Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Εγχώριον διαμάντι

Δεν ξέρω κανένα πιο όμορφο ρεμπέτικο τραγούδι από αυτό. Εκπληκτικής ευγένειας ερωτισμός, λιτότητα, αμεσότητα, απροσποίητη επαφή με τον ακροατή. Όχι το διαλεκτικό αντίβαρο του καψουροτράγουδου αλλά η λυτρωτική του καταστροφή, καθώς το σβήνει για πάντα από τα αυτιά σου. Μόλις σε 2:55. 


Radical Desire

That is no country for old men. The young
Δεν είναι τόπος για γέροντες ετούτος. Οι νέοι
In one another's arms, birds in the trees
στην αγκαλιά ο ένας του άλλου, τα πουλιά στα δέντρα
- Those dying generations - at their song,
- τούτες οι θνήσκουσες γενιές - μες στο τραγούδι τους,
The salmon-falls, the mackerel-crowded seas,
οι καταρράχτες του σολωμού, οι θάλασσες, γεμάτες σκουμπρί
Fish, flesh, or fowl, commend all summer long
ψάρι, ή σάρκα, ή πτηνό, όλο το καλοκαίρι να επαινεί
Whatever is begotten, born, and dies.
ό,τι σπέρνεται, γεννιέται, και πεθαίνει.

[...]
An aged man is but a paltry thing,
Ο γερασμένος δεν είναι παρά πράγμα ισχνό
A tattered coat upon a stick, unless
ένα κουρελιασμένο ρούχο πάνω σε μπαστούνι, εκτός
Soul clap its hands and sing, and louder sing
κι αν η ψυχή χτυπήσει τις παλάμες της και τραγουδήσει πιο δυνατά
For every tatter in its mortal dress,
για κάθε ένα κουρέλι απ' τα θνητά της ρούχα
Nor is there singing school but studying
Κι ούτε υπάρχει ωδείο, μόνο η μελέτη
Monuments of its own magnificence;
μνημείων του δικού της μεγαλείου

[...]
Consume my heart away; sick with desire
Κατασπαράξτε την καρδιά μου· απ' την επιθυμία λιγωμένη
And fastened to a dying animal
δεμένη σ' ένα ζώο που ψυχορραγεί
It knows not what it is; and gather me
δεν ξέρει τι είναι· και συγκεντρώστε με
Into the artifice of eternity.
στου αιώνιου το τέχνασμα.
W.B. Yeats, "Sailing to Byzantium", 1928.

Εικόνα: Juan Miró, "Σκύλος μπροστά απ' τον ήλιο", 1949.
artfiles.art.com

Ηθική και διανόηση, ή, το δίλημμα Gauguin

Διάβαζα πριν λίγες ημέρες στο Chronicle of Higher Education για το περιστατικό της επίκουρης καθηγήτριας βιολογίας που δολοφόνησε τρεις συναδέλφους της και τραυμάτισε αρκετούς ακόμη σε Τμηματικό συμβούλιο, μετά την άρνηση προαγωγής της σε Αναπληρώτρια. Το ευρύτερο θέμα συζήτησης αφορούσε τον αν οι υποκειμενικές ψυχικές παραμορφώσεις στις οποίες υποβάλλεται κάποιος στην ακαδημαϊκή ζωή έπαιξαν κάποιο ρόλο σ' αυτό το ανατριχιαστικό περιστατικό. Ένας από τους αναγνώστες του περιοδικού, επιζητώντας να αναδείξει την τρομακτική παραμόρφωση του κόσμου στην οποία εξαναγκάζεται συχνά ο ακαδημαϊκός ήδη από το στάδιο του διδακτορικού του, κατέθεσε το εξής: όταν, σε συναγερμό για πραγματική φωτιά που ξέσπασε στις εστίες όπου διέμενε, αναγκάστηκε να τρέξει προς την έξοδο, το πρώτο πράγμα που θέλησε να σώσει ήταν το λάπτοπ με τη δουλειά του, και η σκέψη του ήταν όχι αν θα σωθεί ο ίδιος αλλά αν θα γλιτώσει το περιεχόμενο του υπολογιστή. Ταξιδεύοντας --κυρίως υπερατλαντικά-- έχω κάνει πολλάκις την ίδια θλιβερά πραγμοποιημένη και απόλυτα παρανοϊκή σκέψη: τι θα γίνει με τη δουλειά μου αν πέσει το αεροπλάνο; Σίγουρα, έχω αφήσει αντίγραφά της πίσω στο σπίτι μου, αλλά είναι ημιτελή. Ποιος θα αναλάβει να τα ανασύρει από τον υπολογιστή; Πώς θα δημοσιευτεί κάτι στο οποίο δουλεύω επί χρόνια αν εγώ έχω πεθάνει;

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι το αξιοθρήνητο τέτοιων σκέψεων, η μαρτυρία τους για την απώλεια αίσθησης επαφής με "τα σημαντικά πράγματα" της ζωής, για την παραμόρφωση των βασικών δεδομένων της επισφαλούς μας ύπαρξης. Το πρόβλημα είναι ότι χωρίς αυτή την τρομακτική παραμόρφωση της πραγματικότητας, τα κίνητρα που έχει κάποιος για να εκθέσει --ιδιαίτερα στους καιρούς μας-- τον εαυτό του στην μακροχρόνια μοναξιά, στο ακατάπαυστο άγχος του κυνηγιού της γνώσης, στο βάσανο της έκφρασης, στον ασκητισμό που προϋποθέτει η ακαδημαϊκή ζωή --όλα αυτά τα κίνητρα εκλείπουν. Αν δεν πιστεύεις, κόντρα σε κάθε λογική αντένδειξη, ότι αυτό που κάνεις είναι το πιο σημαντικό πράγμα που θα μπορούσε άνθρωπος να κάνει, σημαντικότερο από την ίδια σου τη ζωή (την οποία κατά κανόνα οι ακαδημαϊκοί δεν πολυφροντίζουν), τότε ποιος ο λόγος να αντέχεις όλες τις αυτοεπιβαλλόμενες στερήσεις τις οποίες έχεις μεταβάλλει σε απαράβατους κανόνες;

Στην ουσία, το πρόβλημα αναπαράγει τους όρους με τους οποίους ο Bernard Williams συζητά την απόφαση του Paul Gauguin να εγκαταλείψει σύζυγο και παιδιά για να αφιερωθεί στην ανάπτυξη της καλλιτεχνικής του ευφυίας στην Αϊτή: το ερώτημα του αν αυτή ήταν μια ανήθικη ή μια ηθική πράξη, παρατηρεί ο Williams, δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο αναδρομικά, από μια χρονική θέση κατά την οποία γνωρίζουμε ήδη το αποτέλεσμα της απόφασης. Εφόσον ο Gauguin έγινε τελικά μεγάλος ζωγράφος, η απόφασή του μπορεί να ειδωθεί ως μια αυθεντικά τραγική απόφαση, μια πράξη επίπονης επιλογής ανάμεσα στην οκογενειακή ζωή και τη ζωή της τέχνης, που δικαιώνεται, στον βαθμό που μπορεί βέβαια να δικαιωθεί, από την ίδια την τέχνη την οποία έκανε εφικτή. Αν όμως ο Gauguin εξελισσόταν σε έναν απλώς μέτριο και ιστορικά ασήμαντο ζωγράφο, η ίδια απόφαση θα φάνταζε από στενά εγωϊστική ως αξιοπεριφρόνητα γελοία. Μια μετριότητα φαντάστηκε τον εαυτό της ως ευφυϊα και θυσίασε πραγματικές ζωές για να πραγματοποιήσει την ψευδαίσθησή της. Τι περισσότερο αισχρό και κατάπτυστο από αυτό;

Κάνω αυτές τις σκέψεις σκεπτόμενος ακόμα για τους 49 υπογράφοντες την επιστολή υπέρ των εκδόσεων Άγρα. Και αυτό γιατί η κατανόηση των κινήτρων τους θα ήταν χοντροκομμένη και χυδαία εάν υποθέταμε ότι το κίνητρο συνίσταται απλώς στην επιθυμία για απρόσκοπτη πρόσβαση των βιβλίων τους στον εκδότη. Μια βασική διάσταση που χάνεται από τέτοιου είδους προσεγγίσεις είναι η υποκειμενική: είναι εφικτό, με δεδομένη μια συγκεκριμένη υποκειμενική συγκρότηση --αυτή του καλλιτέχνη ή του συγγραφέα-- να δει κανείς την απόλυτη αδιαφορία για τον άλλο ως κάτι άλλο από χυδαίο εγωϊσμό, εφόσον αυτό για χάρη του οποίου αδιαφορεί κανείς για τον άλλο είναι --υποτίθεται-- κάτι που υπερβαίνει τον κάθε ένα ατομικά (η τέχνη, η φιλοσοφία, η αισθητική, κλπ κλπ). Για να θυμηθούμε το δίλημμα της αξιολόγησης της απόφασης του Gauguin, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει η επίκληση του επιτυχημένου και σημαντικού εκδοτικού επιτεύγματος της Άγρας ως νόμιμης βάσης αδιαφορίας για την άλλη πλευρά της υπόθεσης: από μια συγκεκριμένη υποκειμενική θέση, η αναδρομική πορεία δικαιώνει τον εκδοτικό οίκο ως θεματοφύλακα αξιών σε ένα υπερβατικό επίπεδο, τον εξυψώνει πάνω από κάθε ευαισθησία για "τετριμμένα" θέματα όπως οι εργασιακές σχέσεις.

Καθένας από τους 49, και καθένας από τους υπόλοιπους από μας, μπορεί κάλλιστα να φανταστεί έναν εκδοτικό οίκο που θα ήταν άψογος σε ό,τι αφορά το εργασιακό περιβάλλον αλλά δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεπεράσει λιγότερο προοδευτικούς αλλά περισσότερο εκλεκτικούς ή περφεξιονιστές εκδότες. Καθένας μας μπορεί να φανταστεί έναν διανοούμενο που, ενώ έχει άψογη ηθικά στάση σε μια σειρά ευαίσθητων ή δύσκολων ζητημάτων, δεν καταφέρνει ποτέ να ξεπεράσει τη μετριότητα ως στοχαστής ή συγγραφέας. Το δίλημμα Gauguin, όμως, κόβει προς δύο κατευθύνσεις. Η αναδρομική ματιά στην απόφαση των 49 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αντοχή του δημοσιευμένου έργου τους στον χρόνο· αν το έργο αυτό, που τώρα ίσως τους φαντάζει ως άξιο θυσιών εαυτού και αλλήλων, δεν αφήσει πίσω του μια οικουμενική παρακαταθήκη, η τωρινή τους στάση θα είναι διπλά καταδικαστέα, διπλά αξιοπεριφρόνητη, μιας και αναδρομικά θα φαντάζει απόλυτα, αδικαίωτα ναρκισιστική. Εάν το έργο αποδειχθεί όντως οικουμενικά σημαντικό, θα είναι πάντα εφικτό να δει κανείς την απόφαση ως τραγική, δηλαδή ως ούτε απροβλημάτιστα αξιέπαινη ούτε εύκολα καταδικαστέα.  Η ηθική, τελικά, όπως παρατηρεί ο Zizek, προαπαιτεί τύχη --την καλή εκείνη τύχη που επιτρέπει σε μια απόφαση να διεκδικήσει την ηθική της νομιμότητα εκ των υστέρων, να δικαιωθεί, στο βαθμό που οποιαδήποτε ανθρώπινη πράξη είναι δικαιώσιμη, από τον χρόνο.

Όλα αυτά από την σκοπιά της ίδιας της διανόησης βέβαια· οι μάζες, που ζουν τις δικές τους θυσίες και τις δικές τους δύσκολες αποφάσεις, δεν δεσμεύονται καθόλου από αυτή την λογική. Η αδιαφορία του Flaubert για την σφαγή της παρισινής Κομμούνας και η παθιασμένη υπεράσπιση της εξέγερσης των κομμουνάρων από τον Rimbaud τραβάει μια βαθιά γραμμή ανάμεσά τους, η οποία παραμένει εντελώς ανεξάρτητη από την καλλιτεχνική αξία του έργου τους. Η ιστορία δεν κρίνει τους διανοούμενους όπως θα έκριναν οι ίδιοι τον εαυτό τους, γιατί η αλήθεια της αφορά, πάνω από όλα, την ανώνυμη μοίρα των πολλών. Και για αυτό η ιστορία κρίνει με μια ξεχωριστή αυστηρότητα, χωρίς να την ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι υποκειμενικές παραμορφώσεις, οι αναπροσαρμογές στη ζυγαριά του σημαντικού που προαπαιτεί η αφιέρωση στην διανοητική εργασία.

Εικόνα: Paul Gauguin, Ταϊτινές στην παραλία.
www.shafe.co.uk

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

YLT Χ 6

Επειδή έχω κέφια σήμερα.

















Δέκα σλόγκαν για την εγχώρια διανόηση στις μέρες μας

Αρχική δημοσίευση, με διαφορετικό τίτλο, στο Through the Loophole.

1. 49 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν: υποτέλεια στον εκδοτικό σου οίκο.
2. Αν δεν παινέψεις τον οίκο σου, θα πέσει να σε πλακώσει.
3. Ποια πολιτική; Η οικο-νομία, ηλίθιε, η οικο-νομία.
4. Άϋλη εργασία: Η εργασία αφού έχουν εξαϋλωθεί οι εργάτες.
5. Νόμος είναι το δίκαιο του εργάτη. Εκτός αν θίγονται καλαίσθητες εκδόσεις.
6. Η πνευματική εργασία δεν είναι μισθωτή εργασία. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι αφέντης του εαυτού του. Για αυτό δεν του περισσεύει συμπάθεια για εργάτες.
7. Ο θρίαμβος του πνεύματος δεν έρχεται φτηνά. Απαιτεί συμπόρευση με την καταστολή της ύλης.
8. Πολιτιστική αντεπανάσταση.
9. Επιτέλους! Ήρθε η κρίση και σταμάτησαν οι διανοούμενοι να σκέφτονται μικροαστικά. Τώρα σκέφτονται μεγαλοαστικά.
10. Αλαίν Μπαντιού, Περιστάσεις 5: Άγραν αγοράζουμε.


Εικόνα: michaelscomments.files.wordpress.com

Fredric Jameson, Οι αποχρώσεις της διαλεκτικής

Fredric Jameson, Valences of the Dialectic
(Verso 2009, 625 σελίδες)

Η επόμενη μας λογική πιθανότητα θα θέσει την πρώτη σε προοπτική, εφόσον φέρνει μπροστά μας μια διπολική αντίθεση που δεν μπορεί να θεωρηθεί ασύμμετρη, στον βαθμό που αμφότεροι οι όροι της μπορούν να θεωρηθούν αρνητικά, στερητικά φαινόμενα. Σε αντίθεση με τις πλήρως καταφατικές δυνάμεις του μυθικού δυϊσμού αλλά και των ετερογενών όρων, κανένας από τους δύο όρους δεν μπορεί να αναλάβει κεντρικό ή κυρίαρχο ρόλο. Εδώ δεν είναι ζήτημα της αποκατάστασης του περιθωριακού όρου στην ολότητα, ή ενσωμάτωσής του στον θετικό ή κεντρικό όρο στον οποίο [ο περιθωριακός όρος] ήταν το σφάλμα ή το ρήγμα. Είναι μάλλον ζήτημα της αποκάλυψης μιας αντίστοιχης ρωγμής στο αντίθετό του, στον ως τώρα θετικό όρο. Πράγματι, η γλώσσα (και η αντίθεση) της κατάφασης και της άρνησης υποβάλλεται εδώ σε ένα σημαντικό βαθμό λογικής και μεταφυσικής πίεσης, στον βαθμό κατά τον οποίο μοιάζει δύσκολο να διατηρηθεί η προϋπόθεση της άρνησης όταν πρόκειται για μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει τίποτε θετικό που να μπορεί να αρνηθεί το υποτιθέμενο αρνητικό. Ίσως όμως να είναι αυτό ακριβώς το παράδοξο που εκφράζει σ' εκε΄νο το αρχικό σωσυριανό παράδοξο της καθαρής σχέσης "χωρίς θετικούς όρους" --και στο οποίο η ταυτότητα ή το νόημα καθορίζονται αμφότερα από την καθαρή διαφορά.

Φαίνεται πιο σωστό σ' αυτό το σημείο να επιμείνουμε στην διαγνωστική λειτουργία μιας τέτοιου είδους αντίθεσης. Η διαλεκτική της είναι βέβαια παρούσα σε αρκετά σημεία στον Μαρξ, αλλά δεν φτάνει στην πλήρη της πολεμική εκδίπλωση παρά όταν φτάνουμε στον Λένιν. ιότι σε αυτή την πρώτη ομάδα παραδειγμάτων η "σύγκλιση των αντιθέτων" θα γίνει μια ταξινόμηση στόχων της πολεμικής, των πολιτικών στρατηγικών αυτών των αντιπάλων που ο Λένιν θεωρεί ότι παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα και αδυναμίες. 

Παρ' όλα αυτά το επιχείρημα στο Τι να κάνουμε; είναι αναπάντεχο και παράδοξο. Διότι εδώ ο Λένιν απορρίπτει ταυτόχρονα τον οικονομισμό και την τρομοκρατία και αναπτύσσει μια ρωμαλέα κριτική η οποία περιλαμβάνει τόσο την ιδέα της σταδιακής σοσιαλδημοκρατίας (και του εργατισμού που βασίζεται στον συνδικαλισμό) όσο και της "εξωκοινοβουλευτικές" δραστηριότητες των ακροαριστερών ακτιβιστών. Και τα δύο χαρακτηρίζονται από αυτό που ο Λένιν ονομάζει "υποταγή στον αυθορμητισμό":
Με μια πρώτη ματιά, ο ισχυρισμός μας μπορεί να φαίνεται παράδοξος, εφόσον η διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά φαίνεται τόσο τεράστια: το πρώτο δίνει έμφαση στον "γκρίζο καθημερινό αγώνα" ενώ το άλλο καλεί τα άτομα σε αγώνα άκρας αυτοθυσίας. Αλλά δεν πρόκειται για παράδοξο. Οι οικονομιστές και οι τρομοκράτες απλώς υποτάσσονται σε διαφορετικούς πόλους του αυθορμητισμού: οι οικονομιστές υποτάσσονται στον αυθορμητισμό του "απλού και καθαρού" εργατικού κινήματος, ενώ οι τρομοκράτες υποτάσσονται στον αυθορμητισμό της παθιασμένης οργής των διανοουμένων, οι οποίοι είτε είναι ανίκανοι να συνδέσουν τον επαναστατικό αγώνα με το εργατικό κίνημα, είτε δεν έχουν την ευκαιρία να το κάνουν (Essential Works of Lenin, Νέα Υόρκη, 1966, σ. 109).
Θα πρέπει να ειπωθεί ότι η πολεμική αυτή δεν θα πρέπει να εννοηθεί ως απόρριψη του περιεχομένου καμμίας από τις δύο ομάδες. Ο Λένιν δεν υποτιμούσε την σημασία των θεμάτων που ανακύπτουν στον εργασιακό χώρο ή της συνδικαλιστικής οργάνωσης, ούτε περιφρονούσε των ηρωισμό των δραματικών πράξεων των φοιτητών και των διανοουμένων (ο αδερφός του, ας θυμηθούμε, εκτελέστηκε για το αδίκημα της συνομωσίας για την δολοφονία του Τσάρου Αλέξανδρου του Τρίτου). Είναι η συνεπαγωγή πολιτικής και πολιτικής στρατηγικής από αυτές τις δύο κοινωνικές δυναμικές που ο Λένιν στιγματίζει ως σύγκλιση κακών αντιθέτων. Μπορούμε να δούμε αυτή την διαλεκτική διαδικασία ως μια μορφή διάγνωσης δύο διαφορετικών συμτπμάτων που ενώνονται σε μία κοινή αιτία, δηλαδή τον "αυθορμητισμό"· ή, για να ακολουθήσουμε την αριστοτελική μέθοδο, μπορούμε να δούμε αυτά τα δύο πολιτικά σφάλματα ή παρεκκλίσεις ως τα δύο άκρα τα οποία μπορούν να αποφευχθούν μέσω της προσήλωσης στον "χρυσό" εκείνο κανόνα που συνίσταται εδώ στην λενινιστική αντίληψη για το κόμμα (το οποίο ενώνει διανοούμενους και εργατική τάξη).  Η πρώτη βέβαια εκδοχή μοιάζει αρκετά περισσότερο με την στιγμή εκείνη της σύνθεσης που προϋποθέτει το παλιό μοντέλο θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης, ενώ η αριστοτελική διαδικασία είναι εξίσου εξαντλημένη και στερεοτυπική. Αυτό που είναι πολύ πιο σοβαρά διαλεκτικό σε τούτες τις αναλύσεις παραμένει η "παράδοξη" πρόταση ότι οι δύο θέσεις που καταδικάζονται είναι κατά κάποιο τρόπο "ίδιες." Αυτό όμως δεν συνιστά απλώς σύγκλιση αντιθέτων αλλά επίσης ένωση αρνητικών όρων.

