι αυτό, κύριε Δούκα; Ring a bell που λέμε;

RD (Αντώνης)

Υ.Γ. Ολόκληρος ο διάλογος εδώ (o γράφων φέρει το ψευδώνυμο La Boétie).

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Naomi Klein, Disaster capitalism

Η Ναόμι Κλάιν με κάνει να μελαγχολώ με την ελληνική Αριστερά. Καθαρότητα σκέψης, ευθυκρισία, ικανότητα να εντοπίζει τα νευρικά σημεία της συγκυρίας, και όλα αυτά με ηρεμία, αισιοδοξία και χαμόγελο. Ουσιώδους σημασίας τα όσα λέει α) για το πώς η Αριστερά πιάνεται απροετοίμαστη και η Δεξιά πανέτοιμη όταν ξεσπούν κρίσεις, και για το τι σημασία έχει η ιδεολογική ετοιμότητα και κατά συνέπεια ο αφοπλισμός των ιδεών του αντιπάλου ώστε να είσαι μόνο εσύ έτοιμος και β) η τεράστια σημασία, ακριβώς για αυτό το λόγο, που είχε η άκρως επιτυχημένη καμπάνια του νεοφιλευθερισμού να πείσει την Αριστερά ότι δεν έχει ιδέες που να μπορεί να χρησιμοποιήσει, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα να φυσικοποιήσει την δική της χρήση βίας υπό την κάλυψη του αναίμακτου θρίαμβου ιδεών. Τα σχετικά σημεία με έντονα στοιχεία στην μετάφραση της συνέντευξης.
RD (Αντώνης)




Άρχισα να ενδιαφέρομαι πολύ για την ιδέα του σοκ και για την χρήση του ως πολιτικού εργαλείου όταν ήμουν στο Ιράκ, ως ανταποκρίτρια για την εισβολή. Γιατί υπήρχε μια σχεδόν τριπλή καταιγίδα από σοκ που εξελισσόταν στη χώρα αυτή. Υπήρχε το πρώτο σοκ, το σοκ της εισβολής, το οποίο ακολούθησε αμέσως μια οικονομική θεραπεία-σοκ πιο δραστική από οτιδήποτε είχε ποτέ δοκιμαστεί, ακόμα και στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Απόλυτη ανασύνταξη της οικονομίας από τη μία μέρα στην άλλη: τουλάχιστον αυτό ήταν αυτό το οποίο δοκιμάστηκε. Και μετά υπήρχε το τρίτο σοκ, το οποίο ήρθε αφού οι άνθρωποι άρχισαν να ανθίστανται στην εισβολή και στα άλλα δύο σοκ, και αυτό ήταν το σοκ των βασανιστηρίων.

Άρχισα να ενδιαφέρομαι για το ποιος ήταν ο λόγος που οι αρχιτέκτονες της εισβολής και κατάληψης του Ιράκ είχαν επιλέξει το “σοκ” ως μεταφορά. Τι ήταν αυτό στην ιδέα του σοκ που ήταν τόσο ελκυστικό για τους ανθρώπους που ήθελαν να “ξαναφτιάξουν” το Ιράκ; Και έτσι άρχισα να επιστρέφω στην πηγή της μεταφοράς της θεραπείας-σοκ και άρχισα να διαβάζω για την χρήση της σε ψυχιατρικά πλαίσια αναφοράς και επίσης για την χρήση της σε βασανιστήρια. Αυτό με οδήγησε σε μια πολύ εκ του σύνεγγυς ανάγνωση απόρρητων εγχειριδίων ανάκρισης της CIA που είχαν αποχαρακτηριστεί. Πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1963, ανατυπώθηκαν στην δεκαετία του 80, και από τότε έχουν αποχαρακτηριστεί. Βλέποντας πώς μιλάει η CIA για την σημασία του να φέρνεις τους κρατούμενους σε κατάσταση σοκ —γιατί όταν είναι σε κατάσταση σοκ, δεν μπορούν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, γίνονται σαν παιδιά, ενελίσσονται· τα εγχειρίδια ανακρίσεων έχουν μια εμμονή με αυτή την ιδέα της ενελικτικότητας— άρχισα να σκέφτομαι πώς εφαρμόστηκε αυτό σε μαζική κλίμακα.

Η εκμετάλλευση της κρίσης και του σοκ είχε χρησιμοποιηθεί πολύ συνειδητά από ριζοσπάστες της ελεύθερης αγοράς. Ξεκινάω το βιβλίο μου παραθέτοντας τον Milton Friedman, κάτι που έγραψε το 1982: “μόνο μια κρίση, αληθινή ή εννοημένη ως τέτοια, δημιουργεί πραγματική αλλαγή.” Και…παραδεχόταν ότι οι ιδέες του, το όραμά του για έναν δραστικά ιδιωτικοποιημένο κόσμο, δεν μπορούσαν να επιβληθούν αν δεν υπήρχε κρίση. Αναφερόταν σε οικονομικές κρίσεις, και οι οικονομικές κρίσεις έχουν διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο λείανσης του εδάφους για την επιβολή θεραπείας-σοκ. Η ασιατική οικονομική κρίση ήταν κλασικό παράδειγμα. Η λεγόμενη “κρίση της τεκίλα” στο Μεξικό ήταν άλλο ένα, το οποίο εξαπέλυσε άλλο ένα κύμα ιδιωτικοποιήσεων στο Μεξικό. Αλλά καθώς οι άνθρωποι αντιστέκονται περισσότερο και έχουν μεγαλύτερη συναίσθηση αυτών των στρατηγικών —βλέπεις αυτές τις μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στους θεσμικούς παράγοντες που εκμεταλλεύονται το σοκ, όπως το ΔΝΤ— τότε αυτό που αρχίζει να γίνεται είναι ότι τα σοκ πρέπει να γίνονται μεγαλύτερα, ώστε ο αποπροσανατολισμός να είναι επίσης πιο μεγάλος, και εκεί είναι που έχεις αυτό που αποκαλώ “καπιταλισμό της καταστροφής”.

Αυτό που έκανε η κυβέρνηση Μπους μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν κηρύχθηκε ο “πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία” είναι ότι ουσιαστικά θεμελίωσε μια νέα οικονομία. Γιατί οι παράμετροι αυτής της οικονομίας ήταν εξαιρετικά πλατιές. Πρόκειται για έναν ατέρμονο πόλεμο, μας είπαν· ο εχθρός δεν μπορούσε να τύχει χειρισμού με βάση τη λογική, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η διπλωματία, δεν μπορούσε να υπάρχει συζήτηση. Μπορούσε να υπάρχει μόνο επίθεση, και δεν θα τελείωνε μέχρις ότου το Κακό ηττηθεί παντού, σωστά; Οπότε, αν το σκεφτείς σαν επιχειρηματικό σχέδιο, δεν θα μπορούσε να είναι πιο επικερδές, διότι αυτό που ουσιαστικά λες είναι ότι έχεις μια καινούργια αγορά, που δεν θα εξαντληθεί ποτέ, και έχουμε ατελείωτα κονδύλια για να χρηματοδοτήσουμε αυτή τη νέα αγορά. Οπότε, σε αντίθεση με ένα πόλεμο της μίας φοράς, αυτό που έχτιζαν ήταν ένα μόνιμο νέο τμήμα της οικονομίας, ένα ιδιωτικοποιημένο κράτος ασφάλειας.

Ένα άλλο πράγμα που είπε ο Milton Friedman ήταν ότι αφού εκδηλωθεί η κρίση, το είδος της αλλαγής θα εξαρτηθεί από τις ιδέες που είναι διαθέσιμες, και αυτό είναι που το Τμήμα Οικονομίας του Παν/μιου του Σικάγο παρήγαγε όλα αυτά τα χρόνια: ιδέες που θα ήταν διαθέσιμες όταν χτυπούσε η επόμενη κρίση· ετοιμότητα για την κρίση αυτή. Και έτσι δεν είναι ζήτημα…δεν χρειαζόμαστε κάποια τεράστια θεωρία συνομωσίας για να πούμε ότι αυτές οι κρίσεις σχεδιάζονται συνειδητά και δημιουργούνται ώστε να τύχουν εκμετάλλευσης. Σίγουρα υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις ενσυνείδητου σοκ που μετά έγιναν αντικείμενα εκμετάλλευσης: το βιβλίο ξεκινάει με το πραξικόπημα στη Χιλή, που προφανώς ήταν σχεδιασμένη επίθεση που έφερε μια χώρα σε κατάσταση σοκ το οποίο και εκμεταλλεύτηκε· ήταν η πρώτη κλασική περίπτωση οικονομικής θεραπείας-σοκ. Ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν φυσικά προσχεδιασμένος επίσης, και σχεδιάστηκε για να είναι όσο σοκαριστικός γινόταν—αποκαλέστηκε “σοκ και δέος”— ώστε να τον εκμεταλλευτούν. Αλλά νομίζω ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το ζήτημα δεν είναι ο προσχεδιασμός του αρχικού σοκ αλλά το να βρίσκεσαι σε μια έντονη κατάσταση διανοητικής ετοιμότητας για την καταστροφή, έτσι ώστε όταν χτυπήσει η κρίση, να είσαι εσύ που θα είσαι έτοιμος με τις ιδέες που είναι διαθέσιμες. Αυτό έγινε όταν έσπασαν τα φράγματα [στη Νέα Ορλεάνη]. Το Heritage Foundation ήταν έτοιμο, με τις 32 λύσεις της ελεύθερης αγοράς, για τον Τυφώνα Κατρίνα. Η πρώτη ήταν να κατεβούν τα εργατικά, η δεύτερη ήταν να δοθούν κουπόνια για τα σχολεία αντί για κονδύλια για τη δημόσια εκπαίδευση, και λοιπά…Έτσι ήταν έτοιμοι να παίξουν, και είναι εύκολο να είσαι έτοιμος όταν έχεις τις ίδιες ιδέες, ανεξάρτητα από το τι είδος κρίσης υπάρχει.

Αν και το υλικό του βιβλίου είναι καταθλιπτικό —εννοώ ότι είναι αποτρόπαιο το να διαβάζεις για όλες αυτές τις περιστάσεις όπου οι άνθρωποι έγιναν αντικείμενα εκμετάλλευσης όταν δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, και για τον τρόπο με τον οποίο τα βασανιστήρια και άλλα μέσα ακραίας βίας χρησιμοποιήθηκαν για να επιβάλλουν αυτή την ιδεολογία— δεν το βρίσκω εντελώς καταθλιπτικό, και θα σας πω γιατί. Πριν κάνω αυτή την έρευνα, δεχόμουν, όπως οι περισσότεροι, ένα μεγάλο κομμάτι από το αφήγημα που έλεγε ότι ο θρίαμβος της ελεύθερης αγοράς παγκόσμια στις δεκαετίες του 1980 και 90 ήταν λίγο-πολύ μια ειρηνική διαδικασία. Και αν και εμείς οι προοδευτικοί δεν παραδεχόμαστε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, χάσαμε την πίστη μας στις δικές μας εναλλακτικές λύσεις και αποδεχτήκαμε αυτό το αφήγημα, ότι δήθεν υπήρξε μια μεγάλη μάχη ιδεών και ότι εμείς τη χάσαμε. Κοιτάζουμε πίσω —και αυτό κάνω στο βιβλίο, κοιτάζω σημεία-κλειδιά όπου αυτή η ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς πετάγεται ξαφνικά, όπως το πραξικόπημα στη Χιλή, η πτώση του τείχους του Βερολίνου, η διάλυση της ΕΣΣΔ, η Πολωνία το 1989, η πλατεία Τιενανμέν το 1989— και κοιτάζοντας τα ζωτικά αυτά συγκυριακά σημεία, όπου είχες αυτά τα μεγάλα άλματα μπροστά για την ιδεολογία του Milton Friedman, αυτό που βλέπεις στις στιγμές αυτές είναι ότι η ιδεολογία αυτή δεν επελέγη ποτέ. Μπορούμε να κοιτάξουμε και να πούμε “τι ψήφισαν οι πολωνοί ψηφοφόροι το 1989;” Ψήφισαν ένα κόμμα που υποσχόταν όχι να ιδιωτικοποιήσει της κρατικές επιχειρήσεις τους αλλά να τις μετατρέψει σε εργατικές συνεργατικές. Και τι ψήφισαν οι Νοτιοαφρικανοί το 1984; Ψήφισαν ένα κόμμα που υποσχόταν να πάρει τις πλούσιες πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, που βρισκόντουσαν στα χέρια μιας απειροελάχιστης ελίτ, και να τις αναδιανείμει. Τι ήθελαν οι Ρώσοι το 1993; Οι περισσότεροι πίστευαν ότι η ιδιωτικοποίηση θα έπρεπε επίσης να περιλαμβάνει την εργατική ιδιοκτησία. Αυτές οι ιδέες εκπαραθυρώθηκαν μέσα από διαφορετικές μορφές σοκ και βίας. Δεν ήταν ότι δεν είχαμε ιδέες. Και δεν ήταν ότι συναινέσαμε ποτέ, ότι πειστήκαμε ποτέ για το δίκαιο [αυτών των μέτρων]· απλώς λυγίσαμε σε κάποια σημεία. Νομίζω ότι είναι αρκετά ενδυναμωτικό να συνειδητοποιείς ότι δεν χάσαμε τη μάχη των ιδεών, γιατί νομίζω ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού που μας καθιστά αδύναμους στην Αριστερά είναι αυτή η ιδέα, που επαναλαμβάνεται διαρκώς, ότι οι ιδέες μας δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Ότι δεν έχουν πλέον νομιμότητα. Και αυτό μας κρατάει απ’ το να έχουμε την δύναμη της πεποίθησής μας σε στιγμές κρίσιμες. Και αυτός είναι ένας λόγος που έγραψα το βιβλίο. Για να πω ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μάχη ιδεών. Υπήρξε αληθινή μάχη, αληθινός πόλεμος, με αληθινές απώλειες. Αντιμετωπίσαμε στυγνές δυνάμεις και ηττηθήκαμε, αλλά δεν χάσαμε στο επίπεδο επιχειρημάτων.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιάννη Χοντζέα "Tο τέλος του κομμουνισμού", Σεπτέμβρης 1991


