Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο για τον 21ο αιώνα

Επιτέλους ανέβηκε στο youtube ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Αν η σοβιετική αβαν γκαρντ έγραφε ποστ ροκ, αυτό το τραγούδι θα έγραφε. Hanged Up, "Kicker in Tow" ή "Kinetic Work" αναγραμματιστικά. Δύο μέλη, οι Genevieve Heistek στη βιόλα (μέλος των εξαιρετικών αλλά διαλυμένων πλέον Sackville), και Eric Craven στα ντραμς (επίσης στους Sackville, τώρα στους Silver Mt. Zion). Βιόλα και ντραμς μόνο λοιπόν. Αλλά τι βιόλα και ντραμς!


New York Sound

New York Cool: Το "Μητρόπολη και διανοητική ζωή" του Simmel σε ήχο: μεταξύ αποστασιοποίησης και υπαρξιακής έντασης, Ramones και Velvet Underground, μπλαζέ ειρωνείας και συμμετοχής στον ετερώνυμο παλμό του πλήθους, άδειων βλεμμάτων στον υπόγειο και αφελών ταξιδιών σε παραισθησιογόνους γαλαξίες. Κατά σειρά εμφάνισης: Clap Your Hands Say Yeah, Interpol, The Strokes.













Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (τρίτο μέρος)



Ι. Αξιωματική πολιτική
Το OP εφορμάται από τέσσερις διακριτές αρχές: οι δύο πρώτες είναι βασικά μορφολογικές, και αφορούν την φύση της πολιτικής ως προτάγματος και ως δικαιοσύνης· οι άλλες δύο είναι περισσότερο εμφατικά απτές, και αφορούν το υποκειμενικό στάτους των εργατών και των μεταναστών κάτω από συνθήκες που έχουν γίνει όλο και περισσότερο εχθρικές από τα τέλη του 1970.

(α) Το στάτους των οικουμενικών πολιτικών αρχών, όπως και το στάτους κάθε μορφής αλήθειας, είναι απαραίτητα αξιωματικό (δηλαδή, δεν επιδέχεται ορισμού). Εφόσον η ισότητα είναι υποκειμενική, έτσι συνεπώς και η δικαιοσύνη --η κατεξοχήν πολιτική αρχή-- μπορεί να είναι μόνο κανονιστική. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να οριστεί· είναι μια "καθαρή κατάφαση χωρίς εγγύηση ή απόδειξη". Αντί να σηματοδοτεί την ιδανική κατάσταση που κάθε δεδομένος συσχετισμός μπορεί μόνον να πλησιάσει, "η δικαιοσύνη σηματοδοτεί μια υποκειμενική μορφή που είναι αποτελεσματική, αξιωματική, άμεση [...] και αναφέρεται απαραίτητα σε μια εντελώς χωρίς συμφέροντα υποκειμενικότητα." Είτε είμαστε υποκειμενικά χωρίς συμφέροντα, είτε αντικειμενικά κινούμενοι από συμφέροντα, χωρίς πεδίο σύνδεσης ανάμεσά στις δύο καταστάσεις· είτε σκεφτόμαστε (δίκαια) είτε αποφεύγουμε τη σκέψη (λόγω συμφέροντος) (Abrégé de métapolitique 112-13). Το ότι η πολιτική είναι συνεπώς αξιωματική ή "προϊόν σκέψης" σημαίνει ότι δεν είναι μια αναπαράσταση ή μια αντανάκλαση ενός άλλου πράγματος (της οικονομίας, του κράτους, της κοινωνίας...) (La Distance politique, 2.02.92: 4). Όταν οι υπόδουλοι εξεγείρονται για ελευθερία, για παράδειγμα, ή όταν οι αποικιοκρατούμενοι ζητούν απελευθέρωση, ή όταν οι γυναίκες ζητούν ισότητα, η διακήρυξη της ελευθερίας και της ισότητας είναι η ίδια πρωταρχική ή χωρίς καθορισμό, και όχι ζήτημα που μπορεί να διερευνηθεί ή επιβεβαιωθεί. Η ισότητα δεν είναι κάτι που μπορεί να διρευνηθεί ή να διαπιστωθεί αλλά μια αρχή που διακηρύσσεται. Η μοναδική πολιτική ερώτηση είναι: τι μπορεί να γίνει, στο όνομα αυτής της αρχής, στην στρατευμένη μας πιστότητα στην διακήρυξή της; Η ερώτηση αυτή μπορεί να απαντηθεί μόνο μέσα από μια άμεση κινητοποίηση ή ενδυνάμωση που δεν έχει καμμία σχέση με την συγκαταβατικά "συμπονετική" αξιολόγηση κάποιων ανθρώπων ως περιθωριακών, αποκλεισμένων ή δυστυχισμένων (La Distance politique, 19-20.04.96: 9; 17-18.10.96: 13).

Τα προτάγματα του OP είναι αδιαφοροποίητα απλές, ελάχιστα "θεωρητικές" αρχές --για παράδειγμα: κάθε άτομο μετρά ως ένα άτομο, όλοι οι φοιτητές πρέπει να έχουν την ίδια αντιμετώπιση (La Distance politique 21.05.97: 4), "καθένας που ζει εδώ είναι από εδώ", τα εργοστάσια πρέπει να είναι χώροι εργασίας περισσότερο από ότι χώροι κέρδους, κλπ. Μια πολιτική κατάσταση υπάρχει μόνο κάτω από τα προτάγματα τέτοιων διαφανών διακηρύξεων, των οποίων η οικουμενικότητα είναι ξεκάθαρη (La Distance politique 7.07.93: 8; βλ. και La Distance politique τεύχος 13). Η πίεση, η αντίσταση ή η κατακραυγή, ακόμα και η κινητοποιημένη ή οργανωμένη κατακραυγή, δεν επαρκούν. Το OP επιμένει ότι μόνο οι πολιτικοί οργανισμοί, και όχι τα κινήματα, μπορούν να συντηρήσουν προτάγματα (τα οποία μπορούν ακολούθως να παρουσιάσουν ή να φέρουν τα κινήματα) (La Distance politique17-18.10.96: 3-4). Από αυτήν την άποψη, το OP παραμένει πιστό στις λενινιστικές του ρίζες: η δημιουργία μιας αληθινής συνείδησης είναι εντελώς ξεχωριστή λειτουργία από την αυθόρμητη ανάπτυξη ενός κινήματος (La Distance politique 2.02.92: 9; βλ. επίσης La Distance politique 15.12.96: 4).