Εικόνα: Diego Rivera, "Man at the Crossroads", 1934.
constellationdefiant.files.wordpress.com


Hocus-Pocus, No Focus!

Μια από τις ενδιαφέρουσες εμπειρίες του να παίρνεις ταξί μετά από φάση προσωπικού συναισθηματικού τραύματος είναι η ανακάλυψη του πόσο λίγη σχέση έχει η τεράστια πλειοψηφία των ελληνικών καψουροτράγουδων με το --τύποις-- θέμα τους: ήτοι, τον έρωτα και τον χωρισμό. Όταν βέβαια είσαι ερωτευμένος γλιτώνεις από το βάσανο γιατί δεν ακούς καν. Όταν όμως είσαι σε φάση heartbreak, η φυσική σου ροπή προς τον μαζοχισμό ενσαρκώνεται σε μια αθέλητη προσήλωση σε όλους αυτούς τους αδυσώπητα αναβλύζοντες στίχους.

Ποια είναι η προσέγγιση του καψουροτράγουδου στην ερωτική απογοήτευση; Μπορεί να συνοψιστεί στην εξής φόρμουλα: "Νόμιζες ότι θα μ' αφήσεις/θα περνάς καλά/θα με ξεχάσεις/θα με πληγώσεις" κλπ, κλπ "αλλά ΕΓΩ (η λέξη-κλειδί στο καψουροτραγουδιάρικο σύμπαν) περνάω καλύτερα, θα σε ξεχάσω, είμαι ωραίος, δεν με χαλάει μία, βρήκα αλλού αγκαλιά", και τα τοιαύτα. Εν ολίγοις, η ερωτική απογοήτευση μεταφράζεται σε μια εμμονική προσήλωση στο αλώβητο του εαυτού που κάνει την ίδια την ύπαρξη τραγουδιών για την ερωτική απογοήτευση οξύμωρη. Διότι, αν όντως αισθανόμαστε έτσι, τότε δεν υπάρχει καν ερωτική απογοήτευση. Εφόσον είμαστε, μετά την εγκατάλειψη απ' τον άλλο, εμμονικά απασχολημένοι με την αυτοεπιβεβαίωση, τότε στην ουσία δεν υπάρχει καμμία απολύτως διάσταση απώλειας στον χωρισμό.

Παρόμοια ισχύουν στα καψουροτράγουδα που υποκρίνονται ότι είναι ερωτικά, εφόσον εδώ αυτό που κυριαρχεί είναι πάλι η αυτοεπιβεβαίωση ενός εγώ που δήθεν απευθύνεται στον άλλο, υποσχόμενο πράγματα που αφορούν μόνο τον θεσπέσιο και υπέροχο εαυτό του: "θα σε πάω στα καλύτερα/ θα σου δείξω τι άντρας είμαι/ θα σε τρελάνω με το κορμί μου" και άλλα παρόμοια. Και στις δύο περιπτώσεις το φαντασιακό του καψουροτράγουδου είναι απόλυτα αυνανιστικό --ο καψούρης, είτε κλαίγεται είτε θριαμβεύει, απευθύνεται αποκλειστικά στον εαυτό του· ζει σε ένα σύμπαν που έχει την όψη της φάτσας του.

Το οποίο μας φέρνει στην τελευταία εθνική εμμονή με το εξώφυλλο του γερμανικού Focus, όπου η δομή μηντιακού συναισθήματος θυμίζει έντονα σκηνή σε μελόδραμα της σειράς του εξής τύπου: "αυτή"/"αυτός" λέει σ' "αυτόν"/"αυτή" κουβέντα σκληρή και άπονη. Αυτός/αυτή κατεβάζει το κεφάλι και αίφνης ακούγονται πενιές λίαν βαριές και έμπλεες πίκρας ασήκωτης. Αυτός/αυτή ξανασηκώνει το κεφάλι και λέει: "ναι, ποιος/ποια είμαι άλλωστε εγώ για να με αγαπήσεις. Εσύ, μαθημένη στα λούσα και στα κότερα του μπαμπά σου/μαθημένος στις κούρσες και στη ζωή του πλέιμποϊ. Εγώ, λουστράκι/ράφτρα απ' τα δεκαπέντε μου, τώρα να τρώω τα νιάτα μου στο γιαπί/υφαντουργείο. Έχεις δίκαιο 'Λούσυ/Τζένη/Μπέμπα/Τζόνι/Τζίμι'" --ή οτιδήποτε παρόμοια ενδεικτικό για τον νεοπλουτισμό και το ψώνιο της λεγάμενης/του λεγάμενου-- "άσε με εμένα εδώ και πήγαινε να ζήσεις τη ζωή σου" (πολιτικός εκφραστής: Γ.Α.Π). Το πραγματικό νόημα βέβαια είναι το ακριβώς αντίστροφο: "Ποιος είσαι συ ρε βουτυρομπεμπέ/ρε κακομαθημένη που θα μου πεις εμένα; Άει στα τσακίδια!" (πολιτικός εκφραστής: Πάγκαλος). Mutatis mutandi: Βγάλανε οι γερμανοί συντάκτες ενός περιοδικού επιπέδου τρεχαγύρευε εξώφυλλο με την Αφροδίτη την κωλοδαχτυλούσα; Μπουζουκάκι από πίσω, πικρός αναστεναγμός, μπεγλέρι, και "εμείς φταίμε. Πέσαμε πολύ χαμηλά. Δεν έπρεπε να μας το κάνουμε αυτό. Με τι πρόσωπο να κυκλοφορήσουμε πλέον σ' αυτή την κενωνία." Περνάει λίγη ώρα και ο κυκλοθυμισμός το γυρνάει από την άλλη; "Αλλά στο κάτω-κάτω, και ποιοι είναι αυτοί ρε που θα μας πούνε εμάς, που στην Κατοχή...που σιγά τον πολιτισμό τους δηλαδή, που άσε ρε τώρα, στημένα είναι όλα για να μας τα φάνε", κλπ.

Γενικώς, το αυτομαστίγωμα με το φραγγέλιο ως πρώτη αντίδραση --και με μια κάποια ύποπτη βιασύνη-- είναι πάντα σημάδι της εκτυφλωτικής έλλειψης πραγματικής περίσκεψης ή προβληματισμού: η υστερική τάση στην αυτοτιμωρία στην πραγματικότητα μπλοκάρει κάθε επαφή με αυτό που καθιστά το όποιο θέμα επαχθές για την σκέψη. Με τον ίδιο τρόπο που η υστερική ταύτιση με το καψουροτράγουδο (πίνω, καπνίζω, σπάω, ανεβαίνω σε τραπέζια, εν αψόγω πάντα εμφανίσει, παρά την υποτιθέμενη συναισθηματική μου κατάρρευση) είναι ένδειξη συναισθηματικού αναλφαβητισμού. Με τον ίδιο τρόπο που το "εγώ φταίω που μ' αφήνεις" είναι πάντα ο ψευδεπίγραφος τρόπος του να πεις "όχι, εσύ φταις που μ' αφήνεις και στο διάολο να πας" στο ελληνικό μελό. Αν τέτοιου είδους αντιδράσεις ήταν συνώνυμες με την αναστοχαστική διάθεση, με την πραγματική επικέντρωση στο ερώτημα του "τι να κάνουμε;" τότε τα καψουροτράγουδα, οι μελό ταινίες, και τα ρητορικά αυτομαστιγώματα θα μας καθιστούσαν το πιο αδυσώπητα ειλικρινές προς τον εαυτό του έθνος του πλανήτη --για να μην πούμε το πιο επαναστατικό και το πιο αυθεντικά φιλοσοφικό. Αυτά όμως είναι δύσκολα πράγματα. Και σίγουρα προαπαιτούν την συλλογική καλλιέργεια ενός μαχητικού και αναστοχαστικού focus στην πραγματικότητα και όχι μηντιακά hocus-pocus με το κάθε ευκαιριακά στοχεύον και στοχευθέν Focus.

Εικόνα: www.superhobo.net

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Του κανενός το ρόδο



Ein Nichts/ Ένα Τίποτα
waren wir/ήμασταν, sind wir/είμαστε τώρα, werden/και πάντα
wir bleiben/θα είμαστε, blühend/ανθίζοντας:
die Nichts-,/του Τίποτα-, die/του
Niemandsrose/κανενός το ρόδο.
Paul Celan


Περί ζωής και θανάτου

Εφόσον, για τον Άγιο Παύλο, η "ζωή" και ο "θάνατος" σηματοδοτούν δύο υπαρξιακές (υποκειμενικές) θέσεις και όχι "αντικειμενικά" γεγονότα, δικαιολογούμαστε απόλυτα να θέσουμε την παλιά παυλική ερώτηση: ποιος είναι στα αλήθεια ζωντανός σήμερα; Τι γίνεται αν είμαστε "πράγματι ζωντανοί" μόνο αν και όταν εμπλεκόμαστε με μια πλεοναστική ένταση που μας τοποθετεί πέρα από την "απλή ζωή"; Τι γίνεται αν, όταν επικεντρωνόμαστε απλώς στην επιβίωση, ακόμα και αν αυτή καθορίζεται ως το "να περνάμε καλά", χάνουμε στο τέλος την ίδια τη ζωή; [...] Αυτό που κάνει τη ζωή "άξια να τη ζήσεις" είναι το ίδιο το πλεόνασμα ζωής: η συνειδητοποίηση ότι υπάρχει κάτι για το οποίο είμαστε έτοιμοι να διακινδυνεύσουμε τη ζωή μας (μπορούμε να ονομάσουμε αυτό το πλεόνασμα "ελευθερία", "τιμή", "αξιοπρέπεια", "αυτονομία", κλπ). Μόνο όταν είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε αυτό το ρίσκο είμαστε πράγματι ζωντανοί. [...] Ο Chesterton επιχειρηματολογεί υπέρ αυτής της άποψης σε ό,τι αφορά το θάρρος: 
ένας στρατιώτης που τον περιβάλλουν οι εχθροί, αν θέλει να βρει διέξοδο απ' τις γραμμές τους, πρέπει να συνδυάσει μια δυνατή επιθυμία για τη ζωή με μια παράξενη αδιαφορία για τον θάνατο. Δεν πρέπει να κρέμεται απλώς απ΄τη ζωή, γιατί τότε θα είναι δειλός, και δεν θα ξεφύγει. Δεν πρέπει απλώς να περιμένει τον θάνατο, γιατί τότε θα είναι αυτόχειρας, και δεν θα ξεφύγει. Πρέπει να αναζητά τη ζωή με ένα πνεύμα λυσσαλέας αδιαφορίας για αυτή· πρέπει να επιθυμεί τη ζωή σαν το νερό και να πίνει τον θάνατο σαν το κρασί.
Slavoj Žižek, The Puppet and the Dwarf: The Perverse Core of Christianity.


Addendum: Ζήτω τα queer Soviet! O Eisenstein θα ήταν περήφανος.

Εικόνα: www.forwardon.com

Μιχάλης Καβουριάρης, "Γιατί να πάρω θέση;"



Από το apolysiagra.wordpress.com:

Γιατί να πάρω θέση;

Το μίσος
Επεισόδιο χv: Ο απολυμένος, ο εκδότης και ο διανοούμενος.

Βγαίνεις πρωί ν’ αγοράσεις ψωμί στο κέντρο της Αθήνας, και βρίσκεσαι υπό τη σκέπη και τον ήχο του ελικοπτέρου της αστυνομίας, λες και είμαστε στην Κύπρο το 74. Οι δρόμοι γεμάτοι από αφίσες σαν αυτή που βρίσκεται στο περιθώριο. Ξεχειλισμένες από οργή και απειλές ενάντια στις “κουφάλες τους βολεμένους”. Τα όπλα παρά πόδα… Σε λίγο θα μας τινάζουν μαζί με τα λεωφορεία ή το μετρό που παίρνουμε, και θα τους υπερασπιζόμαστε κιόλας, γιατί τι να τους πούμε, ότι έχουν άδικο; Η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου κάτω των 40 κάνει δουλειές του ποδαριού, αισθάνεται τρομερή ανασφάλεια και νιώθει να μην στηρίζεται από πουθενά. Και οι διανοούμενοι; Αυτοί κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους να βαθαίνει το σχίσμα και το μίσος. Οι κραυγές που ακούγονται στην υπόθεση Παλαιστίδη είναι κραυγές μίσους ενάντια στις “κουφάλες τους βολεμένους διανοούμενους που στηρίζουν τον μεγαλοεκδότη”. Τι δουλειά έχει ο κ. Μαρωνίτης, ο δημοσιογράφος κ. Παντελής Μπουκάλας, ο Κύπριος εθνικιστής Βάσος Πτωχόπουλλος (εκδότης του περιοδικού Ένωσις, ο οποίος συνήθιζε να δηλώνει δημόσια “καλός Τούρκος = νεκρός Τούρκος”) και τόσοι άλλοι (δείτε http://www.agra.gr/dilosi.html) να τα βάζει με τον απολυμένο εργαζόμενο ενός εκδότη και όσους τον υποστηρίζουν, για μια εργασιακή διαφορά, που όπως λένε οι ίδιοι θα λυθεί στο δικαστήριο;

Αυτό είναι το μείζον θέμα που διαφοροποιεί την υπόθεση Παλαιστίδη από μια κλασική εργασιακή διαφορά και στο οποίο οι διανοούμενοι αυτής της χώρας (στους οποίους ο υπογράφων δεν συμπεριλαμβάνεται) θα πρέπει να πάρουν θέση: Ένας πανίσχυρος εκδότης απολύει τον εργαζόμενό του και 50 πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες τρέχουν να καταδικάσουν όσους μικρούς και ασήμαντους στηρίζουν τον απολυμένο με τις διαμαρτυρίες τους. Παραδοσιακά η διανόηση στήριζε τον αδύναμο, ή τουλάχιστον στέκονταν με συμπάθεια απέναντί του, ακόμα και αν είχε άδικο. Τώρα όχι. Αυτή την αλλαγή “στρατοπέδου” ακούνε χιλιάδες αδύναμοι σ’ αυτή την χώρα. Και όσο λιγότερη ελπίδα για υποστήριξη νιώθει ο αδύναμος τόσο θα κατακερματίζεται η κοινωνική συνοχή, τόσο πιο βίαιος θα γίνεται. Όσο περισσότερο ο πιο δυνατός θα μπορεί να συγκεντρώνει χωρίς ρίσκο και μ’ ευκολία αυτή την τεράστια δύναμη πυρός για να κονιορτοποιήσει τον αδύναμο, τόσο θα πολλαπλασιάζονται αυτά τα φαινόμενα. Επιταχύνουμε συνεχώς την πτώση σ’ ένα φαύλο κύκλο, επικίνδυνο για τη δημοκρατία, τη κοινωνική συνοχή και την αριστερά, τουλάχιστον ότι έχει μείνει από αυτά.

Ανεξάρτητα από το αν θα έπρεπε να αναφέρεται σε «προοδευτικούς» διανοούμενους, ή προοδευτικούς (χωρίς εισαγωγικά) διανοούμενους ή απλώς σε διανοούμενους, το ερώτημα τίθεται εύγλωττα από τον σύλλογο βιβλιοϋπαλλήλων σε μια ανακοίνωσή του:
“ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΓΡΑ» ΚΑΙ Ο κ. ΠΕΤΣΟΠΟΥΛΟΣ ΒΡΗΚΑΝ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΥΣ» ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΡΙΞΟΥΝ.
ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΘΑ ΒΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ;”

Εσείς τι νομίζετε;

Αν θέλετε να πάρετε θέση υπογράψτε την ανοιχτή επιστολή προς τον εκδότη της “Άγρας” και τους διανοούμενους που τον στηρίζουν.

Μιχάλης Καβουριάρης

24/2/201


Ανοιχτή επιστολή προς τις εκδόσεις Άγρα και τους διανοούμενους που τις στηρίζουν

Η επιστολή:http://apolysiagra.wordpress.com/γιατί-να-πάρω-θέση/aνοιχτή-επιστολή-προς-τις-εκδόσεις-άγρ/

Υπογράψτε την επιστολή (για ακαδημαϊκούς, συγγραφείς, μεταφραστές): https://creator.zoho.com/greekingreece.gr/apolysiagra#

Ιστολόγιο ενημέρωσης για την απόλυση του Ντίνου Παλαιστίδη:http://apolysiagra.wordpress.com/

Which side are you on?

Κι έλεγα πότε θα παίξω αυτό το τραγούδι.*



*Ακούγοντας, διάβαζα το βυτίο.

