Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Through the Loophole 117. Αντί-...

Τελευταία ανάρτηση πριν σιωπήσω για τις επόμενες δύο εβδομάδες τουλάχιστον. Από το alter ego  μου, Through the Loophole:


Κάποιος πρέπει να γράψει την ιστορία του "αντί-" ως τρόπου αυτο-ταυτοποίησης. Από πότε και υπό ποιες ιστορικές συνθήκες επικράτησε η τάση να αυτο-ταυτοποιείται ένα άτομο ή μια ιδεολογική ομάδα αρνητικά, όχι ως υποστηρικτής/τρια μιας θέσης ή αντίληψης αλλά ως πολέμιος/α μιας άλλης; Η δική μου, εντελώς διαισθητική, πρώτη προσέγγιση θα ήταν να εστιάσω στην εποχή του Β' ΠΠ και στην αποτελεσματικότητα του "αντιφασιστικού μετώπου" καθώς και σε αυτή του ψυχρού πολέμου και ιδιαίτερα στη δεκαετία του 50, όταν ο "αντικομμουνισμός" απετέλεσε μια ιδιαίτερα αποτελεσματική βάση διεθνούς συνασπισμού, αντλώντας ιδεολογική νομιμοποίηση (η ειρωνεία της ιστορίας!) από τον στρατιωτικό και ηθικό θρίαμβο του αντιφασιστικού συνασπισμού στον οποίο ο κομμουνισμός έπαιξε βασικό και θεμελιώδη ρόλο (μεταπολεμικά κινητοποιημένος κώδικας σύμπτυξης φασισμού και κομμουνισμού υπό τον αστερισμό του "αντί-": "αντιολοκληρωτισμός").

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον από αυτή τη σκοπιά ότι οι αρνητικές μορφές αυτο-ταυτοποίησης έγιναν, μετά το 60, κυρίως εργαλεία του "αριστερού" και όχι του δεξιού ταυτοτισμού: ο δεξιός είναι αυτός που δηλώνει την ταυτότητά του καταφατικά --ως "πατριώτης", "εθνικόφρων", "φιλελεύθερος", κλπ-- τη στιγμή που η αριστερά, μετά από την εθελούσιά της παράδοση στις πιο άκριτες κοινοτοπίες του "αντιολοκληρωτισμού" αρκείται στο να δηλώνει "αντισυστημική", "αντιεξουσιαστική", "αντιρατσιστική", "αντιφασιστική", "αντικαπιταλιστική" κλπ.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η συστηματική προσφυγή στην αρνητική αυτο-ταυτοποίηση δημιουργεί μεν τις προϋποθέσεις ευρέων συνασπισμών, το κάνει όμως σε μια βάση τόσο ισχνή ώστε αυτοί οι συνασπισμοί να αδυνατούν πλήρως να φτάσουν σε ένα καταφατικό και κοινό όραμα. Τη στιγμή που τίθεται επί τάπητος το ζήτημα "τι θέλουμε;" ή "τι πιστεύουμε;", κάνουν την εμφάνισή τους κάθε είδους αγεφύρωτα χάσματα, τα οποία κρατά μεν προσωρινά αόρατα η φαινομενική ενότητα υπό την αιγίδα της από κοινού άρνησης, χωρίς όμως ποτέ να τα υποβάλλει σε διαδικασίες ζύμωσης, διαπραγμάτευσης, και υπέρβασης. Για αυτό και όποτε η σημερινή "αριστερά" καλείται να πάρει καταφατική θέση για κάτι, να μιλήσει στο όνομα θετικών αξιών, τρέπεται ατάκτως σε φυγή, περιμένοντας την εμφάνιση του επόμενου μπαμπούλα δεξιάς ακρότητας για να μπορέσει να επιδείξει μια δύναμη που όλοι οι αντίπαλοί της γνωρίζουν καλά ότι είναι εφήμερη και πλασματική--και που θα συνεχίσει να είναι τέτοια για όσο καιρό αντλείται αποκλειστικά από την άρνηση, δηλαδή την προθυμία να αφήσει στον αντίπαλο την αποκλειστική νομή της θέσης αυτού που μπορεί να λέει "ναι", του νιτσεϊκού κυρίαρχου.

Εικόνα: www.visitrenotahoe.com

Ντοσιέ: Κρίση: Απ' όπου πέρασε το ΔΝΤ

Απ’ όπου πέρασε το ΔΝΤ
Tης Ευρυδικης Μπερση / ebersi@kathimerini. gr

Η ελληνική κυβέρνηση αποτελείται από φλογερούς κρυπτο-επαναστάτες, που οραματίζονται μαζικά ξεσπάσματα και βίαιες κοινωνικές ανατροπές. Δεν εξηγείται αλλιώς η κυβερνητική προθυμία να οδηγηθεί η χώρα στην αγκαλιά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Η διεθνής εμπειρία είναι αμείλικτη. Ξανά και ξανά, χώρες που επιχείρησαν να υπερβούν κρίσεις, εφαρμόζοντας τους επαχθείς όρους που συνοδεύουν τα δάνεια του ΔΝΤ έζησαν οξύτατες κοινωνικές αναταραχές. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Κάρλος Αντρές Πέρες είχε χαρακτηρίσει το ΔΝΤ «βόμβα νετρονίου, που σκοτώνει τους ανθρώπους και αφήνει όρθια τα κτίρια» - και σύντομα η βόμβα σάρωσε την κυβέρνησή του. Με αφορμή τις αυξήσεις στα εισιτήρια των μέσων μεταφοράς, (ένα από τα μέτρα που επέβαλε το ΔΝΤ προκειμένου να δανείσει τη χώρα) ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 1989 πρωτοφανούς βιαιότητας εξέγερση που κόστισε εκατοντάδες ζωές. Η καθοριστική αυτή ιστορική στιγμή διαμόρφωσε τις κοινωνικές συνθήκες που το 1998 οδήγησαν στην εκλογή του φορέα ριζοσπαστικών αλλαγών προέδρου Ούγκο Τσάβες.

Στη Βολιβία, το 2003, ο επιχειρηματίας πρόεδρος που εφάρμοζε τους όρους του ΔΝΤ διασώθηκε από τα πλήθη, ξεφεύγοντας από το προεδρικό μέγαρο κρυμμένος μέσα σε ασθενοφόρο. Είχε αντιγράψει το κόλπο της κινηματογραφικής απόδρασης από τον συνάδελφό του, πρόεδρο της Αργεντινής, που το 2001 είχε γλιτώσει την πολιορκία των οργισμένων διαδηλωτών διαφεύγοντας με ελικόπτερο. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 η Αργεντινή ήταν ο καλύτερος μαθητής του ΔΝΤ, ως εκ τούτου ανταμείφθηκε με την επιστροφή της στην ακραία φτώχεια και με τη σοβαρότερη εξέγερση των τελευταίων ετών στη μαθημένη από εξεγέρσεις Λατινική Αμερική.

Η επιμονή του ΔΝΤ να επιβάλλει περιοριστικά μέτρα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, να ζητάει δηλαδή από οικονομίες που διψούν για ρευστό να περικόψουν δραστικά τις δαπάνες, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην επιδείνωση των κρίσεων. Το 1998, όταν το ΔΝΤ επέβαλε στη βυθισμένη στην κρίση Ινδονησία να περικόψει τις επιδοτήσεις στα τρόφιμα και στην κηροζίνη, (το καύσιμο των οικιακών φούρνων), ξέσπασε, τι άλλο, βίαιη κοινωνική εξέγερση. Ο επικριτής του ΔΝΤ, νομπελίστας οικονομολόγος Τζότζεφ Στίγκλιτς, επισημαίνει ότι «σε πολλές χώρες ο κόσμος λέει “το ΔΝΤ”, όπως θα έλεγε “η πανούκλα” ή “η Μεγάλη Υφεση” και χωρίζει την ιστορία στο “πριν” και στο “μετά” από το ΔΝΤ».

Από το πρόσφατο κύμα χωρών που αναγκάστηκαν να προσφύγουν στο ΔΝΤ, μόλις τρεις (Μεξικό, Πολωνία, Κολομβία) κατάφεραν να δανειστούν άνευ όρων, μέσω ενός καινούργιου μηχανισμού στήριξης που λέγεται FCL. Κάποιες άλλες όπως π. χ. η Λεττονία, που εφάρμοσε τους όρους του ΔΝΤ και είδε το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 25% σύρθηκαν σχετικά «καρτερικά» στην γκιλοτίνα, ανατρέποντας, απλώς, την κυβέρνησή τους. Το ΔΝΤ αποκλείεται να κάνει στην Ελλάδα τη χάρη να τη δανείσει χωρίς όρους, αλλά και η Ελλάδα αποκλείεται να επιδείξει την λεττονική καρτερικότητα.

 Εικόνα: solarnavigator.net

Για τον ρόλο των διανοουμένων σήμερα


(Για τον Δημήτρη)

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν, στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, προέκυψαν συνθήκες αποκόλλησης των διανοουμένων από συγκεκριμένα παλαιοκομματικά και στατικώς εννοούμενα ταξικά συμφέροντα, όταν δημιουργήθηκαν δηλαδή οι συνθήκες απογαλακτισμού των διανοουμένων από τις κατά τόπους μορφές ιστορικού συμβιβασμού ανάμεσα στην αριστοκρατία και στην αστική τάξη (εδραιωμένες σε Αγγλία και Πρωσία, ανανήψασες στη Γαλλία), ο κοινωνικός και ιδεολογικός ρόλος των διανοουμένων απέκτησε τον χαρακτήρα καίριου κοινωνικού προβλήματος. Στην πορεία, προέκυψαν μια σειρά τρόπων σύλληψης και ενσάρκωσης αυτού του ρόλου, οι οποίοι θα ήταν καλό να καταγραφούν εν συντομία.

α) Ο ηρωϊκός διανοούμενος. 
Ο ρόλος αυτός προαπαιτεί την εξαιρετική πολιτισμική αίγλη και το πρεστίζ ενός διανοουμένου που στέκεται ουσιαστικά μόνος του, χωρίς να έχει την ανάγκη συναίνεσης από την κοινωνία. Ο ηρωϊκός διανοούμενος, προεξέχον και ευγενικό προϊόν του πολιτικού ρομαντισμού, κατακεραυνώνει τις κοινωνικές πρακτικές από έναν ολύμπιο θώκο, στον οποίο τον τοποθετεί η ίδια η κοινωνία, δεχόμενη το εξαιρετικό στάτους του. Είναι έτσι θεματοφύλακας αξιών και ενσαρκωτής της συνείδησης της κοινωνίας. Η στάση του Βίκτωρος Ουγκό απέναντι στην Παρισινή Κομούνα (της οποίας το μεγαλείο εξήρε, ενώ απελάθηκε από τις Βρυξέλες γιατί έδωσε στέγη σε ηττημένους κομμουνάρους), του Εμίλ Ζολά απέναντι στην υπόθεση Ντρέιφους, ή του Μπέρτραντ Ράσελ απέναντι στον Α' Π.Π, αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα του ρόλου αυτού, ο οποίος βέβαια προαπαιτούσε την αντίληψη του διανοούμενου ως ουσιαστικά αυτόνομου από οποιοδήποτε επιμέρους ταξικό συμφέρον.

β) Ο κλασικός διανοούμενος.
Ο ρόλος αυτός προαπαιτεί τον διαχωρισμό διανοητικού έργου και πολιτικής συνείδησης. Ο κλασικός διανοούμενος μπορεί βέβαια να έχει πολιτικές απόψεις ή προτιμήσεις, και η σκέψη του μπορεί να έχει πολιτικές αποχρώσεις, αλλά δεν τις θεωρεί στοιχεία τα οποία αφορούν ζωτικά το αληθινό έργο του. Νιώθει ιδιαίτερα άβολα όταν κάποια άποψη που έχει διατυπώσει γίνεται κτήμα των πολλών και των μη επαϊόντων, μια και για αυτόν η ευρεία πολιτικοποίηση της σκέψης είναι αναπόφευκτα στρέβλωσή της. Φιγούρες όπως του Γκαίτε στην Γερμανία οριοθετούν, θεωρώ, τα πλαίσια μέσα στα οποία κινείται ο κλασικός διανοούμενος. Στα καθ' ημάς, ο Γιώργος Σεφέρης μου φαίνεται αντιπροσωπευτικό δείγμα απόπειρας ενσάρκωσης αυτού του ρόλου.

γ) Ο μικροαστός διανοούμενος.
Ο μικροαστός διανοούμενος προδίδεται από μια σαφώς λιγότερο νηφάλια σχέση με τις κυρίαρχες ιδεολογίες, μια και αυτό που τον καθοδηγεί είναι μια διαρκής ανασφάλεια για την ταξική του θέση και το κοινωνικό του πρεστίζ. Είναι αυτός που έχει διαρκή ανάγκη τον θόρυβο στην δημόσια σφαίρα, μια και με τον τρόπο αυτό μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες αναρρίχησής του και να ενισχύσει την ορατότητά του. Για αυτό και έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε οτιδήποτε επαρκώς αμφιλεγόμενο--ενίοτε και πολιτικά ριζοσπαστικό--για το οποίο όμως δεν έχει καμμία πραγματική και μακροχρόνια επένδυση, αφού αυτό που κυρίως τον κινητοποιεί είναι η επιμελής καλλιέργεια ενός "cult of personality" γύρω απ' τον εαυτό του. Το είδος αφθονεί σε κοινωνίες όπου το μικροαστικό στοιχείο είναι κοινωνικά ευρύ: Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα παρέχουν άφθονα παραδείγματα μικροαστών διανοουμένων, κυρίως προσκολλημένων στον ημερήσιο τύπο και, πιο πρόσφατα, στα τηλεοπτικά μέσα. 

δ) Ο στρατευμένος διανοούμενος.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Καρλ Μαρξ γύρω από την πρώτη, εμβρυακή μορφή του κομμουνιστικού κόμματος (αρχικά της Κομμουνιστικής Λίγκας το 1848 και μετέπειτα, της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης το 1864) τον καθιστούν τον πρώτο ευρέως γνωστό στρατευμένο διανοούμενο, ένα διανοούμενο δηλαδή που επιθυμεί άμεση σχέση με την συγκρότηση, τον συντονισμό και την καθοδήγηση ενός κοινωνικού και πολιτικού κινήματος. Θα ήταν όμως μάλλον άδικο να παραγνωριστεί ο στρατευμένος χαρακτήρας της διανοητικής εργασίας προγόνων του Μαρξ όπως ο Όουεν, αλλά και μορφών της στρατευμένης διανόησης πριν τον 19ο αιώνα, όπως ο Γουϊστάνλει ή οι Εξισωτές (Levellers)  της δεκαετίας του 1640, ή ο Σεν Ζυστ και ο Ροβεσπιέρος στη Γαλλική επανάσταση.