Για την «διπλή απάντηση» του καπιταλισμού στην κρίση του 29-31. Ο ναζισμός – φασισμός συνυπήρξε με τη δημοκρατία του «Νιου Ντηλ». Η αστική δημοκρατία πριμοδότησε τον φασισμό για να χτυπηθεί η ΕΣΣΔ. Νιου Ντηλ και ναζισμός σαν δίδυμα εργαστήρια αντιμετώπισης της κομμουνιστικής ανατροπής (σελ 89-94)

…Η περίοδος αυτής της «ατέλειωτης ζοφερής νύχτας» είναι η δεκαετία του 1930-1940. Είναι μια ενοχλητική περίοδος που πάνω της στα τελευ­ταία 15-20 χρόνια έχουν πέσει με μανία οι αναθεωρητές της ιστορίας να την ξαναγράψουν -λες και γράφτηκε ποτέ- έξω απ' τη λαϊκή μνήμη, για να αποδείξουν το δίδυμο κομμουνισμός-φασισμός και την άλλη όχθη τη «χαμογελαστή δημοκρατία του Νιου Ντηλ». Πρωτοπόροι στάθηκαν διά­φοροι, διαφόρων ειδικοτήτων αγανακτισμένοι ή οργισμένοι νέοι της πε­ριόδου εκείνης, που από «αριστερή» σκοπιά εκμηδένισαν το «σταλινικό» οικοδόμημα καθαγιάζοντας το αμερικάνικο παράδειγμα κι από «κοντά» σήμερα οι κάθε είδους τίκτοντες ή εγκυμονούντες βραδύκαυστα (για να έχουμε το νου μας) «κομμουνιστογενείς» κατά το «βενιζελογενείς» κλπ κλπ.

Η ιστορική περίοδος, που για συμβατικούς λόγους ονομάζεται πε­ρίοδος του 30, είναι εκείνη που ξεκινάει από το 1928-29 με δύο παγκό­σμιας σημασίας γεγονότα: τη στροφή προς την εκβιομηχάνιση και κολλεκτιβοποίηση στην ΕΣΣΔ (ρήξη με τη γραμμή της σε αυτόνομες ράγες α­νάπτυξης του σοσιαλισμού και της οικονομίας) και το «κραχ» του 1929 ή την έναρξη της μεγάλης κρίσης, που καταλήγει στην εισβολή των χιτλε­ρικών στην ΕΣΣΔ το 1941.

Όπως σε κάθε μεγάλη ιστορική περίοδο -και είναι τέτοια παρά τις «αναθεωρήσεις» και παρά την αντιθετική κίνηση προόδου και υποχωρή­σεων, επομένως της αντιθετικής ενότητας ιστορίας και λογικής- ας μας βρουν σ' αυτή την «προϊστορία», που επιμένουμε να τη χαραχτηρίζουμε σαν τέτοια, της ανθρωπότητας, μια ιστορική περίοδο «καθαρούλα», «παστρική» από «μαυρίλα», ολόασπρη, πεντακάθαρη, πάλλευκη σαν το πε­ριστέρι του αλήστου μνήμης σταλινικού Πικάσο.

Ο ιστορικός χρόνος ήταν ταχύτατος. Οι εναλλαγές διαδέχονταν η μία την άλλη. Από χρόνο σε χρόνο, από εξάμηνο σε εξάμηνο, συντελού­νταν μεγάλης σημασίας μεταβολές, αμοιβαίες εναλλαγές θέσεων, συσπει­ρώσεις και αντισυσπειρώσεις. Η ταξική πάλη, όχι με τη στενή ταλμουδίστικη έννοια, οξυνόταν, και επειδή οι δυνάμεις που παρενέβαιναν σ' αυ­τήν εξαντλούσαν όλες τις εφεδρείες τους μέσα σε λίγα χρόνια, οι συσχε­τισμοί δυνάμεων μεταβάλλονταν και δημιουργούσαν την εντύπωση πως κάποιος από τους αντίπαλους έχει πέσει «καταγής» και δεν πρόκειται να ξανασταθεί στα πόδια του και σε λίγο όλα αυτά τα δεδομένα ανατρέ­πονταν.

Μεγάλη κρίση, εκβιομηχάνιση-κολλεκτιβοποίηση, δύο κορυφαίοι σταθμοί. Εισβολή της Ιαπωνίας στη Μαντζουρία, αλλά και ένταση των εκστρατειών περικύκλωσης και εκμηδένισης από τον υποστηριζόμενο από το δυτικό ιμπεριαλισμό Τσαγκ Κάι Σεκ σε βάρος των Κινέζων κομ­μουνιστών (αυτά μέχρι το 1935). Δημοκρατία στην Ισπανία (1931). Εξέγερση του προλεταριάτου των Αστουρίων (1934), κατάπνιξη της εξέγερ­σης του προλεταριάτου της Βιέννης τον ίδιο χρόνο. Ο ναζισμός γίνεται εξουσία (1933), Η προβοκάτσια του Ράιχσταγκ. Ένταση του γερμανικού επανεξοπλισμού, ειδύλλιο Αμερικάνων-Βρετανών με τον Χίτλερ. Έντα­ση δύο φασισμών (1934), δολοφονία του φασίστα Ντόλφους στην Αυ­στρία (1934). Κι αυτά μονάχα στην πρώτη πενταετία. Από το 1935 μια στροφή στο κομμουνιστικό κίνημα (7ο συνέδριο ΚΔ). Πριν από τη στρο­φή, αλλά και με μεγαλύτερη ένταση μετά, πρωτοβουλίες της ΕΣΣΔ για τη συλλογική ασφάλεια στην Ευρώπη. Λαϊκό μέτωπο στη Γαλλία (1934), σύλληψη και αιχμαλωσία του Τσαγκ Κάι Σεκ στην Κίνα από εξεγερμέ­νους στρατηγούς του, ΚΚ Κίνας και εθνικό μέτωπο (1935). Το 1936 το προνουντσιαμέντο του Φράνκο στην Ισπανία μετά τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Έναρξη του τρίχρονου εμφύλιου (και όχι μονάχα) πόλεμου. Πολιτική κατευνασμού από Αγγλία, Γαλλία κλπ, προς τον Χίτλερ. Το «Νιου Ντηλ» στις ΗΠΑ: «απομονωτιστές» (απροκάλυπτα φιλοχιτλερικοί) και ο «αφελής» πασιφισμός του Ρούζβελτ. Το «ναζιστικό μοντέλο» εθνικοσοσιαλισμού και η πέμπτη φάλαγγα σε δράση στην Ευρώπη αλλά και ΗΠΑ και Ασία. Εξόρμηση του Ντούτσε (Αβησσυνία). Ανοχή της διε­θνούς κοινότητας. Η πολιτική κατευνασμού και το Μόναχο, οι παραχω­ρήσεις στον Χίτλερ, το παιχνίδι του ταΐσματος του «θηρίου» για να στραφεί ανατολικά και αντιστροφή των πραγμάτων. Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο (1939), έναρξη του πολέμου, εισβολή στην Πολωνία κλπ. «Γε­λοίος πόλεμος» στη Δύση. Τέλος του «γελοίου πολέμου» (1940), εισβολή στη Νορβηγία, η ψεύτικη ουδετερότητα της Σουηδίας, σοβιετο-φινλανδικός πόλεμος. Εισβολή σε Βέλγιο, Ολλανδία και Γαλλία. Επίθεση Μουσο­λίνι στην Αλβανία (1939), στην Ελλάδα (1940), Γερμανική παρέμβαση (1941). Φιλοναζί εξέγερση στο Ιράκ κλπ κλπ.

Αυτά είναι μερικά ενδεικτικά σημεία αυτής της δεκαετίας, που σαν τέτοια δεν εξαντλούν, αλλά απλά επισημαίνουν τον «πλούτο» της αντι­παράθεσης σε πλήθος από μέτωπα αλλά και τις «μεταβολές» ή μεταβολές στις στρατηγικές επιδιώξεις των αντιμαχόμενων. Ποιοι ήταν οι αντιμα­χόμενοι; Κράτη, συστήματα, μάζες, και τι είδους μάζες ήταν αυτές;

Μέσα σε 12 πάνω-κάτω χρόνια, δηλαδή σε ελληνικά σύγχρονα μέτρα από την κυβέρνηση Ράλλη μέχρι τη «μεσοβασιλεία» της Μητσοτακικής κυβέρνησης, το παγκόσμιο σύστημα δέχτηκε τρία πλήγματα: Οχτώβρης και τα επακόλουθα, κρίση του 1929, σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικοδό­μηση, ή όπως αλλιώς θέλετε να διαλέξετε απ' όσα προσφέρουν οι κάθε είδους σχολές. Αυτά όμως είναι πλήγματα. Ο χιτλερισμός πήρε το πράσινο φως από το «λεκανοπέδιο του Ρουρ» και τους Πρώσσους γιούνγκερς να πάρει την εξουσία, αλλά όχι μονάχα απ’ αυτούς. Οικονομικά, η ανόρθωση της γερμανικής οικονομίας, δηλαδή ο επανεξοπλισμός, στηρι­ζόταν σε ξένα και κύρια αμερικάνικα κεφάλαια. «Μεσολαβούσε» για τις επανορθώσεις που όφειλε να πληρώσει η Γερμανία, αλλά και δανειοδο­τούσε, συνεργαζόταν κλπ. Με την κρίση του 1929 συνέβηκε η απόσυρση αμερικάνικων κεφαλαίων από τη Γερμανία κι όχι μονάχα απ' αυτήν, αλ­λά η συνεργασία των γερμανικών κοντσέρν με τα αμερικάνικα τραστ ή κορπορέισον εξακολούθησε, ακόμα κι όταν ο φύρερ χλεύαζε τον Ρούζ­βελτ για τις ειρηνιστικές του «μπαρούφες». Και συνεχίστηκε παρά τα όσα συνέβησαν σε συνέχεια, αφού μέσα στον πόλεμο ο γνωστός Χ. Τρούμαν διατύπωσε την περίφημη θέση του: «Μας συμφέρει να υποστηρίζου­με τη μια από τις δύο δυνάμεις για να εξασθενεί η άλλη. Αν η πλάστιγγα γύρει υπέρ της Γερμανίας θα την υποστηρίξουμε ακόμα περισσότερο για να νικήσει τη Ρωσία». Και ήταν τότε οι ΗΠΑ ηγεμονική δύναμη, ήθελε να είναι ηγεμόνας των «ελεύθερων εθνών». Η άνοδος του ναζισμού, η «πολιτική κατευνασμού» δεν οφειλόταν στον αδύναμο ή συντηρητικό ανθρώπινο χαρακτήρα του Άγγλου πρωθυπουργού Τσάμπερλαιν ή των πριν απ' αυτόν, αλλά σε μια εσκεμμένη πολιτική αντικατάστασης της «υ­γειονομικής» αντιμπολσεβίκικης «ζώνης» με τη χρησιμοποίηση του τραυματισμένου αλλά αναζωογονούμενου γερμανικού μιλιταρισμού, και κυρίως με την αξιοποίηση ενός μαζικού κινήματος με στολή βέβαια. Ο πρώτος μεγάλος πειραματισμός που το πρόπλασμα του είχε δώσει στην πράξη ο αδελφός και μέχρι κάποιο σημείο (1934) αντίπαλος μουσολινικός ιταλικός φασισμός.