Κώστας Δεσποινιάδης, "Οι 49 διανοούμενοι και ο απολυμένος Ντίνος Παλαιστίδης"

Εισαγωγικά (Radical Desire): Ο λόγος που το παρακάτω κείμενο του Κώστα Δεσποινιάδη --διευθυντή του περιοδικού Πανοπτικόν στο οποίο αναφέρθηκα παλαιότερα, όταν ανάρτησα μέρος της μετάφρασής του περιοδικού στο κείμενο του Walter Benjamin "Ο καπιταλισμός ως θρησκεία"-- δημοσιεύεται εδώ αντί για το έντυπο για το οποίο γράφτηκε αναφέρεται στο υστερόγραφό του. Θεωρώ επείγουσα την δημοσίευσή του και είμαι ευγνώμων που έφτασε στα χέρια μου. Οι καιροί δεν απαιτούν απλώς από τον καθένα μας να διαλέξει πλευρά. Μας αναγκάζουν να το κάνουμε,  είτε το θέλουμε είτε όχι, ακόμα και απέναντι σε ανθρώπους που γνωρίζουμε. Διότι έχουν διαλέξει ήδη οι ίδιοι την δική τους πλευρά. Θεωρώ ότι η συγκεκριμένη υπόθεση έρχεται, μετά τα όσα γράφτηκαν για τον Δεκέμβρη, να επιβεβαιώσει την πανηγυρική κατάρρευση της ψευδούς ενότητας που κρύβει η ετικέτα "αριστερά" που φέρει σχεδόν συλλήβδην ως carte de visite η εγχώρια ιντελιγκέντσια. Ως εκ τούτου, αποτελεί θεμελιακή προεικόνιση σφοδρών ανακατάξεων σε χώρους που επί μακρόν προστατεύθηκαν από κάθε πίεση για την ανάληψη πολιτικής ευθύνης. Είναι όμως, θεωρώ, καιρός η πολιτική διαφωνία να πάρει την θέση των προσωποπαγών σχέσεων που κυριαρχούν ανενόχλητες στον χώρο των ελλήνων διανοουμένων, είτε εκφράζονται δια της συντεχνιακής αλληλοϋποστήριξης συμφερόντων, είτε δια του ανταγωνισμού προσωπικών φιλοδοξιών. 




Οι 49 διανοούμενοι και ο απολυμένος Ντίνος Παλαιστίδης

"Μα οι κατάλληλοι άνθρωποι πάντοτε βρίσκονται – δεν έχουν τίποτα να χάσουν."
Μανώλης Αναγνωστάκης


Στις 17 Φεβρουαρίου κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο (και δύο μέρες μετά αναδημοσιεύτηκε στην Αυγή) ένα «Κείμενο υποστήριξης των εκδόσεων Άγρα» υπογεγραμμένο από 49 διανοούμενους (πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες, συγγραφείς, μεταφραστές κ.ά.). Βλέποντας κανείς τον τίτλο του κειμένου, θα υπέθετε εύλογα ότι οι εκδόσεις Άγρα και ο Σταύρος Πετσόπουλος διώκονται για κάποιο βιβλίο που εξέδωσαν, κινδυνεύουν με δίκες και καταδίκες, και –όπως θα ήταν αναμενόμενο σε μια τέτοια περίπτωση- οι διανοούμενοι του τόπου συσπειρώνονται στο πλευρό του εκδότη. Διαβάζοντας όμως το μικρό κείμενο που προηγείται των υπογραφών, διαπιστώνει κανείς ότι η αφορμή είναι άλλη (η απόλυση του βιβλιοϋπαλλήλου των εκδόσεων Άγρα Ντίνου Παλαιστίδη και οι συνακόλουθες κινητοποιήσεις συναδέλφων του για την ανάκληση της απόλυσής του).

Αν μη τι άλλο προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση η κινητοποίηση 49 γνωστών διανοουμένων για μια εργασιακής φύσης διαφορά σε μια επιχείρηση, και προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση ότι η κινητοποίηση αυτή δεν γίνεται υπέρ του… αντικειμενικά αδυνάτου, του υπαλλήλου, αλλά υπέρ αυτού που απ’ τις αντικειμενικές οικονομικές συνθήκες βρίσκεται στη θέση του ισχυρού, υπέρ αυτού δηλαδή που την επομένη της απόλυσης η ζωή του συνεχίζεται κανονικά και δεν βρίσκεται αντιμέτωπος με το φάσμα της ανεργίας και το χειροπιαστό και διόλου «θεωρητικό» ζήτημα της επιβίωσης.

Ο γράφων δεν μπορεί φυσικά να μπει στην ουσία της εργασιακής διαφοράς, μιας και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τα διαδραματισθέντα στην επιχείρηση, από θέση αρχής όμως, φαντάζομαι, κάθε άνθρωπος που δεν είναι θαυμαστής της Μάργκαρετ Θάτσερ βρίσκεται στο πλευρό του εργαζόμενου και όχι του εργοδότη.

Το κείμενο όμως των 49 διανοουμένων, πέρα από την αρχική έκπληξη, σε μια δεύτερη ανάγνωση προκαλεί το λιγότερο οργή ακόμα και σε έναν «ουδέτερο παρατηρητή», βρίθει λογικών αλμάτων και γεννά ορισμένα ζητήματα πνευματικού ήθους και μερικά, ρητορικά μάλλον, ερωτήματα. Λένε, για παράδειγμα, οι 49 στο κείμενό τους (ολόκληρο υπάρχει πλέον και στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Άγρα και εύκολα μπορεί να το βρει κανείς): "Εμείς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο έχουμε επί χρόνια συνεργασία με τον Σταύρο Πετσόπουλο και τις Εκδόσεις Άγρα και γνωρίζουμε όχι μόνο τη σπουδαία συμμετοχή τους στα γράμματα αλλά και τις εργασιακές συνθήκες απόλυτου σεβασμού του προσώπου των εργαζομένων και των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων τους που από την ίδρυση του εκδοτικού οίκου επικρατούν σ’ αυτόν."

Πρώτον, πώς είναι δυνατόν να ξέρει ένας συγγραφέας ένας μεταφραστής ή ένας καθηγητής Πανεπιστημίου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται οι πωλητές, οι αποθηκάριοι και οι κούριερ οποιουδήποτε εκδοτικού οίκου; Κατ’ αντιστοιχία, όταν παίρνουμε στα χέρια μας ένα καλοτυπωμένο βιβλίο, οποιουδήποτε εκδότη, ξέρουμε κάτω από ποιες συνθήκες δουλεύουν οι γραφίστες στα ατελιέ, οι πιεστές στα τυπογραφεία και οι υπάλληλοι των βιβλιοδετείων; Κατά δεύτερο, τι σχέση έχει η ποιότητα του εκδοτικού προϊόντος με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δουλεύουν οι υπάλληλοι του εκδοτικού οίκου; Με αυτή την «λογική», θα ήταν αυτονόητο ότι οι υπάλληλοι της αυτοκινητοβιομηχανίας Πόρσε, για παράδειγμα, δουλεύουν σε έναν επαγγελματικό παράδεισο και ουδεμία συνδικαλιστική διεκδίκηση εκ μέρους τους θα ήταν επιτρεπτή, εφόσον το προϊόν της εταιρείας τους είναι το καλύτερο της αγοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, το κείμενο στήριξης των συναδέλφων του Παλαιστίδη στην Άγρα και η απεργία στην οποία έχουν προχωρήσει με αφορμή την απόλυσή του θα έπρεπε να κάνουν τους υπογράφοντες περισσότερο επιφυλακτικούς.

Συνεχίζουν οι 49 διανοούμενοι στο κείμενό τους: "Τις τελευταίες μέρες με οργή και θλίψη διαπιστώνουμε ότι με αφορμή την απόλυση εργαζομένου από τον εκδοτικό οίκο, υπό συνθήκες που ασφαλώς θα κριθούν από τα δικαστήρια, ο εκδοτικός οίκος επιχειρείται να εμφανιστεί ως διώκτης των συνδικαλιστικών ελευθεριών που εκφοβίζει και απολύει εργαζόμενους. Τίποτα δεν είναι αναληθέστερο από τους παραπάνω ισχυρισμούς και γι’ αυτό αισθανόμαστε την ανάγκη να προβούμε σε δημόσια δήλωση για να προστατέψουμε τις Εκδόσεις Άγρα από τη συκοφάντηση και το διασυρμό." Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σοβαρά. Καταρχάς γιατί αποτελεί «συκοφάντηση και διασυρμό» η όλη κινητοποίηση, τη στιγμή που η επιθεώρηση εργασίας σε πρώτη φάση γνωμοδότησε υπέρ του εργαζομένου; Επιπλέον, από πότε το κατοχυρωμένο δικαίωμα στη απεργία συνιστά σπίλωση για το κύρος μιας επιχείρησης; Άραγε οι υπογράφοντες δεν διεκδικούν για τον εαυτό τους το δικαίωμα στην απεργία ή στην προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας; Όσοι απ’ τους υπογράφοντες είναι εκλεγμένοι σε συνδικαλιστικά όργανα του επαγγελματικού τους κλάδου, θεωρούν ότι η απεργία συκοφαντεί και διασύρει τον εκάστοτε εργοδότη; Δέχονται μήπως οι, στην πλειονότητά τους, δημόσιοι υπάλληλοι που υπογράφουν να παραχωρήσουν τη μόνιμη και εξασφαλισμένη από το κράτος εργασιακή τους θέση; (Εργασιακή θέση που, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είναι εξασφαλισμένη ακόμα και όταν κάποιος παραμένει επί 30 χρόνια καθηγητής πανεπιστημίου δίχως να έχει δημοσιεύσει ούτε ένα επιστημονικό έργο).

Δεν θα επεκταθώ σε άλλα «προβληματικά», τουλάχιστον, σημεία της επιστολής (μερικά θέτουν εξόφθαλμα υπό αμφισβήτηση την ειλικρίνεια ορισμένων εκ των συντακτών και προσβάλουν τη νοημοσύνη μας· πώς μπορεί, για παράδειγμα να ξέρει κάποιος τι συνέβαινε στον εκδοτικό οίκο από την ίδρυσή του, το 1979, όταν τότε ήταν μαθητής; Ή πώς μπορεί να ξέρει κάποιος τι συνέβαινε στα 30 χρόνια λειτουργίας του οίκου όταν έχει γνωρίσει τον εκδότη μόλις πρόπερσι; Για να μην αναφερθώ και σ’ αυτούς που ζουν 500 χιλιόμετρα μακριά από την έδρα των εκδόσεων (...)· και θα αναφερθώ σε ορισμένα ζητήματα πνευματικού ήθους που ανακύπτουν από την ασυνήθιστη αυτή κίνηση των 49.

Ιστορικά, η συλλογή υπογραφών έχει χρησιμοποιηθεί ως μια συμβολική κίνηση υποστήριξης κάποιου αδυνάτου, κάποιου διωκόμενου ή κάποιου που βρίσκεται στην φυλακή ή γενικότερα κινδυνεύει. Η χρησιμοποίηση του μέσου αυτού για την υπεράσπιση ενός εργοδότη αν μη τι άλλο το ακυρώνει και διαστρεβλώνει την ιστορικότητα αυτής της πρακτικής. Επιπλέον, η κίνηση αυτή των 49 έρχεται να προστεθεί σε πρόσφατες συλλογικές τοποθετήσεις διανοουμένων κατά τον περσινό Δεκέμβρη που όλες είχαν αντιδραστικό πρόσημο, για να το πω όσο πιο κομψά μπορώ. Κάποτε αναφερόμασταν με θλίψη στη σιωπή των διανοουμένων. Φοβάμαι ότι ο καιρός που θα παρακαλάμε να μην πάρουν θέση δεν είναι μακριά.

Σε ιστορικές στιγμές κρίσης και κοινωνικής έντασης όπως αυτή που διανύουμε η θέση που παίρνει ο καθένας είναι κρίσιμη και ενδεικτική. Από την εποχή του Σωκράτη έχει οριστεί με τον πλέον εύγλωττο τρόπο ο ρόλος του καλώς εννοούμενου διανοούμενου. Είναι αυτός που σαν την αλογόμυγα ξυπνά το ράθυμο άλογο της Πόλης και για «ανταμοιβή» τον ποτίζουν κώνειο ή τον ρίχνουν στην πυρά. Δυστυχώς, εδώ και καιρό βλέπαμε διανοούμενους να διαγκωνίζονται ποιος θα πρωτομπεί σε κρατικές επιτροπές και think tanks, ποιος θα ελιχθεί με ρασπουτινική δεξιοτεχνία στο ακαδημαϊκό κατεστημένο και ποιος θα εξασφαλίσει από νωρίς την κρατικοδίαιτη σταδιοδρομία του, προωθώντας ταυτόχρονα όσους περισσότερους μπορεί από το περιβάλλον του. Η επιστολή που υπογράφουν οι 49 διανοούμενοι υπέρ των εκδόσεων Άγρα, φοβάμαι ότι εγκαινιάζει μια νέα εποχή κατά την οποία οι «άνθρωποι του πνεύματος» αυτοπρόσφερτοι θα τάσσονται εναντίον του κάθε αδυνάτου με εξευτελιστικό αντίτιμο μια επιμελημένη και καλαίσθητη έκδοση.


Κώστας Δεσποινιάδης


Υ.Γ. Το κείμενο δόθηκε για δημοσίευση στα «Ενθέματα» της Αυγής -από όπου είχα στο παρελθόν ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας- στις 22-2-2010. Δύο ημέρες μετά με ενημέρωσαν ευγενικά ότι δεν μπορούν να το δημοσιεύσουν. Καλό είναι, στις αρχές του 21ου αιώνα, να θυμόμαστε όλοι ότι ο σταλινισμός είναι κυρίως νοοτροπία και λιγότερο ιδεολογία…

Εικόνα: www.ivygateblog.com

Addendum (Radical Desire): Το κείμενο των 49 και η ανακοίνωση των εκδόσεων Άγρα εδώ.

Parafernalia: Through the Loophole, 104. Δέκα φράσεις του συρμού.


Solo le pido a dios



Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Φυσική ιστορία

Τα ποιήματα αυτά ξεκίνησαν να γράφονται στο ιστολόγιο Radical Desire στις 26 Αυγούστου του 2008. Συνεχίστηκαν να γράφονται στο ιστολόγιο Through the Loophole εδώ και περίπου ένα μήνα. Εν τω μεταξύ, το σύνολο (34 ποιήματα όλα μαζί) πήρε μια κάποια μορφή για τον συντάκτη τους, και η προσωπική και πολιτική ιστορία που έλεγαν, τουλάχιστον στον ίδιο, όταν έμπαιναν σε μια συγκεκριμένη αλληλουχία, άρχισε να διαφαίνεται καθαρότερα καθώς περνούσε ο χρόνος. Τα ανεβάζω όλα μαζί εδώ στην τελική μορφή που πήρε η συλλογή αυτή που γράφτηκε χωρίς να το ξέρω. Διαγράφουν ένα κάποιο κύκλο, του οποίου όμως το τέλος δεν συμπίπτει με την αρχή. Θα ήθελα να πιστεύω ότι διασχίζουν μάλλον ένα διαλεκτικό σπιράλ.




Φυσική Ιστορία/Ποιήματα 2008-10

Περιεχόμενα
I. Η Εποχή του Σιδήρου
Η εποχή του σιδήρου……………………………………………5
Μετέωρα……………………………………………………………….7
Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1943……………………………….8
Ο διάσπαρτος βίος και πολλαπλός θάνατος
του Αλέξανδρου Σχινά………………………………………...9
Laika…………………………………………………………………….11
3461 Mandelstam………………………………………………..13
Μια τέτοια μέρα…………………………………………………….14
Στην κουζίνα………………………………………………………..15
Τέσσερα στοιχεία, λίγο μετά………………………………..16
Οι φράσεις που ζουν για πάντα…………………………..17
Φιλοκτήτης μαινόμενος……………………………………….18
Οι ηγεμόνες………………………………………………………….20
Άτιτλον………………………………………………………………….21

ΙΙ. Arcadia
Πλατάνια, Θέρμα Σαμοθράκης…………………………….23
Νήσος Μύκονος…………………………………………………….24
Οι μικρές ώρες……………………………………………………..25
Ερωτηματολογίου απάντησις……………………………….26
Πέντε αδέρφια……………………………………………………..27
Λευκής μαγείας πραγματεία………………………………..28
Andante Moderato……………………………………………….29
Μάτια μες στο ποτήρι……………………………………………30
Είδη σιωπής………………………………………………………….31
Kούπα……………………………………………………………………32

III. Fides
Επιστροφή…………………………………………………………….34
Fides……………………………………………………………………..35
Ένα τραγούδι………………………………………………………..36
Απ’ την ευθύβολη αναλγησία των καιρών…………..37
Άτιτλον ΙΙ……………………………………………………………..38
Άτιτλον ΙΙΙ………………………………………………………….…39
Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή…………………………….40
Αρχίλοχου, στρατιώτου ποιητού…………………………..41
Ενέχυρο…………………………………………………………………42
Το επόμενο θαύμα………………………………………………..43
Στο μέλλον δεν θα έχουμε λεφτά………………………..44



Ι. Η εποχή του σιδήρου

Η εποχή του σιδήρου

Στην αρχή, ξεπαστρέψαμε αυτούς που ζούσανε στα δέντρα:
Αιμομίκτες, φάρα διεστραμμένη, προσκολλημένοι
στο βυζί της μάνας τους ακόμα
παρά τα γένια τους και τα μαλλιά τους,
έτρωγαν και ερωτοτροπούσαν σαν τα ζώα ξαπλωμένοι
και σαν αισχρά, επαίσχυντα γουρούνια σκούζανε
όταν μες στο λαιμό τους μπήγαμε τη σκουριασμένη λόγχη
κι όταν κεντάγαμε στις μαλακές κοιλιές τους
με άλικο τα γράμματα του αποκαθαρμού.

Μετά εκστρατεύσαμε ενάντια στους βάρβαρους,
που ζούσαν πουλιά και ερπετά σκοτώνοντας
με σαϊτιές και πέτρες κοφτερές.
Ήταν πιο δυνατοί από τους άλλους τούτοι.
Τα σώματά τους όρθια, και οι γυναίκες τους κλεισμένες στις σπηλιές
αντί να τριγυρνάν λάσκα όπως των πρώτων.
Στη μάχη έβγαζαν κάτι ακατάληπτους αλλαλαγμούς.
Έζεχναν, θυμάμαι ακόμα, από ακάθαρτο φόβο και ζώο.
Να ναι καλά το μήκος των ακοντίων και η συνδρομή του τόξου
γιατί τον φόνο εκ του σύνεγγυς με δαύτους
δεν θα τον άντεχε άνθρωπος σωστός.

Όταν στομώναν τα μαχαίρια απ’ το αίμα
και κουραζόντουσαν τα γόνατα
παίρναμε αμίλητοι το δρόμο της επιστροφής.
Είχαμε ακόμα αβέβαιες τελετουργίες, ακαθόριστες·
τα σύμβολά μας σκέψεις ακόμα ημιτελείς πάνω στο χώμα.
Τις νύχτες έβγαιναν από μέσα μας συλλαβές και επιφωνήματα,
άλλες φορές στον ύπνο μας κι άλλες στον ξύπνιο
και έτσι βογγώντας και παραμιλώντας
λίγο-λίγο οδηγούσαμε ο ένας τον άλλο στα τυφλά
πάνω στο δρόμο που ενώνει νόημα και νόμο.