ε) Ο κομματικός διανοούμενος.
Με τον Λένιν, ο στρατευμένος διανοούμενος φτάνει σε ένα οριακό σημείο, εφόσον η στράτευσή του οδηγεί στην επιτυχημένη δημιουργία μιας σταθερής κομματικής δομής που εκφράζει μια αναδυόμενη τάξη και κοινωνική ιδεολογία. Ο Λένιν δημιουργεί τις προοπτικές ένταξης διανοουμένων μέσα στον κομματικό μηχανισμό. Η καριέρα των Γκιόργκ Λουκάτς και Αντόνιο Γκράμσι ή, μετά τον Β' παγκόσμιο, του Ερνστ Μπλοχ, ενσαρκώνει τις βασικές διαστάσεις του κομματικού διανοούμενου, που είναι η δέσμευση, η αυτοπειθάρχηση του ατομικού στοιχείου, η ταυτόχρονη προσπάθεια διαμόρφωσης της κομματικής ιδεολογίας και ευθυγραμμισμού με αυτή--μια διαλεκτική που αποδείχθηκε πολλές φορές ευάλωτη και επισφαλής, όπως προδίδει η μοίρα κομματικών διανοουμένων που είτε διαγράφηκαν είτε αποκηρύχθηκαν από το κόμμα, με συχνά μοιραίες συνέπειες για τη ζωή τους. Με τον Γκράμσι, η εμπειρία της κομματικής στράτευσης οδηγεί στην θεωρητικοποίηση ενός διπολικού σχήματος, της γνωστής αντίστιξης ανάμεσα σε "παραδοσιακούς" και "οργανικούς" διανοουμένους, με τους δεύτερους να χαρακτηρίζονται ως αυτοί οι οποίοι δεν ανήκουν σε στενή επαγγελματική κάστα αλλά έχουν ξεκάθαρη συνείδηση των δεσμών που τους δένουν με μια συγκεκριμένη τάξη και με τις προσπάθειές της να κατακτήσει ηγεμονία.

στ) Ο ανένταχτος-ριζοσπάστης διανοούμενος.
Η προβληματική και ταραχώδης σχέση του Σαρτρ με το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας παρέχει τις βάσεις δημιουργίας ενός προτύπου διανοουμένου που μπορεί να θεωρηθεί ως το βασικό αντιπαράδειγμα, μέσα στους κόλπους της αριστεράς, στην λενινιστική μορφή στράτευσης. Στην ουσία, παρά την θυελλώδη κριτική που άσκησαν εναντίον του, τόσο ο Μισέλ Φουκώ όσο και η στρατιά γάλλων αντισαρτρικών που ακολούθησε τον Μάη του 68 παρέμειναν στον σαρτρικό αστερισμό σε ό,τι αφορά την ταυτόχρονη έμφασή τους στην διανοητική στράτευση στο πολιτικό πεδίο και στην ανεξαρτησία από τους κομματικούς μηχανισμούς. Το πρότυπο του ανένταχτου διανοουμένου, απαλλαγμένου από τα βάρη της κομματικής πειθαρχίας, άφοβου απέναντι στην εξουσία, παθιασμένου υπερασπιστή της κοινωνικής δικαιοσύνης, κυριάρχησε στις δυτικές χώρες μέσα στα πλαίσια μιας πολυμορφικής, ετερογενούς, απειθάρχητης αριστεράς, υπήρξε όμως ταυτόχρονα μια στροφή μακριά από το εργατικό κίνημα και σηματοδότησε μια περίοδο αμοιβαίας όσο και μάλλον απαρατήρητης από τους ίδιους τους διανοούμενους αποδυνάμωσης. Οι εμφάσεις του Φουκώ στις τοπικές και όχι στις καθολικές παρεμβάσεις, στους "μικροαγώνες", στις διαρκείς παρεμβατικές μετατοπίσεις του διανοούμενου μέσα στα πολυεπίπεδα πλέγματα μέσα από τα οποία λειτουργεί η εξουσία, θαυμάστηκαν απεριόριστα ως η τελευταία λέξη του ριζοσπαστισμού· σε μαζικό πολιτικό επίπεδο όμως, τα αποτελέσματά τους ήταν τόσο πενιχρά ώστε οι δυτικές κοινωνίες να φτάσουν να παραδοθούν αμαχητί στον νεοφιλελευθερισμό που πρέσβευσαν οι κεντροδεξιές και οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις Ευρώπης και Η.Π.Α στην δεκατία του 80. Παρά την τεράστια εκλέπτυνσή του, ο μετά το Μάη του 68 αριστερός-ριζοσπαστικός διανοούμενος, περιορίστηκε είτε στη διακήρυξη του αυτεπαρκούς των επαναστάσεων επί χάρτου (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Αντι-Οιδίποδας και τα Χίλια Πλατώ των Ντελέζ-Γκαταρί) είτε στην διακήρυξη συμπαράστασης για τις μαζικές επαναστάσεις άλλων (όπως έκανε ο Φουκώ με την ιρανική επανάσταση).

Σήμερα
Η διαφαινόμενη κατάρρευση του πολλές φορές αδιόρατα συναινετικού διανοητικού κλίματος που συνόδευσε τον νεοφιλελεύθερο θρίαμβο της περιόδου 1984-2008 ανέδειξε τα αδιέξοδα στα οποία είχε εδώ και καιρό οδηγηθεί το μοντέλο του "ανένταχτου-ριζοσπάστη" διανοούμενου: την πολιτική του ανεπάρκεια, την εξάρτησή του ουσιαστικά από την αδιαμφισβήτητη πραγματική κυριαρχία μιας τάξης πραγμάτων στην οποία ο ανένταχτος διανοουμένος μπορεί να ασκεί κριτική από απόσταση ασφαλείας, με δεδομένη την άρρητα κυνική γνώση ότι "τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει." Ταυτόχρονα, η μακρά πορεία παρακμής της έννοιας του επαναστατικού κόμματος και των μαζικών πολιτικών κινημάτων στερεί τους σημερινούς διανοουμένους από την πρόσβαση στο λενινιστικό-κομματικοκεντρικό μοντέλο απέναντι στο οποίο ορθώθηκε το σχεδόν αποκλειστικά δυτικό, μεταπολεμικό μοντέλο του "ανένταχτου-ριζοσπάστη" διανοούμενου. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα διπλό αδιέξοδο: ούτε είναι εφικτή πλέον η παρήγορη για καιρό ιδέα ότι μπορεί κανείς να συνδυάσει την ατομική ανεξαρτησία και την ριζοσπαστική πολιτική αποτελεσματικότητα, ούτε μπορεί να αποδεχθεί κανείς στην περίοδο υποχώρησης και κατακερματισμού της εργατικής τάξης την εξίσου ελκυστική εναλλακτική λύση της αποδοχής της πειθαρχίας και της υποταγής στα συλλογικά συμφέροντα και οράματα που ενσαρκώνει το επαναστατικό κόμμα. 

Ταυτόχρονα, παλαιότεροι ρόλοι, όπως αυτός του ηρωϊκού διανοουμένου, έχουν καταστεί ανεπιστρεπτί παρωχημένοι στις δυτικές κοινωνίες, μιας και η ραγδαία ανάπτυξη του διανοητικού επιπέδου και της εξειδικευμένης κατάρτισης στις κοινωνίες αυτές καταργεί τις προϋποθέσεις μοναδικότητας και εξαιρετικότητας στις οποίες βασίστηκε η ιδέα του στοχαστή που ορθώνει ένα γιγαντιαίο συμβολικό ανάστημα απέναντι στην κοινωνική αδικία. Ούτε, εδώ και αρκετά χρόνια, είναι πλέον εφικτός ο ρόλος του κλασικού διανοουμένου, δεδομένου ότι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες όπου η απόσταση που χωρίζει τον διανοούμενο από τις μηντιακές τριβές με την καθημερινότητα έχει εξαφανιστεί, και η όποια αίγλη της απόστασης και της ζηλόφθονα προστατευμένης αυτονομίας του διανοούμενου από την κοινωνία του έχει εκπέσει σε τεράστιο βαθμό (βλ. την πρόσφατη υπόθεση Άγρα για ένα ενδεικτικό παράδειγμα των ιλαροτραγικών προεκτάσεων της προσπάθειας να ποζάρεις σήμερα ως κλασικός διανοούμενος).

Οι ρόλοι που μένουν όρθιοι αυτή τη στιγμή, κατά την εκτίμηση του γράφοντος, είναι δύο: αυτοί του μικροαστού διανοουμένου, που συνεχίζει να πασχίζει να εξαργυρώσει αναγνώριση, επιδραστικότητα και κύρος στο σύμπαν των επιφυλλίδων και των τηλεοπτικών παρεμβάσεων· και του στρατευμένου διανοούμενου, που βρίσκεται σαφώς κοντύτερα στον Μαρξ από ό,τι στον Λένιν, δηλαδή που απέχει αρκετά από το να μπορεί επαρκώς να συγκροτήσει, στη βάση της σκέψης του, τις δομικές προϋποθέσεις του ανήκειν σε έναν μακροπρόθεσμο κομματικό σχηματισμό. Ο Λένιν έφτιαξε το κόμμα στο οποίο ανήκε ως διανοούμενος· ο Μαρξ το φαντάστηκε, αλλά μη έχοντας ποτέ κατορθώσει να κυριαρχήσει έμπρακτα επί των ανταγωνιστών του για ιδεολογική ηγεμονία στο εργατικό κίνημα. Φυσικά, ο Μαρξ αντιπροσωπεύει επίσης μια γενική παιδεία και ένα επίπεδο διαπειθαρχικής κινητικότητας το οποίο είναι σχεδόν εντελώς ανέφικτο στην δική μας υπερεξειδικευμένη εποχή, και το οποίο του προσδίδει αναδρομικά ένα διανοητικό στάτους που είναι τρομερά δυσκολοκατάκτητο στις μέρες μας.

Τι μέλλει γενέσθαι;
Σε πρώτο στάδιο, αυτό που διαμορφώνεται στο πεδίο της διανόησης είναι οι συνθήκες σύγκρουσης μεταξύ διανοητικής στράτευσης (με τα αδιέξοδα όμως που περιέγραψα πιο πάνω) και μικροαστικού διανοουμενισμού· και μαζί, μια διαδικασία αποσαφήνισης των ορίων μεταξύ τους. Το τι πρόκειται να συμβεί μετά από αυτό το στάδιο είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί αυτή τη στιγμή. Αυτό που μοιάζει πιο εφικτό είναι να περιγραφούν ορισμένα βασικά συστατικά της διαφοροποίησης του στρατευμένου διανοουμένου από την προηγούμενη μορφή που πήρε αυτός ο ρόλος ιστορικά--και ίσως να χρειαζόμαστε έναν νέο όρο για να περιγράψουμε την μετάλλαξη που προκύπτει· ο όρος "ενσωματωμένος διανοούμενος" του Δημήτρη ίσως να είναι μια ορολογική αρχή.

α) Ο σημερινός στρατευμένος διανοούμενος δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ηγέτης, ούτε να φανταστεί τον εαυτό του ως τέτοιο. Αποτελεί παράγωγο μαζικής παιδείας σε μια κοινωνία μαζικής γνώσης και μαζικών συνηθειών, διαλέγεται καθημερινά με ανθρώπους που έχουν επίσης πολλές και εξιδεικευμένες γνώσεις, και συνεπώς στερείται της αίσθησης μιας ιστορικής αποστολής που τον αφορά στενά, ως ένα από τους λίγους που μπορούν να την εκπληρώσουν. Η διεθνοποίηση της παιδείας (μέσα από την μαζικοποίηση των σπουδών στο εξωτερικό, την επαφή με ξένες γλώσσες και εγγράμματες παραδόσεις, κλπ) υπονομεύει ακόμη περισσότερο την αίσθηση εθνικής μοναδικότητας και συγκριτικού ύψους, ενισχύει όμως αυτό της οριζόντιας διάδρασης με άλλους, πέρα από τα όρια του έθνους.

β) Η από καιρό διαφαινόμενη και ολοένα και πιο εντατικοποιήσιμη διαδικασία προλεταριοποίησης της διάνοιας σημαίνει πρακτικά ότι ο σημερινός στρατευμένος διανοούμενος δεν χρειάζεται να φανταστεί αφηρημένα ή ηθικολογικά τους δεσμούς του με την εργατική τάξη αλλά μπορεί να βιώσει στο πετσί του την σύνδεση της μοίρας του με τη δική της. Η "ενσωμάτωση" συνεπώς δεν έχει να κάνει με την αποδοχή της ηθικής της πειθαρχίας απέναντι στο γενικό καλό όπως είχε να κάνει για ένα Σεν Ζυστ ή ένα Ροβεσπιέρο, αλλά με το μοίρασμα της αίσθησης της πολτοποίησης και της συντριβής. Ο νεαρός μεταφραστής ή διδάκτορας κοινωνικής θεωρίας που ζει με τα ψίχουλα των εκδοτικών οίκων και με δουλειές του ποδαριού δεν χρειάζεται να πείσει τον εαυτό του για την ηθική ανωτερότητα της εργατικής τάξης· βιώνει τον ουσιαστικό εξοβελισμό του στους κόλπους της, κόλπους που έχουν σιγά-σιγά μεταμορφωθεί σε κέντρα συλλογής "περιττών" για την κοινωνική αναπαραγωγή διανοιών και όχι απλώς ανειδίκευτων κορμιών. 

γ) Η εφικτή διανοητική στράτευση σήμερα αφορά συνεπώς πολυσυλλεκτικές συσπειρώσεις οι οποίες θα λειτουργούν ταυτόχρονα στο επίπεδο της διανοητικής συνεργασίας με άλλους (σε διεθνές επίπεδο) και σε αυτό της συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες που γίνονται εφικτοί μέσα από την συλλογική θέληση όπως αυτή εκφράζεται τοπικά. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό το οποίο συγκροτεί την από κοινού στράτευση είναι μια βιωμένη εμπειρία ισότητας, τόσο ανάμεσα σε μια νέα γενιά διανοουμένων απαλλαγμένη από την φενάκη της ανταγωνιστικής πρόσβασης σε πληθωριστικό πρεστίζ (που δεν διατίθεται πλέον εδώ και καιρό στους διανοουμένους και που μόνο οι πιο ακραιφνώς μικροαστοί διανοούμενοι θεωρούν φρόνιμο να συνεχίζουν να διεκδικούν με ζηλόφθονη λύσσα), όσο και ανάμεσα, για να μιλήσουμε απτά, στον συμβασιούχο και αναλώσιμο διδάκτορα, τον υπο-απασχολούμενο και απλήρωτο μεταπτυχιακό φοιτητή, τον πτυχιούχο ΑΕΙ που δουλεύει σε σουπερμάρκετ ή βιοτεχνίες άσχετες με το αντικείμενο σπουδών του, τον αυτοεκπαιδευόμενο αναρχικό που παράτησε την εκπαίδευση στα 18 αλλά διαβάζει κριτικά και ενημερώνεται τακτικά, τον καλλιτέχνη που δουλεύει χωρίς καμμία πρόσβαση στην αγορά και καμμία κατανόηση των μηχανισμών αποκλεισμού του από τις συμβολικο-οικονομικές αξίες της "τέχνης", τον πεπειραμένο, μεγαλύτερο σε ηλικία ακτιβιστή ή συνδικαλιστή, τον επιζήσαντα παλαιότερων εποχών κομμουνιστικής ή αναρχικής στράτευσης και ακτιβισμού. 

Το τι θα μπορέσει να παράξει αυτός ο ετερογενής σχηματισμός, το πόσες δυνατότητες έχει να καινοτομήσει θεωρητικά αλλά και να ξεπεράσει παγιωμένα αδιέξοδα που αφορούν στη σχέση διανόησης και εργατικού κινήματος στις δυτικές κοινωνίες, είναι ένα από τα βασικά διακυβεύματα της εποχής της δραστικής συρρίκνωσης ευκαιριών για κοινωνική ανέλιξη μέσω της εκπαίδευσης στις κοινωνίες αυτές.