(β) Κάθε γνήσια πολιτική πρέπει να αποζητά να αλλάξει την κατάσταση συνολικά, προς συμφέρον του οικουμενικού συμφέροντος. Αλλά αυτή η αλλαγή πυροδοτείται πάντα από ένα συγκεκριμένο συμβάν, το οποίο τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο χώρο και φέρεται από ένα συγκεκριμένο συμφέρον (οι sans culottes, τα σοβιέτ, οι εργάτες, οι sans-papiers...). 1792 στη Γαλλία, 1917 στη Ρωσία, 1959 στην Κούβα, 1988 στη Μπούρμα: κάθε φορά, το συμβάν φέρνει σε σύγκρουση αυτούς που έχουν επενδεδυμένο συμφέρον στην καθεστηκυία κατάσταση των πραγμάτων και αυτούς που υποστηρίζουν ένα επαναστατικό κίνημα ή μια οπτική από την οποία αντικρίζεται η κατάσταση ωσάν για όλους. Άλλες, πιο στενές αρχές ή απαιτήσεις, όσο άξιοι βοήθειας και να είναι οι παραλήπτες τους, είναι απλώς ζητήματα "συνδικαλισμού" ή διαπραγματεύσεων εργατικών σωματείων, δηλαδή διαπραγματεύσεων με στόχο μια βελτιωμένη, καλύτερα ενσωματωμένη θέση μέσα στην υπάρχουσα κατάσταση. Ξεκάθαρα, αυτό το οποίο παρουσιάζεται με την ταμπέλα της "πολιτικής" με την συνηθισμένη και καθημερινή έννοια σημαίνει απλώς "αποκατάσταση και μνησικακία [...] εκλεκτορικό μηδενισμό και τυφλή σύγκρουση κοινοτήτων" (Abrégé de métapolitique 110).

Η ίδια η έννοια της "ταυτοτικής πολιτικής" είναι συνεπώς ορισμικά αντιφατική. Το OP καταδικάζει συχνά την άρθρωση μιας "'γαλλικής' ταυτότητας η οποία επιτρέπει τις διακρίσεις και τους κατατρεγμούς" οποιουδήποτε τύπου· η μοναδική νόμιμη εθνική μονάδα είναι αυτή που μετρά όλα της τα στοιχεία ως ένα, ανεξάρτητα από την εθνο-πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα ("Le pays comme principe", 1992: 135). Η φιλελεύθερη αριστερή επιμονή στο κενόδοξο "δικαίωμα να παραμείνουμε 'ίδιοι με τους εαυτούς μας'" δεν έχει καμμία ελπίδα απέναντι στην "αφηρημένη οικουμενικότητα" του σύγχρονου κεφαλαίου, και δεν κάνει τίποτε άλλο από το να "οργανώνει έναν αποκλεισμό που υποκρίνεται ότι αντιπαλεύει" (Badiou, Επιστολή στον συγγραφέα, 11.06.96). Φυσικά, συχνά έχει διατυπωθεί το επιχείρημα ότι αν καταπιεζόμαστε ως Άραβες, ως γυναίκες, ως μαύροι, ως ομοφυλόφιλοι, τότε αυτή η καταπίεση δεν θα σταματήσει μέχρι τούτες οι συγκεκριμένες κατηγορίες να επαναξιολογηθούν. [13] Η απάντηση του Badiou σ' αυτή τη γραμμή αξίζει να παρατεθεί αναλυτικά:

Όταν ακούω ανθρώπους να λένε "καταπιεζόμαστε ως μαύροι, ως γυναίκες", έχω μόνο ένα πρόβλημα: τι ακριβώς εννοούμε "μαύροι" ή "γυναίκες"...Μπορεί αυτή η ταυτότητα, από μόνη της, να λειτουργήσει σε προοδευτική κατεύθυνση, δηλαδή ως κάτι άλλο από μια ιδιότητα που έχει εφευρεθεί από τους ίδιους τους καταπιεστές; [...] Καταλαβαίνω πολύ καλά τι σημαίνει "μαύρος" για αυτούς που χρησιμοποιούν αυτό το κατηγόρημα μέσα σε μια λογική διαφοροποίησης, καταπίεσης και διαχωρισμού, όπως καταλαβαίνω πολύ καλά τι σημαίνει "Γάλλος" όταν χρησιμοποιεί τη λέξη ο Λε Πεν για να υπεραμυνθεί της εθνικής επιλογής, της Γαλλίας για τους Γάλλους, του αποκλεισμού των Αράβων, κλπ. [...] Η Negritude, για παράδειγμα, όπως την ενσάρκωσαν ο Césaire και ο Senghor, αποτελούνταν βασικά από τον επανακαθορισμό ακριβώς αυτών των παραδοσιακών κατηγορημάτων που χρησιμοποιούνταν κάποτε για να καθορίσουν τους μαύρους: ως διαισθητικούς, ως φυσικούς, ως πρωτόγονους, ως ζώντες με τον ρυθμό και όχι με τις έννοιες, κλπ. [...] Καταλαβαίνω γιατί η κίνηση αυτή έλαβε χώρα, γιατί ήταν απαραίτητη. Ήταν μια μια πολύ δυνατή, πολύ όμορφη, και πολύ απαραίτητη κίνηση. Αλλά έχοντάς το παραδεχτεί αυτό, δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να εγγραφεί ως τέτοιο στην πολιτική. Νομίζω πως είναι θέμα ποιητικής, κουλτούρας, ανατροπής της υποκειμενικής κατάστασης. Δεν προσφέρει κάποιο εφικτό πλαίσιο για την πολιτική πρωτοβουλία.
Η προοδευτική διατύπωση ενός αγώνα που αφορά πολιτισμικά ή κοινοτικά κατηγορήματα, τα οποία συνδέονται με αδιαμφισβήτητες καταστάσεις καταπίεσης και εξευτελισμού, προϋποθέτει ότι προτείνουμε αυτά τα κατηγορούμενα, αυτές τις ιδιαιτερότητες, αυτές τις ενικότητες, αυτές τις κοινοτικές ποιότητες, με τέτοιο τρόπο ώστε να τοποθετούνται σε έναν άλλο ώρο και να γίνονται ετερογενείς σε σχέση με την συνηθισμένη τους καταπιεστική λειτουργία. Δεν γνωρίζω ποτέ εκ των προτέρων ποια ποιότητα, ποια ιδιαιτερότητα, είναι ικανή να γίνει πολιτική ή όχι· δεν έχω προκαταλήψεις για το θέμα. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι πρέπει να υπάρχει προοδευτικό νόημα σε αυτές τις ιδιαιτερότητες, νόημα που να είναι κατανοητό από όλους. Αλλιώς, έχουμε κάτι που έχει τον λόγο ύπαρξής του, αλλά που είναι απαραίτητα της τάξης μιας απαίτησης ένταξης, δηλαδή μιας απαίτησης ότι η ιδιαιτερότητα κάποιου πρέπει να πάρει αξία στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων [...]
Το ότι υπάρχει ένα υπόλειμμα ή ένα στήριγμα ανεξάλειπτης ιδιαιτερότητας είναι κάτι που είμαι έτοιμος να αποδεχτώ για κάθε είδους πραγματικότητα[...] Αλλά στο τέλος, ανάμεσα σε αυτή την ιδιαιτερότητα που παρίσταται στην πρακτική, απτή στήριξη κάθε πολιτικής διαδικασίας και στις διατυπώσεις στο όνομα των οποίων εκτυλίσσεται η πολιτική διαδικασία, νομίζω πως υπάρχει απλώς μια σχέση στήριξης αλλά όχι και μια σχέση μεταπλασιμότητας. Δεν μπορείς να πας από το ένα στο άλλο, ακόμα και αν το ένα φαίνεται να "φέρεται" από το άλλο [...] Δεν γίνεται επειδή ένας όρος είναι κοινοτικό κατηγόρημα, ούτε καν επειδή υπάρχει ένα θύμα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, να μεταμορφωθεί αυτόματα, ή εύκολα καν, σε πολιτική κατηγορία ("Politics and Philosophy": 1998: 118-19).[14]