Την κρίση στις ΗΠΑ το 1929 θα διαδεχτεί η ύφεση του 1938 -μεγάλη προειδοποίηση- που αυτή έκρινε την εισδοχή -όχι τόσο ανεμπόδιστα- των ΗΠΑ στον πόλεμο. Αλλά ο ναζισμός ή φασισμός δεν ήταν γερμανι­κό μονάχα φαινόμενο. Οι «δημοκρατίες» φλερτάριζαν μ' αυτόν, όχι μο­νάχα σαν μια «κρατική δύναμη» (Γερμανία), αλλά και για «ιδία χρήση». Μιλάμε για τις προηγμένες χώρες, γιατί στις εξαρτημένες, όπως οι Βαλ­κανικές, ο φασισμός με διάφορα προσωπεία ήταν της μόδας νωρίτερα (με το φασισμό δεν φλερτάριζε και ο Ελ. Βενιζέλος σε μας και ο μεγάλος νταής -«κάτω ο παλαιοδημοκρατισμός και κοινοβουλευτισμός»- δεν έκα­νε το πραξικόπημα-οπερέτα το 1933 με φιλοφασιστικά συνθήματα;). Στη Γαλλία η «πρόβα τζενεράλε» του 1934 κατέληξε σε φιάσκο γιατί αναδύ­θηκε η μεγάλη αντιφασιστική ενότητα, αλλά η φιλοφασιστική στάση κομ­ματιών του Λαϊκού Μετώπου (Νταλαντιέ κλπ) και η ρυμούλκηση των σοσιαλιστών από πολιτικές «κατευνασμού» (Μπλουμ) διάβρωσαν το Λαϊκό Μέτωπο και οδήγησαν στα αίσχη του Μονάχου (1938) και στην κατάρρευση της άλλοτε κραταιός Γαλλικής Δύναμης.

Πώς έγινε το πλήθος των υπό γαλλο-αγγλική προστασία κρατών της Κεντρικής και Ν. Ευρώπης να μετασχηματίζονται σε φασιστικά, φασιστοειδή καθεστώτα, να δυναμώνει η πέμπτη φάλαγγα στους ιθύνοντες κύκλους και να προβάλλεται το παράδειγμα της μουσολινικής Ιταλίας σαν πρότυπο; Πλήρωσε βέβαια τα «επίχειρα» της ταξικής της τύφλωσης η αστική Γαλλία με την απώλεια της επιρροής της, σε συνέχεια, όπως πλήρωσε τα «επίχειρα» της τύφλωσης της στο στρατιωτικό τομέα έχο­ντας για τότε θρυλικά ονόματα όπως των Γκαμελέν-Βεϋγκάν ή του ήρωα του Βερντέν, Πεταίν που έγινε ο γυαλιστής της μπότας του Χίτλερ. Όσον αφορά τη «γηραιά Αλβιόνα», πιο ευκίνητη, γιατί, όπως είχε πολλές φορές γράψει ο επάρατος Λένιν, ήταν «μανούλα» στην τεχνική των συμβιβασμών (αποτέλεσμα της πείρας των συμβιβασμών εσωτερικά ανάμεσα στη μεγαλοαστική τους τάξη και τους φεουδάρχες, μεγάλο πρότυπο της περεστρόικα αυτοί οι Άγγλοι Κρόμβελ και Σία αλλά ελεεινοί οι μαθη­τές), τα κατάφερνε καλύτερα με τη χρησιμοποίηση πότε του ενός πότε του άλλου, σκαρώνοντας συμμαχίες και «τοπικά» αργότερα με τους χιτ­λερικούς μέσα στη φωτιά του πολέμου όπως έκανε για τη δική μας περί­πτωση.

Η πιο εξελιγμένη για τότε μορφή κοινωνικής και πολιτικής αντίδρα­σης, ο φασισμός-ναζισμός κινούσε μάζες. Ναζί SA στη Γερμανία, μελανοχίτωνες στην Ιταλία, ρεξιστές στο Βέλγιο, σιδηροφρουροί στη Ρουμα­νία (οι πιο επιτυχείς πειραματισμοί), «λευκοχερίτες» στη Σερβία, ουστάσι στην Κροατία (καλή ώρα τους), μαννερχαϊμικοί στη Φινλανδία κλπ κλπ. Τι ήταν αυτές οι μάζες; Άνεργοι, εξαθλιωμένοι, μαζί με ευγενικούς βλαστούς μεσαίων τάξεων. Οι παραδοσιακές μορφές «μαζικού τραμπουκισμού» στην υπηρεσία των ιθυνουσών τάξεων δεν εγκαταλείφθηκαν αλ­λά το προβάδισμα το πήραν οι νέες μορφές. Η κωμωδία, στην πραγματι­κότητα κωμωδία για τους «πάνω» και τραγωδία για τους «κάτω», εκκα­θάρισης της «κόκκινης πανούκλας» στην Ιταλία από τις συμμορίες των φασιστών πριν την εδραίωση του Μουσολίνι στην εξουσία, θεωρήθηκε από «φωτεινούς εγκέφαλους» «ιταλική ιδιαιτερότητα». Ο συνδυασμός κρατικής-ναζιστικής βίας στη Γερμανία πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, απάντηση στη μπολσεβίκικη προκλητικότητα. Αν κάμποσοι απ' αυτούς βρέθηκαν σε συνέχεια στα στρατόπεδα των ναζί τούτο δεν άρκε­σε για να βγάλουν το «χούι» τους, γιατί βρέθηκαν οι υπερατλαντικοί προστάτες για να τους δικαιώσουν.

Η δεκαετία αυτή στα χρόνια του 1970 «αναθεωρήθηκε» από τους διά­φορους χομεϊνικής υφής αυτόνομους της Ευρώπης σ' ότι αφορά τις ΗΠΑ. Το υπέροχο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ. Και μέσα σ’ αυτό σωρηδόν οι προσπάθειες συγκρότησης ταξικών συνδικάτων με τα εργατοπατερίστικα συγκροτήματα μισο-μαφιόζων ή μαφιόζων απεργοσπαστών ή συντεχνιακών «γιούνιονς», που προδιέγραψαν μεθόδους που θα εφαρμόζονται σε πλανητική κλίμακα στη συνέχεια. Οι τύποι αυτοί ήταν οι πρωτοστάτες του κινήματος «Αμέρικα Φερστ» που μέχρι την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο έκαναν φιλοχιτλερική ζύμωση. Τα αντικομμουνιστικά, αντιμεταναστευτικά, ρατσιστικά αντανακλαστικά που εκφράζο­νταν και σε πογκρόμ ανακατεύτηκαν με άλλες απόπειρες και βέβαια η συμπάθεια πηγαίνει προς ότι ήταν αντισταλινικό κλπ.

Η πείρα της ταξικής πάλης στις ΗΠΑ στην περίοδο αυτή, αλλά και όλη η πείρα πριν και μετά την περίοδο αυτή: η μελέτη της άξιζε καλύτε­ρης μεταχείρισης. Γιατί ο πιο προηγμένος καπιταλισμός από τα τέλη του περασμένου αιώνα (βλ. Σικάγο 1886, Πρωτομαγιά) και σε συνέχεια, ε­φάρμοσε αδίστακτα και αποφασιστικά χάρη στα ασύγκριτα -σε σχέση με άλλους καπιταλισμούς- μέσα του τις δύο ταχτικές, τη βία (κρεμάλες, δι­καστικές παρωδίες, πογκρόμ -δηλαδή κίνηση «μαζών»- εξοστρακισμούς, δολοφονίες κλπ) και την «ενσωμάτωση», εξαγορά, δελεασμό με αποτελεσματικότητα. Στα δύο κύματα εξεγέρσεων, 1919 (και σε συνέχεια) 1929 (και σε συνέχεια), οι ταχτικές αυτές πιο τελειοποιημένες και χάρη στο συνδυασμό -σε υψηλότερο επίπεδο από αλλού- κρατικής και παρακρατι­κής βίας (χρησιμοποίηση των τραστ του εγκλήματος) μαζί με τις «ζαχα­ρένιες οβίδες» (δελεασμός, ιδεολογική διάβρωση μέσω «υλικών» χυδαί­ων αντισταθμισμάτων), οδήγησαν σε μια επανέκδοση του μπουχαρινισμού σε προωθημένο κι εδώ επίπεδο, του μπροουντερισμού στο κομμου­νιστικό κίνημα.

Πρόκειται για ένα από τα προειδοποιητικά σήματα βέβαια, αλλά και για τα απτά υλικά δείγματα των στρατηγικών που επεξεργαζόταν ένα από τα δύο δίδυμα ίσως «εργαστήρια» αντιμετώπισης της ανατροπής (ναζισμός, Νιου Ντηλ) που θα παράδινε το ένα στο άλλο τη σκυτάλη.

Τι γοητευτική ήταν η «παλιά καλή αστική δημοκρατία»! Στη δεκαετία αυτή αυτοκαταδικαζόταν. Τα μεγαλύτερα μυαλά της κήρυσσαν την «υ­πέρβαση του κοινοβουλευτισμού», τη χρεωκοπία του (κάτι σαν προήχηση του σημερινού αντι-κρατισμού από μια όμως μονάχα άποψη) και ε­κείνοι που υπερασπίζονταν τις αστικοδημοκρατικές αξίες ήταν εκείνοι ακριβώς που ήταν θεωρητικά και πραχτικά οι νεκροθάφτες τους…

Για τον κεϋνσιανισμό, τον δρ Σαχτ της Γερμανίας και το Νιου Ντηλ. Ο κρατισμός σαν διαχείριση της εργατικής αναταραχής, σαν «ο μοναδικός τρόπος για να αποτραπεί η επανάσταση». Ακόμα κι έτσι το Νιου Ντηλ ήταν οριακό. Μοναδική διέξοδος ο πόλεμος. (σελ. 168-172)

Παρουσιάστηκαν στη δεκαετία του 30 δύο «θαύματα». Το θαύμα του δόκτωρα Σαχτ, που ανόρθωσε τη γερμανική οικονομία με νομισματικά μεγαλοφυή κόλπα και το «θαύμα» του Νιου Ντηλ, που με άλλα κόλπα έ­λυσε το πρόβλημα της ανεργίας. Από τότε έχουμε το χούι των «θαυμά­των». Οι κουλτουριστές βέβαια απεχθάνονται αυτές τις εκφράσεις και προτιμούν να κατασκευάζουν έννοιες. Η έννοια επομένως του κεϋνσιανισμού τότε κατασκευάστηκε. Αν ακολουθήσουμε αυτό τον τρόπο θα τα μπερδέψουμε κάπως. Γιατί η «Γενική θεωρία» του Κέυνς, άρα η «έννοι­α», εμφανίστηκε το 1936 (ακριβέστερα το 1935). Όμως η πραχτική εφαρ­μογή της «έννοιας» είχε ήδη προωθηθεί τότε. Ή ο Κέυνς γενίκευσε «ε­μπειρικό υλικό» και κατασκεύασε την έννοια ή ο κεϋνσιανισμός σαν έν­νοια δεν υπήρξε τότε αλλά πολύ αργότερα. Η άλλη πλευρά ή μοντέλο: Ο Σαχτ με μια μικρή διακοπή από το 1930 μέχρι το 1933 ήταν ο άνθρωπος της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας. Η κεντρική τράπεζα, το γενικό ε­πιτελείο και βέβαια το μεγάλο χρηματιστικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, παρέμειναν άθικτα και συνεργάστηκαν με τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι το 1925 που κρατούσε την προεδρεία. Ο Κέυνς από το 1919 είχε κηρυχτεί κατά της πληρωμής επανορθώσεων από τη Γερμανία. Το 1923 είχαμε τον ξέφρενο πληθωρισμό στη Γερμανία που ξετίναξε τους πολλούς και ωφέ­λησε τους λίγους. Ο Σαχτ θεωρήθηκε ο μαέστρος αυτής της υπόθεσης που απαξίωνε τις αξιώσεις τρίτων προς το κράτος. Το «κόλπο» αυτό, ή­ταν αδύνατο να συμβεί δίχως εγχώριες (ενδογερμανικές) και εξωτερικές συμβολές([*]).

Το «κόλπο» συνέτριβε τις λαϊκές μάζες στη Γερμανία, βοηθούσε τα κοντσέρν και συνδαύλιζε τη φωτιά του εθνικισμού. Ο «διαιτητής», αν και σύμμαχος, ήταν οι ΗΠΑ που πόνταραν στην ανάπτυξη και τη «συνά­ντηση» με τον «ηττημένο» σε βάρος των αντίζηλων Ευρωπαίων νικητών.

Το «φαγοπότι» της χρηματιστηριακής ευφορίας στις ΗΠΑ, που κό­πηκε άγρια το 1929, επαναλαμβάνεται στη δεκαετία Ρήγκαν και «διορθώ­νεται» με τη «μπουγάδα»-κραχ του 1987, μέσα σε πλήρη ευφορία «περεστρόικας». Και το ένα από τα κοινά σημεία βρίσκεται, ανεξάρτητα από τις μεγάλες διαφορές, στο ότι κυρίαρχη θεωρία στις ΗΠΑ τότε ήταν ο λεγόμενος φιλελευθερισμός. Ο «κρατισμός» επομένως του Νιου Ντηλ έβαλε φρένο και δημιούργησε τους γνωστούς όρους.

Υπήρξε ολοκληρωμένο από τα πριν «πρόγραμμα» ή υπήρξαν μερικές οδηγητικές αρχές που στην πορεία εμπλουτίζονταν ή τροποποιούνταν;

Το μοντέλο του Νιου Ντηλ θεωρητικά διαιρείται σε δύο φάσεις;

Φάση Ι

1. Ποσοστώσεις στην παραγωγή που περιορίζουν την παραγωγή σε όγκο.

2. Προσωρινά περιορίζεται η διάρκεια της εργασίας.

3. Αύξηση των μισθών για υποκίνηση της ζήτησης.