Εικόνα: www.whitworth.edu

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Aformi: Ένα πιστόλι για την Κάρμεν

Εκτάκτως, μια αναδημοσίευση από το aformi.wordpress.com που θεωρώ επείγον να διαβαστεί όσον το δυνατό ευρύτερα.


Ένα από τα συνθήματα με τα οποία ο κόσμος εξέφραζε την αλληλεγγύη του στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, κατέληγε: «…η Κωνσταντίνα Κούνεβα δεν είναι μόνη». Οι περισσότεροι μάλλον δεν είχαμε συνειδητοποιήσει την δυσοίωνη αμφισημία που έκρυβε αυτό το σύνθημα και η οποία αναδείχθηκε με βάρβαρο τρόπο αυτές τις μέρες. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα δεν είναι μόνη από την άποψη της αλληλεγγύης, αλλά επίσης δεν είναι και η μόνη περίπτωση εργοδοτικής βίας.

Πριν λίγες μέρες η Κάρμεν, μία μετανάστρια, εργαζόμενη σε καφετέρια της Αθήνας απολύθηκε από τη δουλειά της, όταν επέστρεψε από νόμιμη ιατρική άδεια, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Σωματείου Σερβιτόρων Μαγείρων και Λοιπών Εργαζομένων του Κλάδου Επισιτισμού. Ως εδώ πρόκειται για μια μάλλον αρκετά συνηθισμένη περίπτωση που συμβαίνει καθημερινά σε δεκάδες εργαζόμενους σε όλη την Ελλάδα. Συνηθισμένη είναι μάλλον και η άρνηση του εργοδότη να καταβάλει στην απολυμένη αυτά που της όφειλε. Ίσως δεν είναι τόσο συνηθισμένο στις μέρες μας, η υποστήριξη της Κάρμεν από το Σωματείο της, στο οποίο απευθύνθηκε και οι εκπρόσωποί του την συνόδευσαν στις συναντήσεις της με τους λογιστές της επιχείρησης (πρόκειται για αλυσίδα καφετεριών) και τον εργοδότη. Η συνέχεια της ιστορίας είναι ακόμα λιγότερο συνηθισμένη. Όπως καταγγέλλει το Σωματείο, ο εργοδότης ήταν «προκλητικός απέναντι στην εργαζόμενη αλλά και στους εκπροσώπους του σωματείου, με αποκορύφωμα τη συνάντηση 23ης Μάρτη…» κατά την οποία αντιμετώπισε τους εκπροσώπους του σωματείου φωτογραφίζοντάς τους με ψηφιακή κάμερα και στη συνέχεια: «σήκωσε τη μπλούζα του κι επέδειξε το ΟΠΛΟ που έφερε στη ζώνη του». Οι εκπρόσωποι του Σωματείου και η εργαζόμενη πήγαν στο αστυνομικό τμήμα, στο οποίο τους «συνέστησαν» να μην κάνουν μήνυση, ώστε να αποφύγουν αντιμήνυση από την πλευρά του εργοδότη. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Σωματείου: «καθόλη τη διάρκεια του περιστατικού επαναλάμβανε τη φράση “Τώρα μπλέξατε”».

Η ανακοίνωση του Σωματείου περιγράφει την απίστευτη συνέχεια της ιστορίας της Κάρμεν: «Στις 24 Μάρτη αργά το απόγευμα, η συναδέλφισσα Κάρμεν Μ. δέχθηκε επίθεση από αγνώστους την ώρα που κατευθυνόταν στο σπίτι της. Τη χτύπησαν βάναυσα στο κεφάλι και την εγκατέλειψαν αιμόφυρτη και λιπόθυμη στην είσοδο του σπιτιού της. Το κίνητρο της επίθεσης δεν ήταν η ληστεία, καθώς η όταν η Κάρμεν συνήλθε είχε πάνω της και τα χρήματά της και το τηλέφωνό της.»

Το Σωματείο απάντησε άμεσα. Η πρώτη κίνηση ήταν η συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από την καφετέρια στην οποία δούλευε η Κάρμεν και η ενημέρωση του κόσμου με το μοίρασμα της ανακοίνωσης του Σωματείου. Περισσότερα από 150 άτομα (συνάδελφοι της Κάρμεν και αλληλέγγυοι εργαζόμενοι από άλλους χώρους), δήλωσαν με την παρουσία τους και τα συνθήματά τους αυτό που στις μέρες μας θα πρέπει να αποτελέσει τη βασική γραμμή άμυνας του κόσμου της εργασίας: «όταν χτυπάνε έναν από μας, θα μας βρουν όλους μπροστά τους».

Το Σωματείο θα συνεχίσει τις κινήσεις συμπαράστασης στην Κάρμεν στις επόμενες και την Κυριακή 28 Μάρτη, 18:00 μμ., καλεί σε Συνέλευση στο Πολυτεχνείο.


Μερικές παρατηρήσεις
Λίγους μήνες πριν ο Καραμανλής προκήρυξε πρόωρες εκλογές εξηγώντας ότι θα έπρεπε να παρθούν εκτάκτως σκληρά μέτρα, τα οποία θα βύθιζαν στη φτώχεια τους εργαζόμενους. Ο Καραμανλής έχασε τις εκλογές από τον Παπανδρέου, ο οποίος αν και προεκλογικά υποστήριξε ότι η κατάσταση της οικονομίας δεν απαιτεί τέτοιες αιματηρές θυσίες, παρ’ όλ’ αυτά, λίγες μέρες μετά τις εκλογές, δήλωσε ότι βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, γιατί η «πατρίδα κινδυνεύει» με οικονομική κατάρρευση. Αυτό το κλίμα εκτάκτου ανάγκης έχει αναπαραχθεί έκτοτε από εκατοντάδες ή και χιλιάδες πολιτικές δηλώσεις, άρθρα σε εφημερίδες και τηλεοπτικές «αναλύσεις», από κυβερνητικές αποφάσεις, νόμους και νομοσχέδια, από την ένταση της αστυνομικής καταστολής και την καταστρατήγηση δημοκρατικών δικαιωμάτων…

Η αναφορά στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δεν πρέπει να θεωρηθεί ένα απλό ρητορικό σχήμα. Πρόκειται για πραγματικότητα. Η κυβέρνηση έχει κηρύξει στα αλήθεια τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όσον αφορά στα δικαιώματα των εργαζομένων, τα οποία αμφισβητούνται και καταπατούνται σε μία έκταση, που όμοιά της δεν έχει ξαναϋπάρξει από την περίοδο της Μεταπολίτευσης.

Σύμφωνα με τις δικαιικές και πολιτικές αντιλήψεις για το κράτος και την διακυβέρνηση, η κυβέρνηση ή ο ανώτατος άρχων της χώρας, διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει και να κηρύσσει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ή κατάσταση εξαίρεσης, προκειμένου να αντιμετωπίσει έναν έκτακτο κίνδυνο (για παράδειγμα: πόλεμο, επανάσταση, οικονομική κατάρρευση). Το χαρακτηριστικό της κατάστασης εξαίρεσης είναι ότι η κανονικότητα που εγγυώνται το σύνταγμα και οι νόμοι αναστέλλεται.

Σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο στο οποίο περιέχεται το αρχέτυπο της κατάστασης εξαίρεσης, σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις η Σύγκλητος μπορούσε να εκδώσει ένα έκτακτο διάταγμα με το οποίο καταργούνταν η έννομη τάξη. Οι άρχοντες αλλά και οι Ρωμαίοι πολίτες καλούνταν τότε να οπλιστούν και να πάρουν το νόμο στα χέρια τους για τη σωτηρία του κράτους.

Εδώ δεν επιχειρούμε ένα παιγνίδι πολιτικών και ιστορικών αναλογιών. Η ελληνική κυβέρνηση διακηρύσσει ότι για να σωθεί η πατρίδα, θα πρέπει τα εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα να ανασταλούν («προσωρινά»!). Ο κίνδυνος της οικονομικής κατάρρευσης που επικαλείται, αναμειγνύεται με την δημιουργία ενός κλίματος σωβινισμού (όπως θα συνέβαινε αν βρισκόταν η χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση) και τρομοϋστερίας (καλλιέργεια εντυπώσεων ότι απειλείται το «πολίτευμα»). Αυτό είναι το πλαίσιο που διαμορφώνει τις προϋποθέσεις αυτής της πρωτοφανούς προσπάθειας ριζικής αναδιάταξης των σχέσεων εργασίας – κεφαλαίου. Η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει μία κατάσταση εξαίρεσης για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που εγκυμονεί η παρουσία ενός εχθρού. Ο εχθρός αυτός, εναντίον του οποίου αυτή τη στιγμή οργανώνεται το κράτος με έναν έκτακτο τρόπο (τον οποίο αποσκοπούν να καταστήσουν μόνιμο) δεν είναι φυσικά το γερμανικό περιοδικό Focus που «πρόσβαλλε την πατρίδα μας», ή οι Γερμανοί που «μας χρωστάνε αποζημιώσεις» και «δεν μας δίνουν δάνειο» και άλλες τέτοιες γελοιότητες. Ο εχθρός για τους καπιταλιστές, για το κράτος τους και την κυβέρνησή τους είναι η ολόκληρη τάξη των «ντόπιων» και των μεταναστών εργατών. Η κυβέρνηση έδωσε πρώτη το σύνθημα αυτής της επίθεσης με το Πρόγραμμα Σταθερότητας, στρέφοντας τα πυρά της εναντίον των εργαζομένων του Δημοσίου. Το μήνυμα είναι σαφές. Έχουμε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, οπότε οι ιδιώτες καπιταλιστές μπορούν να προχωρήσουν και οι ίδιοι στην επίθεση εναντίον των εργαζομένων τους. Οφείλουν να οπλιστούν για να αντιμετωπίσουν τους εργάτες και τις εργάτριες που θα προσπαθήσουν να αντισταθούν. Και δυστυχώς η περίπτωση της Κάρμεν δείχνει ότι οι εργοδότες δεν παίρνουν τα όπλα μόνο μεταφορικά… Δείχνει όμως και κάτι άλλο, το οποίο θα πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε όλοι μας και όλες μας: ότι η Κάρμεν είμαστε εμείς.

Μία αφίσα της ΟΛΜΕ έγραφε: «Μας κήρυξαν τον πόλεμο». Και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση η εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα. Όπως συνέχιζε το σύνθημα στην ίδια αφίσα: «Θα πάρουν την απάντηση».

Κώστας Κ.

Heinrich Heine, Οι υφαντές της Σιλεσίας/Ύμνος


Μτφρ.: Radical Desire

Οι υφαντές της Σιλεσίας
Δεν μένουν δάκρυα σ' απελπισμένα μάτια.
Σφίγγοντας τα δόντια τους κάθονται εδώ·
Γερμανία,  είναι το σάβανό σου στον αργαλειό μας·
και σ' αυτόν υφαίνουμε την τριπλή καταδίκη
Υφαίνουμε· υφαίνουμε.

Καταραμένος να 'ναι ο Θεός που 'ταν κουφός στις προσευχές μας
στο κρύο του χειμώνα και τη μαυρίλα της πείνας.
Μάταια ελπίζαμε και αντέχαμε·
μας κορόϊδεψε, μας εξαπάτησε, μας περιφρόνησε
Υφαίνουμε· υφαίνουμε.

Καταραμένος να 'ναι ο βασιλιάς, των πλούσιων ο βασιλιάς,
που δεν συγκινήθηκε απ' τα πάθη μας
που άρπαξε το τελευταίο κέρμα απ' τα χέρια μας,
και μας άφησε να εκτελεστούμε απ' τις αιμοσταγείς του συμμορίες
Υφαίνουμε· υφαίνουμε.

Καταραμένη να 'ναι η πατρίδα, ψεύτικο όνομα,
όπου δεν φυτρώνει παρά ατιμία και ντροπή,
όπου συνθλίβονται τα λουλούδια πριν ανθίσουν
όπου ζωντανεύει το σκουλήκι απ' τη σαπίλα και τη μούχλα--
Υφαίνουμε· υφαίνουμε.

Τρίζει ο αργαλειός, πετάει το σφοντύλι·
Ούτε νύχτα ούτε και μέρα τα κλείνουμε τα μάτια.
Παλιά Γερμανία, είναι το σάβανό σου στον αργαλειό μας
και σ' αυτόν υφαίνουμε την τριπλή καταδίκη·
Υφαίνουμε· υφαίνουμε.

Ύμνος
Είμαι το σπαθί, είμαι η φλόγα. 
Φώτισα το δρόμο σου στο σκοτάδι, και όταν άρχισε η μάχη, πάλεψα μπροστά, στο μέτωπο.
Εδώ γύρω μου κείτονται τα κορμιά των φίλων μου, αλλά η νίκη ήταν δική μας. Η νίκη ήταν δική μας, αλλά εδώ γύρω μου κείτονται τα κορμιά των φίλων μου. Μέσα στους άγριους παιάνες του θριάμβου ακούγονται οι θρήνοι των τελετουργιών ταφής. Αλλά δεν έχουμε χρόνο ούτε για θλίψη ούτε για χαρά. Ξανακούγονται οι τρομπέτες, καινούργιες μάχες πρέπει να δοθούν--
Είμαι το σπαθί, είμαι η φλόγα.

Πηγή: Heinrich Heine, Poetry and Prose, επιμ. Jost Hermand και Robert C. Holub, Continuum, 1982.
Εικόνα: Πορτραίτο του ποιητή, www. srpublications.com

Γιάννης Χοντζέας, Σημείωμα του μεταφραστή στην εκλογή από τις Grundrisse--Απρίλης 83


Γιάννης Χοντζέας
Σημείωμα του Μεταφραστή στην Εκλογή από τις GRUNDRISSE, Καρλ Μαρξ, Εκδόσεις Α/συνέχεια, Απρίλης 83

Η έκδοση αυτή της "Εκλογής αποσπασμάτων από τις "Βάσεις της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας", συμπίπτει με την 100η επέτειο από το θάνατο του Καρλ Μαρξ.

Εδώ πρόκειται απλά για σύμπτωση μια και δεν αποτελεί η έκδοση αυτή κανένα είδος μνημόσυνου, "απότιση φόρου τιμής", υπογράμμιση του "πάντα νέου και ζωντανού Μαρξ" κλπ. κλπ.

Βέβαια, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις σκοπιμότητες όσων οργανώνουν και πραγματοποιούν "καθιερωμένους" και "καταξιωμένους" γιορτασμούς, σεμινάρια κ.α. για την 100τηρίδα, το ίδιο το γεγονός αυτό υπογραμμίζει πως δεν μπορεί κανένας σήμερα να απαλλαγεί από το "φάντασμα του κομμουνισμού", είτε αυτός είναι κηρυγμένος διώχτης και εξορκιστής του, είτε διαλαλητής και μάλιστα βροντερός αυτού που ονομάζεται "υπαρκτός σοσιαλισμός". (Στους τελευταίους βέβαια ταιριάζει ο γνωστός βαρναλικός στίχος "πού ‘σουν νιότη μου πού ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος" και γι’ αυτό, η ανάγκη των πιο εκκωφαντικών και παθητικών όρκων πίστης). Για την αστική, ριζοσπαστική πανεπιστημιακή και μη διανόηση, παρόλο που το "φάντασμα του κομμουνισμού" είτε κατατάσσεται στα "ιδεολογήματα", είτε στο πεδίο της ανατομικής ορθολογικής ή αντι-ορθολογικής κριτικής, αποτελεί στους καιρούς μας μια προσοδοφόρα ενασχόληση από κάθε πλευρά.