Σε μια περίσταση όπως αυτή της πρώην Γιουγκοσλαβίας, για παράδειγμα, ο Badiou ισχυρίζεται ότι μια βιώσιμη ειρήνη δεν θα έρθει μέσα από την έξωθεν παρέμβαση, ούτε, ακόμα λιγότερο, μέσα από την χάραξη εδαφών σύμφωνα με τις υπάρχουσες εθνοτικές κοινότητες, αλλά μάλλον μέσα από ένα συντεταγμένο, λαϊκό κίνημα ενάντια σε κάθε εθνοτική, γλωσσική και θρησκευτική ουσιοκρατία, σε ένα κοινό κράτος που μετρά όλους τους ανθρώπους ως ένα (La Distance politique 6.05.93: 8). Παρόμοια, μπορεί να υπάρξει ειρήνη στην Μέση Ανατολή μόνο με το τέλος ενός Ισραήλ που καθορίζεται ως εβραϊκό κράτος, και την θεμελίωση, σε συμφωνία με τις αρχικές απαιτήσεις του PLO, μιας μοναδικής, οικουμενικής Παλαιστίνης, ανοιχτής σε όλους χωρίς διακρίσεις (La Distance politique 4.10.92: 6· "Le pays comme principe" 1992: 135). Με λίγα λόγια, μια εξισωτική πολιτεία μπορεί να υπάρξει μόνο όταν η οικουμενικότητά της καθορίζεται από αυτούς που "συναποτελούν την ίδια τη χώρα". Και κάθε τέτοια χώρα, ισχυρίζεται συνακόλουθα ο Badiou, μπορεί να υπάρξει μόνο όταν οι εργάτες της υπάρχουν ως ενδυναμωμένα πολιτικά υποκείμενα που αντικρίζουν και προκαθορίζουν την αντικειμενική αδράνεια του κεφαλαίου. "Χωρίς τους εργάτες της, δεν μπορεί να υπάρξει χώρα" (La Distance politique 4.10.92: 7). Στο σημείο αυτό, η αφηρημένη αρχή της ισότητας γίνεται επίμονα συγκεκριμένη.

Εικόνα: http://clairefontaine.ws/works/med/32.jpg

.65, .67: Κόμμα, Αξιωματική ισότητα, ταυτοτισμός, πειθαρχία



Από το throughtheloophole. Εικόνα: jessicabuchleitner.files.wordpress.com.

65. Κόμμα
Πολιτικό κόμμα: Το τελευταίο προπύργιο του μοντερνισμού;

Η λενινιστική σύλληψη του κόμματος είναι για την πολιτική ότι ο Οδυσσέας του Joyce για την λογοτεχνία: η ενσάρκωση της μεταμόρφωσης της ακραιφνούς εικονοκλασίας σε νέο κλασικισμό, σε κλασικισμό του νέου. Στην περίπτωση της πολιτικής, αυτός ο κλασικισμός δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Ούτε ο κινηματισμός, ούτε η "κοινωνία των πολιτών", ούτε η ακροαριστερή τρομοκρατία, ούτε ο "τρίτος δρόμος", ούτε καμμία από τις χλιαρές και χωρίς κατεύθυνση προσπάθειες "ανανέωσης" της αριστεράς δεν απετέλεσε ποτέ ουσιαστική απειλή για την πρωτοκαθεδρία του κόμματος και της κομματικής πειθαρχίας ως αξεπέραστης δομής της πολιτικής νεωτερικότητας.

Ουσιαστικά, ο πολιτικός μεταμοντερνισμός είναι η προσπάθεια να εκβιαστεί η έλευση ενός πολιτικού "μετά" με μη πολιτικά μέσα: αισθητική, ηθική, ψυχανάλυση, φιλοσοφία. Αυτή η προσπάθεια δεν πέτυχε και δεν μπορεί να πετύχει. Το κόμμα είναι η έκφραση ενός πολιτικού Καθολικισμού που συνθλίβει άκοπα κάθε Μεταρρύθμιση, εξαναγκάζοντας τους πιο άκαμπτούς του εχθρούς στην έξοδο από την ίδια την αρένα της αναμέτρησης για εξουσία.

Εδώ βρίσκεται το πιο αδύναμο σημείο του Μπαντιού, το σημείο που τον επιστρέφει σε μια αμηχανία που δεν του ταιριάζει και που έχει σε κάθε άλλο επίπεδο σχεδόν αφήσει πίσω του: στο ότι το μοναδικό πράγμα που εξακολουθεί να μπορεί να αντικαταστήσει το κόμμα --πηγή πολιτικής αποτελεσματικότητας επειδή είναι πηγή σταθεροποιητικής αδράνειας, μαγνητικός πόλος που επιτρέπει στη μάζα να συγκεντρωθεί, να βρει το βάρος της και τα πατήματά της στην πολιτική διαδικασία-- είναι ένα άλλο κόμμα. Στην πολιτική, δεν έχουμε ακόμα βρει τον τρόπο να γίνουμε μεταμοντερνιστές.


67. Αξιωματική ισότητα, ταυτοτισμός, πειθαρχία
Γιατί πρέπει ένας κομμουνιστής σήμερα να επιμένει, ακόμα και συγκρουσιακά, ακόμα και με το κόστος σύγκρουσης με κομμάτια της αριστεράς, πάνω στην απόλυτη ισότητα όλων, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, σεξουαλικότητας; Για λόγους αρχής, φυσικά. Ένας κομμουνισμός που έχει απεμπολήσει την σφοδρή επιθυμία για αξιωματική ισότητα, που την έχει, με τον ένα ή άλλο τρόπο, εκχωρήσει σε αυτή ή την άλλη στρεβλά εννοούμενη μορφή "πολιτικού ρεαλισμού", δεν αξίζει το όνομά του.

Αλλά και για λόγους βιώσιμης πολιτικής στρατηγικής: η τάση του ιστορικού κομμουνισμού να εκτοπίσει κάθε είδους ενασχόληση με την σεξουαλική, έμφυλη ή φυλετική διαφορά στο όνομα της πρωταρχικότητας του προλεταριάτου έδωσε απλώς τον χώρο στον φιλελευθερισμό να ασκήσει πολιτισμική, και σε τελική ανάλυση ιδεολογική, ηγεμονία πάνω στις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους μετανάστες, για τους οποίους οι αγκάλες του φάνηκαν ανοιχτότερες από τις δικές μας --στον βαθμό βέβαια που μπορούσαν να εγκολπωθούν κοινωνικά ως καταναλωτές.