4. Αύξηση της τιμής των εμπορευμάτων για να ανέβουν τα περιθώρια κέρδους, επομένως αύξηση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου.

5. Μεγάλα έργα. Πρόγραμμα της Κοιλάδας του Τεννεσή και για δημιουργία θέσεων εργασία; και για εκβιομηχάνιση μιας φτωχής περιοχής.

Φάση II

1. Δημιουργία συστήματος κοινωνικής προστασίας (συντάξεις, επιδόματα εργασίας).

2. Καθιέρωση κατώτατου μισθού και καθορισμός εργάσιμης εβδομάδας 44 ωρών.

3. Συνδικαλισμός. Προστατεύεται η δημιουργία ανεξάρτητων συνδικάτων.

Αφού κοινός, πρώτος και μεγάλος στόχος στις ΗΠΑ, όπως και στη Γερμανία, ήταν η αποτροπή της έκρηξης, η διαχείριση της ανεργίας ήταν η πρώτη προτεραιότητα. Στη Γερμανία βέβαια υπήρχε ένα ισχυρό ΚΚ και παραδίπλα η εστία της ανατροπής. Στις ΗΠΑ υπήρχε ΚΚ αλλά ούτε νικημένη χώρα ήταν, είχε πλουσιοπάροχα ευεργετηθεί από την παγκό­σμια αλληλοσφαγή και η εστία της ανατροπής βρισκόταν μακριά. Οι να­ζί είχαν την υποδομή έτοιμη, πριν πάρουν την εξουσία. Στις ΗΠΑ η «ι­διωτική» κλπ πρωτοβουλία είχε σπάσει σε πολλά κομμάτια και ο «σώ­ζων ευατόν σωθήτω» κυριαρχούσε. Ύστερα όμως από μια δεκαετία ευτυ­χίας αλλά και ιησουητισμού και ψευτοπουριτανισμού (με πρόγευση για μελλοντικούς προγραμματισμούς) του τύπου της «ποτοαπαγόρευσης» (η πρώτη πράξη του Ρούζβελτ ήταν να την καταργήσει), έπρεπε κατά τη ρή­ση του Ντούτσε στην άλλη άκρη «να κοινωνικοποιηθούν» οι ζημιές κι ε­πομένως η «κοινωνία», το κράτος σαν μεσολαβητής, να αναλάβει να α­νοίγει δρόμους, να κλείνει δρόμους, να οργανώνει συσσίτια και να «δια­χειρίζεται» την εξόφληση του «μάρμαρου» της ευτυχίας. Η φιλελεύθερη συνήθεια δολοφονιών ή αποπειρών κατά προέδρων ήταν το ντεμπούτο του Ρούζβελτ στο Σικάγο όπου «διέφυγε» το θάνατο.

Η κρίση έφερε και την ανατίναξη των διεθνών συναλλαγών και τη διαμάχη ΗΠΑ-Μ. Βρετανίας, πρώτα απ' όλα, για τη μορφή που θα έ­παιρνε το σύστημα του χρυσού κανόνα συναλλάγματος.

Η λίρα παραμένει βασικό όργανο στις διεθνείς συναλλαγές αλλά το «μάρμαρο» της μεταβολής του «χρυσού κανόνα» θα το πληρώσουν ιδιαί­τερα οι μικρές χώρες, που κηδεμονευόμενες είδαν να γίνεται σ' αυτές μια μετακύλιση σημαντικού μέρους της ζημιάς. Οι ΗΠΑ, στην κατάστα­ση που ήταν, δεν ήταν δυνατό τότε να κάνουν εκείνο που επέβαλαν αρ­γότερα. Οι εργατικοί στην Αγγλία, για ένα σύντομο διάστημα, θα πά­ρουν την εξουσία για να «διαχειριστούν» την κρίση, δηλαδή την εργατι­κή αναταραχή.

Μέσα σ' αυτό το «κλίμα» ο κρατισμός -όπως λένε τώρα- ήταν η προ­σφυγή όλων των κυβερνήσεων και όλων των πολιτικών. Ο μοναδικός φερέγγυος συντελεστής στην καταρρέουσα οικονομία ήταν το κράτος. Επομένως η πίστη που θα αποκαθιστούσε ή η αξιοπιστία -όπως θέλετε-θα καθόριζε τα πάντα. Επομένως ο δόκτωρ Σαχτ, αφού το «ολοκληρωτι­κό κράτος» εγγυόταν τα πάντα, είχε την άνεση να κόβει χαρτονομίσματα επιβάλλοντας μια εσωτερική αφαίμαξη σ' αυτούς που έδινε απασχόληση (με μειωμένους και τους ονομαστικούς μισθούς), επιβάλλοντας έναν «διαρκή εσωτερικό δανεισμό». Με άλλη μορφή, το ίδιο έκαναν και στις ΗΠΑ όπου βέβαια οι πόροι που υπήρχαν ήταν ασύγκριτα πολύ περισσό­τεροι. Ο μοναδικός εγγυητής ήταν η ομοσπονδιακή εξουσία. Και οι κεϋνσιανές ιδέες για χειρισμό του δημόσιου χρέους, για εθνικούς λογαρια­σμούς, για αναποδογύρισμα της έννοιας του προϋπολογισμού, για ελεγ­χόμενο πληθωρισμό (δηλαδή ότι έκανε και ο δρ. Σαχτ), εφαρμόστηκαν έ­τσι κι αλλιώς στις περισσότερες πιο αναπτυγμένες χώρες.

Όλες αυτές όμως οι ριζοσπαστικές αλλαγές αποτελούσαν μια πλευρά της υπόθεσης. Αυτές ήταν έτσι κι αλλιώς βραχυπρόθεσμες λύσεις. Το έ­λεγε άλλωστε κι ο ίδιος ο Κέυνς, που δεν έκρυβε πως ήταν ο μοναδικός τρόπος να αποτραπεί η επανάσταση. Πέρα απ' αυτά όμως, ειδικά για τη Γερμανία, η εγγύηση των μεγαλύτερων δυνάμεων (ΗΠΑ-Αγγλία πρώτα απ' όλα), στο βαθμό που πίστευαν πως θα χειρίζονταν τους ναζί αλλά και τους φασίστες της Ιταλίας, έδιναν την άνεση να εφαρμόζονται όλα αυτά τα ρηξικέλευθα που συντελούνταν στη Γερμανία.

Όμως το Νιου Ντηλ, ενώ έσωζε τον καπιταλισμό στις ΗΠΑ, μέσα από συγκρούσεις και στους κόλπους του για μια περίοδο, έφτασε στα ό­ρια του γύρω στο 1938. Παρόλο που είχε απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος των ανέργων σημειώθηκε μια υποτροπή. Στη Γερμανία εκδηλώθηκαν την ίδια περίοδο τα ίδια περίπου συμπτώματα. Ο δρ. Σαχτ φεύγει από την κεντρική τράπεζα. Παρά την επέκταση με τη Ρηνανία και το Άνσλους και το κλήριγκ που αναπτύσσεται στις εξαγωγές-εισαγωγές, η οικονομία «ασφυκτιά». Η μοναδική διέξοδος είναι το άνοιγμα σε «νέους χώρους», δη­λαδή και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν μπορεί να συγκρατηθεί η αναδιάρθρωση που συντελέστηκε μέσα σε όρια που προσδιόρισαν οι συνθήκες του 1930. Τα δεδομένα βέβαια δεν είναι ίδια. Οι ΗΠΑ δεν πά­σχουν απ' αυτό που πάσχει η Γερμανία: πρώτες ύλες. Αλλά υπάρχει άμε­σος ο κίνδυνος της συμφόρησης αν «φουλάρει» η μηχανή. Οι διέξοδοι έξω, αντί να διευρύνονται αρχίζουν να συρρικνώνονται και κύρια στον Ειρηνικό. Την ίδια περίοδο, 1934-1938, συρρέουν «εγκέφαλοι» από τη Γερμανία. Ο Ντούτσε «δωρίζει» τον Ενρίκο Φέρμι, που μαζί με τον Αϊν­στάιν θα γίνουν οι σχεδιαστές και εκτελεστές αυτού που αργότερα θα ο­νομαστεί «Πρόγραμμα Μανχάτταν» (ατομική βόμβα). Και για να γίνει αυτό έπεσε γερή γκρίνια. Γιατί στις ΗΠΑ υπήρχαν ακόμα 5.000 κάτοχοι ντοκτορά άνεργοι. Να φέρουν κι άλλους απέξω; Τι θα γίνουν αυτοί που υπάρχουν; Η λύση βέβαια υπήρχε. Και έγινε κατορθωτή μονάχα όταν «φουλάρησε» η μηχανή.

Για τις δεκαετίες 60-70-80. Ο κεϋνσιανισμός σαν ιδεολογία «συγχώνευσης» των δύο συστημάτων (σοσιαλισμού, καπιταλισμού). Από την «παραφροσύνη» του ‘60 στην «ωρίμανση» του ’70. Ο ρόλος της κρίσης. Η «απομυθοποίηση» της ιστορίας και της πρακτικής του κομμουνιστικού κινήματος. (σελ. 338 - 341)

…στη δεκαετία του 60 «όλοι» (;;;) ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, στη δεκαετία του 70 άρχι­ζαν «όλοι» (;;;) να το σκέφτονται, γιατί είδαν πως δεν γίνεται και γι' αυ­τό κριτικάρουν και απορρίπτουν τους ιδεολόγους και στρέφονται έτσι στην τρίτη περίοδο σε μια άλλη ιδεολογία, που μονάχα αυτή μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, στην επιστήμη και την τεχνολογία που «ανακαλύ­φθηκε» τότε γιατί απόδειξε τη «διαχρονικότητα» της και την «αλήθεια» της.

Αν μεταφράσουμε αυτή την κατάταξη σε πιο «υλικούς» όρους θα μπορούσαμε να την εκφράσουμε χυδαία: δεκαετία 60 μικρή ανεργία, δε­καετία 70 μεγαλύτερη ανεργία, δεκαετία 80 πολύ μεγαλύτερη ανεργία. Η δεκαετία 70, κράτος πρόνοιας = σοσιαλισμός, δεκαετία 70 το κράτος πρόνοιας αποδείχνεται εμπόδιο στην «φρενίτιδα» της ανάπτυξης της δε­καετίας του 60, δεκαετία 80 ζήτω η Θάτσερ, ο Ρήγκαν και ο Γκορμπατσώφ, κάτω ο κρατισμός.

Βέβαια το «τέλος των ιδεολογιών» είχε διακηρυχτεί σαν «σύνθημα προπαγάνδας» από τη δεκαετία του 60 και υπήρξε φιλονικία αν το δια­τύπωσε πρώτος ο Γάλλος Ρεϊμόν Αρόν ή ο Αμερικάνος Ντανιέλ Μπελ (τυχαία;) μετά το πρώτο μεγάλο κύμα της «αποσταλινοποίησης», για να γίνει «σύνθημα ζύμωσης» στη δεκαετία του 70 χαι «σύνθημα άμεσης δρά­σης» στη δεκαετία του 80. Έτσι ο κεϋνσιανισμός ιδεολογία-θρησκεία-πραχτική της δεκαετίας του 60, που προαναγγέλλει τη συγχώνευση των δύο συστημάτων, έγινε στόχος κριτικών ομοβροντιών και στη δεκαετία του 80, σαν «ιδεολογία» κι αυτός, εξωπετάχθηκε στο πυρ το εξώτερο, Η δεκαετία των ιδεολογιών ήταν το σημείο επαφής ανάμεσα στα «θαύμα­τα» (ιταλικά, δυτικογερμανικά). Το «θαύμα» των ΗΠΑ είναι «το πρω­ταρχικό θαύμα» στις πρώτες ενδείξεις λαχανιάσματος. Τα θαύματα αυτά συμβάδιζαν με τους «δείκτες ευημερίας» και στις Ανατολικές χώρες, ε­κτός Κίνας και Αλβανίας. Η δεκαετία της αποϊδεολογικοποίησης είναι η ένταση του λαχανιάσματος και η απόκρυψη του «αγκομαχητού» της μη­χανής με τη χρηματιστική επέκταση προς κάθε κατεύθυνση: ο «κακός δαίμονας» είναι βέβαια τα πετρελαϊκά σοκ. Αρχίζει η πρώτη φάση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης από τα τέλη της δεκαετίας ενώ ο «ανα­τολικός» κόσμος αγκομαχώντας πασχίζει να συμβαδίσει. Η δεκαετία της «ωρίμανσης» είναι η εποχή της κύριας φάσης της καπιταλιστικής ανα­διάρθρωσης με επάνοδο «θεωρητική» στις αρχές της προ του 1929 επο­χής, των μεγάλων συγχωνεύσεων και εξαγορών. Ο «ανατολικός κόσμος» μένει πολύ πίσω στην κούρσα και τα διλήμματα θα λυθούν στα τέλη της δεκαετίας με «ριζοσπαστικό» τρόπο, επιταχύνοντας την κατάργηση των εμποδίων που είχαν παραμείνει για την ολοκληρωτική και πλήρη επανέ­νταξη στο παγκόσμιο σύστημα, αφού βέβαια προηγούμενα, γύρω στο 1979-80 είδε μπροστά του να ορθώνεται ένα δίλημμα-πρόκληση.