Το γενικό αποτέλεσμα είναι πως προβάλλεται ένας Μαρξ "χωρίς μαρξισμό" αλλά και χωρίς Μαρξ, ένας πραγματιστής που βοήθησε και βοηθάει τον καπιταλισμό να επουλώνει τις πληγές του με τη βοήθεια ενός σοσιαλισμού που αντιγράφει τον άσπονδο εχθρό του και που περιφέρει σαν άταφους νεκρούς - εικονίσματα - τις εικόνες των κλασικών του μαρξισμού, σαν άλλοθι για την απάρνησή τους. Ένας Μαρξ που καθισμένος στις βάσεις εκτόξευσης πυραύλων παροτρύνει τους σκηνοθέτες του να φτάσουν και να ξεπεράσουν τον καπιταλισμό - όχι πια στην παραγωγή βουτύρου, κρέατος και γάλακτος όπως πριν 20 - 30 χρόνια - αλλά στην τελειοποίηση των γνωστών καταναλωτικών πρότυπων και τεχνικών χειραγώγησης των μαζών αλλά και που αποθεώνει, για τους σκηνοθέτες του, την "ισχύ" και τον κυνισμό της δύναμης αναγμένο σε κοσμοθεωρία. Ένας Μαρξ όμορφα - όμορφα βολεμένος στις καθηγητικές έδρες Ανατολής και Δύσης που διδάσκει την ευπρέπεια, την νοικοκυροσύνη, την υποταγή και τη συμμόρφωση στο δίκιο του ισχυρότερου.

Ο Μαρξ που διδάσκει τον ταξικό αγώνα με δόσεις, (βλ. "11ο Συνέδριο του ΚΚΕ"). Ένας Μαρξ δοσατζής της ταξικής πάλης αγκαλιά με μεγαλοαστούς "κομμουνιστές" είτε από "παρελθόν" με πλήθη από ενθικοπατριωτικές και θεάρεστες πράξεις στις τελευταίες δεκαετίες, είτε από "παρθενογένεση" ή τερατογένεση της "εποχής" υπερασπιστές του κατεστημένου συσχετισμού δυνάμεων, με δύο λόγια ένας Μαρξ που δικαιώνει και αναγορεύει σαν υπέρτατη αρετή τη διπροσωπία, το ψυχρό επαγγελματισμό της τεχνοκρατίας, την προσαρμογή σαν αρχή και την έλλειψη κάθε αρχής.

"Έσπειρα δόντια δράκοντα και φύτρωσαν ψύλλοι". Τούτο το στίχο του Χάινε αφιέρωνε ο Μαρξ σε κάποιους "μαρξιστές" ηγέτες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Είτε θέλουν τον τέτοιο μαρξισμό, ή το Μαρξ χωρίς το μαρξισμό ή το Μαρξ δίχως το Μαρξ, η αφιέρωση αυτή τους ανήκει.

Γιατί στην εποχή μας συμβαίνει ένα "παράδοξο".

Το "παράδοξο" συνίσταται σε τούτο: αυτό που ονομάζεται κομμουνιστικό κίνημα παρουσιάζεται με τη διπρόσωπη μορφή του μυθικού Ιανού: από τη μια αποκηρύσσει το παρελθόν του κομμουνισμού, από την άλλη θεωρεί αναπαλλοτρίωτα τα δικαιώματα του πάνω σ’ αυτό το παρελθόν.

Αυτό δεν ισχύει μονάχα για εκείνους που "ορκίζονταν" χθες στον Μπρέζνιεφ και σήμερα στον Αντρόπωφ. Αλλά και για όλες τις αποχρώσεις του ευρωκομουνισμού, της ανανέωσης. Αυτό από το ένα μέρος. Από το άλλο ορισμένες αποχρώσεις του έξω-κοινοβουλευτικού ριζοσπαστισμού ή και άλλες του "ενηλικιωμένου" και επομένως προσαρμοσμένου ριζοσπαστισμού, απορρίπτουν καθαρά και απλά αυτό το παρελθόν και σαν θεωρία και σαν ιστορική πράξη και ακόμα - ακόμα, ορισμένες καταλογίζουν στους εαυτούς τους το "λάθος" της μη έγκαιρης ρήξης με θεωρίες και πραχτικές που ανάγονται στην 3η Διεθνή με την πιο ευρύτερη έννοια.

Έτσι, σε μια κρίσιμη φάση της διεθνούς εξέλιξης, τα ιδεολογικά όπλα σχετίζονται περισσότερο με την ισχύ και τον αριθμό των πυραύλων και των πυρηνικών όπλων, καθώς και όλων των όπλων, παρά με την αλήθεια και την ισχύ της κοσμοαντίληψης, της θεωρίας, των προγραμμάτων κλπ. Τούτο βέβαια από την πλευρά του λεγόμενου κομμουνιστικού κινήματος.

Η άλλη πλευρά, των λεγομένων "μειοψηφιών" που συνολικά παρμένες δεν αποτελούν καθόλου μειοψηφίες, αν λογαριάσουμε στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες μονάχα τα ποσοστά του πληθυσμού που με διάφορους τρόπους αποδοκιμάζουν τους "κατεστημένους" κανόνες του "πολιτικού παιχνιδιού", δεν έχει απορρίψει ακόμα τα ιδεολογικά δεσμά που συγκρατούν το δυναμισμό της, δεν έχει ακριβώς γι’ αυτό συνειδητοποιήσει πως αυτή αποτελεί την ελπίδα για να πάρει άλλη τροπή η εξέλιξη των πραγμάτων σε διεθνή κλίμακα. Έτσι συχνά χαλκεύονται νέα ιδεολογικά δεσμά, στο όνομα ακριβώς της απόρριψης κάποιων ιδεολογικών δεσμών, όπως αναφέρθηκε προηγούμενα.

Ασφαλώς, η ζωή είναι ο μοναδικός κριτής για τη βασιμότητα οποιασδήποτε θεωρίας και πολιτικής στάσης. Αλλά εκεί που χωρίζονται οι δρόμοι είναι το περιεχόμενο που δίνουν οι διάφορες πλευρές στην έννοια "ζωή", "μοναδικός κριτής" κλπ. Η διείσδυση του αγγλοσαξονικού πραγματισμού, και με την "πρωταρχική" όσο και με την πρόσφατη σοβιετική εκδοχή του, στη συνείδηση, όχι τυχαία, διέστρεψε και διαστρέφει το περιεχόμενο κι αυτής της έννοιας.

Το ότι αυτή η διαστροφή αποτελεί μια "απτή" πραγματικότητα δεν σημαίνει πως πρέπει να γίνεται αποδεκτή.

* * *

Η εκλογή αποσπασμάτων από τις "Βάσεις της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας" που παραθέτουμε σε συνέχεια έγινε με δύο κριτήρια. Το πρώτο να δοθούν εκείνα που αποτέλεσαν και αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης απόψεων, από διαφορετικές βέβαια σκοπιές. Έτσι που να μπορούν να εκτιμηθεί η βασιμότητα οποιασδήποτε "προέκτασης" ή "επέκτασης" ή και αναίρεσης του μαρξισμού απ’ όσες επιχειρήθηκαν ή επιχειρούνται τα τελευταία 20-30 χρόνια. Το δεύτερο, η ύπαρξη "διατυπώσεων" όπως αναφέρεται στον πρόλογο της έκδοσης του 1939 -1941 που δεν συναντιούνται σε άλλα έργα του Μαρξ.

Ακόμα, τα αποσπάσματα που παρουσιάζονται εδώ, στην έκταση που παρουσιάζονται, προσφέρουν τη δυνατότητα αντιπαράθεσης με εκείνα που περιέχονται σε άλλα έργα εκτός από το "Κεφάλαιο ", στην "αθλιότητα της Φιλοσοφίας", στην "Κριτική του Προγράμματος Γκότα", κλπ.

Η έκδοση αυτή επιχειρήθηκε να είναι όσο γίνεται λιγότερο επιβαρυμένη από στοιχεία που θα δυσκόλευαν την μελέτη του κειμένου, όπως λ.χ. αρίθμηση τετραδίων, χειρογράφων κλπ. Από το άλλο μέρος, η απόδοση όρων, νοημάτων σε ένα έργο που γράφτηκε όχι για να δημοσιευτεί, είναι επόμενο να δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Επίσης βαραίνει μια ορισμένη "παράδοση". Της προβολής μέσα από τη μετάφραση μιας ορισμένης άποψης. Η γλώσσα των "Γρουντρίσσε" δεν είναι η γλώσσα των "Χειρογράφων" του 1844. Επομένως δεν θα ήταν θεμιτή η απόδοση της γλώσσας των "Γκρουντρίσσε" με τη "μεταγγλώτισή" της στη γλώσσα των "Χειρογράφων" όπως γίνεται συχνά.

Η άποψη γι’ αυτό, αν υπάρχει σ’ αυτή εδώ την προσπάθεια, είναι η άποψη που εκτέθηκε στο "Σημείωμα" του μεταφραστή στην έκδοση της "Εισαγωγής". Δηλαδή η άποψη της συνέχειας της σκέψης του Μαρξ που δεν αποκλείει άλματα αλλά που αποκρούει την αντιπαράθεση του "νεαρού" Μαρξ στον "ώριμο" Μαρξ και αντίστροφα.

Οι συνέπειες που απορρέουν από την τέτοια τοποθέτηση έχουν εκτεθεί στο ίδιο "Σημείωμα". Εδώ περιοριζόμαστε σ' αυτά που ακολουθούν.

* * *

Τα όσα έχουν διατυπωθεί, υποστηριχθεί στην άφθονη φιλολογία της κριτικής του μαρξισμού μέσα από τις "Γκρουντρίσσε", είτε από τη σκοπιά της αντιπαράθεσης του νέου Μαρξ στον ώριμο Μαρξ και στο μαρξισμό γενικά είτε από την άποψη της προώθησης μιας "άλλης θεωρίας" και ενός "άλλου κινήματος", δημιούργησαν μια γλώσσα κοινή, ενώ στην πραχτική που απορρέει απ’ αυτήν, εκεί που υπήρξε ή υπάρχει μια τέτοια, η έλλειψη στόχων καθαρά προσδιορισμένων είναι φανερή.

Το ζήτημα γενικά ανάγεται στην εικόνα του κομμουνισμού που προβάλλεται από τις "Γκρουντρίσσε" και στην αντίθεσή της με την εικόνα του υπαρκτού σοσιαλισμού και ακόμα περισσότερο στην αναντιστοιχία που "διαπιστώνεται" της εικόνας του κομμουνισμού που δίνεται στο "άλλο" έργο του Μαρξ σε σχέση με τις "Γκρουντρίσσε." Έτσι που η "άλλη θεωρία" και το "άλλο κίνημα" να επανατοποθετηθεί από την αρχή σε άλλη βάση.

Η τέτοια επανατοποθέτηση ήταν κοινή, με επιμέρους διαφορές, σε ορισμένα κινήματα, οργανώσεις, κύκλους αυτού που ονομάζεται εξωκοινοβουλευτική αριστερά στη Δ. Ευρώπη και Β. Αμερική, κύρια μετά το 1970. Η επανατοποθέτηση αυτή έδωσε πενιχρά αποτελέσματα στο θεωρητικό επίπεδο και τραγικά αποτελέσματα στο πραχτικό επίπεδο.

Όμως, όσο κι αν φουσκώνουν σαν διάνοι και ναρκισσεύονται σι θλιβεροί ιππότες του σύγχρονου κυνισμού του συσχετισμού δυνάμεων, αυτό δεν αποτελεί δική τους δικαίωση -άλλωστε δεν ενδιαφέρονται γι αυτήν. Πέρα από το λάθος που έκλεινε από την αρχή όλο αυτό το εγχείρημα στις ποικίλες εκδοχές του, η επίδραση που θα ασκήσει και όλη αυτή η πείρα, δεν μπορεί να μετρηθεί με τα γνωστά μπακάλικα μέτρα. Παρόμοιες απόπειρες σε άλλους καιρούς, στην κλίμακα βέβαια της εποχής τους, όταν "χωνεύτηκε" η πείρα τους, τις διαδέχθηκαν πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις για τους τοτινούς απολογητές και υμνητές κάποιων δοσμένων συσχετισμών.

Αναφερόμαστε στους "μηδενιστές", του τέλους του προηγούμενου αιώνα, που κάτω από την ονομασία αυτή καλύπτονται ποικίλα κινήματα που έκφραζαν ωστόσο την αναζήτηση του επαναστατικού δρόμου κοινή για την επαναστατική νεολαία της εποχής που τόσο παραστατικά και με ακρίβεια έχει αποδώσει ο Λένιν. Είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουν εκπλήξεις και "τη φορά αυτή" και πως δεν θα είναι πολύ πιο δυσάρεστες και πιο οδυνηρές γι’ αυτούς απ’ ότι ήταν στους προπάτορές τους;

Το ζήτημα όμως ανάγεται στην πραγματικότητα στο πως οι "Γκρουντρίσσε" βοηθάνε ακόμα περισσότερο στην κατανόηση του εσωτερικού μηχανισμού του καπιταλισμού και επομένως στο ριζικά διαφορετικό χαραχτήρα της μετάβασης στον κομμουνισμό, σε σχέση με τις προηγούμενες μεταβάσεις. Η δυνατότητα κατανόησης και μέσα από τις "Γκρουντρίσσε" της ιδιαιτερότητας της σχέσης - κεφάλαιο βοηθάει στην απόρριψη εκείνων των προσαρμογών που συντελέσθηκαν σαν αναγκαίες και απαραίτητες στην ιστορική πορεία μετάβασης στο σοσιαλισμό. Οι τέτιες προσαρμογές όμως, εκείνες που δεν ήταν ούτε αναγκαίες ούτε απαραίτητες για τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό, θεωρήθηκαν σαν τέτοιες για τη δικαιολόγηση της μεγάλης προσαρμογής και επομένως υποταγής στις δυσκολίες που συνεπάγονταν αυτή η πορεία μετάβασης.

Η Περίοδος με τις αλληλοδιάδοχες και αντιθετικές φάσεις της, που εγκαινιάσθηκε με τον Οχτώβρη, δεν είναι μια μεγάλη χρονική περίοδος από χρονική άποψη. Και επομένως πολύ βιάζονται όσοι θεωρούν αυτό το σοσιαλισμό σαν το μοναδικό υπαρκτό (ή εφικτό) Και όσοι θεωρούν "λυμένο" το ζήτημα: χρεοκοπία του σοσιαλισμού, αιωνιότητα της σχέσης - κεφάλαιο κάτω από οποιαδήποτε επικάλυψη.

Και στην κατανόηση αυτού του κυριαρχικού ζητήματος της εποχής μας συμβάλλουν οι "Γκρουντρίσσε".