Δεν ξέραμε πολλά να πούμε ακόμα·
μόνο πως τούτα τα δυο ήταν ζευγάρι
αδιάσπαστο, με αίμα παντρεμένο, που η σάρκα το φοβάται.
Έτσι το γράψαμε τουλάχιστο ένα πρωϊνό
πάνω στις πέτρες των θυσιών και των βασάνων,
εκεί που σπάζαμε τους ασεβείς στα δύο με λοστούς.
Έτσι πια το χαράξαμε και στα νομίσματα τα πρώτα,
μαζί με νύχια του αρπαχτικού και εμβλήματα θανάτου.
Τέτοια εντολή κουβάλαγαν κι οι πρώτοι μας Θεοί,
αυτοί που γέννησε το αμόνι και η λάμα
και το σκοτάδι το πηχτό της νύχτας στο χωριό.



Μετέωρα

Ι
Πάγωσε μονομιάς θαρρείς ο σίελος του κόσμου
και αποκρυσταλλώθηκε κραυγή
απ’ τα ενδότερα.
Το τραύμα που αφήνει πίσω του
ο τοκετός το λέμε βράχο.

ΙΙ
Άλλες φορές φαίνεται πως η θάλασσα
τους ξέβρασε, όταν αποσυρθήκαν πια τα βάθη
όπου κοιμούνται οι έρημοι κρυφά
και ψιθυρίζουν τα οστά πνιγμένων.
Η σμίλη του ανέμου ανέλαβε να συμπληρώσει
το κείμενο που άφησε στη μέση το αλάτι.

ΙΙΙ
Ακάνθινο νιώθω το ίχνος τους
πάνω στο βλέμμα μου, τραχύ.
Άπτερο έντομο που περπατά στα δάχτυλα
μελαχρινού αγοριού μεσοκαλόκαιρο.

IV
Και όταν κοιμόμαστε στον ίσκιο τους
ποιος χρόνος μας καταβροχθίζει
με τα φρικτά του δόντια, ποια σιωπή;
Τα βράδια με τρομάζει
η θέα γιγάντων πίσω απ’ τις σκεπές
το υψωμένο χέρι μιας κατάρας
πάνω από σπίτια που καπνίζουν νυσταλέα.

V
Το σπέρμα νεκρών γαλαξιών
απόκοσμα ιριδίζει μες το χιόνι.
Βράδιασε, ψάχνουμε να ξεκουραστούμε.
Βλέπουμε τις ανάσες μας
μα το σκοτάδι ολόγυρα βαθαίνει.
Πέτρα και ουρανός έγιναν ένα.


Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1943

Ήταν πολύ το αίμα που υπόσχονταν τα πρωινά εκείνα·
τόσο που απόκαναν οι παπαρούνες στο σταθμό
κι έπαψαν να φοράν ξετσίπωτα το χρώμα
τόσο που ξεφουσκώσανε για τα καλά
οι αυτοκρατορικοί μανδύες των Βυζαντινών
και αφέθηκαν στο έλεος του σκώρου και της σκόνης
τόσο που βάζαν μόνα τους στο μαχαίρι το λαιμό
τα ζωντανά, μήπως κι εξαγοράσουνε
την τιμή της, που στων σφαγέων το κρεβάτι κυλισμένη
ονειρευόταν η ξεμωραμένη απαγωγές σωτήριες του Δία.

Κλειώ, χλωμή ερωμένη, δεν ξέρω τι ζητάς ούτε πώς να στο δώσω.
Με τρομάζεις. Το κάθε σου συρτάρι κρύβει πτώματα
και στα φόρεματά σου ανθίζουνε
σαν κίτρινοι λεκέδες οι ταυτότητες, οι πράξεις ληξιαρχείου
αστέρια πάνινα στο γαλαξία του χαμού.
Και στα μαλλιά σου ανεμίζουνε ονόματα
που ανασύρει, πλοκάμι μυθικό,
απ’ του θανάτου τα θολά τα βάθη το μελάνι
κάθε όνομα και όλεθρος, κάθε όνομα και κρίμα,
Ιωσήφ, Αβραάμ, Μωυσής, Σάρα, Έμμα, οδός Βαρώνου Χιρς,
Μπέρκεναου, Άουσβιτς...

Δεν έχει άλλο χώρο.
Σαν τα κορμιά στα βαγόνια στριμώχτηκαν οι λέξεις
και βαριανασαίνουν.
Σαν τον Βαρδάρη ξεχύνονται στους δρόμους
οι νεκροί, παρά την τόσην άνοιξη.


Ο διάσπαρτος βίος και πολλαπλός θάνατος του Αλέξανδρου Σχινά

Το βιβλίο το αγόρασα στη Σαλονίκη.
Σελίδα 75.
1913, Γεώργιος, Θεσσαλονίκη, πυροβολισμός, Αλέξανδρος Σχινάς,
πολιτικές πεποιθήσεις άγνωστες—
φερόμενος τρελός,
εθνικότης Έλλην,
ερωτηματικό—
εγώ στο αεροπλάνο για την Αμερική,
ένα αγκίστρι μέσα στον εθνικό οισοφάγο,
μια κάποια ανησυχία που
φωλιάζει σαν τυφλοπόντικας στα σωθικά.

Επιστροφή στην Κύπρο.
Άυπνη νύχτα, το όνομα αίφνης να επιστρέφει
απ’ τα σκοτάδια
σαν το κλειδί που έχεις χάσει
και ξαναβρίσκεις στις τσέπες σου
στο όνειρο.
Μυστηριώδης έµεινε πάσα σχεδόν λεπτοµέρεια του εγκλήµατος και αυτής της ανακρίσεως, ης ο φάκελλος
εξηφανίσθη ευθύς, µετά την διάδοσιν ότι την ηµέρα,
καθ’ ην εκλήθη (ο Σχινάς) εις το εν Θεσσαλονίκη ∆ικαστήριον προς
ανάκρισιν, πεσών εκ του παραθύρου, αυτοκτόνησε…

Κόντευε αιώνα το μυστήριο του θανάτου
κι ο μετεωρισμός της πράξης
Κι εγώ έτρωγα τα αποφάγια των εξορκισμών:
τρελό τον έλεγαν, πράκτορα των εχθρών, έκφυλο,
αιώνιο φοιτητή, αλήτη.
Πάνω στην έννοια του αρχείου
άπλωνε τα πλοκάμια το χταπόδι.
Ποτάμι το μελάνι της χολής των νοικοκύρηδων
τυφλές οι ερμηνείες σαν τις οδούς
των πολυκατοικιών που ξέχασαν την θάλασσα
και μας κρατάνε ομήρους στην Κρήνη, το Ντεπώ.

Τι είναι η πατρίδα μου;
Το σφίξιμο απ’ το κενό αέρος
μια θουκυδίδειος σκοτοδίνη
μία στημένη φωτογραφία όπου χαμογελάς με τους εκτελεστές
η αντανάκλαση του ψεύδους στον καθρέφτη
μια χαλασμένη οδοντοστοιχία από χαμένες δεκαετίες,
μια πόρτα που ξεβάφει σφαλιστή.

Αργότερα,
Transatlantic Telegraph, στους Times της Νέας Υόρκης,
20 Μάρτη του 1913.
Από την άλλη ακτή ο Σχινάς κοιτάζει,
λουσμένος στους ατμούς των πλυντηρίων του Fifth Avenue Hotel,
δυο χίμαιρες στο μαξιλάρι του.
"Mια πληγή χρειάζεται
ώστε να ανοίξει η ιστορία μας
στο φως, μια πληγή για να μπορούμε
να κοιτάμε μέσα"
του ψιθυρίζουν
σαν τις γάτες στο αυτί.

Αλέξανδρε, δεν έχει λυτρωμό
το λάθος που ήσουν
το λάθος που είμαστε
ψυχορραγεί στην Όλγας κάθε πρωινό.
Μπρος στα κομμάτια που γέμισαν το οδόστρωμα,
τον χάρτη όπου σκορπίζουμε,
τρέμει η βελόνα, κόβεται η κλωστή.


Laika

Ιδού τώρα παρελαύνει η λιτανεία της προόδου·
ιδού, αποκαλύπτεται
η έλλογη κατάληξις μοναχικών ονειρώξεων
υπό το φως φθορίου στα εργαστήρια
ιδού νέες αποικίες ανοίγονται, τρόποι αναδιάταξης
των πραγμάτων. Τώρα εξάγονται συμπεράσματα
έξω απ’ το ανθρώπινο κορμί. Δεν επαρκούν οι ομολογίες
που συλλέγουνε ξερογλύφοντας οι ιεροεξεταστές.
Δεν τους αρκούν οι χάρτες προς τα χωριά των ιθαγενών.
Ονειρεύονται πιο παγωμένες θάλασσες, πιο βουβά θέατρα,
πιο ξέπνοες αναρτήσεις εμβλημάτων.

Ο μπόγιας που ήξερα στη Μόσχα αλλάζει εμφάνιση διαρκώς.
Μία προβάρει τις περούκες του Νεύτωνος και του Κοπέρνικου,
μια τη μικροφωνική χροιά του κρατικού εκπροσώπου,
μια κουδουνίζει την αρμαθιά με τα κλειδιά.
Καθώς απλώνεται η μυρωδιά της κάψας
που αναδύουνε τα δίποδα μόλις οσμιστούν υπέρβαση
σφραγίζεται η θυσία διακριτικά με το κοχλάζον αίμα μου
μακριά από θεατές, όπως στις τραγωδίες.
Μόνο που ανάμεσα στον φόβο
και τον έλεον
στέκεται ο κέρβερος γρυλίζοντας αδέσποτος
με δόντια ανήμπορα, το κάτουρο ποτάμι.

Γκιοργκ Φρήντριχ, σου επιστρέφω το αντίτυπο
της Φιλοσοφίας της Ιστορίας
ιδού ως αντάλλαγμα μια συλλογή γραμματοσήμων
όπου στοχάζομαι πυραύλους ή κοιτώ
από το τζάμι καθώς συνηθίζουνε οι της ράτσας μου
όταν μας βγάζουν βόλτα στους αυτοκινητοδρόμους.
Κατανοώ, κατανοώ. Ήμουν εκεί στο ξερίζωμα της
αυτοκρατορικής φύτρας, ήμουν εκεί,
στη σύλληψη αιματηρών
συνομοσιών, ήμουν εκεί,
στην περιφέρεια των βασιλικών πορτραίτων,
στα πόδια νάνων και παιδιών.
Ήμουν εκεί,
άηχη πίσω απ’ το τζάμι των αφηγήσεων,
θνησιγενής, εκ των προτέρων νεκρή, εκ των υστέρων ζώσα,
ήμουν εκεί,
δίπλα απ’ το μεγάφωνο
που διακομίζει τις φωνές των φαντασμάτων.

Γκιοργκ Φρήντριχ, ξέρεις πώς φαίνεται
η όψη της ολότητας
απ' τα νεκρά μάτια μιας σκύλας
που μετεωρίζεται στα άστρα;


3461 Mandelstam

Ώστε η μαύρη γη ·
ώστε η μαύρη γη να σκεπάσει το αλέτρι
που σκάβει στου χρόνου το χωράφι.
Ώστε να απλωθεί στο χώρο η αλληλουχία των οστών
ώστε να γεμίσει ο ορίζοντας απ’ τ’ αρχιπέλαγα των σπαραγμών
ώστε οι λέξεις που ανασύρθηκαν απ’ τα πηγάδια
να αναφλέγονται διάσπαρτα στις εχθρικές γραμμές.

Ώστε καιόμενοι βάτοι να καπνίζουμε τα απογεύματα στις εξορίες,
ώστε ως αποφάγια στο στομάχι του Λεβιάθαν
να αναδυόμαστε ξινοί και αναφομοίωτοι,
ώστε ως εγκατελειμμένοι απ’ τις Γραφές πιστοί
στων μανιφέστων τα βυζιά να ξεδιψάμε,
ώστε σφαχτάρια στην ποδιά του λινοτύπη
που επιβλέπει εκτυπώσεις της Ωδής να αιμορραγούμε,
ώστε να διαμεσολαβούμε ανάμεσα στην πληγή
του γράμματος και την ηλεκτροδότηση
τρεμάμενοι καθώς ανοίγουμε στο φως σαν φάκελοι υπόπτων.

Μπούκωσαν ούτως ή άλλως
τα μαυσωλεία Όσιπ. Ανοίγουν τάφους παντού
τώρα. Zούμε, αλλά δεν αισθανόμαστε τη γη
κάτω απ’ τα πόδια μας·
οι δρασκελιές μας αιωρούνται στο κενό
δεν ταξιδεύει πια ο ήχος της ανάσας μας
μόνο η μυρωδιά μας έμεινε
κι οι αλεπούδες όλο και μας ζυγώνουν.


Μια τέτοια μέρα

Μια τέτοια μέρα τρώγαμε γύρω απ’ το τραπέζι
κι ίσως γελούσαμε, ίσως να χασμουριόμασταν
και ίσως σκεφτόμασταν το απόγευμα ταινίες
στον καναπέ· πέρασαν εννιά χρόνια.
Σήμερα ο πατέρας μου χωρίς δόντια
μέσα απ’ τη μάσκα οξυγόνου τραύλιζε κάτι
στο τηλέφωνο, δεν άκουγα καλά.
Ολόγυρά μου μύριζε αναισθητικό και θλίψη
Αθήνα οι γονείς μου, εγώ στη Λευκωσία
πίσω στη Σαλονίκη μόνο φαντάσματα
δίπλα μου έπαιζε ο μικρός
σκόρπια ζωή κι αυτός
το παζλ του ασυμπλήρωτο,
κομμάτια που χαθήκαν κάτω απ’ το χαλί
των ημερών που πέρασαν
που όταν ξυπνήσει θα τα ψάχνει κλαίγοντας
όπως συμβαίνει μερικές φορές άγρια χαράματα.
Κι εμείς οι δυο να ακουμπάμε πια
μόνο με ξυραφιές,
από τον εαυτό του ο καθένας χωρισμένος
χαμένος απ’ τα ίδια του τα μάτια
σαν τον άγνωστο που απ’ τον σταθμό καθώς κοιτάς
μακραίνει μες στο τραίνο.
Κανένας δεν το γνώριζε.
Κανείς δεν διαισθάνθηκε του μέλλοντος την ψύχρα.
Κανείς δεν το πε πως σαν φυσήξει αέρας,
σα φύλλα θα σκορπίσουμε του Νιόβρη ορφανά.


Στην κουζίνα

Ήμουνα πάλι στην κουζίνα
μια Κυριακή απόγευμα.
Έξω ασημένια βελονιά
και γω, απ’ τα τετράδια
και τους ατμούς της χύτρας
αναδυόμενος, να χάνομαι
μέσα στο δάσος της φορμάϊκας
σαν ξυλοκόπος χάρτινος, μικρός.
Σαν το ρολόι όλα πένθιμα ηχούσαν
το γάλα στο ποτήρι ζάρωνε
όπως εγώ μεσ’ την μπανιέρα
τις μέρες που κρυώναμε.
Τα ρούχα, πεταμένα
πάνω στην καρέκλα
μοιάζανε τραυματίες φριχτοί
απ’ τις εφημερίδες.
Γκρίζο ήτανε το όνειρο.
Είχανε ξεθωριάσει πια τα χρώματα
που μέτραγαν το κόστος
Βουλγαροκτόνου με Δαβάκη,
στο έτος των σεισμών.


Τέσσερα στοιχεία, λίγο μετά

Στις μεθυσμένες ψαλιδιές δυο αστραπών
οι πανοπλίες των νεφών αίφνης διάτρητες.

Καθώς πια βρέχει, βυθίζονται έκπληκτα τα δέντρα
με τις μουσούδες τους τη λάσπη γλύφοντας.

Όλα είναι τώρα πιο βαριά. Σκουραίνει η στιλπνότητα
της χλόης. Και στων σκυλιών τη ράχη
ο ψύλλος ονειρεύεται μέλλουσες αποικίες.

Βουλιμικά τα στόματα της γης
πάνω που μάχονται να καταπιούν, ξερνάνε πάλι.

Της στάχτης που μας κέρασαν όσα γινήκαν ήδη
έμεινε μόνο η οργή, κι ο θρήνος του αέρα.

Καήκαν όρθιες οι κιβωτοί πριν το νερό πατήσουν.


Οι φράσεις που ζουν για πάντα

Δεν τις ζηλεύω, τις φράσεις που ζουν για πάντα.
Τριγυρνάνε με κάτι φθαρμένα παλτά, τρικλίζοντας,
κι όταν θυμώνουν, εκσφενδονίζουν
δυο-τρεις ξεδοντιασμένες απειλές
καθώς τις δυο τους μαραμένες πια γροθιές
μικραίνουνε τα ρούχα, λες κι ήταν το πετσί
που μάζεψε στο πλύσιμο, τόσες και τόσες Κυριακές
που βάζαν τα καλά τους να βγούνε στην πλατεία.

Πάει καιρός που ξέχασαν μάνα και κύρη.
Ούτε ορφάνια πια δεν θυμούνται. Νέες ακόμα έπεσαν
σε χέρια επιτήδειων. Η λευτεριά τους είναι
δυνάστες στιβαγμένοι ο ένας πα’ στον άλλον,
έτσι που εξέπνευσε στο τέλος και η ίδια η σκλαβιά.
Τις ξεχνάς ή τις θυμάσαι το ίδιο πράμα.
Ούτε που ξέρουνε κι αυτές τη διαφορά.
Μόνο κάποιες στιγμές που φεύγει η θολούρα
απ’ το μυαλό ρωτάνε

αν είναι αυτό το Καθαρτήριο
το κρίμα μου ποιό είναι και δεν έχει πληρωθεί;


Φιλοκτήτης μαινόμενος

Μη με ρωτάτε για τον πόλεμο.

Ούτε τη ματοκυλισμένη σκόνη της Τροίας κουβαλάω στα ρούχα μου
ούτε κλαγγές σπαθιών και ουρλιαχτά συντρόφων
μεσ’ τ’ αυτιά μου. Μόνο τον απεχθή εκείνο παφλασμό
του κύματος πάνω στον ξεχασμένο βράχο,
τ' αλάτι που σκαλίζει την ηλίθια επιμονή της πέτρας
όπου αντικρίζω στεφανωμένος με τα φύκια
την αλμυρή μου τη ντροπή.

Χωρίς μια μάχη πέρασε η ζωή, αλλά η πληγή, πληγή.

Τι κι αν σκορπίσανε τα εντόσθιά τους σύντροφοι
μέσα στα χώματα αναζητώντας
δόξα ή εκδίκηση ή μία τέλoς πάντων ομηρική αράδα·
εγώ κυλιέμαι σαν τον σκύλο μακριά απ' τα γεγονότα.
Δεν έχει λυτρωμό το σφίξιμο των γνάθων μου·
στην άμμο γράφονται όλες μου οι στριγγλιές
και οι βρισιές και οι κατάρες μου άδεια όστρακα κατάντησαν
κέλυφος μόνο αδειανό, η σάρκα τους λιωμένη.

Κι έτσι όπως σαπίζω και σαπίζω χωρίς τέλος,
έγινε η αρρώστια μου νησί, και το νησί αρρώστια.
Αυτάρκης ξετυλίγεται, γύρω απ’ τον εαυτό της
και έτσι, έναν ακόμα βρήκε ο δαίμονας τρόπο να με σαρκάσει:
φιδιού κουλούρα ο πόνος μου, φίδι και η πηγή του.