Στη δεκαετία του 60, «δεκαετία των ιδεολογιών», όχι άσχετα από τη διακήρυξη του «τέλους των ιδεολογιών», προωθείται η συνδιαχείριση και επομένως ανεβαίνει σε χρήση ο όρος «υπερδυνάμεις». Η συνδιαχεί­ριση με σταθμούς τη συνάντηση Κοσύγκιν-Τζόνσον (1967), που προσδιο­ρίζει τα όρια της κοινής παρέμβασης αλλά και της αντίθεσης, θα επεκτα­θεί στις αρχές της επόμενης δεκαετίας με τη συνάντηση Νίξον-Μπρέζνιεφ και με την τελειοποίηση του συστήματος συνδιαχείρισης σε πολλά επίπεδα.

Στη δεκαετία του 70 της «αποϊδεολογικοποίησης», με την τροπή των πραγμάτων στην Κίνα, επιχειρείται η αντι-υπερδυναμική παρέμβαση της Κίνας με τη «διπλωματία του πιγκ-πογκ» και την Κοινή Δήλωση της Σα-γκάης (1972) Τσου Εν Λάι - Κίσινγκερ. Το επιχείρημα «η Κίνα δεν θα γί­νει ποτέ υπερδύναμη» εξισορροπούσε ακόμα τάσεις που αντιπαρατίθονταν για την πραγματική έννοια και τη σημασία της παρέμβασης- Η άνο­δος της δεξιάς έβαλε τέλος σ' αυτή την εξισορρόπηση και προχώρησαν ακάθεκτοι σε μια υπερδυναμολογία, όπου ύστερα από μια μικρή περίοδο «ισοδυναμίας στα χτυπήματα», τα κύρια «πλήγματα» θα στρέφονται στην υπερδύναμη που εντούτοις θεωρείται «πιο τρωτή», ενώ η «φυγή προς τα μπρος» του μπρεζνιεφισμού προσφέρει την πιο ακραία εκδήλωση με την υποκίνηση και ενίσχυση της βιετναμικής απόπειρας για ηγεμο­νία στην Ινδοκίνα. Από κει η εισβολή στην Καμπότζη και οι «απαντήσεις»-συγκρούσεις με την Κίνα στα τέλη της δεκαετίας. Ταυτόχρονα «εκ­καθάριση» του Αφγανιστάν και αφρικανικές επεκτάσεις.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αναδιπλώνεται μετά το φιάσκο στην : Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος, Μ. Ανατολή), αφού μετά τις μηχανορραφίες στην Ευρώπη και την ανατροπή της κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή και την τάξη στην Ν. Αμερική, αντιμετωπίζει στην πόρτα του τις εξεγέρσεις της Νικαράγουα και του Σαλβαντόρ. Στην Ιταλία ο «ιστορικός συμβιβασμός» μετά τη θύελλα του 1967-72.

Όπως βλέπουμε τα σχήματα «αποϊδεολογικοποίησης» κλπ κάπως κουτσαίνουν.

Τελικά, παρόλα αυτά στη δεκαετία της «ωρίμανσης» και μετά τα Ελσίνκια κλπ της εποχής Κάρτερ, επαναλαμβάνεται μια ιδιότυπη επανάληψη της «κρίσης πυραύλων» του 1962 σε παρατεταμένη περίοδο Κρουζ, Ες-Ες κλπ). Ενώ στη Γερμανία πρώτα και στην Ιταλία στη συνέχεια αναπτύσσεται ο «μπριγκαντισμός» και το «Αρχιπέλαγος της Αυτονομίας». Στη Γαλλία, μετά τις «εξαφανίσεις» και τη νομιμοποίηση ενός ομματίου της «Προλεταριακής Αριστεράς», ο αποχαιρετισμός στο προλεταριάτο. Η τραγωδία του Αλτουσέρ και η «μεταμόρφωση» του ακαδημαϊκού και πανεπιστημιακού μαρξισμού στο αντίθετο του.

Έτσι η «ωρίμανση του 80» ξεκινάει με ένα παραλίγο «κραχ» το 1982 Μεξικό). Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στο τιμόνι. Ο μουσουλμανισμός ε άνοδο (Περσία), «ρηγκανισμός», «θατσερισμός». Πόλεμος των ίστρων και καμώματα. Η μεταρρύθμιση Αντρόπωφ. Επιτέλους «περεστρόικα». Δέκα χρόνια μεταβάσεων από τη δικτατορία στη δημοκρατία Φιλιππίνες, Ακίνο). Το «κραχ» της Νέας Υόρκης (1987). Οι καρποί της περεστρόικα.

Από την «εποχή της παραφροσύνης» μέχρι την «εποχή της ωρίμανσης» σύμφωνα με το παραπάνω «τριαδικό» σχήμα, που η χρησιμοποίησή του εδώ αποβλέπει στο να φανεί καθαρότερα το σχήμα που προβάλλεται ώρα από «όλους» σχεδόν του πρωταγωνιστές της τωρινής περιόδου. Η παραφροσύνη» (δεκαετία του 60) ήταν το αποκορύφωμα της αλυσίδας των συνεπειών κάποιου «προπατορικού ή πρωταρχικού αμαρτήματος», ου ξεκίνησε στις αρχές του αιώνα. Η «παραφροσύνη» έδειξε το αδιέξοδο κι από κει αρχίζει πρώτα η ιδεολογική πτώση, για να έρθει ύστερα η εποχή της λογικής ή της ωρίμανσης. Και βαδίζουμε τώρα έτσι στη νέα εποχή του 2000, που αφού όλα αυτά πήραν τέλος, αντιμετωπίζουμε κάποιες «προσωρινές δυσκολίες» (δεν μπορεί να μην χρησιμοποιηθούν ορολογίες του σατανά) αλλά η νέα εποχή θα έρθει.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 70 είχαν διαφανεί ορισμένα πράγμα-χ που διαμόρφωναν καταστάσεις που αναδείχτηκαν αργότερα. Γινόταν ίο και πιο φανερό πως η κρίση σ' όλα τα επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό. πολιτιστικό! Αγκάλιαζε όλους ή σχεδόν όλους. Πως η υποχώρηση των επαναστατικών θυελλών, παρά την αναδίπλωση των ΗΠΑ και την ε­πέκταση («φυγή προς τα μπρος») της ΕΣΣΔ, που όμως η τελευταία απο­κόμισε τους καρπούς που άφησαν πίσω τους τα κύματα των θυελλών δη­μιουργώντας την επίφαση της ισχυρότερης υπερδύναμης, θα ωθούσε σε μια δίχως προηγούμενο αναδιάρθρωση οικονομική και κατά συνέπεια και πολιτική, που θα «στεκόταν στο ύψος» της κρίσης και της παγκό­σμιας αμφισβήτησης του συστήματος που είχε αναπτυχθεί πριν.

Αν είχε πάρει άλλη τροπή η εξέλιξη των πραγμάτων δε θα μπορούσε να γίνει λόγος για «σχήματα», «προοπτικές», «νέες εποχές» και τα παρό­μοια. Η αναδίπλωση των ΗΠΑ από περιοχές, ελέγχους, οι συμβιβασμοί τους σε πολλές περιπτώσεις και περιοχές, και η διαρθρωτική κρίση που είχαν πέσει τις ώθησαν σε μια άλλου χαρακτήρα «φυγή προς τα μπρος» που είναι αυτή που ζούμε. Αλλά αυτό αποτελεί μέρος μιας άλλης ανάλυ­σης που θα έχει τη θέση της σε άλλο σημείο. Μπήκε ένα ερώτημα που μ' αυτό έκλεισε το προηγούμενο κεφάλαιο και σ' αυτό οφείλουμε να προ­σπαθήσουμε να δώσουμε μια απάντηση.

Η δεκαετία των «ιδεολογιών» του 60 ουσιαστικά ήταν η δεκαετία ό­που αναδύθηκε η απαίτηση για «επιστημονική αυστηρότητα», η εποχή της «απομυθοποίησης», όχι βέβαια όλου του συστήματος των κοινωνι­κών σχέσεων αλλά της ιστορίας και πραχτικής του κομμουνιστικού κι­νήματος, η «έγχυση» στο σώμα του μαρξισμού ενέσεων αλλά και ακρω­τηριασμών από την ανερχόμενη επιστημολογία ή τον ακάθεκτο επιστη­μονισμό, σε αντίθεση αλλά και αντιπαράθεση με έναν «παλιομοδίτη» μαρξισμό που με «αυστηρό τρόπο», περιφρονώντας τις αυστηρές απαι­τήσεις των λογιότατων επιστατών του «πνεύματος», έθετε θεωρητικά και πραχτικά βασικά ζητήματα της ιστορικής εξέλιξης. Και τα ζητήματα αυ­τά πριν πέσουν, γιατί και αυτά δεν γλίτωσαν στα χέρια των λόγιων νέου στυλ, είναι εκείνα που είχε προωθήσει στην ημερήσια διάταξη όλη η προηγούμενη πραχτική δεκαετηρίδων του πραγματικά μαζικού επανα­στατικού κινήματος, πραχτική που περιέκλεινε και τις ανεπάρκειες και τις ατέλειες και τα παραστρατήματα κάθε είδους. Σε μια πρώτη φάση ο επιστημονισμός αυτός ανέλαβε να απαλλάξει το μαρξισμό από το σταλι­νισμό. Το έκανε. Σε συνέχεια προσπάθησε να τον επιστημονικοποιήσει. Το έκανε κι αυτό. Πιο πέρα, χρονικά, υπέβαλε αυτό τον επιστημονικοποιημένο μαρξισμό σε αυστηρή επιστημολογική εξέταση. Διέλυσε το δικό του δημιούργημα όπως ήταν επόμενο…
Η κρίση σε Ανατολή και Δύση. Η σημασία της κατάργησης του συστήματος Μπρέττον – Γουντς. Η στάση του ρεβιζιονισμού. (σελ. 360-361)

…Ένα μεγάλο μέρος της πολεμικής στο κομ­μουνιστικό κίνημα και στα μεγάλα κινήματα στις χώρες του προηγμένου καπιταλισμού σχετιζόταν με τα ιδεολογικά ή υλικά κίνητρα, με τον «εξισωτισμό» στις μισθολογικές ιεραρχικές κλίμακες, με την «ενσωμάτωση» ή μη της εργατικής τάξης στο «σύστημα», που θα περάσουν σε άλλο επί­πεδο στα χρόνια της «αποϊδεολογικοποίησης», θα τεθούν ακόμα τα ζητήματα της σχεδιοποίησης στις μεταβατικές κοινωνίες, του οικονομικού και νομισματικού υπολογισμού κ.α. Όλα αυτά θα «μετασχηματιστούν» σε συνάρτηση με την έκβαση αγώνων και συσχετισμών σε μια «μονοχρω­μία» που τον τόνο τους θα τον δώσει η επιστημολογική ή όχι επάρκεια των προσδιορισμών.

Η «αποϊδεολογικοποίηση» θα συνδυαστεί «παράδοξα» με το ξέσπα­σμα της πολύμορφης κρίσης στη δεκαετία του 70. Ένας από τους «νεωτε­ρισμούς» της εξέλιξης. Θα αποδοθούν όλα στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του ΟΠΕΚ για να σκεπαστούν οι βαθύτερες αιτίες και οι μηχανι­σμοί της κρίσης. Και τα «πετροδολάρια» και γύρω από τα «πετροδολάρια» θα εξαπολυθεί το μεγάλο χρηματιστικό όργιο των χρόνων εκεί­νων, όπου θα παγιδευτούν και χώρες πετρελαιοπαραγωγοί και φυσικά περισσότερο οι χώρες του «Τρίτου Κόσμου» που δεν παράγουν πετρέ­λαιο αλλά και το σύνολο των χωρών της ΚΟΜΕΚΟΝ.

Το «παράδοξο» της υποχώρησης των κινημάτων με την έκρηξη της κρίσης, θα προδιαγράψει αυτό που θα συμβεί στον επόμενο κύκλο σε πο­λύ πιο διογκωμένες διαστάσεις.

Η πιο ορατή εκδήλωση της κρίσης ήταν το τέλος των συναλλαγματι­κών ισοτιμιών, δηλαδή του συστήματος του Μπρέττον-Γουντς, το 1971, με την απόφαση του Νίξον μονομερώς να αποσυνδέσει το δολάριο από το χρυσό. Με την απόφαση αυτή που ήταν μια προσπάθεια να φορτω­θούν σε άλλους οι δυσκολίες των ΗΠΑ, αλλά και να αποτραπούν απει­λές για την κυριαρχική θέση τους, η θέση των χωρών που παρήγαγαν πρώτες ύλες, ανεξάρτητα από τη διαφορετική θέση που είχαν στο σύστη­μα, γινόταν χειρότερη. Επομένως τα «σοκ» ήταν μια κίνηση που συνδεό­ταν με την κούρσα επίρριψης των βαρών από την κρίση που άνοιξε των «μεν στους δε». Η ενεργειακή κρίση που άνοιξε με τη σειρά της, ευνοούσε την ανάδειξη μερικών ολιγαρχικών περιφερειακών δυνάμεων που άλ­λες θα σπάσουν τα μούτρα τους αργότερα (Σάχης του Ιράν λχ), ενώ άλ­λες θα επωφεληθούν (εκτός από τη Σαουδική Αραβία και τις πετρομοναρχίες, το Ιράκ, η Λιβύη κατά δεύτερο λόγο). Η ενεργειακή κρίση θα μπερδευτεί με το ηφαίστειο της Μ. Ανατολής, με τον πόλεμο το 1973, με την κρίση των ΗΠΑ στο πολιτικό πεδίο και με την άνοδο του μουσουλμανικού θεοκρατισμού.