Έτσι, το απόσπασμα που παραθέτουμε με τίτλο «Το προτσές εργασίας και αλλοτρίωση» κλπ, είναι ένα απόσπασμα που πολλοί ενώ το θεώρησαν και σωστά σαν "προφητικό" γιατί προβλέπει την εξέλιξη του καπιταλισμού στην εποχή της αυτοματοποίησης, από την άλλη "ανακάλυψαν", την απόρριψη του νόμου της αξίας από τον ίδιο τον Μαρξ και στήριξαν οι πιο επιπόλαιοι (ολόκληρη η αμερικάνικη κοινωνιολογική σχολή, οι Μπελλ και Πάρσους κλπ.) τη θεωρία για τη μεταβιομηχανική κοινωνία, την κοινωνία της πληροφορικής κλπ. Η σχέση-αξία είναι η βάση του καπιταλισμού. Ο ίδιος ο καπιταλισμός με την ανάπτυξή του όταν φτάνει στην εποχή της αυτοματοποίησης ενεργεί για την κατάρρευση αυτής της ίδιας της βάσης του που είναι η σχέση αξία. Γιατί η τάση του καπιταλισμού είναι η ανάπτυξη της "νεκρής εργασίας" στο μάξιμουμ και η μείωση της ζωντανής εργασίας στο μίνιμουμ. Τούτο συντελείται μέσα από κρίσεις, συγκρούσεις, πολέμους, αναδιαρθρώσεις κλπ. Ο Μαρξ στο ίδιο κεφάλαιο, Θεωρεί πως τούτο αποτελεί την απόδειξη της ωρίμανσης των υλικών όρων για το πέρασμα στον κομμουνισμό.

Επειδή αυτό το κομμάτι γράφτηκε πριν 130 χρόνια σι συνετοί της εποχής μας το χαρακτηρίζουν σαν "παραλήρημα". (Εδώ πάει περίπατο ο Μαρξ-οικονομολόγος, ο "επιστήμονας". Καλύτερο εγκώμιο δεν έχει γραφτεί γι αυτόν από τούτο τον αναθεματισμό). Σήμερα δεν αμφισβητεί κανείς πως αυτό το παραλήρημα περιγράφει... με ακρίβεια τη σημερινή εποχή, όσο κι αν βγάζουν πλήθη από αντιφατικά συμπεράσματα. Το κεφάλαιο αυτό υπογραμμίζει πως για το Μαρξ κομμουνισμός δεν σημαίνει απλά τη σύζευξη της μεγάλης καπιταλιστικής βιομηχανίας και του Κομμουνιστικού κινήματος. Σημαίνει "καταστροφή" της "άθλιας βάσης" που στηρίζεται η σχέση-κεφάλαιο. Σημαίνει πως η αυτοματοποίηση δεν σημαίνει κομμουνισμό. Είναι άλλη η αυτοματοποίηση που πασχίζει να πραγματοποιήσει σήμερα ο καπιταλισμός και άλλη η "αυτοματοποίηση" του κομμουνισμού. Στην πρώτη ο εργάτης όταν δεν πετιέται στο περιθώριο, γίνεται όργανο της μηχανής. Στη δεύτερη η μηχανή γίνεται όργανό του. Σ’ αυτό βέβαια δεν διαφωνεί κανένας θεωρητικά. Στην πράξη όμως γίνεται το αντίθετο. Από κει οι "εποικοδομητικές προτάσεις" για την υπερνίκηση της κρίσης όχι μονάχα στη χώρα μας αλλά παντού σχεδόν.

Είναι αυτό τυχαίο ή περιστασιακό;

Από το 1955 διακηρύχνεται σαν μεγάλο λάθος του Στάλιν ο "βολονταρισμός" του γιατί δεν έπαιρνε υπόψη του "όσα έπρεπε" τον νόμο της αξίας, πως διαστρέβλωσε το μαρξισμό γιατί δεν διακήρυχνε πως ο σοσιαλισμός δεν διαφέρει από τον καπιταλισμό στην κυριαρχία της σχέσης αξία-χρήμα-εμπόρευμα.

Από την άλλη πλευρά, μια ορισμένη "αριστερή" κριτική του Στάλιν, παρακινημένη από αντισταλινικά συμπλέγματα (και προ-20συνεδριακά και μετά-20συνεδριακά), παραγνώρισε τη συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση και του καταλόγισε το γιατί δεν πραγματοποίησε τον κομμουνισμό "εδώ και τώρα". Έτσι δικαιώθηκε η ολοκλήρωση της μεγάλης προσαρμογής, συσκοτίσθηκαν τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία για τις μη αναγκαίες προσαρμογές στην προηγούμενη περίοδο που διευκόλυναν τη δημιουργία όρων για την επιτυχία της μεγάλης προσαρμογής.

Έτσι τώρα καταφεύγουν στον αγνωστικισμό ή σε ευφυολογήματα του είδους "όπως δεν ξέραμε από πότε η λίμπιντο χαλάει τη δουλειά το ίδιο δεν ξέρουμε από πότε πήρε λάθος δρόμο η Οχτωβριανή Επανάσταση".

Η τέτοια προσαρμογή επέβαλλε το χωρισμό μορφής και περιεχομένου. Δηλαδή "ενέσεις" των "καλών" του καπιταλισμού στον παραστρατημένο σοσιαλισμό, αφού ο καπιταλισμός έκανε μια μεγάλη επιστημονικοτεχνολογική επανάσταση, ενώ ο σοσιαλισμός δεν έκανε. Τα "καλά" από δω, τα "κατά" από κει. Έτσι επειδή η κρίση τώρα θίγει, πράγμα που δεν είχε συμβεί το 29-31, τον "αναπτυγμένο σοσιαλισμό" τι το ρεαλιστικότερο να υποδείχνονται γιατρικά και στις καθαρόαιμες καπιταλιστικές χώρες. Έτσι γινόμαστε εποικοδομητικοί. Γι’ αυτό και οι υμνολογίες στην τεχνολογία που "ανακουφίζει τον εργάτη", τα συνθήματα "να μάθουμε να ζούμε με τις μηχανές" και η εξύμνηση της τεχνοκρατίας.

Όμως επειδή ο καπιταλισμός δημιούργησε "νέες καταστάσεις" που "δεν τις πρόβλεψε ο Μαρξ" κι επειδή αυτοί οι σπαθοφόροι του "πάντα ζωντανού Μαρξ" δεν πρέπει να διαβάζουν επιλήψιμα βιβλία σαν τις "Γκρουντρίσσε", αναθέτουν στους φιλόσοφους και οικονομολόγους να "λύσουν" το ζήτημα τι είναι οι "μισθωτοί επιστήμονες". Το ζήτημα βέβαια δεν το λύνει το Κόμμα για να μη χάσει το κύρος του, ενώ δε χάλασε ο κόσμος αν το χάσουν οι φιλόσοφοι και οικονομολόγοι. Πολύ μαρξιστικολενινιστικά όλα αυτά. Το Κόμμα παραιτείται από τον κεφαλαιώδικο ρόλο του, του να καθορίσει σε πια τάξη στηρίζεται...

Αυτή η ρώσικη σαλάτα, αυτοαποκαλείται "ζωντανός μαρξισμός". Επειδή υπάρχει και κάποιος "δογματικός" μαρξισμός μη το ξεχνάμε αυτό, ούτε τις παλιές αγάπες, αλλά και να κρατάμε "εφεδρείες όπως διδάσκει ο Στάλιν"... για κάποια ενδεχόμενη στροφή... που μπορεί να συμβεί...

Όπως η μηχανή στον κομμουνισμό δεν υποτάσσει τον εργάτη αλλά συμβαίνει το αντίστροφο, έτσι και η οργάνωση στο σοσιαλισμό δεν υποτάσσει το σκοπό στις ανάγκες της συντήρησής της. Στον κομμουνισμό υπάρχει κοινωνικός καταμερισμός εργασίας που δεν έχει σχέση με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας που αναπτύσσει το κεφάλαιο. Ο κόμπος είναι η σχέση αξία που γεννάει και αναπτύσσει καθορισμένες σχέσεις ιεραρχίας, κλπ. κλπ. Αυτά, με την προσαρμογή που έγινε, δεν απομακρύνονται μονάχα στο μακρυνό και ακαθόριστο μέλλον αλλά και μετασχηματίζονται. Έτσι η εικόνα μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής οικονομίας με τις "ρυθμίσεις της", τον κρατικό τομέα της, τις γιγάντιες εταιρίες της μπορούν εύκολα να θεωρηθούν, σύμφωνα με την προσαρμογή, κάτι σαν αναπτυγμένος σοσιαλισμός, αρκεί να διευθύνουν άνθρωποι που να διακηρύχνουν ότι δεν είναι καπιταλιστές γιατί δεν έχουν στο όνομά τους επιχειρήσεις. Ο απλός δρόμος της πραγμάτωσης του κομμουνισμού "εδώ και τώρα", χωρίς μεταβάσεις και μεσολαβήσεις που υποτίθεται πως αξιοποίησε την πείρα του σοσιαλισμού, προβάλλει μια θέση που μοναχή της οδηγεί σε πολλές συνέπειες. Η θέση αυτή είναι παρμένη άμεσα, κατευθείαν από τις "Γκρουντρίσσε": Η ύπαρξη των υλικών όρων για τον κομμουνισμό. Δηλαδή το "παραλήρημα" του Μαρξ στο απόσπασμα για τις μηχανές. Το λάθος τους βρίσκεται στο ότι θεώρησαν πως η όλη υπόθεση είναι απλά να γίνει "ένα βήμα" μονάχα παραφράζοντας το "σκαλοπατάκι" του Λένιν για το πέρασμα στο σοσιαλισμό από το μονοπωλιακό καπιταλισμό. Το "ένα βήμα" το δικό τους με το "σκαλοπατάκι" του Λένιν το χωρίζει άβυσσος από την άποψη των πραχτικών συνεπειών. Δεν εκφράζονται άμεσα οι υλικοί όροι στη συνείδηση. Αν συνέβαινε αυτό θα χαρακτήριζε τους επαναστάτες των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα η ηλιθιότητα ενώ ο "πλούτος" και η "εξυπνάδα" θα χαραχτήριζε όσους διατείνονται πως είναι τέτοιοι στις τελευταίες δεκαετίες. Κι αυτό που χωρίζει, για να μιλήσουμε κομψά τους "βολονταριστές" μαρξιστές από τους "επιστήμονες μαρξιστές" δεν είναι η αναγνώριση αυτής της αλήθειας αλλά πως εννοούν και πως εφαρμόζουν αυτή την αλήθεια.

Τούτο δεν αποδείχνεται μονάχα από αυτές ή εκείνες τις διατυπώσεις τους - και υπάρχει ολόκληρο εννοιολογικό σύστημα δικαιολόγησης της προσαρμογής - αλλά κύρια από τη διαδικασία της πράξης. Θεωρητικά δεν έχουν ποτέ αποδεχτεί τη θέση "παραλήρημα" του Μαρξ. Και τούτο δεν είναι τυχαίο. (Ένα σύνθημα του 1947 "όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον κομμουνισμό" δεν επαναλήφθηκε γιατί ήταν "βολονταρισμός" όταν ήταν στο φόρτε της η "καταδίκη" της προσωπολατρείας).

Η επικαιρότητα του κομμουνισμού όσο και αν απωθείται, διαστρέφεται ή γελοιοποιείται, είναι το μεγάλο δίδαγμα που βγαίνει για όποιον μελετήσει σε βάθος το πλήθος από τα όποια φαινόμενα αμφισβητούνται, ερμηνεύονται έτσι ή αλλιώς, αναθεματίζονται ή προβάλλονται. Και η επικαιρότητα αυτή θα παραμείνει σαν μια αντικειμενική απαίτηση όσο παρατείνονται και περιπλέκονται τα προβλήματα που εμφανίζονται σαν αδιέξοδα της σημερινής εποχής. Και με αυτήν θα αναμετρηθούν οι γενιές του σήμερα και του αύριο.
Γ.Χ

Εικόνα: Εξώφυλλο ελληνικής έκδοσης, εκδόσεις Α/συνέχεια, μτφρ.-επιμ. Γιάννης Χοντζέας.

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Επετειακόν

Αν συνεχιστούν οι περικοπές στην επετειακή γκλαμουριά, αν σωθούν τα καναπεδάκια και οι γνωριμίες με τον κύριο Νομάρχη με τη στοματική δυσοσμία και το ελαφρώς λιγδωμένο πουκάμισο, αν κοπάσει η δυσπεψία μετά τις συζητήσεις περί εθνικού φρονήματος και διεθνών κινδύνων σε γκαλά, μπορεί και να μας αδειάσουν σιγά-σιγά τη γωνιά οι περισσότερο τεμπέληδες και ερασιτέχνες πατριδοκάπηλοι. Ωραία θα είναι, γιατί είναι μπόλικοι και κρύβουν τη θέα. Ως τότε, Σαββόπουλος με Χριστιανόπουλο (Θεσσαλονίκη οεο), με ακραιφνώς αναρχοδημοτικές ενορχηστρώσεις και με φουστανέλες και μουστάκες να γουστάρουμε. 

Σημ. του συντάκτη: Απαγορεύεται αυστηρά κάθε περαιτέρω αναφορά στην εκτέλεση της "Ωδής" με Νταλάρα. Γίνεται εδώ μια και καλή, για σκοπούς προληπτικού εξορκισμού.



Γιάννης Χοντζέας, Σημείωμα του μεταφραστή στο Grundrisse--Η εισαγωγή


Με την ευγενική χορηγία του φίλου σ.κ, aka gödel, συντάκτη του symvanta.blogspot.com:

Σημείωμα του μεταφραστή στο "Η εισαγωγή" – Grundrisse, Καρλ Μαρξ, εκδόσεις Α/συνέχεια, Δεκέμβρης 82

Η "ανακάλυψη" των Grundrisse (Βάσεων Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας) εξυπηρέτησε δύο αντιτιθέμενες φαινομενικά πολιτικές σκοπιμότητες και φυσικά μιά εμπορική. Άλλωστε στους καιρούς μας η πολιτική συνδέεται και εξυπηρετείται από όλο το οπλοστάσιο των τεχνικών, μεθόδων της αγοράς. Σ' αυτό δεν εξαιρείται και η χώρα μας.

Η πρώτη πολιτική σκοπιμότητα συνδέθηκε με την "καταπολέμηση της προσωπολατρείας και των συνεπειών της" ή της λεγόμενης "αποσταλινοποίησης". Συγκεκριμένα η διάδοση του κειμένου από το 1953 χρησίμευσε με αποσπασματικές ή πλάγιες αναφορές στο κείμενο να καταδειχθεί στο θεωρητικό επίπεδο το βάθος και η έκταση των ανοιγμάτων, της στροφής, του νέου τρόπου τοποθέτησης των ζητημάτων πού υποτίθεται πώς επιχειρούνταν τα χρόνια εκείνα. Δεν αποτελέσαμε εξαίρεση και "εμείς". Έτσι στο "Νέο Κόσμο", όργανο τότε της ηγεσίας Κολιγιάννη κ.λπ. γράφτηκαν κείμενα από θεωρητικούς της στροφής (σήμερα ανήκουν και στις δύο πλευρές του ρεύματος αυτού) λ.χ. για τη λαθεμένη περιοδολόγηση από τον Στάλιν και το βάθος που έκλεινε η τέτοια περιοδολόγηση: "Απόκρυψη τού ασιατικού δεσποτισμού" κ.λπ. και άλλα πολύ βαθιά και εμπεριστατωμένα. Τελικά η συνέχιση της αξιοποίησης των "Grundrisse", ιδιαίτερα στην περίοδο Μπρέζνιεφ ακολούθησε μιά φθίνουσα πορεία αλλά με τη διατήρηση μιας "υποθήκης". Έτσι ο σοβιετικός Vitali Vygorsky με την "Εισαγωγή στις Grundrisse" είναι ο προσημειωτής αυτής τής υποθήκης. Μελλοντικά τίποτα δεν αποκλείεται για το αν θα ατονήσει ή θα ενεργοποιηθεί η τέτοια υποθήκη.