Ο ταυτοτισμός, ο κατακερματισμός δηλαδή της κοινωνίας σε ομάδες ουσιοκρατικά εννοούμενων συμφερόντων, είναι δημιούργημα αυτής ακριβώς της εκχώρησης. "Καμμία παραχώρηση στον ταυτοτισμό" δεν σημαίνει οχύρωση πίσω από αντίπαλους ταυτοτισμούς. Σημαίνει ενεργητικό αγώνα στο όνομα της κομμουνιστικής υπόσχεσης για όλους (ας μην ξεχνάμε την σημασία των γυναικείων δικαιωμάτων για τις πρώιμες, πολιτικά ενεργές κομμουνιστικές αλληλουχίες στη Σ. Ένωση, την Κούβα ή την Κίνα, ή την στενή ιστορική σύνδεση, στην Βρετανία, τις Η.Π.Α., την Ιταλία, την Ελλάδα ή τις Φιλιππίνες, ριζοσπαστικής αριστεράς και ομοφυλοφιλικής έκφρασης). Δεν αντιπαλεύουμε τον φιλελευθερισμό μόνο με την ανυποχώρητη αντιπαράταξη μαζί του, αλλά και διεκδικώντας πίσω την πολιτισμική ηγεμονία που του εκχωρήσαμε σταδιακά παντού. Ο κομμουνιστής σήμερα δεν έχει δικαίωμα να μην είναι επίσης μαχητικά φεμινιστής, υπέρμαχος των δικαιωμάτων και μορφών έκφρασης των σεξουαλικών μειονοτήτων, υπέρμαχος των δικαιωμάτων και μορφών έκφρασης των μεταναστών.

Και από την άλλη, η αυθεντική οικουμενικότητα της κομμουνιστικής υπόσχεσης, η δυνατότητά της να αποτελέσει βάση υποκειμενικοποίησης για κάθε άνθρωπο, είναι η μόνη βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί μια νέα συλλογική πειθαρχία. Αυτό θα αποκτήσει τεράστια σημασία στην (πιθανή) περίπτωση μακροχρόνιας καπιταλιστικής κρίσης. Δεν πρέπει, σε μια τέτοια περίπτωση, η ελευθερία έκφρασης της "ταυτότητας της ετερότητας" να αποτελέσει το τελευταίο προπύργιο αντίστασης ενός αδιέξοδου μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Ο Robert Brenner για την κρίση, 2009

Από τον κατεξοχήν μαρξιστή θεωρητικό της κρίσης συσσώρευσης, αυτόν που προέβλεψε την τωρινή πορεία των πραγμάτων στην παγκόσμια οικονομία έγκαιρα και απερίφραστα, όταν οι κλασικοί οικονομολόγοι πούλαγαν ψευδοτεχνοκρατική αισιοδοξία (βλ. The Boom and the Bubble, The Economics of Global Turbulence). Αναδημοσίευση από το brechtforum.org. Η συνέντευξη πάρθηκε τον Γενάρη του 2009. Χωρίς μετάφραση.
Εικόνα: crimethinc.com





Robert P. Brenner on the Crisis
Interview by Seongjin Jeong in The Hankyoreh [South Korea], 1/29/2009

SEONGJIN JEONG: Most media and analysts label the current crisis as a ‘financial crisis’. Do you agree with this characterization?

ROBERT P. BRENNER: It's understandable that analysts of the crisis have made the meltdown in banking and the securities markets their point of departure. But the difficulty is that they have not gone any deeper. From Treasury Secretary Paulson and Fed Chair Bernanke on down, they argue that the crisis can be explained simply in terms of problems in the financial sector. At the same time, they assert that the underlying real economy is strong, the so-called fundamentals in good shape. This could not be more misleading. The basic source of today’s crisis is the declining vitality of the advanced economies since 1973, and, especially, since 2000. Economic performance in the U.S., western Europe, and Japan has steadily deteriorated, business cycle by business cycle in terms of every standard macroeconomic indicator-GDP, investment, real wages, and so forth. Most telling, the business cycle that just ended, from 2001 through 2007, was--by far--weakest of the postwar period, and this despite the greatest government-sponsored economic stimulus in US peacetime history.

JEONG: How would you explain the long-term weakening of the real economy since 1973, what you call in your work ‘the long downturn’?

BRENNER: What mainly accounts for it is a deep, and lasting, decline of the rate of return on capital investment since the end of the 1960s. The failure of the rate of profit to recover is all the more remarkable, in view of the huge drop-off in the growth of real wages over the period. The main cause, though not the only cause, of the decline in the rate of profit has been a persistent tendency to over-capacity in global manufacturing industries. What happened was that one after another, new manufacturing power entered the world market--Germany and Japan, the northeast Asian NICS, the southeast Asian Tigers, and, finally, the Chinese Leviathan. These later-developing economies produced the same goods that were already being produced by the earlier developers, only cheaper. The result was too much supply compared to demand in one industry after another, and this forced down prices and in that way profits.

The corporations that experienced the squeeze on their profits did not, moreover, meekly leave their industries. They tried to hold their place by falling back on their capacity for innovation, speeding up investment in new technologies. But of course this only made over-capacity worse. Due to the fall in their rate of return, capitalists were getting smaller surpluses from their investments. They therefore had no choice but to slow down the growth of plant and equipment and employment. At the same time, in order to restore profitability, they held down employees' compensation, while governments reduced the growth of social expenditures. But the consequence of all these cutbacks in spending has been a long term problem of aggregate demand. The persistent weakness of aggregate demand has been the immediate source of the economy’s long term weakness.

JEONG: The crisis was actually triggered by the bursting of the historic housing bubble, which had been expanding for a full decade. What is your view of its significance?

BRENNER: The housing bubble needs to be understood in relation to the succession of asset price bubbles that the economy has experienced since the middle 1990s, and especially role of the U.S. federal reserve in nurturing those bubbles. Since the start of the long downturn, state economic authorities have tried to cope with the problem of insufficient demand by encouraging the increase of borrowing, both public and private. At first, they turned to state budget deficits, and in this way they did avoid really deep recessions. But, as time went on, governments could get ever less growth from the same amount of borrowing. In effect, in order stave off the sort of profound crises that historically have plagued the capitalist system, they had to accept a slide toward stagnation. During the early 1990s, governments in the US and Europe, led by the Clinton administration, famously tried to break their addiction to debt by moving together toward balanced increase their investment and consumption, and in that way, drive the economy. So, private deficits replaced public ones. What might be called “asset price Keynesianism” replaced traditional Keynesianism. We have therefore witnessed for the last dozen years or so the extraordinary spectacle of a world economy in which the continuation of capital accumulation has come literally to depend upon historic waves of speculation, carefully nurtured and rationalized by state policy makers--and regulators-first the historic stock market bubble of the later 1990s, then the housing and credit market bubbles from the early 2000s.

JEONG: You were prophetic in forecasting the current crisis as well as the 2001 recession. What is your outlook for the global economy? Will it worsen, or will it recover before the end of 2009? Do you expect that the current crisis will be as severe as the Great Depression?