Ο διεθνής ρεβιζιονισμός με όλες του τις μορφές, που συνέλεγε τους καρπούς που άφηνε η υποχώρηση τον κύματος των θυελλών, σαν «μεσο­λαβητής» ανάμεσα στη διεθνή «κοινωνία των πολιτών» και στη διεθνή «πολιτική κοινωνία», έχοντας καταφέρει η «μεσολάβηση» του να απο­τρέψει μεταβολή στο συσχετισμό δυνάμεων γενικά και σε επιμέρους «καυτές ζώνες» και τομείς, περδουκλώθηκε παρά τον φαινομενικό του θρίαμβο στις σταθεροποιητικές και συνδιαχειριστικές του λειτουργίες. Έτσι η κρίση στις Ανατολικές χώρες, που προδρομικό σημάδι της ήταν τα γεγονότα της Πολωνίας του 1970 (ο πιο αδύνατος κρίκος, χάρη στις κατεστημένες πια δυαδικότητες), θα ενταθεί και με την εισχώρηση τους δυναμικά στην ενεργειακή κρίση με τις δύο πλευρές (διαχείριση της πα­ραγωγής ενέργειας όχι μονάχα της ΕΣΣΔ αλλά και της ευρύτερης ζώνης) και στην κούρσα κατασκευής πυρηνικών αντιδραστήρων (the great is beautiful), αλλά και στα χρηματιστικά, απαντώντας θετικά στη χρηματι­στική «φυγή προς τα μπρος» του σε κρίση συστήματος (μαζικός, συνεχής δανεισμός όλων των Ανατολικών χωρών που εγκρίνονταν γιατί ήταν οι πιο αξιόπιστοι πελάτες των πολυεθνικών τραπεζών) και με την απόπει­ρα κάλυψης «κενών» που άφηνε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός σε πολλά σημεία του κόσμου. Οι συνδιαχειριστές, έχοντας θέσει όρια που δεν έ­πρεπε να υπερβούν, από το ένα μέρος κινούνταν αποτρεπτικά σε επικίν­δυνα σημεία τριβής, προχωρούσαν σε συνδιαπραγματεύσεις και ρυθμί­σεις, ενώ άφηναν σε εκτεταμένες ζώνες να αναπτύσσεται μια δυναμική που υπολόγιζαν πως ήταν συμφέρον και για τους δύο να λειτουργήσει σε βάρος τρίτων (Κίνα, ευρωπαϊκές χώρες κλπ), ενώ συνομολογούσαν την ευχέρεια ενίσχυσης περιφερειακών αντίβαρων (λχ στη Μ. Ανατολή απέ­ναντι στο Ισραήλ μετά τη στροφή Σαντάτ της Αιγύπτου, αντίβαρο Συρία, ενώ δίπλα στον «φιλογάλλο» Χασάν του Μαρόκου, Καντάφι, κι από κει η «λιβανοποίηση» του Λιβάνου)…

[*] Αποτέλεσμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου υπήρξε «η συγκέντρωσις ολοκλήρου σχεδόν του αποθέματος χρυσού της γης εις χείρας των Ηνωμένων Πολιτειών που έγιναν ο μοναδικός πιστωτής ολοκλήρου του κόσμου». Κατά «κατεστημένη» άποψη της εποχής «η Ευρώπη είχε πάψει να αποτελεί αυτάρκη ή­πειρο». Έτσι έχουμε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ανασύνθεση της παγκό­σμιας οικονομίας: βιομηχανική, γεωργική ανάπτυξη χωρών όπως ο Καναδάς ή η Αυστραλία και ένταση της εξαγωγικής ικανότητας των ΗΠΑ. Στην πρώτη περίο­δο η Γερμανία βρίσκεται έξω από την παγκόσμια αγορά, αλλά σε συνέχεια θα ξα­ναγυρίσει. Η πρώην Τσαρική Ρωσία, τώρα Σοβιετία, βρέθηκε έξω.

Στη συνθήκη των Βερσαλλιών, το κομμάτι περί επανορθώσεων προσδιορίζει το πώς θα οριζόταν από την επιτροπή επανορθώσεων που αποτελούνταν από α­ντιπροσώπους των συμμάχων μέχρι την 1η Μάη 1921. Συμφωνήθηκε στο Παρίσι στις 29/1/21 το ποσό να είναι 226 δισ. μάρκα και να πληρωθούν σε 42 ετήσιες δό­σεις που το ποσό καθεμιάς θα ανέβαινε βαθμιαία μέχρι 6 εκατομμύρια και στο 12% της αξίας των γερμανικών εξαγωγών. Το Μάη του 1921 στέλνεται τελεσί­γραφο των Συμμάχων να πληρώσει αμέσως η Γερμανία τα οφειλόμενα, 138 εκα­τομμύρια χρυσά μάρκα. Η Γερμανία βρίσκεται σε αδυναμία, στις αρχές του 1922 δίνεται αναστολή και ύστερα από τρεις μήνες ζητούνται απ' αυτήν 720 εκατομμύρια χρυσά μάρκα σε χρήμα και 1 δις 450 εκατομμύρια μάρκα σε είδη. Και έγινε υπόδειξη να βρεθούν τα ποσά με φορολογία. Η Γερμανία αρνήθηκε. Όμως άρ­χισε να μεγαλώνει η σύγκρουση στους νικητές. Διαφωνία Αγγλίας με Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο. Η Αγγλία ζητάει τόσα «μόνο» όσα οφείλει στις ΗΠΑ για πολεμι­κά χρέη, ενώ οι άλλες δεν δέχονται να συνδεθούν οι επανορθώσεις με τα πολεμι­κά χρέη. Διαφωνούν για το αν η Γερμανία είναι σε θέση να πληρώσει σε είδος με ξυλεία και άνθρακα. Το Γενάρη του 1923, ύστερα απ' αυτό, η Γαλλία μαζί με το Βέλγιο προχωρούν σε κατάληψη της περιοχής του Ρουρ. Οι Γερμανοί προβάλ­λουν παθητική αντίσταση. Καταβαραθρώνεται η οικονομία και το γερμανικό νό­μισμα, έτσι που η ισοτιμία με το δολάριο το Δεκέμβρη του 1923 ήταν 1 δολάριο = 4,2 τρις μάρκα. Οι σύμμαχοι κάνουν πίσω. Το 1929 ανεβαίνει στην εξου­σία στην Αγγλία το εργατικό κόμμα και με πρωτοβουλία του αναγκάζεται η Γαλ­λία να συμφωνήσει στο να εξεταστεί αν η Γερμανία έχει την ικανότητα να πλη­ρώσει επανορθώσεις. Συστήνονται δύο επιτροπές εμπειρογνωμόνων γι' αυτό.

Από τότε έχουμε σειρά εκπτώσεων και επιτροπών (Ντωζ) για να φτάσουμε στο σχέδιο Γιανγκ (1929).

Οι ΗΠΑ, από το ένα μέρος αποσύρουν κεφάλαια από την Ευρώπη και τη Γερμανία και από το άλλο, καρδαμώνουν τα σε ευρωστία γερμανικά κοντσέρν και παζαρεύουν με τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης για τα πολεμικά χρέη προς αυτές.



Στα αποσπάσματα από το βιβλίο "Το τέλος του κομμουνισμού", εκδ.Α/συν'εχεια, του Γιάννη Χοντζέα (Φθινόπωρο του 1991) γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην κρίση του 1929, το Νιου Ντηλ και τον κρατισμό, τη συνδεσή τους με τον φασισμό, αλλά και την κρίση του 70 και το ρόλο που παίζει στην "ενιαιοποίηση" των κοινωνικών συστημάτων Δύσης και Ανατολής. Η τεράστια αξία του βιβλίου δεν είναι η ουδέτερη ανάλυση, όσο η τοποθέτηση των εκάστοτε αστικών απαντήσεων στις κρίσεις υπό το πρίσμα του ταξικού συσχετισμού

RD (Godel)

Περί αριστερών ανακλαστικών


Το παρακάτω κείμενο πιθανόν να δυσαρεστήσει πολλούς συντρόφους στην αριστερά· ωστόσο κρίνω αναγκαίο να ειπωθούν εγκαίρως ορισμένα πράγματα.

Αφορμή είναι δημοσίευμα της εφημερίδας "Δρόμος της Αριστεράς" με τίτλο "Βόμβα προστασίας του συστήματος;" και στόχος είναι η κριτική μιας ρητορικής που κρίνω τόσο στοχαστικά ανέξοδη όσο και πολιτικά αδιέξοδη, εφόσον ληφθεί ως δεδομένο ότι (νόμιμος) στόχος της είναι η προστασία των λαϊκών κινημάτων από την κρατική καταστολή. 

Το πρώτο πράγμα που με δυσαρεστεί στο κείμενο αυτό είναι ο τίτλος, τίτλος που μου έφερε στον νου το ανεκδιήγητο εκείνο "Υπάρχει φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού;" με το οποίο ασχολήθηκα δυστυχώς εκτενέστερα από ό,τι έπρεπε. Είναι προσβολή της αναγνωστικής ευφυϊας να διατυπώνονται ψευδή ερωτήματα στον τίτλο ενός κειμένου, και ψευδή είναι τα ερωτήματα εκείνα για τα οποία ο συγγραφέας κάνει αμέσως πρόδηλο και ξεκάθαρο ότι όχι μόνο έχει ήδη την απάντηση, αλλά ότι βιάζεται να ξεμπερδεύει με αυτή το γρηγορότερο. Στην περίπτωση της δήθεν βιβλιοκριτικής η απάντηση ήταν ένα ξερό "όχι", στην τωρινή είναι ένα εξίσου εξόφθαλμο "ναι." 