Τη σκυτάλη την παρέλαβαν από τους σοβιετικούς οι διάφορες σχολές του νεομαρξισμού (Φρανκφούρτης, Καίμπριτζ κ.λπ.) στα χρόνια του τέλους της δεκαετίας του 1960 με "έναυσμα" το βιβλίο του Roman Rosdolsky, Zur Entstehungsgeschichte des Marxeschen "Kapital". (Γένεση και διάρθρωση του κεφαλαίου του Μαρξ).

Είναι η εποχή που η αναφορά σε τέτοιες σχολές σε κύκλους τής τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς θεωρούνταν ομολογία επαναστατικής πίστης και όχι μονάχα τότε. Ο Rosdolsky θεωρήθηκε "συντηρητικός" αφού δεν προχωρούσε σε αποσύνδεση του "Κεφαλαίου" από τις "Grundrisse" που οι τέτοιες σχολές θεωρούσαν απαραίτητη, μια και δικαίωνε την αντιπαράθεση του νέου Μαρξ στον "κατεστημένο" Μαρξ έστω κι αν ο νέος Μαρξ ήταν γι αυτούς ανθρωπιστής, ηθικολόγος κ.λπ. Οι απογοητεύσεις των τέτοιων κύκλων εκφράσθηκαν σε δύο χρόνους αρχικά με τα συνθήματα "Από τον Μαρξ κρατάμε το "Κεφάλαιο", σε συνέχεια "Από τον Μαρξ κρατάμε τις "Grundrisse". Στην επόμενη δεκαετία η εμπορική επιτυχία στη Δ. Ευρώπη των "Grundrisse" ενορχηστρώνεται με τη συμβολή πολλών θεωρητικών αγγλοσαξονικής και γερμανικής προέλευσης όπου τα διαφημιστικά συνθήματα τους αποτελούν την τελευταία λέξη της μόδας. Λ.χ. "Κάθε θεωρητική πολεμική πριν το 1941 πρέπει να ξαναμελετηθεί στο φως" των "Grundrisse". Τελικά όχι μονάχα η πολεμική άλλα όλη η ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος έπρεπε να ξαναγραφτεί.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 την σκυτάλη την παίρνουν οι Ιταλοί κι έτσι ο Λουΐ Αλτουσέρ Καλεί τον Α. Νέγκρι το 1978 για να κάνει 10 μαθήματα για τις "Grundrisse" στην Εκόλ Νορμάλ στο Παρίσι, παρόλο που δεν συμμεριζόταν όλη αυτή την "Γκρουντισολογία". Τα μαθήματα αυτά τυπώθηκαν από τον Φελτρινέλλι αρχικά με τίτλο "Marx oltre Marx" (Μαρξ και πέρα από τον Μαρξ) για να εκδοθούν σε συνέχεια και στη Γαλλία. Η εκδοτική τους επιτυχία στην Ιταλία τουλάχιστον ήταν αναμφισβήτητη.

Ο Νέγκρι υιοθετώντας την αντιπαράθεση "Κεφαλαίου" (αντικειμενιστικού), "Grundrisse" (πολιτικού κειμένου - Μαρξ επαναστάτης) προχώρησε σε μια επιχείρηση "ανατροπής των μαρξιστικών κατηγοριών". Το όλο εγχείρημα απόβλεπε στο να δώσει στην Ιταλική Αυτονομία (και όχι μονάχα σ' αυτή) μια θεωρητική βάση πού να συμφιλιώνει τα ασυμφιλίωτα. Έτσι παρόλες τις οξύτατες επισημάνσεις πού χαρακτηρίζουν όλη τη θεωρητική προσπάθεια του Α. Νέγκρι, οι τέτοιες επισημάνσεις παραμένουν αναξιοποίητες γιατί υποτάσσονται σε άμεσες πρακτικιστικές ανάγκες "θεωρητικοποίηση" συνθημάτων, ενεργειών, με την πιο στενή έννοια του χώρου και του χρόνου τής Αυτονομίας. Τις αντιφάσεις αυτές προσπαθεί να τις ξεπεράσει με μια ρητορική πού χαρακτηρίζεται από κρυπτογραφικό, ερμητικό λόγο πού δημιουργεί την εντύπωση ύπαρξης βάθους για να ρίχνει σε συνέχεια σε απογοήτευση τον αναγνώστη πού τραβιέται από το τέτοιο βάθος όταν ανακαλύπτει τον ευτελή στόχο των συλλογισμών. Έτσι πραχτικά συχνά παρέμεινε και παραμένει αδιάβαστος από πολλούς θορυβώδικους υποστηριχτές ή θαυμαστές του ενώ για άλλους παραμένει σαν "περίπτωση Νέγκρι", που δείχνει ακριβώς μια βαριά κληρονομιά που έσερναν πολλοί από τους ηγέτες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην Ευρώπη πού θέλησαν να είναι επαναστάτες κουβαλώντας όμως ταυτόχρονα το πιο ετερόκλητο θεωρητικό οπλοστάσιο και όλα τα συμπλέγματα του αντιτριτοδιεθνισμού, του αντισταλινισμού, και της μαξιμαλιστικής δευτεροδιεθνιστικής ρητορικής.

Στη χώρα μας δεν έγινε δυνατή η έκδοση των "Grundrisse" παρά κάποιες επίσημες αναγγελίες η δεσμεύσεις. Οι αναφορές στο έργο αυτό από αρκετούς διαβασμένους ή "διαβασμένους" συμμορφώνονται με τις κάθε φορά μόδες έστω και με μεγάλη καθυστέρηση.

Υπάρχουν μερικά ερωτήματα σχετικά με το κείμενο αυτό του Μαρξ. Ένα "τεχνικό" πρώτα: γιατί ενώ εκδόθηκε το 1939-41 στη Μόσχα δεν κυκλοφόρησε παρά μονάχα μετά τον θάνατο του Στάλιν.

Αν δεχτούμε την άποψη πως οι καιροί αυτοί ήταν καιροί θεωρητικών συζητήσεων και μελετών κρύβει ή μη κυκλοφορία κάποια πονηρή ιδιοτέλεια. Κι αυτή είναι η άποψη όλων των "γκρουντισολόγων". Είναι η γνωστή απογείωση από την συγκεκριμένη ιστορία. Η μη διάδοση του κειμένου αυτού του Μαρξ πρέπει να συνδεθεί με την πραγματικότητα όχι του άμεσου χρονικού διαστήματος μετά την έκδοση τους άλλα με την μεταπολεμική πραγματικότητα.

Όπως και σε άλλους τομείς η περίοδος αυτή - και με αυτήν εννοούμε την περίοδο πού εκτείνεται μέχρι το 1953 ήταν μιά κρίσιμη περίοδος για το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος. Ακριβώς τότε διαμορφώθηκαν, καταστάλαξαν οι τάσεις πού θα κυριαρχούσαν τελικά στο κομμουνιστικό κίνημα και θα του δώσουν την κατεύθυνση που του έδωσαν.

Παρόλο που δεν κυκλοφόρησαν οι "Grundrisse" τότε, είναι φανερή η αξιοποίηση τους (και η ένταξη σε ορισμένο σύστημα απόψεων) στις διάφορες πολεμικές που έγιναν στη Σοβιετική Ένωση στα χρόνια 1946-1952.

Παράδειγμα η συζήτηση για το νόμο τής αξίας στο σοσιαλισμό με αφορμή τη σύνταξη του "Εγχειριδίου της Πολιτικής Οικονομίας". Το βιβλίο του Στάλιν "Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ" είναι χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή. Η μη κυκλοφορία των "Grundrisse" στην περίοδο αυτή εντάσσεται στη λογική πού επικρατούσε στο τότε ηγετικό επίπεδο του ΚΚΣΕ. Λογική πού ανάγεται στις ανάγκες διαμόρφωσης και ισχυροποίησης ενός συστήματος ιδεών και πραχτικής που έκφραζε πραγματικά τις νέες ανάγκες του κομμουνιστικού κινήματος όπως τις αντιλαμβάνονταν οι ηγετικοί αυτοί παράγοντες. Και τέλος υπάρχει το ουσιαστικό ζήτημα.

Μπορεί σε κάθε εποχή και από ορισμένη σκοπιά να ξαναδιαβάζεται ο Μαρξ. Και σε πολλές περιπτώσεις να αναιρείται με την επιλεκτική χρησιμοποίηση του ίδιου του Μαρξ. Αυτό συνέβαινε πάντα. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Η αντίθεση "Κεφαλαίου" - "Grundrisse" είναι χαρακτηριστικό κλασσικό δείγμα του τέτοιου τρόπου χρησιμοποίησης του Μαρξ ενάντια στον Μαρξ.

Η αξία του κειμένου των "Γκρουντρίσσε" που είναι το "εργαστήριο" όχι μονάχα του "Κεφαλαίου" αλλά και μιας σειράς άλλων πλευρών της μαρξιστικής θεωρίας, βρίσκεται στο ότι υπάρχει άμεσος επαναστατικός λόγος πού δεν συμπιέζεται από τους λόγους που τον έκαναν να συμπιεσθεί όσο συμπιέσθηκε όταν έγινε κατορθωτή η έκδοση του "Κεφαλαίου". Υπάρχει όμως και μια σειρά από διατυπώσεις, ανοίγματα σε περιοχές πού δεν υπάρχουν σε άλλα του έργα, που δεν αναπτύχθηκαν γιατί ακριβώς ό Μαρξ δεν πρόλαβε να το κάνει.

Η κατοπινή επεξεργασία ορισμένων ιδεών στο "Κεφάλαιο" που βρίσκονται σε μια πρώτη μορφή στις "Grundrisse", άλλα και της ίδιας της "γλώσσας", του λόγου του Μαρξ πιστοποιούν όχι την αντίθεση πολιτικού - οικονομολόγου, αντικειμενιστή - βολονταριστή, άλλα δύο βαθμίδες της ίδιας στιγμής: της στιγμής της ανακάλυψης και έκθεσης του βασικού νόμου του καπιταλισμού από τον Μαρξ.

Η "Γενική Εισαγωγή" πού δημοσιεύεται εδώ δημοσιεύθηκε από τον Κάουτσκυ το 1904 στο όργανο τής Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας "Neue Zeit" με διορθώσεις σε διάφορα σημεία του κειμένου πού έκανε ο ίδιος ό Κάουτσκυ. Εδώ δημοσιεύεται με τη μορφή που παρατέθηκε στην έκδοση του 1939-41 των "Grundrisse" και του 1953.

Πρόκειται για μιά απόδειξη για το μαρξιστικό έγκλημα, την "παγίδα της διαλεχτικής", το "μπλοκάρισμα τής προλεταριακής ιδεολογίας" και πολλά άλλα πού έχουν γραφτεί και γράφονται.

Αλλά σίγουρα αποτελεί παγίδα χωρίς εισαγωγικά για όσους θεωρούν τη μαρξιστική μέθοδο ένα νοικοκυρεμένο, βολικό, τετραγωνισμένο κλειδί του δίχως κόπο ανοίγει όλες τις πόρτες. Έτσι ο Εντ. Μπερνστάϊν έκφραζε και εκφράζει πιο καθαρά και ειλικρινά τη νοοτροπία και τις απογοητεύσεις όλων όσων αντίκρυσαν και αντικρύζουν έτσι τη μαρξιστική μέθοδο είτε από τα δεξιά είτε από τα "αριστερά": "Η διαλεχτική αποτελεί το δόλιο στοιχείο της μαρξιστικής θεωρίας, το εμπόδιο που φράζει το δρόμο σε κάθε λογική αντίληψη των πραγμάτων".

Ό εξορκισμός αυτός αφιερώνεται σε όλους τους εχθρούς του Μαρξ και του Μαρξισμού είτε βρίσκονται στην όχθη του "υπαρκτού σοσιαλισμού" είτε στις όχθες των ομολογημένων και ανοιχτών αντιπάλων του.

Από το "άθλιο άπειρο" του Χέγκελ στο "δόλιο στοιχείο" του Μαρξ, το κοινό παράπονο όλων των βολεμένων ή όσων επιθυμούν να βολευτούν κάπου ήσυχα, αδιατάραχτα, σίγουρα δίχως βαριά σύννεφα, αναστατώσεις, κλυδωνισμούς, καταιγίδες και κατακλυσμούς.
γ.χ.


Εικόνα: Εξώφυλλο αγγλόφωνης έκδοσης των Grundrisse.

Ιστολόγου και ιστολογίου αυτοβιογραφία

Το blog Radical Desire ξεκίνησε στις 4 του Μάη του 2008 με μια σύντομη προγραμματική ανακοίνωση. Κακά τα ψέμματα, δεν ήταν μια ιδιαίτερα αναλυτική ανακοίνωση, και αυτό γιατί το τι ήθελα να κάνω μέσα από αυτό το ιστολόγιο (δεν είχα ως τότε καμμία εμπειρία με το ιστολογείν) ήταν ακόμη πολύ ασαφές και συγκεχυμένο στο μυαλό μου. Ο βασικός λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε ήταν βαθιά προσωπικός: είχα φτάσει σε ένα σημείο της ζωής μου όπου μια πολύ επίπονη εμπειρία με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η αρχή που είχα προσπαθήσει να εφαρμόσω βιωματικά--"κράτα τις ιδέες σου για τον εαυτό σου και ο κόσμος θα σε ανεχτεί και θα σε αφήσει ήσυχο"--είχε αποτύχει οικτρά, και η σύγκρουση με τον "κόσμο" είχε επέλθει με τον πιο άμεσο και τραυματικό τρόπο: εξ οικείων, όπως λέγεται. Ένιωθα λοιπόν την ανάγκη να σπάσω το καβούκι μέσα στο οποίο είχαν τραφεί και μεγαλώσει οι ιδέες μου, να αντιπαλέψω τις μακροχρόνιες αναστολές μου ως προς την δημόσια έκθεση, και κυρίως να κηρύξω τον δικό μου ανοιχτό πόλεμο ενάντια σε αυτό που ένιωθα ξεκάθαρα ότι είχε εγκλωβίσει πρώτιστα την δική μου ως τότε ζωή: την αυταρέσκεια με την επαγγελματική και προσωπική "επιτυχία", την αίσθηση ασφάλειας απέναντι στην εμπειρία, την εσωστρέφεια, την αυτοπροστασία του εγώ μέσω της σιωπής για ό,τι θεωρεί επικίνδυνο για τα ψυχικά συμφέροντά του. 