Το ξέρω πώς θα έρθουνε κάποτε να με βρουν
ένδοξοι κάποιοι Αχαιείς και βιαστικοί για δράση.
Οι καιροσκόποι άλλωστε καιρό πάντοτε βρίσκουν·
άλλοτε αρκετό για να ξεχνούν, άλλοτε να θυμούνται.
Δεν θα χουν δώρο γιατρειά. Θα ρθουν για ένα διάλειμμα
αφηγηματικό, παρένθεση στο δράμα,
μια αφορμή να αλλάξουν φορεσιές οι πρωταγωνιστές
καθώς θα ανακλαδίζεται του έθνους η ομήγυρη
ανάμεσα σε τζίτζικες και σε χασμουρητά.

Θα ρθουν να αρπάξουν απ’τα χέρια μου ό,τι έχει απομείνει.
Μια δήλωση ευπείθειας, ή εθνικοφροσύνης,
αλληλεγγύης με τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής—
ο Οδυσσέας έχει πρόσωπα πολλά, κανένα τους δικό του.
Και γω θα τους τα δώσω κι αυτά και άλλα,
ο ευτελής, κι ας συνεχίζει να ζέχνει το ποδάρι μου
κι ας συναντάει της ψευτιάς η άυλη μπόχα της σάρκας το σκουλίκιασμα
κι ας φτάνουνε κι οι δυο τους ως πάνω, στου Ολύμπου τα ρουθούνια.

Τόσο πολύ με τσάκισε αυτή η εξορία.
Τόσο πολύ σιχάθηκα το κρώξιμο του γλάρου.


Οι ηγεμόνες

Μιλούσαν, κι ανοιγόκλεινε νεκρού ψαριού σαγόνι,
οι ηγεμόνες. Δέρμα φιδιού, φίλντισι
στα μανικετόκουμπα, και στο λαιμό
το μήλο του Αδάμ το τρώει σκουλήκι.

Κλικ-κλικ κάνουν οι λέξεις τους.
Κλικ, και υποδέχονται την αυγή τα περίστροφα
των αξιωματικών και οι εκτελεσμένοι
Κλικ, και εκπυρσοκροτούν πάνω στις κόλλες
οι γραφομηχανές του ημιορόφου
Κλικ, και σφαλίζουν ηδυπαθώς τις πόρτες
διαμπερών διαμερισμάτων οι νοικοκυραίοι.

Έτσι μιλούσαν,
κι ήταν θηλιές για σένα και για μένα οι γραβάτες τους
φύτρωναν ικριώματα κρυφά μεσ’ την κουζίνα μας
και λαιμητόμοι το πρωί που ξυριζόμαστε πριν τη δουλειά
με τη σκιά του γερακιού επάνω στον καθρέφτη.


Άτιτλον

Την πόρτα βλαστημώντας σα γερόντια
έκλεισαν πια τα αυτιά μου.
Οι γλώσσες μου η μία πάνω στην άλλη κουλουριάστηκαν
φίδια χορτάτα, και κοιμούνται.
Πνιγήκανε τα μάτια μου στων λέξεων το θάμβος.
Δυο άδεια χέρια μείνανε, να βηματίζουν
νευρικά, βήχοντας τον καπνό
να ράβουν πάνω στο χαρτί διακριτικά της ήττας
ένα για κάθε μια πληγή της λόγχης των πραγμάτων.


II. Arcadia

Πλατάνια, Θέρμα Σαμοθράκης

Τα αίτια θανάτου ασαφή.

Ίσως σας έθελξε η ακατάπαυστη κίνηση των σκιών
στο σώμα των υδάτων ώσπου, λιγοθυμώντας
από επιθυμία για ταξίδι, αφήσατε να σας ζέψουν,
ως πλάνητες Αλέξανδροι, το κάστανο και η περικοκλάδα.

Ίσως σας κούρασαν οι εκστρατείες της ακρίδας
η φλυαρία του νερού και οι θυμοί των βράχων
και έγιναν μονότονες οι μεταναστεύσεις των πουλιών,
και αβάσταχτο το χαίνον θέαμα του ουρανού.

Ίσως, πάλι, από ένα ύψος να φαίνονται όλα πράματα ανιαρά,
της μέρας ενοχλήσεις που ξεχνάς να θυμηθείς
καθώς σε όνειρο βυθίζεσαι, μέσα στις φυλλωσιές
ασφυκτιώντας άηχα, δίχως έγνοια.

Λογίστε με παρ’ όλα αυτά πιστό στην αφεντιά σας.
Μπρος σε θεόρατα κουφάρια μεγαλώνοντας
έμαθα χρόνο με το χρόνο να γιορτάζω άλλο Πάσχα.


Νήσος Μύκονος

Νύχτα· άφαντη η ακτή

Στο υπογάστριο της θάλασσας
το πιο βαθύ σκοτάδι
και στο κατάστρωμα όλα τα συμβάντα
εσωτερικά.

Στιγμές που απ' τα πρόσωπα
σωσίβια προβάλουν φωσφορίζοντα
στιγμές που ο προορισμός
όλο και ξεμακραίνει
στιγμές που δεν υπάρχει το καράβι.

Και ύστερα το μούδιασμα
κι η ηλικία της μέρας
κι ύστερα η αυγή
και να ροδίζει σαν το μάγουλο παιδιού
ο πρωϊνός καφές.


Οι μικρές ώρες

Σα μετανάστες τις Κυριακές
βγαίνουν στους δρόμους οι ώρες οι μικρές.
Οι μηχανές σωπαίνουνε για λίγο
η επικράτεια του θορύβου βουλιάζει στη δροσιά
και στο σχολείο των πουλιών
τα ράμφη συλλαβίζουνε το φως
και το τρεμούλιασμα το πρωινό του φύλλου.

Το βάρος όλο αυτού του κόσμου αιωρείται σα σκοινί
όπου χοροπηδούνε φτερωτά τα πόδια κορασίδων.
Είναι η στιγμή που οι στέγες των σπιτιών
μπήγουν τα νύχια μ’ αγωνία στο μπετόν.
Μόλις που αντιστέκονται στην τόση αλαφράδα
μόλις που καταφέρνουνε τον ύπνο να φυλάξουν.


Ερωτηματολογίου απάντησις
(Της Σταυρούλας)

Η γλώσσα που θα μιλάμε στον παράδεισο
θα είναι τούτη που μιλάμε τώρα δα·
μόνο που θα έχει περισσότερες ανάσες.
Δεν θα 'χει στίξη. Κυρίως δεν θα χει
παρενθέσεις και εισαγωγικά.
Όλες οι λέξεις θα ναι λεύτερες
από νόημα, και κάθε πράγμα θα σημαίνει κάτι άλλο
από το ίδιο, και το άλλο θα σημαίνει κάτι
όχι τελείως αλλιώτικο από το πρώτο,
και όλα θα σημαίνουν
κάτι άλλο και το ίδιο μαζί.

Όσο για τη μορφολογία, θα είναι άδηλη.
Και η σύνταξη δεν θα χει δέντρα αλλά πουλιά
και η φωνολογία θα συνίσταται στη μίμηση
ιχθύων και σκαντζοχοίρων κατά τους μήνες της αναπαραγωγής
και η σημασιολογία θα εγκαταλειφθεί
ως πεπτωκύια γνώσις, κατάλοιπο παρεξηγήσεων
γύρω απ’ τη σωστή χρήση οπορωφόρων δέντρων·
το ναι και το όχι έχοντας πια συμφιλιωθεί
ούτε απαγορεύσεις θα εκδίδονταν, ούτε εγκρίσεις βλέπεις.

Τότε λοιπόν η ποίησις και η ομιλία,
έχοντας πια βρει την άκρη μεταξύ των
θα εγκατέλειπαν πια την έριδα που τις χωρίζει
τόσα χρόνια: ωσαννά θα έλεγεν η ομιλία
και ωσαννά η ποίησις θα απαντούσε
κι ούτε θα καταλάβαιναν η μία την άλλη·
μόνο θα χαμογέλαγαν, κι εξόριστη για πάντα
θα έμενε η μετάφραση, για να φυλά τις πύλες.


Πέντε αδέρφια

Ένα μικρό, αλαφροίσκιωτο, που όταν καλοκαιριάζει
στο πάτωμα ξαπλώνει
ανάμεσα σε ψίθυρους και σε πυγολαμπίδες.

Ένα δύστροπο, που το κρεβάτι αφήνει
δύσκολα, στα άλλα τ'αδέρφια γαντζωμένο,
αυθάδες, μ' ανατροφή κακή.

Ένα μονίμως με μανίκια σηκωμένα για καυγά
θερμόαιμο αυτό, λάγνο συνάμα,
γνήσιο θρέμμα της αλάνας.

Ένα ιδεαλιστικό, κεφάλι μεσ' τα σύννεφα χαμένο
που όλο δρόμους βλέπει, κι όλο προτρέχει
ξέπνοο, κι όλο διψά για μέλλον.

Τέλος το πιο μοναχικό. Άλλο σκαρί το σώμα του
θαρρείς, έφυγε σ' άλλη χώρα.
Συγγενικό παρ' όλα αυτά με τ' άλλα.

Όταν τυχαίνει μια φορά και σμίγουνε τα δυο τους
τα άλλα τρία δίπλα τους στριμώχνονται
φρόνιμα ξάφνου, σιωπηλά, για χάρη μαρτυρίας.


Λευκής μαγείας πραγματεία

Εν μέσω τυφώνος σείεται των κεκτημένων η δομή:
Ίπτανται στους αιθέρες, τα μάτια τους μια έκπληκτα
σαν σκύλων, μια ήμερα σα γάλα στο φλυτζάνι
τις μέρες τις συνηθισμένες, που τρως το πρωινό.

Μεταναστεύει προς βορά η πόρτα,
λεύτερη από μεντεσέ, κι' από σκοπό και χρήση
και στη βροχή το πάτωμα φουσκώνει
λες και καράβι ήτανε, συνάμα και πανί

κι όλη την ώρα πέφτουνε πολύχρωμα τα ρούχα
μιας μεθυσμένης μουσικής ουράνια κονφετί
και αιμορραγούν τα ερμάρια μυστικά —ορφάνεψε η αράχνη—
και όλα είναι έκθετα και καθαρά μαζί.

Τανάλια τα θεμέλια ξεδόντιασε.
Χώρισαν τα δοκάρια, σκουριάσαν τα καρφιά.
Τι έμεινε; Δυο άλικα παπούτσια που τα τακούνια τους χτυπάς
άστεγος πλέον, χωρίς επιστροφή.


Andante Moderato

Εάν επρόκειτο για ποίημα ερωτικό, θα ήτανε πιο εύκολο.
Θα έγραφα για την φτερωτή ικμάδα των ποδιών σου,
τις φλέβες σαν υπόγεια ποτάμια
κάτω απ’ την αρραγή, σχεδόν διάφανη εξίσωση
του δέρματος, και τον λαιμό σου,
ανάλαφρο ερωτηματικό αλαργινού πουλιού
που ξεδιψάει σε σκοτεινά, υπάνεμα νερά.

Όμως δεν πρόκειται για τέτοιου είδους άσκηση.
Οι λέξεις μία-μία ανοίγουνε τα χέρια τους
και απ’ τις παλάμες τους κυλάει χάμω
η επιθυμία. Καθώς τινάζεις από πάνω σου τη σκόνη
των σχημάτων, οι ξώβεργες φαντάζουν θλιβερές,
τα δίχτυα μάταια· μένει το αποτύπωμα της πρόθεσης μονάχα,
γελαστό, σαν να ’τανε φρεσκοβαμένο σπίτι.


Μάτια μες στο ποτήρι

Όταν βυθίζομαι
στον ήλιο
βυθίζομαι
στον πάγο
βυθίζομαι αργά
σαν ρούχο
που μουσκεύει
μεσ’ τη σκάφη
όταν βυθίζομαι
είμαι το δάχτυλο
στο μέλι
το έντομο
στο κεχριμπάρι

Είμαι το βουνό
Είμαι ο βυθός
κατασταλάζω αθόρυβα
διακρίνω ατμούς
μετράω το κριθάρι
διατρέχω την απόσταση
συλλέγω τις λέξεις
αναγγέλω τα σύννεφα
καταπίνω τον χρησμό
εξαφανίζομαι εδώ, μπροστά σου.


Είδη σιωπής

Η σιωπή του βελούδου καθώς υποδέχεται, για παράδειγμα,
ένα ακριβό μονόπετρο, ή απορροφά ένα ψίθυρο συνομωσίας
πίσω από πόρτες υψηλές, ή πνίγει τον θόρυβο
που προκαλεί μια αδιακρισία μεταξύ ζεύγους
αγνώστων υποτίθεται χεριών εν μέσω δεξιώσεως.

Η σιωπή του τοίχου σε ένα φτωχικό δωμάτιο
καθώς ο νέος ένοικος κάνει σκέψεις απελπισίας,
ή μια γυναίκα σκέφτεται τις ώρες που περνούν
με μάρτυρες τον φούρνο ή τα πιάτα,
τις ζάρες που μεσολαβούν ανάμεσα στα δάχτυλα και το σεντόνι.

Η σιωπή του γρασιδιού μια μέρα ανοιξιάτικη
γεμάτη από ήχους του αδήλωτου και του μικρού,
μίας ακρίδας ή μίας διμοιρίας μυρμηγκιών
καθώς εσύ αφήνεσαι στην νύστα και το δέρμα σου
κι αυτό ερωτοτροπεί με άνεμο διαχυτικό, με πλάνη ήλιο.

Η σιωπή του μπλε ή του μαύρου στον καμβά,
που πλημμυρίζει το δωμάτιο καθώς μεταμορφώνεται
η ίδια σε σφουγγάρι, τα δόντια της γεμάτα απ’ το μεδούλι
του φωτός. Μια σιωπή παλλόμενη,
φωσφορίζουσα, με την καρδιά της βρεγμένη στο μελάνι.

Η σιωπή του ενυδρείου, πολύχρωμη, χορευτική,
κρυμένη σε ανύποπτες κρυψώνες.
Η έκθλιψη, ξαφνικά, του ορατού· το σπέρμα του άηχου
μέσα στις φυσαλίδες που εξέρχονται από το στόμα ενός ψαριού.
Η απουσία του ανέμου στην κυματίζουσα χλωρίδα.


Κούπα
(της Σ.)

Μισό μηδέν:
λευκό χιόνι
πορσελάνης
βάζεις τον δείκτη
μέσα και λες
ευχαριστώ και
γρήγορα, δεν
περνάει πολύ
ώρα,
οι ατμοί σε
χαϊδεύουν
στο πρόσωπο
χωρίς προφητεία
αλλά με μια
κάποια
παρηγοριά,
γιατί έξω
βρέχει πικρή
βροχή.


III. Fides

Επιστροφή

Αργά ή γρήγορα, από την άλλη πλευρά ξαναπροβάλλεις, αγνώριστος.
Ταξίδι κάθετο, χωρίς ξεπροβόδισμα,
αναβατόρι λυσσασμένο, πάνω-κάτω
(αυτή η άλλη Αμερική, γεμάτη κάρβουνο!)
Η θέρμη από τα έγκατα ακόμα στα μαλλιά.
Στα πόδια περισσότερες απ’ το δέρμα οι πληγές.
Μαρμαρυγή περίεργη στα μάτια.

Εδώ είναι ακόμα η χαίνουσα ρωγμή, το έδαφος που πάλλεται
η σκόνη που αφήνει ο κουρχνιαχτός αγγέλων.
Να και το τόξο που ο μικρός άφησε τεντωμένο
τα βέλη όλα να συγκλίνουν, μεγάλα και μικρά
για να χτυπούν στο κέντρο, ώστε η καρδιά της μέρας
όπως ανοίγει, από μέσα της εσύ να επιστρέφεις.

Πώς γέμισε η στέρνα πάλι με νερό, μυστήριο.
Λες και υφίστανται αντίποδες του ουρανού.
Λες και βρέχει ξάφνου από κάτω.
Όπως και να χει, αναβλύζει, πιες, λήθη για όσα ξέχασες!
Τα κρίματα όλα συγχωρεμένα από πριν.
Τακτοποιημένα σε κοιτούν τα πιάτα στο τραπέζι
και το μαχαίρι έχει ακόμα όλα τα δόντια του στο στόμα.


Fides

Τα δικαιώματα αυτού που δεν καταλαβαίνω νοιάζομαι.
Είναι ο μηρυκασμός χίλιων ανοίξεων στον κρόταφό μου.
Είναι ο αέρας που ανασαίνει στον αυχένα μου.
Είναι ο κεραυνός που διακόπτει την συνομιλία των οστών μου.

Τη μιλιά που μ’ αφήνει ξέπνοο αφουγκράζομαι.
Είναι μια στοά ανθρακωρυχείου στα πνευμόνια μου.
Είναι φωτοβολίδες ναυαγού μεσ’ στο στομάχι μου.
Είναι μια αόρατη διαδήλωση στα δάχτυλά μου.

Τις προσταγές αυτού που δε μ’ ακούει υπακούω.
Είναι μια θάλασσα θολή μέσα στο αίμα μου.
Είναι ο ήχος μιας σειρήνας στο μυαλό μου.
Είναι μια πτήση χαμηλή μέσα στο βλέμμα μου.

Ό,τι δραπέτευσε απ’ τα χέρια μου υπερασπίζομαι.
Είναι το πλάνο απόδρασης που σχηματίζουν οι λέξεις.
Είναι το αναπάντεχο τηλεγράφημα στην πόρτα μου.
Είναι το καραβάνι που ακολουθεί η σκιά μου.

Πότε έγινε φυλακή ο θώρακας;
Πώς θα αντέξεις, σώμα μου, τόσων αλόγων
την αχαλίνωτη ορμή, τόσων οπλών τα ποδοβολητά
τόσων στοιχειών βουβά επισκεπτήρια;


Ένα τραγούδι

Ποιοί είναι αυτοί που μιλάνε
όταν δεν ξέρουν μια
γλώσσα να μιλήσουνε;
Ποιοί είναι αυτοί που μουντζουρώνουν
τα τετράδια, που ζωγραφίζουν
καράβια που βυθίζονται, ποιοί
είναι αυτοί που συνθηματολογούν
στο κρεβάτι
και παραμένουν
μουγγοί στις συγκεντρώσεις
ποιοί είναι αυτοί που μας εκνευρίζουν
με τη φάτσα τους κάθε φορά
που συμφωνούμε
να συμφωνούμε όλοι εμείς;

Ποιοί είναι αυτοί που δεν ξέρουν το
όνομα του συμβολαιογράφου στη γωνία;
Ποιοί είναι αυτοί που δεν χαιρετούν τον υπουργό;
Ποιοί είναι αυτοί που δεν βάζουνε
τα γράμματα σωστά με τη σειρά;
Ποιοί είναι αυτοί που δεν ήρθανε στο γάμο
και δεν κλαίνε στις κηδείες
ποιοί είναι αυτοί που αγνοούν τα προσκλητήρια;

Δεν ξέρουμε.