BRENNER: The current crisis is more serious than the worst previous recession of the postwar period, between 1979 and 1982, and could conceivably come to rival the Great Depression, though there is no way of really knowing. Economic forecasters have underestimated how bad it is because they have over-estimated the strength of the real economy and failed to take into account the extent of its dependence upon a buildup of debt that relied on asset price bubbles. In the U.S., during the recent business cycle of the years 2001-2007, GDP growth was by far the slowest of the postwar epoch. There was no increase in private sector employment. The increase in plant and equipment was about a third off the previous the postwar low. Real wages were basically flat. There was no increase in median family income for the first time since WWII. Economic growth was driven entirely by personal consumption and residential investment, made possible by easy credit and rising house prices. Economic performance was this weak, even despite the enormous stimulus from the housing bubble and the Bush administration's huge federal deficits. Housing by itself accounted for almost one-third of the growth of GDP and close to half of the increase in employment in the years 2001-2005. It was therefore to be expected that when the housing bubble burst, consumption and residential investment would fall, and the economy would plunge.

JEONG: Many assert that the current crisis is a typical 'Minsky crisis' not a Marxian one, arguing that that the financial speculation-bubble-bust has played the central role in this crisis. How would you respond?

BRENNER: I don’t think it's helpful to counter-pose in that way the real and financial aspects of the crisis. As I emphasized, it is a Marxian crisis, in that it finds its roots in a long term fall and failure to recover of the rate of profit, which is the fundamental source of the extended slowdown of capital accumulation right into the present. In 2001, the rate of profit for U.S. non-financial corporations was the lowest of the postwar period, except for 1980. Corporations therefore had no choice but to hold back on investment and employment, but this made the problem of aggregate demand worse, further darkening the business climate. This is what accounts for the ultra-slow growth during the business cycle that just ended. Nevertheless, to understand the current collapse, you have to demonstrate the connection between the weakness of the real economy and the financial meltdown. The main link is the economy’s ever increasing dependence on borrowing to keep it turning over and the governments' ever greater reliance on asset price run-ups to allow that borrowing to continue. The basic condition for the housing and credit market bubbles was the perpetuation of low costs of borrowing. The weakness of the world economy, especially after the crises of 1997-1998 and 2001-2002, plus East Asian governments’ huge purchases of dollars to keep their currencies down and US consumption growing, made for unusually low long term interest rates.

At the same time, the U.S. Fed kept short term interest rates lower than at any time since the 1950s. Because they could borrow so cheaply, banks were willing to extend loans to speculators, whose investments drove the price of assets of every type ever higher and the return on lending (interest rates on bonds) ever lower. Symptomatically, housing prices soared and the yield in real terms on U.S. treasury bonds plunged. But because yields fell ever lower, institutions the world over that depended on returns from lending, had an ever more difficult time making sufficient profits. Pensions funds and insurance companies were particularly hard hit, but hedge funds and investment banks were also affected. These institutions were therefore all too ready to make massive investments in securities backed by highly dubious sub-prime mortgage because of the unusually high returns they offered, ignoring their unusually high risk. In fact, they could not get enough of them. Their purchases of mortgage backed securities allowed mortgage originators to keep lending to ever less qualified borrowers. The housing bubble reached historic proportions, and the economic expansion was allowed to continue.

But, of course, this could not go on for very long. When housing prices fell, the real economy went into recession and the financial sector experienced a meltdown, because both had depended for their dynamism on the housing bubble. Today, the recession is making the meltdown worse because it is exacerbating the housing crisis. The meltdown is intensifying the recession because it is making access to credit so difficult. It is the mutually reinforcing interaction between the crisis in the real economy and financial sector that has made the downward slide so intractable for policy makers and the potential for catastrophe so evident.

JEONG: Even if one grants that postwar capitalism entered a period of long downturn in the 1970s, it seems undeniable that the neo-liberal capitalist offensive has prevented the worsening of the downswing since the 1980s.

BRENNER: If you mean by neoliberalism the turn to finance and de-regulation, I do not see how it helped the economy. But, if you mean by it, the stepped up assault by employers and governments on workers' wages, working conditions, and the welfare state, there can be little doubt that it prevented the fall in the rate of profit from getting worse. Even so, the employers' offensive did not wait until the so-called neo-liberal era of the 1980s. It began in the wake of the fall of profitability, starting in the early 1970s, along with Keynesianism. It did not, moreover, result in recovery of the rate of profit and only further exacerbated the problem of aggregate demand. The weakening of aggregate demand ultimately impelled economic authorities to turn to more powerful and dangerous forms of economic stimulus, the “asset price Keynesianism” that led to the current disaster.

JEONG: Some have argued that a new paradigm of ‘financialization’ or ‘finance-led capitalism’ has sustained a so-called ‘Capital Resurgent’ (Gerard Dumenil) between the 1980s and the present. What do you think of the thesis of ‘financialization’ or ‘finance-led capitalism’?

BRENNER: The idea of a finance led-capitalism is a contradiction in terms, because, speaking generally--there are significant exceptions, like consumer lending--sustained financial profit making depends on sustained profit making in the real economy. To respond to the fall in the rate of profit in the real economy, some governments, led by the U.S., encouraged a turn to finance by de-regulating the financial sector. But, because the real economy continued to languish, the main result of de-regulation was to intensify competition in the financial sector, which made profit making more difficult and encouraged ever greater speculation and taking of risks. Leading executives in investment banks and hedge funds were able to make fabulous fortunes, because their salaries depended on short-run profits. They were able to secure temporarily high returns by expanding their firms' assets/lending and increasing risk.

But this way of doing business, sooner or later, came at the expense of the executives own corporations' long term financial health, leading, most spectacularly, the fall of Wall Street's leading investment banks. Every so-called financial expansion since the 1970s very quickly ended in a disastrous financial crisis and required a massive bail-out by the state. This was true of the third-world lending boom of the 1970s and early 1980s; the savings and loan run-up, the leveraged buyout mania, and the commercial real estate bubble of the 1980s; the stock market bubble of the second half of the 1990s; and of course the housing and credit market bubbles of the 2000s. The financial sector appeared dynamic only because governments were prepared to go to any lengths to support it.

JEONG: Keynesianism or statism seems poised to return as the new Zeitgeist. What is your general assessment of resurgent Keynesianism or statism? Can it help to resolve, or at least, alleviate the current crisis?

BRENNER: Governments today really have no choice but to turn to Keynesianism and the state to try to save the economy. After all, the free market has shown itself totally incapable of preventing or coping with economic catastrophe, let alone securing stability and growth. That's why the world's political elites, who only yesterday were celebrating deregulated financial markets, are suddenly now all Keynesians. But there is reason to doubt that Keynesianism in the sense of huge government deficits and easy credit to pump up demand can have the impact that many expect. After all, during the past seven years, thanks to the borrowing and spending encouraged by the Federal Reserve's housing bubble and the Bush administration's budget deficits, we witnessed what was, in effect, probably the greatest Keynesian economic stimulus in peacetime history. Yet, we got the weakest business cycle in the postwar epoch.