Έτσι, το συγκεκριμένο κείμενο αναλώνει το 90% της έκτασής του στο να τεκμηριώσει τα ωφέλη της κυβέρνησης από την συγκεκριμένη βομβιστική ενέργεια, καθώς επίσης και από τον φονικό εμπρησμό στην Μαρφίν και τον εκρηκτικό μηχανισμό που σκότωσε τον νεαρό πρόσφυγα στα Πατήσια. Αντιγράφω:
Η έκρηξη της βόμβας στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στον προθάλαμο του γραφείου του υπουργού Μ. Χρυσοχοΐδη, που προκάλεσε το θάνατο του υπασπιστή του, προστίθεται στα «χτυπήματα» που προκαλούν ακόμα μεγαλύτερα ερωτηματικά για τον πραγματικό στόχο που έχουν, την πραγματική τους ταυτότητα, εφόσον τα αποτελέσματά τους είναι προφανή.
Είναι η τρίτη φορά μέσα σε σύντομο διάστημα που έχουμε πάλι νεκρό από «χτύπημα»: Η «ορφανή» βόμβα που σκότωσε το 11χρονο Αφγανό, η πυρπόληση της Μαρφίν με τον τραγικό θάνατο 3 εργαζομένων και τώρα η βόμβα στο γραφείο του Μ. Χρυσοχοϊδη με έναν νεκρό. Αυτή η συχνότητα δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Και στις τρεις περιπτώσεις η πλευρά που ευνοήθηκε ήταν αυτή που ήθελε περισσότερα έκτακτα μέτρα, περισσότερη αστυνόμευση, μεγαλύτερη περιστολή των λαϊκών αντιδράσεων. Και στις τρεις περιπτώσεις η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ βγήκε από μια πολύ δύσκολη θέση, εκμεταλλευόμενη προπαγανδιστικά τα «πλήγματα» κατά της «δημοκρατίας» και της «ευνομούμενης πολιτείας». Μετά το θάνατο του μικρού Αφγανού εξαπολύθηκε μια από τις μεγαλύτερες αστυνομικές επιχειρήσεις – πρόβες με αποκλεισμό ολόκληρων γειτονιών, με συνεχή περιπολία νέων ομάδων της ΕΛΑΣ, έρευνες σε σπίτια και συλλήψεις με παραβίαση κάθε δημοκρατικής διαδικασίας.
Μετά την πυρπόληση της Μαρφίν, η κυβέρνηση και όλος ο πολιτικός κόσμος πήραν βαθιά ανάσα. Κυριολεκτικά «πιάστηκαν σαν τον πνιγμένο από τα μαλλιά» από τον τραγικό θάνατο 3 εργαζομένων για να ξεφύγουν από τη δύσκολη θέση και κατακραυγή που είχαν βρεθεί με τη μεγαλειώδη διαδήλωση της 5/5. Τώρα, λίγες μέρες πριν τη γενική απεργία της 29ης Ιουνίου, σε μια περίοδο που το ΠΑΣΟΚ τραντάζεται από τις πιέσεις που δέχονται βουλευτές, συνδικαλιστές, η βάση του κόμματος από τη λαϊκή οργή για το ασφαλιστικό – εργασιακό νομοσχέδιο έκτρωμα που ψηφίζεται αυτό το διάστημα, έρχεται μια εντυπωσιακή και απρόβλεπτη βομβιστική ενέργεια να δώσει και πάλι την πρωτοβουλία στον στριμωγμένο αντίπαλο του λαϊκού κινήματος. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά εξίσου σημαντική: Η επίθεση αυτή έρχεται σε μια στιγμή που από πολλούς κύκλους του αστικού κόσμου έχει τεθεί μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της δραστικής περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων, των απεργιών, των διαδηλώσεων, των κινητοποιήσεων. Τα όσα έγιναν και γίνονται στο λιμάνι του Πειραιά και στην Κόρινθο, η συστηματική επίθεση κυβέρνησης, Αλαφούζου και κομμάτων όπως το ΠΑΣΟΚ, η Ν.Δ. και φυσικά το ΛΑΟΣ ενάντια στο ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ δεν αφορούν αποκλειστικά το χώρο αυτό αλλά ολόκληρο το λαό, τη δυνατότητα απεργίας και αντίστασης, τις κινητοποιήσεις και την οργάνωσή τους ενάντια στα μέτρα που επιβάλλει το Μνημόνιο.
Δεν χωρά αμφιβολία ότι θα δυναμώσουν οι φωνές –και όχι μόνο οι φωνές- που θα απαιτήσουν «νόμο και τάξη», δηλαδή μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη καταστολή του λαού και των αγώνων του. Στο στόχαστρο μέσω της επίθεσης στο ΠΑΜΕ όλη η Αριστερά και στο βάθος τα κινήματα αντίστασης, αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, οι αποφασιστικοί αγώνες. Μέσα στην κρίση τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα δημοκρατίας. Από πολλές και ουσιαστικές πλευρές, όπως της λαϊκής κυριαρχίας, της συμμετοχής των πολιτών, των δημοκρατικών δικαιωμάτων κ.λπ. Όταν όμως η κοινωνική συναίνεση τινάζεται στον αέρα από την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική, τότε μόνο η καταστολή και η αστυνόμευση μπορούν να φέρουν αποτελέσματα για την απρόσκοπτη εφαρμογή της.
Τέτοιες ενέργειες όπως η βόμβα στο υπουργείο (όποιοι κι αν είναι οι δράστες) γίνονται αφορμή για να παρθούν σκληρά μέτρα στην κατεύθυνση μιας «δημοκρατίας» μέσα στην κρίση του συστήματος, μέσα στην κρίση της Ε.Ε. (να μην ξεχνάμε τις ευρωενωσιακές νομοθεσίες για την αστυνόμευση και καταστολή, τους φακέλους, τις παρακολουθήσεις ακόμα και όλων των στελεχών του αριστερού κόμματος Die Linke στη Γερμανία, τις προσλήψεις στα σώματα ασφαλείας κ.λπ.).
Τώρα, δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως κάτι με το οποίο θα μπορούσε οποιοσδήποτε να διαφωνήσει στα πιο πάνω. Πρόκειται, σε ένα σημαντικό βαθμό, για διαπιστώσεις του ήδη οφθαλμοφανούς, δηλαδή του γεγονότος ότι κάθε τέτοια ενέργεια αυξάνει το κοινωνικό έρεισμα της καταστολής και καθιστά ευκολότερη την καθεστωτική δαιμονοποίηση πολιτικών στόχων με το πρόσχημα της χαλαρής σύνδεσής τους με παντοδαπές και αφηρημένες "απειλές στην δημοκρατία."

Σωστά, πολύ σωστά. Μόνο που αυτό δεν έχει τίποτε να κάνει με το ίδιο το συμβάν της βομβιστικής ενέργειας: δεν εξηγεί ούτε τα κίνητρά της, ούτε τη λογική της, ούτη τη σχέση της με αυτές με τις οποίες την συνδέει δια της χρονικής αλληλουχίας, ούτε τη θέση που έχει ή (δεν;) θα έπρεπε να έχει για αυτήν η αριστερά. Η παρουσίαση των συνεπειών στο πολιτικό πεδίο μιας σειράς τρομοκρατικών ενεργειών δεν είναι ανάλυση της πολιτικής λογικής των ενεργειών αυτών, ούτε ανάλυση πολιτικής στάσης απέναντί τους.

Θα μου πείτε, οφείλει κάποιος να αναλύσει την πολιτική αυτή λογική ή να εκθέσει την πολιτική του στάση; Η απάντηση είναι όχι, αλλά μόνο εφόσον δεν θεωρεί ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως απόδειξη για κάτι. Και το πρόβλημα είναι ότι το κείμενο κάνει ακριβώς αυτό: προσπαθεί να την χρησιμοποιήσει ως βάση απόδειξης ενός σεναριακού ισχυρισμού.

Να εξηγηθούμε. Σε ό,τι αφορά την ενέργεια --και κάθε παρόμοιά της, άλλωστε-- υπάρχουν πάντα χονδρικά δύο ενδεχόμενα: α) να συνδέονται με τη δράση ακροαριστερής οργάνωσης β) να αποτελούν πράξη παρακρατικών με στόχο την προβοκάτσια.

Η λογική λέει ότι συνήθως η άγνοια για το ποιο από τα δύο ισχύει καθιστά αδύνατο το να αναλυθεί με πολιτικό τρόπο η ενέργεια. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το 90% του κειμένου ερμηνεύει την ενέργεια προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση: είναι ενέργεια που, όπως και οι δύο προηγούμενες, ωφελεί τους κυβερνώντες. Αν και αυτό είναι, όπως είπα, αναμφισβήτητο και οφθαλμοφανές, το ζήτημα είναι ότι με αυτόν τον τρόπο η ρητορική του κειμένου εμπλέκει διαρκώς στις παρυφές της το ένα από τα δύο ενδεχόμενα· δηλαδή ταυτίζει υπόρρητα μεν, σταθερά δε, το ποιος ωφελείται πολιτικά με το ποιος ευθύνεται. Τούτο γίνεται πολύ σαφέστερο στην τελευταία παράγραφο:
Παράλληλα φέρνει σε αμηχανία και πλήττει το φρόνημα του μαζικού λαϊκού ριζοσπαστισμού που βλέπει τις πολιτικές εξελίξεις να πολώνονται γύρω από ένα παιχνίδι ανάμεσα στην αστυνομοκρατία και την πολιτική τρομοκρατία έστω και εάν αυτή είναι αυθεντική, δηλαδή, δεν είναι μπλεγμένη στα δίκτυα οργανωμένης προβοκάτσιας και μυστικών υπηρεσιών.
Το εδάφιο με έντονα στοιχεία ακολουθεί την κλασική μέθοδο του υπονοείν κάτι ενώ τηρείς φαινομενικά πολιτική ίσων αποστάσεων: "έστω και αν αυτή είναι αυθεντική", σημαίνει πρακτικά, και με βάση όλα όσα έχουν προηγηθεί, "μάλλον/πιθανότατα δεν είναι αυθεντική", τουτέστιν "είναι προβοκάτσια." Προφανώς, πρόκειται για συμπέρασμα εντελώς αυθαίρετο: κανείς δεν εγγυάται είτε ότι τυχόν ακροαριστεροί εμπλεκόμενοι ενδιαφέρονται για τη μοίρα ενός λαϊκού κινήματος, είτε ότι το βλάπτουν συνειδητά: υπάρχουν εκατοντάδες λόγοι, από τη βλακεία, τον φανατισμό και την αμέλεια, μέχρι την κακή τύχη ή τους κακούς χειρισμούς για να βλάψεις κάτι που δεν επιθυμείς να βλάψεις.

Όπως και να 'χει, είναι βέβαιο ότι οι πολιτικές αναλύσεις δεν γίνονται με μισόλογα, ρητορικά τεχνάσματα αντικατάστασης της περιγραφής συνεπειών με λίστα μύχιων κινήτρων, και ψευτο-έντεχνα καταληκτικά υπονοούμενα. Αυτές είναι τακτικές που ταιριάζουν σε πολύ διαφορετικούς χώρους λόγου από αυτόν που εμείς θέλουμε να υπερασπιστούμε και εκ μέρους του οποίου μιλούμε. Σε προηγούμενη ανάρτηση μίλησα για την αναγκαιότητα του θάρρους και της παρρησίας, ακόμα και αν ως αξίες υπερβαίνουν τον στενά πολιτικό χώρο. Το θάρρος και η παρρησία απαιτούν την απομάκρυνση από τον μαχητικό αριστερό λόγο τέτοιου είδους ξεφτισμένων ρητορικών τεχνασμάτων. Ή έχει κάποιος κάτι να καταθέσει ως πολιτική ανάλυση για το θέμα μιας τρομοκρατικής ενέργειας ή δεν έχει και σιωπά.

Η ανακλαστική στάση του "πάντως, δεν φταίμε εμείς!" δεν προσφέρει κάτι πέραν από το να μεταφέρει το αίσθημα ανασφάλειας που νιώθει ο δηλών, την ουσιαστικά εσωτερικευμένη ενοχή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για την αριστερά να παίζει πινγκ-πονγκ με τον κάθε εντολοδόχο δήθεν δημοσιογράφο που αναλαμβάνει χρέη συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας επί ανταλλάγματι, επιστρέφοντας το μπαλάκι μηχανικά στην αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που αρχικά πετάγεται.

Ούτε υπάρχει λόγος να αναλώνεται ο χώρος της αριστεράς σε μηχανικές, τελετουργικές δηλώσεις "αποκήρυξης" της όποιας τρομοκρατικής ενέργειας για να αποδείξει την ευπείθεια και την αθωότητά του.

Δυστυχώς, κείμενα όπως το πιο πάνω εσωτερικεύουν σε τέτοιο βαθμό τα ρητορικά τεχνάσματα του αντιπάλου ώστε να αυτοπαγιδεύονται, εισάγοντας μόνα τους ενέργειες όπως η προχθεσινή μέσα στο πεδίο των πολιτικών ανταγωνισμών, αυτό δηλαδή ακριβώς που επιδιώκουν όσοι αφήνουν υπονοούμενα και πετούν στρατηγικά στα κείμενά τους τις λέξεις "αριστερά", "ΚΚΕ", "κίνδυνος για τη δημοκρατία" και "ΠΑΜΕ."

Στην πορεία, ξεχνούν ότι έχει τεράστια διαφορά πολιτικά το περιστατικό στη Μαρφίν --περιστατικό που λαμβάνει χώρα εν μέσω μαζικής λαϊκής διαδήλωσης με θύματα εργαζόμενους-- και αυτό που έλαβε χώρα στο υπουργείο, μακριά από τη λαϊκή δράση και τα βλέμματα των πολλών, στο σκοτάδι συνήθως για πάντα αδιευκρίνιστων συνθηκών. Στην πρώτη περίπτωση είναι απαραίτητη η άμεση, δίχως καθυστέρηση παρέμβαση εκ μέρους της αριστεράς, γιατί είναι απαραίτητη η περιφρούρηση του συμβαντικού χώρου τον οποίο επιχειρεί να διανοίξει μέσα στην κατασταλτικά δομημένη κοινωνική καθημερινότητα. Στη δεύτερη, η σπουδή ενασχόλησης με το θέμα παρά την απουσία πληροφόρησης συμμετρικοποιεί αριστερές και δεξιές πρακτικές λόγου.

Και πράγματι, τσουβαλιάζοντας τα δύο περιστατικά μαζί, και συνδέοντάς τα με το τρίτο --του οποίου η πολιτική συνάφεια για τις πρακτικές της κινηματικής αριστεράς είναι επίσης αδιευκρίνιστη με τρόπο που δεν ήταν το περιστατικό στη Μαρφίν, είτε το διέπραξαν προβοκάτορες είτε όχι-- το κείμενο δέχεται αυτό ακριβώς που επιθυμούν να κάνουν κοινώς αποδεκτό τα πολιτικά και εκδοτικά κέντρα τα οποία επιχειρεί να αντιπαρέλθει: ότι κάθε ενέργεια τρομοκρατικής βίας έχει το ίδιο συμβολικό νόημα, τις ίδιες απολήξεις και τα ίδια διακυβεύματα για την αριστερή οπτική.

Αλλά η αποτυχία να διαχωρίσει κανείς τα φαινομενικά, επιφανειακά ίδια πράγματα είναι αποτυχία, τελικά, να σκεφθεί πολιτικά: μια αποτυχία καταστροφική όταν κάποιος έχει πολιτικό συμφέρον να σκέπτεται και όχι να παρεμποδίζει τη σκέψη.

RD (Αντώνης)

Εικόνα: Heinrich Hoerle, "Monument to the Unknown Prostheses", 1930.

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Αναδρομή και προοπτικές, 25/6/2010

Τα γεγονότα της 5/5 έσπασαν την πλάτη μιας ήδη πολύ αδύναμης και κατακερματισμένης αριστεράς, αυτής που έχει απομείνει στοιχειωδώς συντονισμένη με την έννοια της μαχητικής διεκδίκησης του κοινωνικού δικαίου τουλάχιστο. Με κριτήριο τη σφοδρότητα των μέτρων και το πρωτοφανές της παράδοσης εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και της παράκαμψης συνταγματικών αρχών, οι αντιδράσεις επί του παρόντος παραμένουν μάλλον υποτονικές.