Δεν ξέρουμε πού είναι το κρεβάτι μας που είναι το ταβάνι
πού είναι ο κόκκορας, ο πυροκροτητής
πού είναι τα ρούχα μας, πού είναι το πάτωμα
οι εραστές μας. ο προσωπικός μας εξομολογητής.
Φταίμε και μεις φταίνε και οι άλλοι
όλοι φταίμε όλοι δουλεύουμε ξεχνάμε αγγίζουμε
τρώμε κοιμόμαστε συλλέγουμε
πεθαίνουμε πεθαίνουμε πεθαίνουμε.


Απ' την ευθύβολη αναλγησία των καιρών

Απ’ την ευθύβολη αναλγησία των καιρών
έπεσες χτυπημένη άλλη μια φορά ψυχή.
Θα πρεπε να υπάρχουν νόμοι για τούτα τα πράγματα.
Θα πρεπε να αποσύρονται εκ της κυκλοφορίας
τα τσακισμένα οχήματα, να παραδίδονται στο αγριολούλουδο
και την τσουκνίδα οι λαμαρίνες.
Θα πρεπε να καλλιεργούνται ακόμη
και τα σφάλματα με κάποια μέριμνα,
με κάποιον τέλος πάντων σεβασμό σε ό,τι παρεκτράπη.

Αντ’ αυτών, βλέπουμε μια διάχυση συναισθημάτων
την ανυπόστατη φημολογία των λωτοφάγων
να τρώει τα πάντα σαν τερμίτης.
Αντ’ αυτών, κυκλοφορούν τα της επικαιρότητας
πάνω σε ξυλοπόδαρα σαν μεθυσμένοι
σαλτιμπάγκοι της σειράς.

Μόνο οι τρελοί ονειρεύονται τώρα με τα μάτια ανοιχτά.
Στους δρόμους παρελαύνουν τα λογότυπα πολυκαταστημάτων
και από πίσω διάτρητοι, ντυμένοι επιδέσμους, οι καταναλωτές.
Εκρήγνυται κανείς βραδυφλεγώς, με δόσεις χαμηλότοκες.

Απουσιάζουν τα θηρία απ' τον όμορφο αυτό κήπο.
Μόνο κλουβιά προς θέασιν και τέρψιν του κοινού.


Άτιτλον ΙΙ

Όποιος βυζαίνει μες στων γιγάντων τις σκιές
νιώθει το βάρος που κρατά στη θέση τους τα λόγια.
Kι ας είναι ο ίδιος ελαφρύς·
μια μόνο ανάσα κι ας μετρά με όλο του το είναι.
Τον φόβο απέναντι στο όξινο το γάλα του μετά
έχοντας συνηθίσει από πριν
να πιπιλάει σιγά-σιγά, λίγα πια τον φοβίζουν.
Πιάνει τα πράγματα γερά, και τα αφήνει κάτω
χωρίς να αγκυλώνονται τα δάχτυλα στο σχήμα.
Θυμάται σαν την γη, που κάθε μια πληγή της
είναι ένα πρόσφορο στη ρίζα, μία θυσία
αναίμακτη στης άνοιξης το στόμα.

Ανηλεείς οι γίγαντες· άλλοτε σαν τα μικρά
παιδιά αθώοι, σαν μάνες που γυρνάνε απ’ τη δουλειά
και σου χαμογελάνε με τα χέρια
και άλλοτε οργισμένοι σαν προφήτες
που φτύνουν θειάφι και αφρούς, κατάρες, απειλές.
Δεν έχει χαϊδολόγημα μέσα στην αγκαλιά τους
ούτε κλαυθμούς κι ολοφυρμούς
αν πεις να ξεστρατίσεις, να ζεσταθεί
και σένα το σαρκίο σου στον ήλιο.

Κι όμως γυρίζεις πίσω.
Δεν είναι που σου λείψανε, ούτε και συ σ’ αυτούς.
Δεν είναι θέμα τέτοιο.
Είναι που εκεί στα πεδινά
κατέβηκε μαζί σου
λίγη απ’ τη σκιά απ’ τα ψηλά που ήσουν
είναι που πήρε η όψη σου κάτι από τη δική τους.


Άτιτλον ΙΙΙ

Φλέγεται ο κήπος μου ατέλειωτα.
Μέσα σε πράσινα καλώδια κυκλοφορούν
μελλοντικοί σπινθήρες, άλλοι μενεξεδί
και μωβ, άλλοι στο χρώμα του αίματος,
άλλοι με του αυγού τα σωθικά βαμένοι.

Τούτη η επιμονή στην ομορφιά με σκιάζει.
Ποιος την αξίζει; Ποιος την πλήρωσε;
Όλα τα έργα μας σχεδόν θυσίες στον καθρέφτη·
τα εχθρεύεται η μέλισσα και ο δρυοκολάπτης.

Ω θαρραλέα, ένοπλη αναλαμπή του κόσμου,
κράτα γερά, ριζώσου μέσα μου, σκάψε τα σωθικά μου
δώσε στα κόκκαλα δροσιά, βόηθα με να γεράσω
όρθιος· όχι επίορκος του ιερού σου κλήρου.


Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή
(Για την Κ.Κ)

Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή
Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή

τιθασεύει τη φλόγα
επαυξάνει τον άνεμο
συλλαβίζει τις πιθανότητες
χαϊδεύει το άπειρο

απ’ το λαιμό, απ’ το θώρακα
απ’ τα χημικά στα πνευμόνια
απ’ τα τραίνα στις στοές
παντού
φυσάει αγέρας
και ανερχόμαστε στα ψυχρότερα στρώματα

Κι είμαστε πάλι εδώ
ποιοί
είμαστε, ποιός
θυμάται, μικρύναμε
ή μεγάλωσε η απόσταση
απ’ τα κορμιά μας, κανείς
δεν το γράφει
μόνο να, τώρα, εδώ
που μιλάμε

κατέφθασαν προάγγελοι νέων
συνομωσιών
κόπηκαν τα σκοινιά
και να,

ελαφρύναμε.


Αρχίλοχου, στρατιώτου ποιητού

Ο άνεμος που πνέει στα ενδότερα
στρέφεται μια εδώ και μια εκεί·
άλλοτε μηχανεύεται ναυάγια
άλλοτε ασφαλείς αφίξεις επισπεύδει
κι άλλοτε το ξανθό κεφάλι του
μες στις φτερούγες κρύβει
και μένουν όλα ακίνητα, εν τάξει.


Ενέχυρο

Προς το τέλος
ο Μιχάλης Κατσαρός δεν είχε δόντια.

Τα είχε αφήσει φαίνεται ενέχυρο
στην ποίηση.

Έτσι εξηγείται που οι λέξεις του δαγκώνουν
σάρκα και μεδούλι μονομιάς

σαν ένα σμάρι από υπέροχα
πιράνχα.

Ίσως η διαθήκη του πραγματικά
να τανε αυτά τα δόντια

και οι σελίδες χώμα, για να θρέφεται
μία σπορά γιγάντων

μαλλιαρών, μονόφθαλμων
με χέρια σαν δρεπάνια

με μια φωνή από σπηλιές και ποδοβολητά
με γράμματα στο μέτωπο

από θεσπέσια φλόγα
για νύχια ράμφη των πουλιών

για στόμα τα πηγάδια
όπου ενεδρεύουνε στρατιές ανήσυχων νεκρών.


Το επόμενο θαύμα

Χόρευε στο χιόνι λένε
ο Λένιν, όχι για την νίκη
την ίδια, αλλά επειδή
κράτησε μια μέρα
παραπάνω απ' την προηγούμενη.
Μια μέρα παραπάνω
είναι η εξίσωση της λύτρωσης,
το άνοιγμα του ατέρμονου,
μια μέρα παραπάνω
είναι η αιωνιότητα
αλγεβραϊκά. Ο χρόνος όλος
δεν εξαντλεί ποτέ
τη μια μέρα παραπάνω.

Το σκέφτομαι καθώς περιμένω
το επόμενο θαύμα, χωρίς
σιγουριά, στο περβάζι πάντα
της απελπισίας γαντζωμένος,
χωρίς ανάσα, χωρίς ησυχία,
χωρίς σημάδι κανένα ότι
θα ρθει άλλο ένα,
χωρίς ορίζοντα αναμονής·
ευγνώμων για το θαύμα του επόμενου,
για το ότι υπάρχει ακόμα
χρόνος για μια μέρα παραπάνω,
χούφτα που να ρίχνει έναν
ακόμα κόκκο άμμου στο γυαλί.


Στο μέλλον δεν θα έχουμε λεφτά

Στο μέλλον δεν θα έχουμε λεφτά.
Θα ακούμε καλύτερα τον ηλεκτρισμό
ανάμεσα στα σώματά μας, τον τηλέγραφο των
καρδιών μας· τον καταρράχτη της σκέψης μας
θα αφήνουμε να μας τραντάζει γυμνούς,
τα μάτια μας θα τα γεμίζουνε τα φύλλα και τα σύννεφα.

Θα εκτινάζεται σαν πίδακας το αίμα της ανοίξεως
από τις φλέβες μας. Το στόμα μας
θα ναι γεμάτο ρίζες. Θα ιχνηλατούμε
ασύμπτωτες γραμμές στις κόλλες. Θα χαρακώνουμε
το μηδέν με μια διαγώνιο. Θα κραυγάζουμε
καθώς φιλιόμαστε. Δεν θα θλιβόμαστε,

μα θα σπαράζουμε στο κλάμμα. Θα είμαστε βίαιοι
και ακριβείς. Των εχθρών μας τα ονόματα θα
τα σβήνουμε με θάλασσα. Θα χορεύουμε κυκλικά,
σαν στρόβιλοι από σπαθιά, σαν αγκάθια του ρόδου.
Θα μας αρέσει να βρεχόμαστε όσο και να στεγνώνουμε.
Θ' αφήνουμε την αγάπη να μας μαχαιρώνει.



Εικόνα: John Heartfield, "Deutsche Naturgeschichte: Metamorphose", 1934.
Πηγή: maeb-naeb-tab.blogspot.com

@EU-eurozone.net



...And you will know us...

...by the trail of dead (X4)









Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Το σωτήριον έτος

Μια φορά και ένα καιρό, οι οικονομολόγοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: ότι η αξία είναι παράγωγο της εργασίας. Έκτοτε, η οικονομολογία έκανε τεράστια βήματα προόδου: τώρα είναι βέβαιοι ότι η αξία είναι παράγωγο τρομακτικά πολύπλοκων και πολυεπίπεδων μηχανισμών που μόνο οι ίδιοι μπορούν να γνωρίζουν και να κατανοούν. Ας πούμε, ότι αξία παράγει το χρέος, ή μάλλον η αγορά του, το πακετάρισμά του σε κομψά μπογαλάκια, και η μεταπώλησή του σε άλλους. Οι μηχανισμοί αυτοί έχουν αποσπαστεί τόσο από την σφαίρα της καθημερινής μας δραστηριότητας που η σχέση τους μ' αυτή έχει γίνει μυστήρια, νεφελώδης, απειλητική. Τα ξόρκια του Κάρολου πήγανε στράφι. Είχανε ξαμοληθεί εκ νέου τα φαντάσματα της πολιτικής οικονομίας, με τα οποία επικοινωνούν, σε ακατάληπτες γλώσσες, μόνο οι οικονομολόγοι. 

Οι οποίοι, ως μέντιουμ και μεταφραστές των δυσνότητων επιταγών των φαντασμάτων για μας τους κοινούς θνητούς, ζητούν αποκλειστική είσοδο μέσα στα στοιχειωμένα δωμάτια της οικονομίας, και εξέρχονται, ζητώντας περισσότερες θυσίες για να εξευμενιστούν τα φαντάσματα. Πώς γίνεται και θυμόμαστε ότι είναι οι ίδιοι που διέδιδαν ότι δεν υπάρχουν φαντάσματα εκτός από αυτό του Κάρολου, και ότι αυτοί, με τις βαθιές τους γνώσεις, διεισδύουν βαθιά μέσα στην φύση της πραγματικότητας και βλέπουν πως όλα είναι καλώς καμωμένα, κανείς δεν ξέρει. Οι οικονομολόγοι μας, λέμε στο τέλος-τέλος, είναι με τις διαθέσεις τους. Όταν τα πράγματα πάνε καλά, ζητούν συγχαρητήρια γιατί είναι οι δικές τους δυνάμεις που τα κάνουν να πηγαίνουν καλά. Όταν πάνε άσχημα, φωνάζουν ότι αυτοί πάντα έλεγαν ότι είμαστε ανάξιοι να ζούμε σαν άνθρωποι, τέτοιοι αγροίκοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως που είμαστε.

Μερικοί όμως στο χωριό λένε ότι οι οικονομολόγοι είναι οι ίδιοι μέρος του τι πάει άσχημα, και ότι σε ένα κόσμο όπου όποιος δουλεύει τρώει, όπου κανείς που δουλεύει δεν μένει πεινασμένος, και όπου αυτοί που δεν δουλεύουν αλλά μόνο διατάζουν όσους δουλεύουν δεν τρώνε, δεν θα υπήρχαν οικονομολόγοι. Οι άνθρωποι αυτοί λέγονται κομμουνιστές. Οι οικονομολόγοι μας προειδοποίησαν, με βαριές απειλές, να μην τους δίνουμε σημασία. Και αφού επικαλέστηκαν το ηθικό μας καθήκον απέναντι στα πνεύματα της οικονομίας που είχανε θυμώσει και με το ζόρι πια τα εξευμενίζαμε όσο και αν δουλεύαμε, μας άρχισαν πάλι στις λιτανείες για να ξεπληρωθούν τα κρίματά μας. Κοντά κι οι δικηγόροι, που απεφάνθησαν ότι η έλλειψη ενθουσιασμού με την κατάστασή μας --είχαν αδειάσει τα σπίτια μας από τα υπάρχοντά μας τα φαντάσματα, ήτανε λέει θυμωμένα με την ασέβειά μας-- ήταν παράνομη και αντέβαινε σε τριακόσια ογδόντα οκτώ άρθρα και τέσσερις χιλιάδες ενιακόσιες παραγράφους του αστικού δικαίου.

Καμμιά φορά νομίζαμε ότι εμείς τα χαμε φτιάξει όλα αυτά που μας πνίγανε: τους οικονομολόγους, τους δικηγόρους, τα φαντάσματα, τους νόμους, τον πλούτο τον ίδιο. Αλλά μετά μας έπιανε ο φόβος για τον εαυτό μας, γιατί αν εμείς φτιάξαμε τέτοια πράγματα, εμείς οι αστοιχείωτοι και οι απελέκητοι, εμείς τα ασήμαντα αμνοερίφια των ειδικών, τότε ποιοί είμαστε εμείς; Και έτσι διαβάζαμε  πάλι τους χρησμούς και τις διαρκώς ανανεώσιμες --αναλόγως των περιστάσεων-- προφητείες των οικονομολόγων, να δούμε τι ήταν αυτό που μας διέφευγε και ήμασταν πάλι με τα λουριά περασμένα στο λαιμό και άφραγκοι. Και έτσι περνούσε άλλο ένα σωτήριο έτος, και ήταν 340, 780, 910, 1300, 1580, 1760, 1880, 1930, 2010. 

Εικόνα: www.minimatescentral.com

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Το δεύτερο μέρος του "Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ..."

Το δεύτερο μέρος της σημαντικής κριτικής αναδρομής στο θεωρητικό έργο του Λουί Αλτουσέρ από το ιστολόγιο aformi.



Κριτική στο Σοβιετικό Μαρξισμό
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, η θεωρητική παρέμβαση του Αλτουσέρ ήταν εξαιρετικά καθοριστική για την αποδόμηση του σοβιετικού μαρξισμού, της θεωρίας που κυριάρχησε στα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού (αλλά και της Δύσης) και που καθοδήγησαν με αυταρχισμό τις κοινωνίες τους σε μία τροχιά κρατικού καπιταλισμού. Στο χωρίο αυτό, θα παρουσιάσουμε τις βασικές αρχές του Αλτουσέρ αναφορικά με την επιστήμη του μαρξισμού (ιστορικού υλισμού) και την ανάδειξη και την κριτική των προβληματικών πυλώνων της θεωρίας του σοβιετικού μαρξισμού.

Κατ’ αρχήν, αφετηρία της σκέψης του αποτέλεσε το γεγονός ότι ο μαρξισμός, ως αυτοτελές επιστημονικό πεδίο (η επιστήμη της ιστορίας), δεν αποτελεί ένα μονολιθικό θεωρητικό σύστημα, χωρίς αντιθέσεις στο εσωτερικό του. Αντιθέτως, βρίθει αντιφάσεων και αναπτύσσεται μόνο χάρη στη σύγκρουση αντιπαρατιθέμενων τάσεων που ενυπάρχουν στους κόλπους του. Η ύπαρξη λοιπόν του μαρξισμού κατά τον Αλτουσέρ, είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη αντιτιθέμενων θεωρητικών ρευμάτων και σχολών εντός του.

Σύμφωνα με το Γιάννη Μηλιό [1], ο Αλτουσέρ υποστήριζε πως η συγκρουσιακότητα της μαρξιστικής θεωρίας είναι προϋπόθεση και τεκμήριο της επιστημονικότητας και αντικειμενικότητάς της. Μάλιστα, έδειξε ότι ο μαρξισμός αναπαράγει στο εσωτερικό του τις αντιφάσεις που διαπερνούν τον καπιταλισμό. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Η εξέλιξη του μαρξισμού επικαθορίζεται πάντα από την εξέλιξη και τις καμπές της πάλης των τάξεων, και πιο συγκεκριμένα από τα αποτελέσματα της πάλης των τάξεων στο επίπεδο της ιδεολογίας».[2]

Χαρακτηριστική απόληξη αυτής της τοποθέτησης του Αλτουσέρ της εσωτερικής συγκρουσιακής φύσης του μαρξισμού ως εννοιακό χώρο, είναι η περιχαρής και εμφατική αναγγελία της κρίσης του στα τέλη του ’73. Με τον όρο «κρίση του μαρξισμού» εννοούσε τη συρρίκνωση της δυνατότητάς του να αναπαράγεται ως ιδεολογία των μαζών, την αδυναμία συγχώνευσής του με το εργατικό κίνημα και τη στασιμότητά του όσον αφορά το θεωρητικό του προχώρημα. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, έχει την πεποίθηση πως αυτή η κρίση (κυρίως έχει στο νου του τη μαζικότερη ιστορικά εκδοχή μαρξισμού, το σοβιετικό μαρξισμό) αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα-όρο της ανάπτυξης και διεύρυνσης της εμβέλειας της μαρξιστικής θεωρίας.

Αυτά σχετικά με τη θεωρία του ιστορικού υλισμού συνολικά. Αναφορικά με το σοβιετικό μαρξισμό, η καθοριστική κριτική που του άσκησε το ρεύμα του δομικού μαρξισμού, αξονίζεται (και πάλι συμβουλευόμενοι το Μηλιό) στις εξής τρεις κεντρικές ενότητες:

Α. Οικονομισμός. Θεωρεί ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν την πρωτοκαθεδρία πάνω στις παραγωγικές σχέσεις – θέση που εκθέσαμε αναλυτικά πιο πάνω – και αντιλαμβάνεται την ιστορική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Επιπλέον, υποτίθεται ότι η ανάπτυξη αυτή οδηγεί απαρέγκλιτα προς το σοσιαλισμό και οι αστικές σχέσεις παραγωγής αναχαιτίζουν την επιστημονική, τεχνολογική και παραγωγική πρόοδό της κοινωνίας. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός είναι υπό κατάρρευση και είναι θέμα χρόνου αγωνιζόμενοι για την οικονομική πρόοδο, να επιταχύνουμε αυτήν την κατάρρευση.[4] Για το σοβιετικό μαρξισμό, ειδικά οι χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, τελούν υπό διαρκή γενική κρίση!