Today, the challenge is much greater. As the housing bubble collapses and credit becomes harder to come by, households are cutting back on the consumption and residential investment. As a consequence, corporations are experiencing falling profits. They are therefore cutting back on wages and laying off workers at a rapid pace, detonating a downward spiral of declining demand and declining profitability. Households had long counted on rising house prices to enable them to borrow more and to do their saving for them. But now, because of the build-up of debt, they will have to reduce borrowing and increase saving at the very time that the economy most needs them to consume.

We can expect that much of the money that the government places in the hands of households will be saved, not spent. Since Keynesianism could barely move the economy during the expansion, what can we expect from it in the worst recession since the 1930s? To have a significant effect on the economy, the Obama administration will likely have to contemplate a huge wave of direct or indirect government investment, in effect a form of state capitalism. To actually accomplish this however would require overcoming enormous political and economic obstacles. The U.S. political culture is enormously hostile to state enterprise. At the same time, the level of expenditure and state indebtedness that would be required could threaten the dollar. Until now, East Asian governments have been happy to fund US external and government deficits, in order to sustain U.S. consumption and their own exports. But, with the crisis overtaking even China, these governments may lose the capacity to finance U.S. deficits, especially as they grow to unprecedented size. The truly terrifying prospect of a run on the dollar looms in the background.

JEONG: What is your general assessment of the victory of Obama in the last Presidential election? Do you think Obama is a 'lesser evil', compared to the Bush administration? Many regard Obama as a F.D.R. of the 21st century. Indeed, Obama promises a 'new New Deal'. Do you think the anti-capitalist progressives can give critical support to some of his 'new New Deal'?

BRENNER: The triumph of Obama in the election is to be welcomed. A victory for McCain would have been a victory for the Republican Party and given an enormous boost to the most reactionary forces on the U.S. political scene. It would have been seen as an endorsement of the Bush administration’s hyper-militarism and imperialism, as well as its explicit agenda of eliminating what is left of unions, the welfare state, and environmental protection. That said, Obama is, like Roosevelt, a centrist Democrat, who cannot be expected, on his own, to do much to defend the interests of the vast majority of working people, who will be subjected to an accelerating assault from corporations trying to make up for their collapsing profits by reducing employment, compensation, and so forth. Obama's backed the titanic bailout of the financial sector, which represents perhaps the greatest robbery of the U.S. taxpayer in American history, especially as it came with no strings attached for the banks. He also supported the bail-out of the auto industry, even though it is conditional on massive cuts in the compensation of auto workers.

The bottom line is that, like Roosevelt, Obama can be expected to take decisive action in defense of working people only if he is pushed by way of organized direct action from below. The Roosevelt administration passed the main progressive legislation of the New Deal, including the Wagner Act and the Social Security, only after it was pressured to do so by a great wave of mass strikes. We can expect the same from Obama.

JEONG: According to Rosa Luxemburg and recently David Harvey, capitalism overcomes its tendency to crisis by way of geographical expansion. According to Harvey, this is often facilitated by massive state investments in infrastructure, to back up private capital investment, often foreign direct investment. Do you think that capitalism can find an exit from the current crisis, in Harvey’s terminology, by way of a ‘spatio-temporal-spatial fix’?

BRENNER: This is a complex issue. I think, first of all, it's true and critically important to say that geographical expansion has been essential to every great wave of capital accumulation. You might say that growth of the size of the labor force and growth of the system’s geographical space are the sine qua non, the essentials, for capitalist growth. The postwar boom is a good example, as it featured spectacular expansions of capital into the U.S. south and southwest and into war-torn western Europe and Japan. Investment by U.S. corporations played a critical role, not only in the U.S. but in western Europe in this epoch. Without question, this expansion of the labor force and the capitalist geographical arena was indispensable for the high profit rates that made the postwar boom so dynamic.
From a Marxist standpoint, this was a classical wave of capital accumulation and, necessarily, entailed both the sucking in of huge masses of labor from outside the system, especially from the pre-capitalist countryside in Germany and Japan, and the incorporation or re-incorporation of additional geographical space on an a huge scale.

Nevertheless, I think that by and large the pattern of the long downturn, since the late 1960s and early 1970s, has been different. It is true that capital responded to falling profitability by further expansion outward, seeking to combine advanced techniques with cheap labor. East Asia is of course the fundamental case, and unquestionably represents a world-historical moment, a fundamental transformation, for capitalism. But, though expansion into East Asia represented a response to falling profitability, it has not, I think, constituted a satisfactory solution. This is because, at the end of the day, the new manufacturing production that has emerged so spectacularly in East Asia is to too great an extent duplicating the manufacturing production already taking place elsewhere, though taking place more cheaply.

The problem is that on a system-wide scale, it's more exacerbating than resolving the problem of over-capacity. In other words, globalization has been a response to falling profitability, but because its new industries are not, basically, complementary for the world division of labor, but redundant, you have had a continuation of the problem of profitability. The bottom line, I think, is that to actually resolve the problem of profitability that has so long plagued the system--slowing capital accumulation and calling forth ever greater levels of borrowing to sustain stability--the system requires the crisis that has so long been postponed. Because the problem is over-capacity, massively exacerbated by the buildup of debt, what is still required is, as in the classical vision, a shake out from the system of high-cost low-profit firms, the subsequent cheapening of means of production, and the reduction of the price of labor.

It’s by way of crisis that, historically, capitalism has restored the rate of profit and established the necessary conditions for more dynamic capital accumulation. During the postwar period, crisis has been warded off, but the cost has been a failure to revive profitability leading to worsening stagnation. The current crisis is about that shakeout that never happened.

JEONG: So you think that only the crisis can resolve the crisis? That's a classical Marxian answer.

BRENNER: I think that that is probably the case. The analogy would be this. At first, in the early 1930s, the New Deal and Keynesianism were ineffective. In fact, though the length of the 1930s, there was a failure to establish the conditions for a new boom, as was demonstrated when the economy fell back into the deep recession of 1937-1938. But, eventually, as a result of the long crisis in the 30s, you shook out the high cost, low profit means of production, creating the basic conditions for high rates of profit. So, by the end of the 1930s, you could say that the potential rate of profit was high and all that was missing was a shock to demand. That demand was provided of course by the massive spending on armaments for World War II. So, during the war, you got high rates of profit and those high rates of profit provided the necessary condition for the postwar boom. But I don’t think that Keynesian deficits could have worked even if they had been tried in 1933, because you needed, in Marxian terms, a system-cleansing crisis first.

JEONG: Do you think that the current crisis will lead to a challenge to U.S. hegemony? World-system theorists, like Immanuel Wallerstein, who also interviewed for this newpaper Hankyoreh, are arguing that the hegemony of U.S. imperialism is declining.