Η σχέση μου με την μαρξιστική σκέψη και παράδοση χρονολογείται από το 1989 περίπου, όταν και άρχισα να διαβάζω μαρξιστική λογοτεχνική κριτική--Raymond Williams, Walter Benjamin, Terry Eagleton ήταν τα πρώτα μου εναύσματα στον χώρο αυτό--και να ανακαλύπτω μια έντονη ανταπόκριση σε αυτό που διέκρινα εκεί: το πάθος για δικαιοσύνη, την κριτική των κυρίαρχων ιδεών, την απαίτηση από την τέχνη να επερωτά τα ίδια τα όρια του αισθητικού ως πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και γίνεται κατανοητή. Η σχέση αυτή συνεχίστηκε αδιάλειπτα έκτοτε, τόσο κατά την διάρκεια των μεταπτυχιακών και διδακτορικών μου σπουδών όσο και κατά τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τα γράμματα. Την άνοιξη του 2007, διάβασα το μικρό βιβλίο Ηθική του Alain Badiou: ήταν μια συγκλονιστική για μένα εμπειρία καθώς εκεί αναγνώρισα τις βασικές και ως τότε αδήλωτες διαστάσεις της ζωής μου, εν ολίγοις της ουσιώδους σημασίας που είχε πάντοτε για μένα η εμπειρία ολοκληρωτικής και ανεπίστρεπτης μεταμόρφωσης απ' την οποία πέρασα το φθινόπωρο του 1987, και η οποία με έσπρωξε να ασχοληθώ με τα γράμματα και την σκέψη. Συνειδητοποίησα ότι βιωματικά είχα μια πάρα πολύ ξεκάθαρη αίσθηση του τι είναι συμβάν, του τι σημαίνει "αρχίζω να ζω ως υποκείμενο", των πιέσεων εγκατάλειψης και οπισθοχώρησης που νιώθει κανείς να υφίσταται από το περιβάλλον και τις κυρίαρχες ιδέες σε ό,τι αφορά την αλήθεια που ανακαλύπτει ενικά, για τον εαυτό του, σε αυτή την σχέση με μια μετασχηματιστική διαδικασία. Ήταν η αρχή μιας παθιασμένης στροφής προς την φιλοσοφία και την πολιτική σκέψη, που αν και ήταν ήδη ως τότε συστατικά στοιχεία της ενασχόλησής μου με την λογοτεχνία και την κουλτούρα, δεν είχαν αποκτήσει ωστόσο ως τότε κυρίαρχη σημασία.

Για αρκετό διάστημα δεν έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα τι είδους ιστολόγιο διαμόρφωνα. Έγραφα όπως και όταν μου ερχόταν η επιθυμία να γράψω και, δεδομένης της έλλειψης ανταπόκρισης και της ολοκληρωτικής μου άγνοιας για το αν διαβάζει κανείς οτιδήποτε, δεν είχα καμμία απολύτως συναίσθηση του δημόσιου χαρακτήρα του ιστολογίου. Με ενδιέφεραν τότε δύο πράγματα: πρώτον, η διασπορά ιδεών που θεωρούσα (και θεωρώ) σημαντικές για όσους τύχαινε να σκοντάψουν επάνω στα κείμενά μου, και δεύτερον, η εξερεύνηση και αποτύπωση των σκέψεών μου για μια σειρά θεμάτων που με απασχολούσαν. Πέρασαν αρκετοί μήνες έτσι, χωρίς την αίσθηση κάποιας απτής σύνδεσης με αναγνώστες, εκτός από σποραδικές στιγμές. Μετά τον Δεκέμβρη του 2008, μπήκα σε μια φάση έντονου προβληματισμού για το τι ακριβώς συνέβαινε πλέον στην Ελλάδα. Όταν ανακάλυψα ότι σχεδόν τίποτε από όσα διάβαζα σε εφημερίδες και περιοδικά δεν κάλυπτε τα όσα σκεφτόμουν, αποφάσισα ότι ίσως ήταν καιρός να εκφράσω τις σκέψεις και τα συναισθήματά που μου προκάλεσαν τα όσα είδα εξ αποστάσεως να διαδραματίζονται τις άγριες εκείνες ημέρες. Κάπου εκεί δημιουργήθηκαν ουσιαστικά για πρώτη φορά οι συνθήκες επαφής με ένα ευρύτερο σχετικά αναγνωστικό κοινό και επανασύνδεσης με μια χώρα την οποία είχα προ καιρού εγκαταλείψει όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά.  Από εκεί και πέρα, μπήκα και εγώ αυθόρμητα σε έναν ιδιαίτερα εντατικοποιημένο ρυθμό και ανέπτυξα πολυεπίπεδες φιλοδοξίες και απαιτήσεις από τον εαυτό μου, κάποιες από τις οποίες νιώθω ότι εκπλήρωσα σε ικανοποιητικό για μένα βαθμό, και κάποιες όχι. Όπως και να έχει, η διάδραση με αναγνώστες--σε γενικές γραμμές, ιδιαίτερα γόνιμη για μένα--οδήγησε στην ανάγκη συντεταγμένης σκέψης για πράγματα για τα οποία δεν είχα σκεφθεί στο παρελθόν. 

Θεωρώ ότι κέρδισα πολλά από αυτή την διαδικασία, ότι δημιούργησα πρώτα από όλα για τον εαυτό μου ένα εργαστήρι σκέψης. Με χαροποιεί πολύ η ιδέα ότι σε αυτό το εργαστήρι συμμετείχαν και άλλοι, ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μετακενώθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους μια στάση απέναντι στην διαδικαστικότητα της σκέψης--το γεγονός ότι παίρνει χρόνο, ότι έχει ανάγκη την απτή έκφραση, ότι καθώς παίρνει απτή μορφή ραφινάρεται, αναπροσαρμόζεται, κλπ--απέναντι στην ηθική υποχρέωση να μείνει κανείς πιστός σε αυτό που μέσα του σκέφτεται και δεν αναπαράγει απλώς κλισέ και κοινώς αποδεκτές κενότητες, στην προσπάθεια που απαιτεί αυτή η πιστότητα, στην σημασία της θεωρητικής συγκρότησης για την επεξεργασία της εμπειρικής πραγματικότητας, στο θάρρος που χρειάζεται το να σκέφτεσαι διαφορετικά και το να είσαι έτοιμος να υπερασπιστείς την σκέψη σου, απέναντι στην σχέση του σκέπτεσθαι με το δίκαιο, με την ελευθερία, με την ισότητα του καθενός με τον καθένα. Φυσικά, στην πορεία ανακάλυψα επίσης ότι ο όποιος βαθμός επιτυχίας αυτού του διαλόγου επισύρει και απαιτήσεις, σε κάποιες από τις οποίες αισθάνθηκα ότι οφείλω να ανταποκριθώ κατά το καλύτερο δυνατό. Σε κάποιες άλλες, οι οποίες είτε με υπερβαίνουν είτε δεν αφορούν το τι νομίζω εγώ ότι πράττω σε αυτό το ιστολόγιο--που ποτέ δεν ήταν "να καθοδηγήσω τις μάζες", να τις "διαφωτίσω", να κάνω προπαγάνδα, κλπ--δεν ανταποκρίθηκα. Θεωρώ ότι όταν γράφει κανείς δημόσια πρέπει να γράφει με την μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια--το διανοητικό επίπεδο των κοινωνιών μας είναι τέτοιο που ούτε αξίζει ούτε επιδέχεται για πολύ την χειραγώγηση. Αυτό το οποίο πιστεύω ότι αναζητά η υπερκαταρτισμένη αλλά τεμαχισμένη και ανερμάτιστη κοινωνία μας είναι η συνεργασία, η συνεύρεση, η από κοινού όξυνση αντίληψης και ανακλαστικών--και το αναζητά έστω και χωρίς να το γνωρίζει, έστω και όταν αντιδρά απέναντι στην πρό(σ)κληση να πάψει να είναι αυτιστικά βολεμένος καταναλωτής/επικριτής έτοιμων ιδεών και να γίνει εκτεθειμένος και ευάλωτος στους άλλους παραγωγός σκέψης.

Όπως (θεωρώ ότι) αντιμετωπίζω τους αναγνώστες μου--ανυπόκριτα, χωρίς το "τουπέ" μιας παρωχημένης ιντελιγκέντσια σε αναζήτηση αίγλης--έτσι περιμένω και να αντιμετωπιστώ. Απεχθάνομαι την παθολογική στάση που υπαγορεύει το "ψάρεμα", την τακτική του "ρίχνω άδεια να πιάσω γεμάτα", την εκ του ασφαλούς "εξυπνάδα", το προβοκάρισμα. Αναγνωρίζω όμως ότι αυτές οι παθολογικές έξεις είναι συστατικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο εμποδίζεται η δημόσια σφαίρα από το να λειτουργήσει μετασχηματιστικά για το άτομο, με τον οποίο ουσιαστικά ιδιωτικοποιείται εκ νέου η συλλογική έκφραση, υποτασσόμενη στη θλιβερή μας ικανότητα να ικανοποιούμαστε από μια κενή νοήματος ψευδαίσθηση δύναμης απέναντι στους άλλους. Η μαρξική ιδέα της γενικής διάνοιας προϋποθέτει την ύπαρξη απραγματοποίητων δυνατότητων, που είναι απραγματοποίητες για βαθιά κοινωνικούς και όχι ατομικούς λόγους. Στην ουσία, η φιλοδοξία μου δεν είναι παρά να συνεχίσω να συμμετάσχω στην διαδικασία μέσα από την οποία η γενική διάνοια μαθαίνει να πατάει στα πόδια της, να αντιστέκεται στον πειρασμό της διάλυσης μέσα σε σχέσεις κυριαρχίας και εξουσίας ή στον αυτο-εγκλωβισμό της στην ιδέα της αυτεπάρκειας οποιουδήποτε από εμάς, να θρέφει την πίστη ότι το πολιτικό είναι, αυτό που μας κάνει πολιτικά όντα, απαιτεί την διάρρηξη της ψυχικής πανοπλίας ενός κατ' ουσίαν απονεκρωμένου Εγώ.

Εικόνα: scoopdog.wordpress.com

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Και γιατί "κομμουνισμός" και όχι ΧΧισμός;

Αφορμή για αυτή την έκτακτη ανάρτηση αποτελεί το σχόλιο του Γ.Κ στην ανάρτηση "Κομμουνισμός επειδή..."--σχόλιο που θέτει με μεγάλη διαύγεια και οικονομία εύλογα και σημαντικά ερωτήματα. Ερωτήματα ανάλογα τέθηκαν από τον φίλο grsail, και σε πρόσφατη κουβέντα με τον Γιάννη Σταυρακάκη, σε σχέση με την στάση Badiou και Žižek σε ό,τι αφορά την πολιτική του ονόματος. Κατ' αρχάς λοιπόν, οφείλω να παραθέσω ολόκληρο το σχόλιο του Γ.Κ, δίνοντας έμφαση στα κυριότερά του σημεία:

Αντώνη νομίζω χτύπησες ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο νεύρο με τούτη την ανάρτηση. Από την πρώτη κιόλας πρόταση πιάνεις το πιο ζόρικο θέμα που έχει να αντιμετωπίσει η Αριστερά σήμερα. Το ζήτημα της "ονοματοθεσίας"! Που βεβαίως πάει πολύ πιο πέρα από το όνομα... Λες: "χρειαζόμαστε ένα όνομα για ένα ριζοσπαστικό έξω σε μια εποχή που το έξω ως τέτοιο έχει εξαφανιστεί χωρίς ίχνος...". Οκ, δεκτό. Χωρίς αμφιβολία χρειαζόμαστε ένα όνομα. Αλλά μήπως χρειαζόμαστε ένα ΝΕΟ όνομα; Δεν ξέρω κι εγώ, δε μπορώ να είμαι σίγουρος. Όμως η όλη αυτή ιστορία με βασανίζει πολύ τώρα τελευταία. Μήπως η επιστροφή στο σημαίνον "κομουνισμός", έστω μιας εκ νέου προσπάθειας (ανα)νοηματοδότησης, δεν εκφράζει την μία απλώς από τις πλευρές του προβλήματος; Την αδυναμία μας (κι εδώ εννοώ πάντα την Αριστερά) να μιλήσουμε γι αυτό το "έξω"; Μήπως είναι μια εύκολη επιστροφή; Μια νέα περιτείχιση, πίσω σε μιαν απατηλή αίσθηση ασφάλειας; Από την άλλη, όταν βλέπεις αυτή την επιστροφή των "άλλων" (σε όλο το φάσμα - από την λιτανική έκκληση εκπλήρωσης του "εθνικού/πατριωτικού καθήκοντος" από το ΠΑΣΟΚ, με σύμμαχο το ΛΑΟΣ, ως την περιφρούρηση της ελληνικότητας από τον Σαμαρά κοκ) στην εξίσου απατηλή ασφάλεια της αγκαλιάς του Έθνους ίσως να πρέπει να βρεις με τη σειρά σου κάτι που να συμπυκνώνει εξίσου έντονα νοήματα. Εκεί όμως πρέπει να επιστρέψουμε;


Kατ' αρχάς, οφείλω να πω ότι το θέμα δεν είναι θέμα που επιδέχεται αντικειμενικής επίλυσης ή επιδιαιτησίας, όπως άλλωστε δεν τις επιδέχεται κανένα αυθεντικά πολιτικό ζήτημα. Στο όνομα επενδύει κανείς πάθη, συναισθήματα, έξεις, ενέργειες οι οποίες ανήκουν ανεξάλειπτα στην σφαίρα του υποκειμενικού, δηλαδή σε αυτό που αφορά την σύστασή μας ως υποκείμενα. Για πολλούς όμως, η "υποκειμενικοποίηση", ας την πούμε έτσι, της έννοιας "κομμουνισμός" αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση ανεπαρκή απάντηση και στην χειρότερη ενσυνείδητη υπεκφυγή στα πρακτικά και επίπονα ερωτήματα: κομμουνισμός τι είδους, εφαρμοσμένος πώς, με ποιές δυνητικές συνέπειες; Διατυπώνεται έτσι μια βασική αντίρρηση στον διαφαινόμενο φορμαλισμό αυτής της επιστροφής στο κομμουνιστικό σημαίνον, έναν φορμαλισμό που παραπέμπει άμεσα στην καντιανή ηθική. Ο Badiou λέει ξεκάθαρα άλλωστε ότι χρησιμοποιεί την λέξη κομμουνισμός με το νόημα που έχει το "κατηγορικό πρόταγμα" (categorical imperative) στον Kant.

Υπάρχουν πολλές απαντήσεις στο ερώτημα του γιατί προτιμάται ένα σημαίνον το οποίο ταυτόχρονα φαίνεται να κενώνεται από το πεπερασμένο ιστορικό του περιεχόμενο από ένα άλλο, το οποίο να μην το κουβαλάει εξαρχής. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι για την απόφαση αυτή μπορούν να εντοπιστούν: 
α) στρατηγικοί λόγοι. Όπως παρατηρεί ο φίλος Γ.Κ, το σημαίνον "κομμουνισμός" διατηρεί την δύναμη να συσπειρώσει και να εμπνεύσει υποκείμενα στον βαθμό που παρεπέμπει σε μια σειρά από παρελθοντικούς αγώνες. Φυσικά, διατηρεί επίσης την ικανότητα να τα αποξενώσει, να τα φοβίσει, να τα πανικοβάλει ή να τα απογοητεύσει, εφόσον φαίνεται να προτείνει απλώς μια επιστροφή σε δοκιμασμένες και αποτυχημένες συνταγές. Από στρατηγική άποψη, η χρήση του σημαίνοντος είναι ένα δίκοπο μαχαίρι, και αυτό έχει αποδειχθεί συχνά από σχόλια σε τούτο εδώ το ιστολόγιο.
β) συγκυριακοί λόγοι. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης άλλης γλώσσας ή πρότασης κάνει την επιστροφή στο σημαίνον "κομμουνισμός" μια "εύκολη" λύση, παρέχει μια εύκολη διέξοδο στο ιδεολογικο-πολιτικό αδιέξοδο που σχηματίζεται με το τέλος του νεοφιλελεύθερου συναινετισμού. 
γ) τακτικιστικοί λόγοι. Η χρήση του σημαίνοντος, δεδομένου του αμφιλεγόμενου ιστορικού φορτίου που κουβαλάει, είναι μια κίνηση που έχει την πρόθεση να σοκάρει, να αιφνιδιάσει, και πιθανόν να δρέψει τα βραχυπρόθεσμα ωφελήματα που έχει κάθε "σκανδαλώδης" κίνηση για αυτούς που την υιοθετούν. Εδώ βέβαια θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι αν και ο Žižek κάνει μια ξεκάθαρη στροφή προς την κομμουνιστική κατεύθυνση έχοντας ένα μακρύ ιστορικό ως enfant terrible, δεν ισχύει το ίδιο για τον Badiou που απλά ποτέ δεν εγκατέλειψε την έννοια. 
δ) ουσιαστικοί λόγοι. Και εδώ θα πρέπει πολύ απλά να ξεκαθαρίσω ποιους θεωρώ εγώ ουσιαστικούς λόγους και συνεπώς για ποιους λόγους θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο η ανάσυρση του σημαίνοντος αυτού, κατ' αντιπαράθεση μάλιστα με κάποιο άλλο, είτε νέο είτε περισσότερο απαλλαγμένο από παρελθοντολογικά "βάρη."