Β. Εξελικτισμός. Μία από τις απόρροιες του οικονομισμού είναι ο εβολουσιονισμός ή αλλιώς η θεωρία των σταδίων. Το στάδιο είναι ακριβώς το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης του δοσμένου καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και κρίνεται από τη τεχνολογική στάθμη και τις δεδομένες παραγωγικές δυνάμεις (ή με όρους σοβιετικού μαρξισμού, από τη φάση της Επιστημονικο-τεχνολογικής επανάστασης, ΕΤΕ). Αυτή η θεωρία έχει στρεβλώσει και αποπροσανατολίσει την πολιτική καθοδήγηση των ΚΚ και έχει ορθώσει αναχώματα στην επαναστατική διαδικασία πολλών χωρών στον 20ό αιώνα.[5] Σε πολλές χώρες στις οποίες ο καπιταλισμός δεν είχε γνωρίσει την ανάπτυξη της Δύσης, τα ΚΚ δεν επεξεργαζόντουσαν κάποια επαναστατική στρατηγική, αλλά προσανατολίζονταν σε μία δημοκρατική-αστική επανάσταση που θα εξαλείψει τα φεουδαρχικά υπολείμματα, απόλυτη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης. Το παράδοξο με τη θεωρία αυτή είναι ότι στη Ρωσία – χώρα της οποίας το ΚΚ επεξεργάστηκε και συστηματοποίησε τη θεωρία των σταδίων – η επανάσταση έγινε σε συνθήκες καθόλου ανεπτυγμένου καπιταλισμού.[6]

Γ. Μηχανιστική-εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και την άρχουσα τάξη. Είναι η αντίληψη που θεωρεί ότι το κράτος με τους μηχανισμούς του είναι ένα απλό όργανο-εργαλείο στα χέρια της άρχουσας τάξης, η οποία το μεταχειρίζεται κατά βούληση. Στο πεδίο του κράτους, η εργατική τάξη και τα συμφέροντά της δεν αποκρυσταλλώνονται κατά κανένα τρόπο, αφού αυτό βρίσκεται εξολοκλήρου στα χέρια της αστικής τάξης. Αυτό επιπρόσθετα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κράτος είναι ουδέτερο και αρκεί να το κατακτήσει η εργατική τάξη, αποσιωπώντας ωστόσο, το σπουδαιότερο: την αναγκαιότητα μετασχηματισμού και κατάργησής του. Αυτή η τοποθέτηση μπορούμε να πούμε ότι στοιχειοθέτησε μεταπολεμικά, ένα σημαντικό θεωρητικό άλλοθι της απεμπόλησης από τα ΚΚ των χωρών του δυτικού καπιταλισμού της επαναστατικής τους γραμμής, προς όφελος ενός ξεκάθαρου εκλογικού προσανατολισμού (που θα φέρει δια των εκλογών το κράτος στα χέρια του προλεταριάτου).

Η παραπάνω στρεβλή κωδικοποίηση απογειώθηκε τη δεκαετία του ’50 με τη θεωρία του Κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού,[7] την οποία το ρεύμα του Αλτουσέρ πολέμησε σθεναρά, με προεξάρχοντα το Νίκο Πουλαντζά. Ο Πουλαντζάς, που εργάστηκε θεωρητικά πάνω στο κράτος, ανέδειξε ότι το κράτος αποτελεί την υλική συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών δυνάμεων. Το κράτος για τον Πουλαντζά – και το δομικό μαρξισμό – είναι το πεδίο διεξαγωγής της πάλης των τάξεων και εκφράζει την αστική ταξική κυριαρχία. Αυτή όμως ανάλογα πάντοτε με το δεδομένο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων.[8] Δεν αποτελεί κατά συνέπεια ένα αρραγές και μονολιθικό οικοδόμημα, αντιθέτως είναι αντιφατικό και ρωγματώδες. Το κράτος δεν είναι ένα απλό εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης λοιπόν, αλλά ούτε και κορπορατιστικό, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει τη διαιτησία των ταξικών ανταγωνισμών. Και για να βαθύνουμε την προβληματική του Πουλαντζά, το κράτος, με τις πολλαπλές διαμεσολαβήσεις που εισάγουν οι κρατικές μορφές και οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί, αλλά και με κάποιες τακτικές παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, επιτυγχάνει δύο πράγματα: Εκφράζει τα πολιτικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αναδεικνύοντας την άρχουσα τάξη ως ενσαρκωτή της γενικής βούλησης και τον αποκλειστικό εκπρόσωπο των συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων.[9]

Παρατηρούμε ύστερα από όλα αυτά, ότι οικονομισμός, ουδετερότητα κράτους, η ανυπαρξία ταξικού προσδιορισμού επιστήμης, τεχνολογίας και μέσων παραγωγής και η θεωρία των σταδίων συμφύρονται αρμονικά σε μία θεωρητική ενότητα, με το ένα παραπέμπει στο άλλο. Θέσεις από τις οποίες πρέπει να ξεκόψουμε μια και καλή.

Στις ρίζες της πιο πάνω ανάλυσης ανάγεται και το ενδιαφέρον του Αλτουσέρ για την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, που ξεκίνησε το 1965. Τη θεωρούσε την πρώτη έμπρακτη κριτική και αμφισβήτηση του σοβιετικού μοντέλου σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ήταν η κατεύθυνση επαναστατικού μετασχηματισμού της αστικής ιδεολογίας, των εξουσιαστικών παραγωγικών σχέσεων, των αστικών κοινωνικών πρακτικών, της άρσης του διαχωρισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας. Ήταν η ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας των μαζών και η προσπάθεια να μπει το Κόμμα στο «σοσιαλιστικό δρόμο» μέσω της αμφισβήτησης της εξουσίας της νεότευκτης κρατικής αστικής τάξης, που αποτέλεσε, στα μάτια του Αλτουσέρ, ίσως το πρώτο μαζικό αντι-οικονομίστικο εγχείρημα στην ιστορική σκηνή ενός «επαναστατικού κράτους». Πολιτιστική Επανάσταση είναι το όνομα μιας επανάστασης στην ιδεολογική σφαίρα του κράτους, που παίζει σημαίνοντα ρόλο στην αναπαραγωγή της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Θα ήταν παράλειψη αν δεν σημειωθεί ότι τόσο ο Λένιν στο τέλος της ζωής του, όσο ιδίως ο Γκράμσι (κατά τη διατύπωση του πολέμου θέσεων ως επαναστατική στρατηγική του προλεταριάτου στη Δύση) είχαν διαβλέψει την αναγκαιότητα διεξαγωγής από το προλεταριάτο μιας πολιτιστικής/ ιδεολογικής επανάστασης.[10]

Υπό το πρίσμα της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών σχέσεων πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις, άσκησε και ο Σαρλ Μπετελέμ κριτική στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ από το 1917 ως το 1930.[11] Εστιάζει στην ταχεία επανενεργοποίηση, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, των αστικών ιδεολογικών πρακτικών και σχέσεων στη σφαίρα του εποικοδομήματος, στην αναπαραγωγή εξουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων στο εργοστάσιο, στη βίαιη εκβιομηχάνιση και κολεκτιβοποίηση, που οδήγησε στη διάσπαση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας της ΝΕΠ, στην εσωτερική δημοκρατία και λειτουργία του μπολσεβίκικου κόμματος, στην οικονομίστικη θεωρία του, κλπ.

Κλείνοντας αυτήν την ενότητα και στη βάση των προηγούμενων θεωρητικών αρχών, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Αλτουσέρ το 1978 θα κριτικάρει το Γαλλικό ΚΚ, σχετικά με τη οικονομίστικη θεωρία του Κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού, τον εσωτερικό διάλογο στο κόμμα και την άρση της διαλεκτικής σχέσης βάσης και κορυφής, με την κεντρική επιτροπή να κυριαρχεί πάνω στη βάση και συχνά να της επιβάλλεται και να την υποτάσσει στις αποφάσεις της.[12] Βέβαια, η εμβέλεια της κριτικής αυτής δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια του Γαλλικού ΚΚ, αλλά αναμφισβήτητα έχει γενική ισχύ…


Η περιοδολόγηση του έργου του Μαρξ
Είναι η απόλυτη επιστημονική-θεωρητική χειρονομία στην ιστορία του ιστορικού υλισμού. Ο Αλτουσέρ, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, επιχείρησε να περιοδολογήσει το έργο του Μαρξ. Το κριτήριο αυτής της περιοδολόγησης ήταν το πότε (σε ποιο σημείο του έργου του και έπειτα) ο Μαρξ αρχίζει να συγκροτεί μια θεωρητική προβληματική, μια επιστήμη.

Ο Αλτουσέρ, εμπνεόμενος από το Λακάν, ο οποίος θα κάνει κάτι παρόμοιο με το έργο του Φρόυντ, θα θέσει τη διαχωριστική γραμμή το χρονικό σημείο στο οποίο ο Μαρξ θα θωρακίσει την θεωρητική του σκέψη από την παρείσφρηση της ιδεολογίας και θα αρχίσει βαθμιαία να διαμορφώνει την επιστημονική του μεθοδολογία. Διαπιστώνει λοιπόν, ότι ο Μαρξ από μία χρονική στιγμή και έπειτα στοχάζεται τελείως διαφορετικά (δηλαδή επιστημονικά) και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Μαρξ προβαίνει σε μία «συμπτωματική» ανάγνωση του έργου του Ρικάρντο και του Σμιθ.[13] Ο όρος «σύμπτωμα» είναι δανεισμένος από το Λακάν, ο οποίος τη χρησιμοποιεί, όταν θέλει να αναφερθεί σε ένα επί μέρους στοιχείο ρήξης ή ανατροπής της ίδιας δομής εντός της οποίας, απαντάται η εντοπιότητά του. Αυτά τα καταστατικά κενά αναζητεί ο Μαρξ στο Ρικάρντο και Σμιθ, η ανεύρεση των οποίων θα τον βοηθήσουν στη διατύπωση των νόμων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στη συγκρότησή τους σε επιστήμη αργότερα στο Κεφάλαιο.

Αυτό το μεταίχμιο, που χωρίζει τη σκέψη του Μαρξ στην «ιδεολογική» του περίοδο και την «επιστημονική», ο Αλτουσέρ το ονομάζει «επιστημολογική τομή», αξιοποιώντας τον όρο που εισήγαγε στην επιστημολογία ο Γκαστόν Μπασελάρ και θεωρεί ότι λαμβάνει χώρα στα 1845 και εκφράζεται από έργα όπως η Γερμανική Ιδεολογία και οι Θέσεις για το Φόυερμπαχ. Η επιστημολογική τομή είναι, για τον Μπασελάρ, η κρισιμότερη στιγμή στην πορεία συγκρότησης κάθε νέου επιστημονικού πεδίου.

Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή περιήγηση στη θεωρητική περιπέτεια του Καρλ Μαρξ συγκεφαλαιώνοντας – κατά Αλτουσέρ – τις διάφορες περιόδους και φάσεις τους. Η περίοδος, πριν την επιστημολογική τομή, καλείται περίοδος της νεότητας, εκτείνεται από το 1840-1844 και περιλαμβάνει έργα όπως: Εβραϊκό ζήτημα, Αγία Οικογένεια, Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, κα. Η μετά τομής περίοδος, έχει δύο φάσεις: Εκείνη της θεωρητικής ωρίμανσης (1845-1857), στην οποία ανήκουν έργα σαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Αθλιότητα της φιλοσοφίας, Μισθός, Τιμή και Κέρδος και εκείνη της θεωρητικής ωριμότητας (1857-1883), στην οποία και εντάσσεται το Κεφάλαιο.[14]


Ορισμός της φιλοσοφίας
Στο σημείο αυτό θα μας απασχολήσει ο δεύτερος χρονικά ορισμός της φιλοσοφίας του Αλτουσέρ και όχι ο πρώτος («θεωρία των θεωρητικών πρακτικών») που θεωρείται εδώ μάλλον προβληματικός. Η φιλοσοφία λοιπόν είναι η ταξική πάλη στη θεωρία. Στον ίδιο τον Αλτουσέρ [15] διαβάζουμε:

«Η φιλοσοφία δεν είναι η απόλυτη Γνώση, δεν είναι η Επιστήμη των Επιστημών, ούτε η Επιστήμη των Πραχτικών […] δεν κατέχει την Απόλυτη Αλήθεια, ούτε σε σύγκριση με καμία επιστήμη […] και πραχτική […] Ο μαρξισμός επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της πολιτικής πάνω στη φιλοσοφία. […] η θέση της είναι στο χώρο της θεωρίας και της «σχετικής της αυτονομίας» […] Το αντίτιμο της φιλοσοφίας είναι τα πραγματικά προβλήματα των κοινωνικών πρακτικών. Επειδή η φιλοσοφία δεν είναι μία επιστήμη […] δε μας δίνει τους τύπους που, τάχα, θα «εφαρμόζαμε στα προβλήματα». Η φιλοσοφία δεν εφαρμόζεται […] επενεργεί […] μεταβάλλοντας την τοποθέτηση των προβλημάτων [16] […] τη σχέση ανάμεσα στις πραχτικές και το αντικείμενό τους».
Έτσι, η φιλοσοφία έχει ορισμένες επιπτώσεις τόσο στο πεδίο της επιστήμης όσο και της πολιτικής.

Στο χώρο της πολιτικής, τις επιπτώσεις της φιλοσοφίας λίγο-πολύ τις περιγράψαμε παραπάνω. Προάγει την ταξική πάλη που διεξάγει η εργατική τάξη και οι υπόλοιπες κυριαρχούμενες τάξεις απέναντι στο συνασπισμό εξουσίας, βοηθά στην ταξική τους συγκρότηση (οργανώσεις, συνδικάτα, κλπ), όπως επίσης προσφέρει και στην επαναστατική αναβάθμιση της μαρξιστικής θεωρίας, που ένα πρωτοπόρο πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης επεξεργάζεται, με ορίζοντα την ανατροπή του καπιταλισμού.

Όσον αφορά τις επιστήμες, η φιλοσοφία επενεργεί πάνω τους είτε με τρόπο προοδευτικό, είτε με τρόπο οπισθοδρομικό, αφού όπως προαναφέραμε είναι εν γένει αντιφατική ως θεωρητική αναπαραγωγή των ταξικών αντιθέσεων.

Καθαρή φιλοσοφία, είτε υλιστική είτε ιδεαλιστική δεν υπάρχει! Σε κάθε φιλοσοφικό σύστημα υπάρχει μία κυρίαρχη τάση που απορρέει από τις αντιφάσεις της και τις μεταμφιέζει. Έτσι, έχουμε «ιδεαλιστικές φιλοσοφικές Θέσεις που έχουν οπισθοδρομικές θεωρητικές επιπτώσεις στην επιστήμη της ιστορίας και […] υλιστικές φιλοσοφικές Θέσεις που έχουν προοδευτικές θεωρητικές επιπτώσεις […] και μπορούν να έχουν επαναστατικές επιπτώσεις στους τομείς που δεν έχουν ακόμα αληθινά προσπελαστεί από την επιστήμη της ιστορίας (πχ ιστορία των επιστημών, της τέχνης, των φιλοσοφιών). Αυτό είναι το αντίτιμο της ταξικής πάλης στο χώρο της θεωρίας».[17]


Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους
Το κεφάλαιο αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της σκέψης του Αλτουσέρ. Θα στηριχτούμε στις θεωρητικές του αναλύσεις έτσι όπως τις εξέθεσε στο πασίγνωστο άρθρο του «ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους».[18]

Κατά τον Αλτουσέρ, η δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας, συντίθεται από επίπεδα, που μπορούν, με βάση την κλασική μαρξιστική γραμματεία, να κατηγοριοποιηθούν στην υποδομή ή οικονομική βάση (ενότητα παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων) και την υπερδομή ή εποικοδόμημα (με το δίκαιο και το κράτος, όσο και τις διάφορες επιμέρους ιδεολογίες του). Αυτή η περιγραφή είναι αρκετά αφαιρετική και σχηματική και αν θέλουμε να εντρυφήσουμε σε αυτήν, πρέπει να μιλήσουμε με όρους σύνθετα αρθρωμένης και έκκεντρης δομής, όπως την παρουσιάσαμε στην πρώτη ενότητα. Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από αυτή τη διάκριση είναι πως η υπερδομή έχει μία σχετική αυτονομία σε σχέση με τη βάση και μπορεί να αναδρά προς αυτήν. Αυτό μας προφυλάσσει από μία μεγάλη παρεξήγηση: Ότι το εποικοδόμημα είναι αντανάκλαση της βάσης, ότι αυτή έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο, συνεπώς μόνο με αυτή είναι κρίσιμο και αναγκαίο να ασχολούμαστε (το δίπολο οικονομισμός/ εργατισμός).

Εδώ κάπου, ανακύπτει η σπουδαιότερη θεωρητική και πολιτική παρέμβαση του Αλτουσέρ. Το κράτος ή αλλιώς ο κρατικός μηχανισμός, δεν εξαντλείται μόνο στο μηχανισμό καταπίεσης. Δεν διαθέτει μόνο μία καταναγκαστική και κατασταλτική λειτουργία της άρχουσας τάξης πάνω στην εργατική τάξη, με στόχο το απρόσκοπτο της απόσπασης της υπεραξίας. Το κράτος διαθέτει και μία άλλη ουσιαστικότερη πτυχή, όσον αφορά την αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας. Είναι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους.

Πλάι στους καταπιεστικούς μηχανισμούς του κράτους (η αστυνομία, ο στρατός, τα δικαστήρια, οι φυλακές), δρουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους (ΙΜΚ). Σε αυτούς ανήκει ο θρησκευτικός ΙΜΚ (το σύστημα των διαφόρων εκκλησιών), ο σχολικός ΙΜΚ (το σύστημα των σχολείων σε όλες τους τις βαθμίδες, ιδιωτικών και δημοσίων), ο οικογενειακός ΙΜΚ (που έχει και άλλες λειτουργίες, όπως αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, κλπ), ο νομικός ΙΜΚ, ο συνδικαλιστικός ΙΜΚ (ρεφορμιστικά και μη συνδικάτα), ο ΙΜΚ των ΜΜΕ (τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση, Ιντερνέτ), ο πολιτικός ΙΜΚ (το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικά κόμματα), αλλά και ο πολιτιστικός ΙΜΚ (γράμματα, τέχνες, αθλητισμός).