BRENNER: This is again a very complex question. Perhaps I am mistaken, but I think that many of those who believe that there has been a decline in U.S. hegemony basically view U.S. hegemony as mainly an expression of U.S. geopolitical power, and, in the end, U.S. force. From this standpoint, it's mainly U.S. dominance that makes for U.S. leadership, it’s U.S. power over and against other countries that keeps the U.S. on top. I don't see U.S. hegemony that way. I see the elites of the world, especially the elites of the capitalist core broadly conceived, as being very happy with U.S. hegemony because what it means for them is that the U.S. assumes the role and the cost of world policemen. This is true, I think, of the elites even of most poor countries today.

What is the goal of the U.S. world policeman? It's not to attack other countries. Mainly, it's to keep social order on a world scale, to create stable conditions for global capital accumulation. It’s main purpose is to wipe out any popular challenges to capitalism, to support the existing structures of class relations. For most of the postwar period, there were nationalist-statist challenges, especially from below, the free rein of capital. They unquestionably were met by the most brutal U.S. force, the most naked expressions of US domination. Although within the core there was U.S. hegemony, outside of it there was dominance. But, with the fall of the Soviet Union, China and Vietnam taking the capitalist road, and the defeat of national liberation movements in places like southern Africa and Central America, resistance to capital in the developing world was very much weakened, at least for the time being. So, today, the governments and elites not only of western and eastern Europe, Japan, and Korea, but also Brazil, India, and China-most any place you can name--would prefer the continuation of U.S. hegemony.

U.S. hegemony will fall not because of the rise of a another power capable of contending for world domination. Above all, China prefers U.S. hegemony. The U.S. is not planning to attack China and, until now, the U.S. has kept its market wide open to Chinese exports. With the U.S. providing the role of world policeman and insuring ever freer trade and capital movements, China has been allowed to compete in terms of cost of production, on an equal playing field, and this has been incredibly beneficial to China - it couldn't be better.

Can the U.S. continue its hegemony in the current crisis? This is a much harder question. But, I think that, in the first instance, the answer yes. The world’s elites want more than anything to sustain the current globalizing order, and the U.S. is key to that. None of the world‘s elites are trying to exploit the crisis, and the U.S.'s enormous economic problems, to challenge U.S. hegemony. China keeps saying, “we're not going to continue to pay for the U.S. to continue its profligate ways,” referring to the manner China covered record-breaking U.S. current account deficits during the past decade and to the titanic U.S. budget deficits now being created.

JEONG: But, do you think China has now cut the U.S. off?

BRENNER: Not at all. China is still pouring as much money as it can into the U.S. to try to keep the U.S. economy going, so that China can keep developing the way it did. But, of course what is desired is not always possible. The depth of the Chinese crisis may be so great that it can no longer afford to finance U.S. deficits. Or, the assumption of ever greater U.S. deficits and printing of money by the Federal Reserve could lead to the collapse of the dollar, detonating true catastrophe. In either case, all bets are off. If those things happened, there would have to be a construction of a new order. But, under conditions of deep crisis that would be extremely difficult.

Indeed, under such conditions, the U.S., as well as other states, could easily turn to protection, nationalism, and even war. I think, as of this moment, the elites of the world still are trying to avoid this - they are not ready for it. What they want to is to keep markets open, keep trade open. This is because they understand that the last time states resorted to protection to solve the problem was at the time of the great depression, and this made the depression way worse, because in effect, when some states started to protect, everybody moved to protection, and the world market closed down. Next, of course, came militarism and war. The closing of world markets would obviously be disastrous today, so elites and governments are doing their very best to prevent a protectionist, statist, nationalist, militarist outcome. But politics is not just an expression of what the elites want, and what elites want changes over time. Elites are, moreover, generally divided and politics has autonomy. So, for example, it can hardly be ruled out that, if the crisis gets very bad-which would not at this point be a big surprise--you would see a return of far-right politics--a politics of protectionism, militarism, anti-immigration, nationalism.

This sort of politics not only could have broad popular appeal. Growing sections of business might find it the only way out, as they see their markets collapse, the system in depression, see a need for protection from competition and state subsidies of demand by way of military spending. This was, of course, the response that prevailed in much of Europe and Japan during the crisis of the interwar period. Today, the right is on its heels, because of the failures of the Bush administration and because of the crisis. But, if the Obama administration is unable to counter the economic collapse, the right could easily come back…especially because the Democrats are really offering no ideological alternative.

JEONG: You spoke about a potential crisis in China. What do you think of the current state of Chinese economy?

BRENNER: I think the Chinese crisis is going to be a lot worse than people expected, and this is for two main reasons. The first is that the American crisis, and the global crisis more generally, is much more serious than people expected, and in the last analysis, the fate of the Chinese economy is inextricably dependent on the fate of the U.S. economy, the global economy. This is not only because China has depended to such a great extent on exports to the U.S. market. It is also because most of the rest of the world is also so dependent on the U.S., and that especially includes Europe. If I’m not mistaken, Europe recently became China's biggest export market. But, as the crisis originating in the U.S. brings down Europe, Europe's market for Chinese goods will also contract. So, the situation for China is much worse than what people expected, because the economic crisis is much worse than people expected.

Secondly, in people's enthusiasm for what has been China’s truly a spectacular economic growth, they have ignored the role of bubbles in driving the China's economy. China has grown, basically by way of exports, and particularly a growing trade surplus with the U.S. Because of this surplus, the Chinese government has had to take political steps to keep the Chinese currency down and Chinese manufacturing competitive. Specifically, it has bought up U.S. dollar-denominated assets on a titanic scale by printing titanic amounts of the renminbi, the Chinese currency. But the result has been to inject huge amounts of money into the Chinese economy, making for ever easier credit over a long period. On the one hand, enterprises and local governments have used this easy credit to finance massive investment. But, this has made for ever greater over-capacity.

On the other hand, they have used the easy credit to buy land, houses, shares, and other sorts of financial assets. But this has made for massive asset price bubbles, which have played a part, as in the U.S., in allowing for more borrowing and spending. As the Chinese bubbles bust, the depth of the over-capacity will be made clear. As the Chinese bubbles bust, you will also have, as across much of the rest of the world, a huge hit to consumer demand and disruptive financial crisis. So, the bottom line is that, the Chinese crisis is very serious, and could make the global crisis much more sever.

JEONG: So you think the capitalist logic of overproduction is also applied to China?

BRENNER: Yes, just like in Korea and much of East Asia in later the 90s. It's not that dissimilar. The only thing that hasn't happened yet is the kind of revaluation of the currency that really killed the Korean manufacturing expansion. The Chinese government is doing everything to avoid that.

JEONG: So, then you do not agree with the characterization of Chinese society as a kind of 'non-capitalist market economy'.

BRENNER: Not at all.

JEONG: So you think China is currently capitalist?

BRENNER: I think it's fully capitalist. You might say that China had a market non-capitalist economy maybe through the 80s, when they had very impressive growth by means of the town and village enterprises. The TVE's were publicly owned, owned by local governments, but operated on a market basis. That economic form, you might say, initiated the transition to capitalism. So perhaps up to maybe the early 90s, it was still a kind of non-capitalist market society, especially because there was still such a big industrial sector owned and planned by the central state. But, from that point on, there was a transition to capitalism, which has certainly by now been completed.