1) Κατ' αρχάς, για μένα το σημαίνον "κομμουνισμός" ονομάζει μια επιθυμία. Η επιθυμία αυτή είναι η επιθυμία για ένα τρόπο ζωής ο οποίος να αντανακλά την ισότητα μεταξύ των ανθρώπινων όντων πέρα από κάθε εμπειρική διαφορά τους, μια γνήσια εμβάθυνση της αλληλεξάρτησής τους (όχι με δεσμούς εξουσίας και υποτέλειας, αλλά με δεσμούς αυθεντικά κοινωνικούς), και την καλλιέργεια, μέσα από αυτήν την εμβάθυνση, όψεων της ατομικής προσωπικότητας που υπό άλλες συνθήκες παραμένουν υπανάπτυκτες και ακαλλιέργητες. Πρόκειται με απλά λόγια για το όραμα το οποίο προσεγγίζει ο μαρξικός ανθρωπισμός των πρώιμων έργων αλλά και ένα εδάφιο όπως αυτό της Grundrisse που παρέθεσα πρόσφατα από το La Belle Indifference. Θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς αυτή την επιθυμία "ουτοπική", και αυτό δεν θα με πείραζε καθόλου. Κάθε πραγματική επιθυμία είναι ουτοπική. Γι αυτό λέγεται επιθυμία και όχι ανάγκη ή αίτημα: επειδή ποτέ δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Το να μεταμορφώνουμε το ανεκπλήρωτο της επιθυμίας σε αιτία εγκατάλειψής της όμως, είναι προδοσία της επιθυμίας, δηλαδή πράξη ανήθικη. Το λακανικό αξίωμα ότι η βάση της ηθικής είναι να παραμένεις αληθινός απέναντι στην επιθυμία σου έχει για μένα αδιαμφισβήτητη δύναμη. Και οι υποτιθέμενες εγκλήσεις ότι αυτά είναι πράγματα ανεδαφικά και ανεκπλήρωτα ή ωραία στα λόγια αλλά ανέφικτα στην πράξη με αγγίζουν όσο θα άγγιζε έναν ερωτευμένο η ιδέα ότι ο έρωτας είναι μια νευρική δυσλειτουργία που προκαλείται από ορμόνες ή έναν καλλιτέχνη η ιδέα ότι η τέχνη δεν προσφέρει πρακτικές λύσεις σε κανένα πρόβλημα. Η επιθυμία είναι ήδη πράξη και όχι θεωρία· εφόσον βέβαια της επιτρέπεις να αρθρώσει τον εαυτό της ως τέτοια, δηλαδή ως δύναμη που σε σπρώχνει έξω από τα όρια της ζωώδους ταυτοσημίας σου με τον εμπειρικό εαυτό σου.

2. Το ότι ο "κομμουνισμός" κουβαλά ένα ιστορικό φορτίο, σε πολλές περιπτώσεις απεχθές και τραυματικό, δεν είναι παρά η απαραίτητη εγγύηση στο ότι η πιστότητα στην επιθυμία αυτή δεν είναι ηθικιστική. Οι επιθυμίες είναι επικίνδυνες. Για μας τους ίδιους, πρώτα από όλα. Ρισκάρουμε όταν επιθυμούμε. Το να επιλέξω μια λέξη που θα έδινε μια μορφή έκφρασης στην κομμουνιστική επιθυμία χωρίς τα επώδυνα ιστορικά μπαγκάζια του μορφώματος "κομμουνισμός" μου φαίνεται ως η πραγματικά εύκολη λύση, διότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι όλα τα συστατικά της κομμουνιστικής επιθυμίας--η κοινότητα των ανθρώπων, η ισότητα μεταξύ τους, η αυτοπραγμάτωσή τους--είναι ικανά διαστρέβλωσης και διαστροφής. Εκείνο που δεν γίνεται κατανοητό από πολλούς είναι ότι η εναλλακτική στάση στην θέληση αποφυγής των τραυματικών πλευρών του παρελθόντος (το σημαίνον "Γκούλαγκ" ας πούμε, ή το σημαίνον "δίκες της Μόσχας") δεν είναι η αμετανόητη προσκόλληση σ' αυτό, αλλά η θέληση να περάσει κανείς τον δύσβατο δρόμο μέσα από αυτό, να αναμετρηθεί με τις φρικώδεις διαστροφές που πάντα εμπεριέχει η επιθυμία ώστε να αποκτήσει το δικαίωμα να αποτύχει, όπως έξοχα το έθεσε ο Grsail, διαφορετικά. Η απλή αποκύρηξη του παρελθόντος, η σάρωσή του κάτω από το χαλί του ταμπού, το καθιστά απλώς κατεσταλμένο, και άρα το κάνει αυτό που εξ ορισμού πάντα μπορεί να επιστρέψει. Ο αντικομμουνισμός δεν το κατάλαβε ποτέ αυτό: ότι το φάντασμα του κομμουνισμού δεν εξορκίζεται. Οφείλει κανείς να μιλήσει μαζί του, τρέμοντας ίσως, να ακούσει το τι ήταν--τι είναι--η επιθυμία του, για ποιο λόγο γεννήθηκε και γιατί αρνείται να πεθάνει.

3. Σε ό,τι με αφορά, η κομμουνιστική επιθυμία δεν γεννήθηκε με τον Μαρξ. Αν αποτελούσε απλό συνώνυμο μιας αντίληψης για την επιθυμητή οργάνωση της νεωτερικής κοινωνίας θα είχε πιθανότατα ημερομηνία λήξης, όπως και κάθε άλλος καθαρά νεωτερικός θεσμός. Πολλοί από τους διανοητικούς υπηρέτες του ψυχροπολεμικού αντικομμουνισμού προσπάθησαν να πείσουν τον κόσμο ότι ο κομμουνισμός, όπως και ο φασισμός, ήταν αποκύημα των ακραίων συνθηκών του 19ου και των ιδεολογικών εξτρεμισμών του 20ου αιώνα. Δεν είναι τόσο απλό όμως. Η κομμουνιστική επιθυμία βρίσκει έκφραση σε πρωτόγονες κοινωνίες όπως αυτές που περιγράφει για παράδειγμα ο Pierre Clastres στο Κοινωνία εναντίον του κράτους· υπάρχει σε μια συγκεκριμένη μορφή στην Πολιτεία του Πλάτωνα· επιστρέφει στην εξέγερση των πληβείων στην πρώιμη Ρώμη και στην εξέγερση των δούλων κάτω απ' τον Σπάρτακο· παρεπιδημεί στις πρώιμες χριστιανικές κοινότητες· τριβελίζει το μυαλό του  Thomas Müntzer όταν οργανώνει την εξέγερση των αγροτών στην Γερμανία τον 16ο αιώνα· επιπλέει ως την Ουτοπία του More το 1516· μετακομίζει στην προτεσταντική αριστερά των Levellers και του New Model Army στον αγγλικό εμφύλιο (βλ. Putney debates)· στον Gerard Winstanley και τους Diggers το 1648-149· στους Ιακωβίνους του 18ου αιώνα· στον Owen και τον Fourier στον 19ο αιώνα. Έχει μια γενεαλογία, χωρίς την οποία ο Μαρξ δεν θα είχε πού να πατήσει, και χωρίς την οποία τα λόγια του Κομμουνιστικού Μανιφέστου δεν θα ξύπναγαν όσα ξύπνησαν. Ο κομμουνισμός είναι ένα από τα νήματα της ανθρώπινης ιστορίας, κι όχι απλώς μια παροδική ασθένεια της βιομηχανικής επανάστασης ή του αιώνα των παγκοσμίων πολέμων και των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και φυσικά, όπως όλα τα ιστορικά πράγματα, μεταλάσσεται, αλλάζει εμφάσεις, τρόπους πλαισίωσης, βάσεις νομιμοποίησης (από την ισότητα των μελών της φυλής, στην ισότητα των πιστών εν Χριστώ, στο "εκ γεννετής δικαίωμα" των αγγλοσαξώνων στη γη τους, στην θεωρία και πράξη της συνεργατικότητας, στην υλιστική εκδοχή της εγελιανής διαλεκτικής υπάρχουν χαώδεις διαφορές). Ο "κομμουνισμός" για τον οποίο μίλησε ο Blanchot δεν είναι ο κομμουνισμός του Μαρξ, ούτε όμως είναι ο κομμουνισμός του Μαρξ ο κομμουνισμός του Λένιν, κοκ. Όλοι οι σημαντικοί ενσαρκωτές της κομμουνιστικής επιθυμίας βρήκαν τον δρόμο στην καινοτομία, τον τρόπο δηλαδή να αποτύχουν διαφορετικά. Εμείς τι ακριβώς ζητούμε; συνταγές επιτυχίας;  Αν αυτό είναι το ζητούμενο, η απάντηση είναι απλούστατη: 

ο φιλελεύθερος καπιταλισμός ήταν ένα εξαιρετικά επιτυχημένο σύστημα για μια σημαντική μερίδα του ανθρώπινου πληθυσμού. Έφερε ευμάρεια και ανέσεις που δεν είχαν απολαύσει ποτέ τόσοι άνθρωποι στο παρελθόν και που δεν απέλαυσαν ποτέ αυτοί που ακολούθησαν τον δρόμο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Έφερε επίσης δυστυχία και εξαθλίωση σε ένα κόσμο που είχε δοκιμάσει δυστυχία και εξαθλίωση διαφορετικών μορφών για χιλιάδες χρόνια--και η ποσοτικοποίηση της δυστυχίας και της εξαθλίωσης είναι δύσκολο πράγμα. 

Μας αρκεί αυτό ως ορίζοντας προσδοκιών για την ανθρωπότητα, ως συνώνυμο της "επιτυχίας" του εγχειρήματος που είμαστε ως άνθρωποι; Τότε, εφόσον είμαστε αρκετά τυχεροί ώστε να γεννηθούμε στον πληθυσμό των "κερδισμένων", δεν έχουμε παρά να παλέψουμε για να αναστυλώσουμε τον φιλελεύθερο καπιταλισμό με ό,τι έχουμε και δεν έχουμε (εάν γίνεται βέβαια) και να καταστείλουμε με όλα τα διαθέσιμα μέσα οτιδήποτε τον απειλεί.

Στο ερώτημα αυτό, στην απάντηση που δίνει αβίαστα και ελεύθερα ο καθένας, βρίσκεται νομίζω η απαρχή μιας ειλικρινούς σχέσης με το ερώτημα του κομμουνισμού σήμερα. Και το να μην το θέτουμε μου φαίνεται πως είναι η πραγματική μορφή υπεκφυγής.

Εικόνα: Χειρόγραφο από τα Putney debates, 1647, British library, www.bl.uk.

Κομμουνισμός επειδή...

...χρειαζόμαστε ένα όνομα για ένα ριζοσπαστικό έξω σε μια εποχή που το έξω ως τέτοιο έχει εξαφανιστεί χωρίς ίχνος, και όπου η ίδια η ελευθερία από κάθε μεταφυσική έχει μετατραπεί σε μέσο υποταγής στην απόλυτη μεταφυσική της πραγματικότητας "ως έχει". 

...η ενέργεια που απελευθερώνει  η αξιωματική παραδοχή της ισότητας των ανθρώπων δεν μπορεί να κατασταλεί από καμμία εμπειρική εκλογίκευση της ανισότητάς τους. "Η ιστορία δεν γυρίζει πίσω" δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να οπισθοχωρήσουμε στο παρελθόν, αλλά ότι δεν μπορούμε ποτέ να το κάνουμε χωρίς να μας στοιχειώνει αυτό που εκθέτει το ψεύδος του.

...το να μπορείς να ξεχάσεις τις τραγωδίες του παρελθόντος είναι εξίσου σημαντικό με το να τις θυμάσαι. Τόσο η αμνησία χωρίς δυνατότητα μνήμης όσο και η μνήμη χωρίς δυνατότητα αμνησίας αποτελούν εκδοχές του υποκειμενικού θανάτου.

...η αποκλειστική ενασχόληση με τον περιορισμό της καταπίεσης είναι ένα υποτονικό υποκατάστατο της χαράς της ελευθερίας. Η ηθική των κοινωνιών του ύστερου καπιταλισμού είναι το αντίστοιχο της υποχονδρίας του γέροντα που εξετάζει τα πάντα από την σκοπιά ενός ασθενικού και ευάλωττου σώματος. Πού πήγε η ηθική της νεότητας, που χυμάει στην ζωή για να την κατασπαράξει ενώ το σώμα της σπαρταράει ακόμα, που πήγε η αποφασιστικότητα να ζήσεις σήμερα, τοις μετρητοίς, όχι αύριο και με δόσεις; 

...η αποτυχία είναι συνώνυμη της ύπαρξης και όχι αυτό από το οποίο πρέπει να διαφυλαχθεί η ύπαρξη. Αποτυγχάνω, άρα υπάρχω. Φοβάμαι την αποτυχία σημαίνει επιβιώνω στην ανυπαρξία μου, θαμμένος κάτω από το χαρτομάνι κίβδηλων εγγυήσεων για την αποφυγή του πόνου και της ήττας.

...το ερώτημα "τι πήγε λάθος;" (τόσο με το κομμουνιστικό εγχείρημα όσο και με το καπιταλιστικό) είναι εξ ορισμού καταδικασμένο να παραμείνει αναπάντητο με όρους αντικειμενικότητας. Ο καλύτερος τρόπος του να αποφύγεις να σου συμβεί κάτι υποκειμενικά στο παρόν είναι να υποκρίνεσαι ότι ψάχνεις αντικειμενική απάντηση για το τι πήγε λάθος στο παρελθόν.

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Μετάφραση Gopal Balakrishnan--Σύγχρονα Θέματα 107


Η μετάφραση του blog στο κείμενο του Gopal Balakrishnan "Υποθέσεις για το στάσιμο κράτος" κυκλοφόρησε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Σύγχρονα Θέματα, χάρη στο ευγενικό ενδιαφέρον των φίλων Γιάννη Σταυρακάκη και Αλέξανδρου Κιουπκιολή. Τους ευχαριστώ και εκμεταλλεύομαι το ιστολόγιο για να συστήσω το σημαντικό αυτό ελληνόφωνο περιοδικό στους αναγνώστες του ιστολογίου. Αξίζει τον κόπο η στήριξη της προσπάθειας που γίνεται εκεί σε ό,τι αφορά κείμενα για την πολιτική θεωρία και πρακτική, την ψυχανάλυση, την οικονομία και την τέχνη.

Ευχαριστώ επίσης τον Mike Bessler,  υπεύθυνο του ελληνικού τμήματος του Marxists Internet Archive για την ανάρτηση της μετάφρασης στο "Μικροαστικός και προλεταριακός σοσιαλισμός" του Lenin.