Η σημερινή δολοφονία συνεργάτη του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη είναι βέβαιο ότι θα επιτείνει την διαδικασία μαζικής αλλεργίας προς την πολιτική που παραδοσιακά χαρακτηρίζει τους καλοκαιρινούς μήνες, συνεπικουρώντας την απελπισμένη θέληση για διαφυγή, στο χορτάρι τηλεοπτικών ποδοσφαιρικών μαχών ή στην κοντινότερη παραλία. 

Από τον Δεκέμβρη του 2008, γίναμε μάρτυρες μιας παράδοξα ειρωνικής τροχιάς που μόνο η πραγματική ιστορία είναι ικανή να αποκαλύψει: το ξέσπασμα έγινε υπερβολικά νωρίς. Η κοινωνία παρουσιάζεται εξαντλημένη, φοβισμένη και αμήχανη την πιο κρίσιμη ώρα. 

Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραναγνωρίζεται ο θεμελιώδης ρόλος που παίζουν οι αντιστάσεις της ιδεολογικής αυτο-αντίληψης μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού ως "μεσαία", αντίληψης που είναι απόλυτα φυσικό να τα κάνει να ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για την διάσωση του εναπομείναντος στάτους τους, της υπερηφάνειας τους ως "νοικοκύρηδες" και "σύννομοι" πολίτες, από ό,τι για τις προοπτικές ανατροπής της τάξης πραγμάτων. Δεν μπορούμε όμως να περιφρονήσουμε τον άνθρωπο που φοβάται να κατέβει σε απεργία γιατί φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά του και την ικανότητά του να ανταπεξέλθει σε ατομικά και οικογενειακά βάρη και υποχρεώσεις. Ο άνθρωπος αυτός είναι στην πραγματικότητα ο κατεξοχήν λόγος ύπαρξης μιας αριστερής πολιτικής. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το καράβι που βυθίζεται είναι για έναν τέτοιο άνθρωπο το μόνο καράβι στο λιμάνι· πολύς κόσμος θα κάνει το παν για να μείνει πάνω απ' την επιφάνεια του νερού, έστω κουβαδίζοντας απελπισμένα στα αμπάρια που γεμίζουν διαρκώς νερό.

Την ίδια ώρα, στο πολιτικό επίπεδο, η κοινοβουλευτική αριστερά παρακολουθεί απλώς την κοινωνική απελπισία να αυξάνεται, όταν δεν είναι απασχολημένη με τους δικούς της εσωτερικούς καυγάδες και υπολογισμούς εν όψει των επόμενων εκλογών. Το περισσότερο ακτιβιστικό της, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, κομμάτι, φαίνεται να έχει σπαταληθεί σε έναν μοναχικό βολονταρισμό υπό συνθήκες που πολύ απλά αποδεικνύονται ανώριμες. Χωρίς την στράτευση στην πολιτική δράση των μεσαίων στρωμάτων των μισθωτών, δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων, και των συνταξιούχων, τα "Μέτωπα" θα παραμένουν ευγενείς ίσως αλλά καθαρά ρητορικές φιλοδοξίες.

Στη διαδικασία αυτή της αποτίμησης της πασιφανούς αποτυχίας εύρεσης μιας πολιτικής απάντησης σε όσα τραγικά συμβαίνουν, είναι καλό να αποφευχθεί η υπερβολική απαισιοδοξία. Οι συσπειρώσεις δεν επιτυγχάνονται ούτε δια της απλής πολιτικής βούλησης, ούτε δια αυτόματης και ανακλαστικής αντίδρασης των μαζών στα γεγονότα, αλλά απαιτούν διαρκή και επιτυχημένο συντονισμό μεταξύ του βουλητικού στοιχείου και της ικανότητας ανταπόκρισης συσπειρωτικών και κινηματικά αποτελεσματικών ιδεών στους συσχετισμούς που υπάρχουν.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό εδώ να ληφθεί υπόψη ότι η παράδοση της μαχητικής αριστεράς στη χώρα είναι ιστορικά κυρίως αντιδικτατορική, προσαρμοσμένη σε εποχές όπου το κυρίαρχο στοιχείο ήταν η πολιτική καταστολή, και όχι αντικαπιταλιστική, ικανή δηλαδή να χτίσει επαρκείς άμυνες απέναντι στις πολύ διαφορετικές εμφάσεις της "ελεύθερης αγοράς", του αναπτυξιακού/εκσυγχρονιστικού λεξιλογίου, και της έμμεσης, οικονομικής φύσης βίας και καταστολής. Ουσιαστικά, η ελληνική αριστερά έχει μικρή, ελάχιστη πείρα σε ό,τι αφορά τις ιδεολογικές προαπαιτήσεις της παρούσας συγκυρίας, και ο απογαλακτισμός της, όπως άλλωστε και όλων των ευρωπαϊκών, από τον ιστορικό μαρξισμό, επιτείνει το πρόβλημα της σύγχυσης σε ό,τι αφορά τον εντοπισμό ενός σταθερού ιδεολογικού και πολιτικού πλαισίου αναφοράς. Είναι ανώφελο να διαμαρτύρεται κανείς για αυτό, μιας και αυτή είναι η συνθήκη υπό την οποία καλείται να λειτουργήσει.

Πώς μπορεί να καταφέρει να υπερκεράσει τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος; Μερικές πρακτικές γραμμές κατεύθυνσης:

1. Αποφυγή άσκοπων και ανώφελων συγκρούσεων με τους ιδεολογικούς εκπροσώπους της κατεστημένης τάξης. Στην Ελλάδα έχει πλήρως εκφυλιστεί αυτού του είδους η μηχανική αντιπαράθεση. Οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι στρατηγικά ζυγισμένες για να πετυχαίνουν το μέγιστο εφικτό αποτέλεσμα και να μην αναλώνονται σε ένα ρητορικό πόλεμο χαρακωμάτων με τους επαγγελματίες της στρέβλωσης και της παραπληροφόρησης. Με τα απλά λόγια του Απ. Παύλου: Μην αναλώνεστε σε διαξιφισμούς "απόψεων." Μην περιστέλετε την αντικαπιταλιστική προοπτική σε άλλη μία "άποψη" στις αδηφάγες αρένες των ΜΜΕ. Όταν μιλάμε, πρέπει να είναι εμφανής η ποιοτική διαφορά του τι λέμε και πώς το διατυπώνουμε από τον καθημερινό συρφετό των "απόψεων."

2. Διαρκής ενημέρωση για το παγκόσμιο τοπίο της κρίσης, την μεταμόρφωση οικονομικών, ταξικών και εθνικών συσχετισμών. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα, δεν υπάρχει καμμία δυνατότητα για παρεμβάσεις στο "εθνικό" επίπεδο χωρίς γνώση για το διεθνές. Αντιθέτως, ο περιορισμός της οπτικής στο "εθνικό" επίπεδο είναι η χαρακτηριστική υπογραφή της ιδεολογικής συντήρησης, της οποίας η αταξική ηθικολογία προϋποθέτει την απομόνωση των όσων συμβαίνουν από τα διεθνή τεκταινόμενα και την ανακήρυξη της χώρας σε παγκόσμια εξαίρεση, εξωτικό ανθρωπολογικό φαινόμενο, "ιδιότυπη" περίπτωση, κλπ.

3. Ειλικρίνεια και καθαρότητα στην διατύπωση αρχών και ιδεολογικών πλαισίων αναφοράς. Η υπομονή για "πολιτικάντικους" χειρισμούς είναι, ευτυχώς, μικρότερη από ποτέ. Η μη άμεση ή κραυγαλέα αντίδραση απέναντι στον οπορτουνισμό δεν σημαίνει μη κατανόηση μιας στάσης ως οπορτουνιστικής. Σημαίνει απλώς κορεσμό και αναζήτηση διαφυγής από αυτό που είναι διαπιστωμένα χρεωκοπημένο.

4. Αναγνώριση της απόλυτης ιδεολογικής εξάρτησης του αντιπάλου από την ωμή κυριαρχία μιας "ντε φάκτο" κατάστασης. Ποτέ ο φιλελευθερισμός δεν ήταν τόσο φτωχός από ιδέες, ποτέ δεν ήταν τόσο αδρανής στο επίπεδο της σκέψης, τόσο ολοκληρωτικά εξαρτημένος από την διανοητική μετριότητα τριτοκλασάτων γραφιάδων όσο σήμερα. Αυτό που τον κρατάει όρθιο είναι απλώς η ωμή πραγματικότητα του ότι ελέγχει την πολιτική και οικονομική εξουσία. Φυσικά, αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Όσο σημαντικό είναι να μην υπερτιμάται η ιδεολογική αυτοπεποίθηση του αντιπάλου, τόσο είναι και να μην υποτιμάται το πραγματικό υπόβαθρο της δύναμής του, που δεν είναι οι ιδέες, αλλά αντίθετα, η απαγόρευση του σκέπτεσθαι υπό την απειλή της δαμόκλειου σπάθης της "ωμής πραγματικότητας."

5. Τούτο είναι ακόμη σημαντικότερο στην Ελλάδα, όπου η πλουτοκρατική ελίτ έχει ιστορικά επιδείξει εξαιρετική αδιαφορία για την μετατροπή των ιδεών της σε πραγματικά ηγεμονικές, βασιζόμενη μάλλον στον απευθείας έλεγχο της εξουσίας μέσω των διαπλοκών της με την κάστα των επαγγελματιών της πολιτικής και μέσω του άμεσου ελέγχου των ΜΜΕ. Η απουσία πραγματικής αστικής τάξης στην Ελλάδα, η σχάση της δηλαδή σε μια πειρατικού τύπου, πλιατσικολογική και μαφιόζικη πλουτοκρατία από τη μία πλευρά, και στην στρατιά των μισθοσυντήρητων από την άλλη, δημιουργεί τις προοπτικές τάχιστης εξασθένισης κάθε λειτουργικά συναινετικής και συνεκτικής ιδεολογίας "κοινών στόχων." Στις ΗΠΑ, όπου υπάρχει μια πολυάριθμη μεσαία τάξη μικρών και μεσαίων επιχειρηματιών, η κρίση δεν θα μπορούσε ποτέ να απειλήσει τις ίδιες τις αστικές αξίες σε ιδεολογικό επίπεδο, παρά να εστιαστεί στις "ακρότητες" μιας υπέρ του δέοντος άπληστης μειοψηφίας με έδρα την Γουολ Στριτ. Στην Ελλάδα, το ιδεολογικό/εμπειρικό χάσμα ανάμεσα στον εφοπλιστή και τον μισθωτό είναι χαώδες και συγκαλύπτεται μόνο φαινομενικά από τους έμμισθους εκπρόσωπους του πρώτου που γεμίζουν τις τηλεοπτικές και μηντιακές ώρες του δεύτερου.

6. Η στάση "απορρίπτω το κάθε Χ ή Ψ μοντέλο κοινωνικής κινητοποίησης επειδή δεν με ικανοποιεί σε αυτό ή εκείνο το επίπεδο" είναι στάση καταναλωτή και όχι συμμετέχοντος. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ενθουσιασμένος με το ΠΑΜΕ ή με το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής, πλην όμως κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να δηλώνει ότι περιμένει κάτι καλύτερο για να εμπλακεί. Η ανεπάρκεια των μέσων αντίδρασης είναι δεδομένη. Εξίσου δεδομένη όμως θα έπρεπε να είναι η ανεπάρκεια της αφ' υψηλού κριτικής στην ανεπάρκεια των μέσων αντίδρασης. Δουλεύει κανείς πάντα με αυτό που έχει και όχι με το ανύπαρκτο. Και αν δεν θέλει να δουλέψει με αυτό που έχει, τότε οφείλει να αντιπροτείνει κάτι απτό στη θέση του. Σε κάθε επίπεδο, πρέπει να πούμε ένα σθεναρό "αρκετά!" στην κριτική απ' τον καναπέ, την κριτική που δεν προτείνει απολύτως τίποτε, περιοριζόμενη στο να απαξιώνει μέσα αντίστασης που όλοι είμαστε αρκετά έξυπνοι για να γνωρίζουμε ότι δεν έχουν φέρει, και δεν πρόκειται να φέρουν, την κοινωνική επανάσταση.

7. Πιστότητα σε σταθερές αξίες που δεν αφορούν στενά την πολιτική, αλλά χωρίς τις οποίες είμαστε εξ αρχής χαμένοι: θάρρος, παρρησία, φιλαλήθεια, πειθαρχεία, αυτοσυγκράτηση, εργατικότητα, αφοσίωση, αγάπη, συμπόνοια, τιμή. Οι πολιτικές νίκες απαιτούν πολύ περισσότερα, αλλά καλό είναι να μην ξεχνούμε ποτέ ότι οι προσωπικοί διασυρμοί μπορούν να αποφευχθούν μόνο με την υψηλότερη δυνατή συγκέντρωση τέτοιων παλιομοδίτικων αρετών.

RD (Αντώνης)