Κύρια λειτουργία των ΙΜΚ είναι η διάδοση και η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, δηλαδή της αστικής ιδεολογίας. Σαφώς δεν πρόκειται για όργανα τις αστικής τάξης, με την έννοια του ελέγχου και της υλικής διασύνδεσής τους με αυτήν, αλλά διαπερνώνται από τους κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων, με συνέπεια να εκφράζεται αντιφατικά η ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας. Επομένως, ανταγωνιστικά ιδεολογικά υποσύνολα (μικροαστική και προλεταριακή ιδεολογία), που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των κυριαρχούμενων τάξεων, βρίσκουν πεδίο έκφρασης στους ΙΜΚ, αλλά πάντοτε κάτω από την ιδεολογική ηγεμονία της αστικής τάξης.

Είμαστε στη στροφή πριν καταρρίψουμε το μύθο, ότι το κράτος ταυτίζεται με το «δημόσιο». Αντίθετα, η διάκριση «δημοσίου» και «ιδιωτικού» τομέα, είναι απόρροια της ύπαρξης του κράτους ως μηχανισμός κυριαρχίας μίας κοινωνικής τάξης. Το κράτος αποτελεί δηλαδή, προϋπόθεση της διάκρισης αυτής. Ένας ΙΜΚ μπορεί – κατά κύριο λόγο – να είναι είτε δημόσιος, είτε ιδιωτικός (πχ εκπαίδευση), ωστόσο είναι κρατικός μηχανισμός, στο βαθμό που συμβάλλει στην εδραίωση της εξουσίας μιας τάξης.Εν συνεχεία, υπογραμμίζουμε ότι και οι δύο τύποι κρατικών μηχανισμών λειτουργούν με «βία και ιδεολογία». Απλώς στο καταναγκαστικό μηχανισμό, τη δεσπόζουσα την έχει το στοιχείο της βίας (και της φυσικής βίας), ενώ στον ιδεολογικό μηχανισμό, δεσπόζον είναι το στοιχείο της ιδεολογίας. Δεν υπάρχει αμιγής καταπιεστικός μηχανισμός. Για παράδειγμα, ο στρατός και η αστυνομία διαθέτουν ιδεολογική λειτουργία, κυρίαρχα για την εσωτερική τους συνοχή και αναπαραγωγή, αλλά και για να απολαμβάνουν της «εκτίμησης» του κοινωνικού συνόλου.Θεωρούμε πως ακριβώς στο ζήτημα των ΙΜΚ ο Αλτουσέρ επεκτείνει και συστηματοποιεί τις απόψεις του Αντόνιο Γκράμσι (άκρως πρωτοποριακές για την εποχή που τις διατύπωνε) για τους διανοούμενους του κράτους. Αυτός πρώτος, όπως και ο Αλτουσέρ αργότερα, ισχυρίστηκε πως καμία κοινωνική τάξη δεν μπορεί να διατηρήσει την πολιτική εξουσία, αν δεν ασκεί την ιδεολογική της ηγεμονία στην κοινωνία (είναι χαρακτηριστικό το γκραμσιανό σχήμα ιδεολογία + καταστολή ή ηγεμονία + δικτατορία). Αυτό που ο Αλτουσέρ θεωρεί ως ΙΜΚ, ήταν για τον Γκράμσι όλο το κρατικό και μη υπαλληλικό προσωπικό, δηλαδή η κρατική γραφειοκρατία, το εθνικό διδασκαλικό σώμα, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι καλλιτέχνες, οι «άνθρωποι των γραμμάτων». Οι ΙΜΚ, οι γκραμσιανοί διανοούμενοι δηλαδή, αν ασκούν μία καθοριστική λειτουργία, αυτή είναι η ιεράρχηση, η συστηματοποίηση, η ενοποίηση και η ομογενοποίηση ετερογενών και ποικιλόμορφων ιδεολογικών υποσυνόλων σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό σώμα, που προσιδιάζει στις αντιλήψεις και τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Διαδίδει λοιπόν και αναπαράγει αυτήν την ιδεολογία και καθιστώντας τα άτομα κοινωνούς της, τα κάνει φορείς ιδεολογικών και ευρύτερα κοινωνικών πρακτικών και σχέσεων, οι οποίες γειτνιάζουν, νομιμοποιούν και προσομοιώνουν τις υφιστάμενες εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις (η ιδεολογία για την εκμεταλλευτική φύση του ατόμου πχ, νομιμοποιεί την απόσπαση υπεραξίας από τον εργάτη κατά την παραγωγική διαδικασία).[19] Εξαιρετικά σπουδαίο ρόλο, εντός της αστικής ιδεολογίας, παίζει το εθνικιστικό ιδεολογικό υποσύνολο. Η «διαχρονικότητα» του έθνους (πλάνη, αφού η έννοια χρονολογείται από τη συγκρότηση των πρώτων καπιταλιστικών κρατών), η εθνική συνείδηση, η αναγκαιότητα συγκρότησης εθνικής ομοψυχίας, ενότητας και συνοχής, συμβάλλουν καθοριστικά στην απόκρυψη της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας και των ταξικών σχέσεων που τη διαπερνούν. Κατά μείζονα λόγο, το σχολείο είναι εκείνο το τμήμα του ΙΜΚ που αναλαμβάνει με αποφασιστικό και συστηματικό τρόπο να εμπεδώσει αυτήν την ιδεολογία στους υπό ένταξη κοινωνικούς φορείς.[20] Το γεγονός αυτό, θα ωθήσει τον Αλτουσέρ να υποστηρίξει ότι στον καπιταλισμό, το σχολείο είναι ο σημαντικότερος ΙΜΚ.Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι οι ΙΜΚ παίζουν τον πιο κρίσιμο ρόλο αναφορικά με την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, αλλά και την απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις, τη συγκρότηση των ταξικών συμμαχιών της άρχουσας τάξης και τη νομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών αυτής. Σε ιστορικές περιπτώσεις όμως, που οι λαϊκές τάξεις διεκδικήσουν την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, ο καταναγκαστικός μηχανισμός του κράτους γίνεται ο κυρίαρχος κρατικός μηχανισμός, μια που είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί τότε να εξασφαλίσει τη συνέχεια της αστικής εξουσίας (δια του μονοπωλίου της βίας), καταστέλλοντας το λαϊκό κίνημα. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει αναδειχτεί ιστορικά και σε πόλο άσκησης κρατικής εξουσίας, όπως πχ στις στρατιωτικές δικτατορίες.Ο Γκράμσι είχε κατανοήσει αυτή την περίπλοκη και πολυσύνθετη δικτύωση και λειτουργία των μηχανισμών ηγεμονίας (όπως τις αποκαλούσε) συγκεκριμένα για τις χώρες της Δύσης.[21] Θεωρούσε λοιπόν, εκείνη τη χρονική συγκυρία (δεκαετία του ’20), ότι η υπονόμευση και η ανατροπή ενός τόσο πολυδιάστατου κρατικού μηχανισμού από το προλεταριάτο, περνούσε μέσα από μια μακρόπνοη διαδικασία αναδιάταξης των συσχετισμών δυνάμεων μέσα από την εδραίωση της ιδεολογικής του ηγεμονίας πριν πραγματοποιήσει το επαναστατικό άλμα. Είναι η γνωστή στρατηγική του πολέμου θέσεων, που είναι κατά τη γνώμη μας επίκαιρη στη Δύση μέχρι σήμερα.

Ας πούμε λίγα λόγια τώρα, για την ιδεολογία ως τέτοια.

1. Η ιδεολογία για τον Αλτουσέρ, είναι η «παράσταση» της φαντασιακής σχέσης του ατόμου με τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι δε φαντάζονται, με την ιδεολογία, τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής τους, τον πραγματικό κόσμο, αλλά κυρίως, με την ιδεολογία, αναπαριστούν τη σχέση τους με τις συνθήκες ύπαρξής τους, δηλαδή ο βιωματικός τροπισμός αυτών. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η ιδεολογία δεν είναι μόνο παραπλανητική, αλλά έχει και ένα θετικό χαρακτήρα, είναι πραγματικές «χειρονομίες». Ο αδιαμφισβήτητος φενακιστικός της χαρακτήρας, μπορεί να ειδωθεί μόνο αφαιρετικά, ύστερα από την αναγωγή της στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών. Αυτή η διαπίστωση, δεν ακυρώνει άραγε εν μέρει, τη πάγια λενινιστική πρακτική της «εισαγωγής της συνείδησης στην εργατική τάξη από έξω», από τους «ειδικούς» του κομμουνιστικού κόμματος;[22]

2. Η ιδεολογία έχει υλική υπόσταση. Η ιδεολογία υπάρχει μόνο ως ιδεολογική πρακτική, δηλαδή διαθέτει μετασχηματιστική δυναμική σαν κάθε κοινωνική πρακτική. Οι «ιδέες» δεν υπάρχουν μόνο στο νου, αλλά κινητοποιούν το άτομο προς πραγματοποίησή τους. Οι ιδέες δεν υπάρχουν, παρά μόνο στη διάσταση της υλοποίησής τους. Όπως είδαμε προηγουμένως, οι «ιδέες» και οι ιδεολογίες κωδικοποιούνται και παίρνουν υλική διάσταση στους ΙΜΚ. Αυτοί με τη σειρά τους, εγκαλούν τα άτομα να δράσουν σύμφωνα με τις επιταγές των ιδεών που αναπαράγουν.

3. Η ιδεολογία εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα. Αυτό σημαίνει ότι εγκαλεί τα άτομα ως μοναδικά, ανεξάρτητα και αυθύπαρκτα υποκείμενα, λες και δε συμμετέχουν στις κοινωνικές σχέσεις, λες και δεν είναι «στοιχεία» των κοινωνικών δομών. Αποτελεί τον εσώτατο πυρήνα τηςλειτουργίας της ιδεολογίας, από εκεί απορρέει εντέλει, η απόκρυψη των ταξικών σχέσεων, φορέας των οποίων είναι αυτό το «υποκείμενο».

Η ιδεολογία έτσι, διαπλάθει τα συγκεκριμένα άτομα σε υποκείμενα και δεν είναι τίποτε άλλο από την υλική μορφή της λειτουργίας της. Ύστερα από όλα αυτά, είναι φανερή, θεωρούμε, η επιρροή του έργου του Λακάν στον ορισμό αυτό της ιδεολογίας. Την αξιολογούμε ως την κυριότερη επίδραση του γάλλου ψυχαναλυτή πάνω στο έργο του Λουί Αλτουσέρ.

Η έγκληση του ατόμου ως «υποκείμενο» που υλοποιείται από τους ΙΜΚ με συντονισμένο τρόπο, μας παραπέμπει εμμέσως στο συμβολικό επίπεδο της ύπαρξης του ατόμου του Λακάν. Το δίκτυο των ΙΜΚ μας θυμίζει τη λακανική συμβολική τάξη, που διαμεσολαβεί ως σύστημα αναφοράς, τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις των ατόμων. Είναι η βαθμίδα εκείνη με την οποία τα άτομα διατηρούν ενός είδους «απολογητική» στάση, αντίληψη με την οποία «φλερτάρει» κάποιες φορές στο άρθρο του ο Αλτουσέρ. Είναι τέλος, το συνεκτικό εκείνο πεδίο σημαινόντων, που εγκαλεί τα άτομα να επιθυμήσουν κατά τις αξιώσεις του – να δράσουν βάσει συγκεκριμένων ιδεολογικών επιταγών – διαμέσου πρακτικών, χειρονομιών και τελετουργικών, που διαθέτουν μία μορφή θετικότητας και υλικότητας. Επομένως, τηρουμένων των αναλογιών, οι ΙΜΚ του Αλτουσέρ δεν είναι η πολιτική «μετάφραση» του Μεγάλου Άλλου του Λακάν;[23] Συμπέρασμα; Αυτός ο «εν γένει» φαντασιακός χαρακτήρας της ιδεολογίας, οδηγεί στον Αλτουσέρ στη θέση ότι πάντα με κάποιο τρόπο θα διαμεσολαβεί τη σχέση των ατόμων με τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής τους, δηλαδή ποτέ δε θα απαλλαγούμε από αυτήν τη λειτουργία. Άρα η ιδεολογία δεν έχει ιστορία.


(Επίλογος)
Θα κλείσουμε την εργασία αυτή, αντλώντας έμπνευση από μία παρατήρηση που κάνει κάπου ο Πέρυ Άντερσον.[24] Ο Λουί Αλτουσέρ, με τις αντιλήψεις του για την ιδεολογία που στερείται ιστορίας, τον υλισμό της συνάντησης και την ιστορία χωρίς τέλος, δεν είναι άραγε το «επιστημονικό» ανάλογο του Βάλτερ Μπένγιαμιν των «Θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας».[25] Δεν καταστρώνουν και οι δύο (από διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες και σκοπιές) ένα σχέδιο επαναστατικής ανασυγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας, δομημένο στη βάση πολιτικού και φιλοσοφικού πεσιμισμού;

Όπως και να’ χει, η προσφορά του Αλτουσέρ στο μαρξισμό είναι ανεκτίμητη και πρωτοποριακή και γι’ αυτό πρέπει να τον διαβάσουμε!

Δήμος Ε


Σημειώσεις

1 Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Γιάννης Μηλιός, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

2 Στο ίδιο.

3 Για την κρίση του μαρξισμού, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Αγώνας.

4 Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι τόσο στο έργο του Μαρξ όσο και σε εκείνο του Λένιν (πχ, «ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού») μπορούμε να βρούμε πληθώρα τέτοιων «παραγωγίστικων» σημείων, που να υπονοούν το αναπόφευκτο του σαπίσματος του καπιταλισμού και επομένως το αναπόφευκτο της κομμουνιστικής ιστορικής αναγκαιότητας. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως ένα θεωρητικό έργο είναι μία αντιφατική ενότητα, η οποία διασχίζεται από αντίρροπες τάσεις και θέσεις. Γιατί λοιπόν, να ξεφεύγει το έργο του Μαρξ ή του Λένιν από αυτήν την αρχή;

5 Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα και η χώρα μας, όπου η θεωρητική ανάλυση και η πολιτική κατεύθυνση του ΚΚΕ, πριν και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προσδιοριζόταν απόλυτα από τη θεωρία των σταδίων. Θεωρούμε ότι έπαιξε σε τελική ανάλυση σημαντικό ρόλο στο να μην προχωρήσει το ΕΑΜ σε κατάληψη της πολιτικής εξουσίας μετά την αποχώρηση των Γερμανών το 1944.

6 Τονίζουμε εδώ, ότι η θεωρία των σταδίων δεν οδήγησε από μόνη της (και δε θα μπορούσε άλλωστε) στον επαναστατικό εφησυχασμό των ΚΚ. Απλά λειτούργησε προς αυτήν την κατεύθυνση, συναρτούμενη με τις διεθνείς ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, δηλαδή την ισχυρή πρόσδεση των ΚΚ της Ευρώπης στο ΚΚΣΕ μέσω της Κομιντέρν, την υποχώρηση του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος μετά το 1920, κα που ξεφεύγουν από τους στόχους του παρόντος κειμένου.

7 Είναι η θεωρία της συγχώνευσης των μονοπωλίων με το κράτος «σε ένα ενιαίο μηχανισμό…καμία σχετική αυτονομία δεν αναγνωρίζεται στον κρατικό μηχανισμό ως πολιτικού ενοποιού της μονοπωλιακής μερίδας όσο και όλου του συνασπισμού εξουσίας», στο Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, Νίκος Πουλαντζάς, Εκδόσεις Θεμέλιο.

8 Οι δομές που αποτυπώνουν συσχετισμούς δυνάμεων και διαθέτουν αντιφατική και συγκρουσιακή φύση είναι από τα πιο γνωστά μοτίβα του δομικού μαρξισμού. Ενδιαφέρουσα είναι και η άποψη του Μπαλιμπάρ, ο οποίος θεωρούσε το συσχετισμό δύναμης για το κράτος, ότι είναι το διαφορικό για μία καμπύλη τροχιά. Καθορίζει ανά πάσα στιγμή την «πορεία» της. Βλέπε το Η φιλοσοφία του Μαρξ, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Εκδόσεις Νήσος.

9 Προτάσεις για περαιτέρω διάβασμα πάνω στο ζήτημα του Κράτους: Για τον Γκράμσι: Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ παρεμβάσεις, Νίκος Πουλαντζάς, Εκδόσεις Πολύτυπο και Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός, Γιάννης Μηλιός, Εκδόσεις Κριτική.

10 Για πιο συγκεκριμένα, βλέπε: Ο Γκράμσι και το κράτος, Κριστίν-Μπυσί Γκλύξμάν, Εκδόσεις Θεμέλιο.

11 Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ 1917-1923 (τόμος Α’) και 1923-1930 (τόμος Β’), Σαρλ Μπετελέμ, Εκδόσεις Κέδρος.

12 Τι πρέπει να αλλάξει στο κομμουνιστικό κόμμα, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Αγώνα.

13 Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Λουί Αλτουσέρ, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ροζέ Εσταμπλέ, Πιερ Μασρέ, Ζακ Ρανσιέρ, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

14 Για τον Μαρξ, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Γράμματα.

15 Απάντηση στον Τζων Λιούις, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Θεμέλιο.

16 Προσιδιάζει κάπως αυτός ο ορισμός της φιλοσοφίας περί επανατοποθέτησης των προβλημάτων της πολιτικής, με την άποψη του Μπαντιού για τη φιλοσοφία, ως εννοιακό χώρο στοχασμού των πεδίων ανάπτυξης διαδικασιών αλήθειας, στο Μανιφέστο για τη φιλοσοφία, Αλαίν Μπαντιού, Εκδόσεις Ψυχογιός.

17 Στο ίδιο.

18 Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, στο Θέσεις, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Θεμέλιο.

19 Στον Γκράμσι, βρίσκουμε εκπεφρασμένες τις ιδέες αυτές, στα εξής βιβλία: Οι Διανοούμενοι, Παρελθόν και Παρόν, Λογοτεχνία και Εθνική Ζωή, (όλα) Εκδόσεις Στοχαστή.

20 Εκπαίδευση και εξουσία, Γιάννης Μηλιός, Εκδόσεις Κριτική.

21 Ο Γκράμσι και το κράτος, Κριστίν-Μπυσί Γκλυξμάν, Εκδόσεις Θεμέλιο.

22 Κάτι αντίστοιχο ισχύει για την αστική τάξη. Δε γνωρίζει ότι πραγματικά είναι η εκμεταλλεύτρια τάξη της κοινωνίας και άρα ο μοναδικός κάτοχος της Αλήθειας, την οποία και κρατά ως «κόρη οφθαλμού» από τις κυριαρχούμενες τάξεις. Αντιθέτως, θεωρεί πως είναι η μόνη ικανή να αναλάβει ρόλο καθοδηγητή για το σύνολο του κοινωνικού ιστού (πάλι όψη θετικότητας και εδώ).

23 Περισσότερη ανάλυση για τον Άλλον στο Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, Σλαβόι Ζίζεκ, Εκδόσεις Scripta.

24 Ο δυτικός μαρξισμός, Πέρυ Άντερσον, Εκδόσεις Κέδρος.

25 Βάλτερ Μπένγιαμιν: Προμήνυμα κινδύνου. Μία ανάγνωση των θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας, Μικαέλ Λεβύ, Εκδόσεις Πλέθρον.