JEONG: What do you think of the severity of the coming Korean economic crisis? Do you think it could be more severe than the IMF crisis of 1997-1998?

BRENNER: In order to cope with the coming crisis, the Lee Myung-bak government is now reviving Park Chung-Hee style state-led investment for the construction of huge social infrastructure, especially Korean peninsula's ‘Great Canal’, while copying Obama's green growth policies. However, Lee Myung-bak's government still tries to stick to the neo-liberal deregulation policies of the post-1997 crisis period, especially by turning to the U.S.-Korea Free Trade Agreement. You might call this a hybrid approach, combining what seems to be an anachronist return to a Park Chung-Hee style state-led method of development with contemporary neo-liberalism.

JEONG: Will it be effective in combating or alleviating the coming crisis?

BRENNER: I'm doubtful that it will be effective. This is not necessarily either because it represents a throwback to Park’s state-led organized capitalism or because it embraces neoliberalism. It is because, whatever its internal form, it continues to depend on globalization at a time when the global crisis is bringing about an extraordinary contraction of the world market. We were just talking about China, and I was arguing that China is likely to be in serious trouble. But, China has low wages, potentially a huge domestic market, so, over time, it could, conceivably, have a better shot than Korea of confronting the crisis, though I'm far from sure about this.

Korea, I think will be hard hit. It was hard hit in 1997-1998, but was saved by the US stock market bubble and the resulting growth of U.S. borrowing, spending, and imports. But, when the U.S. stock market bubble burst in 2000-2002, Korea went into what promised to be an ever more serious crisis than 1997-1998. Nevertheless, the U.S. housing bubble came to the rescue of Korea during the recent period. But, now the U.S. bubble, the second U.S. bubble, has collapsed, and there's no third bubble to get Korea out of the current crisis. It's not necessarily because Korea is doing the wrong thing. It's because I don't think there's going to be an easy way out for any part of what has become a truly global, interdependent capitalist system.

JEONG: So what you are saying is that external environment is far worse than ever before.

BRENNER: That's the main point.

JEONG: What then are the urgent tasks of progressives in Korea? Korean progressives are very critical of Lee Myung-bak. They usually support the growth of the welfare-state and redistribution of income as an alternative to Lee’s project of investing in Canal construction, of big social overhead capital. This is the hot issue in Korean society today. Korean progressives point out that although Lee Myung-bak talks about green growth, his construction project would destroy whole environments. Do you agree with them?

BRENNER: Of course we should oppose such ecologically-disastrous projects.

JEONG: Do you think that building a Swedish-type welfare state would be the reasonable strategy for Korean progressives in the midst of the economic crisis?

BRENNER: I think the most important thing Korean progressives could do would be to re-strengthen the organizations of Korean labor. Only by rebuilding the Korean working class movement could the left build the power that it needs to win whatever demands its advocating. The only way that working people can really develop their power is through building new organizations in the course of struggle and, it's only in the course of struggle, that they are likely to come to a progressive politics, or indeed decide what a progressive politics actually should be at this moment. I think the best way to forge a left political response today is to help the people most affected to gain the organization and power to decide what's collectively in their interest. So, rather than try to figure out now, from above in a technocratic way, what's the best answer, the key for the left is to catalyze the reconstitution of the power of working people.

The Korean labor movement has obviously been weakened a great deal since the crisis of 1997-1998. At minimum, the priority for progressives is to do what they can to improve the environment for labor organizing, for re-strengthening the unions right now. That goes not only for Korea, but everywhere around the world. That’s the key objective. Without the revival of working class power, the left will quickly find that most issues of government policy are truly academic. I mean if the left is to affect state policy, there must be a change, a big change, in the balance of class power.

JEONG: Do you expect that there will be an opening for progressives in a world with recent failures of neo-liberalism?

BRENNER: The defeat of neo-liberalism is definitely creating major opportunities that the left did not have before. Neoliberalism never much appealed to large parts of the population. Working people never identified with free markets, free finance, and all that. But, I think that large sections of the population were convinced that this was the only alternative, they were convinced of TINA. But, now the crisis has revealed the total bankruptcy of the neoliberal mode of economic organization, and you can already see the change. It has been very powerfully manifested in the opposition by American working people to the bail-outs for the banks and financial sector. What they are saying today is that “We are told that saving the financial institutions, the financial markets, is the key to restoring the economy, prosperity. But we don't believe it. We don't want any more of money going to these people who are just robbing us.” So there is a big vacuum ideologically.

Thus there is a big opening for left ideas. The problem is that there is very little organization of working people, let alone, any political expression. So one can say there is this very big opportunity created by the change in the political environment, or the ideological climate, but that by itself is not going to provide a progressive outcome. So, again, the top priority for progressives--for any left activists--where they should be active is in trying to revive the organizations of working people. Without the re-creation of working class power, little progressive will be possible, and the only way to recreate that power is by way of mobilization for direct action. Only through working people taking action, collectively and en masse, will they be able to create the organization and amass the power necessary to provide the social basis, so to speak, for a transformation of their own consciousness, for political radicalization.

Robert P. Brenner is director of the Center for Social Theory and Comparative History at UCLA.

Seongjin Jeong is professor of economics at Gyeongsang National University, South Korea, and editor of the journal Marxism 21.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (δεύτερο μέρος)


Μια πραγματική πολιτική αλληλουχία μπορεί να ξεκινήσει μόνο όταν η αρχή του "δουλειές ως συνήθως" καταρρέει για τον ένα ή άλλο λόγο. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτό το οποίο εγγυάται την υποταγή στο κατεστημένο είναι "η υποταγή στην ακαθοριστία της εξουσίας, και όχι στην εξουσία την ίδια" (Théorie axiomatique du sujet. Notes du cours 1996-1998 8.04.98). Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, γνωρίζουμε μόνο ότι το πλεόνασμα της στατικής ανα-παράστασης πάνω στην βασική παράσταση είναι εντυπωσιακά απροσμέτρητο (αντιστοιχεί, με τους όρους της οντολογίας του Badiou, στο ατέρμονο πλεόνασμα του 2Ν πάνω στο Ν). Το τωρινό οικονομικό καθεστώς πράγματι κυριαρχεί επί των κατοίκων του απόλυτα, ακριβώς γιατί δεν μπορούμε καν να φανταστούμε πώς θα μπορούσαμε να περιορίσουμε ή να καταμετρήσουμε αυτό το καθεστώς. Η πρώτη επιτυχία μιας αληθινής πολιτικής παρέμβασης είναι συνεπώς η αποτελεσματική, "αποστασιοποιημένη" καταμέτρηση αυτού του πλεονάσματος. Η παρέμβαση εξαναγκάζει το κράτος να δείξει τα χαρτιά του, να χρησιμοποιήσει τις πλήρεις δυνάμεις καταστολής του ώστε να προσπαθήσει να αποκαταστήσει τα πράγματα στον σωστό τους τόπο. Κάθε πολιτική αλληλουχία που αξίζει το όνομά της προχωρά κρατώντας επαφή με την μαχητική αρχή που διατήρησαν, στην ιδιαίτερη πατρίδα του Badiou, οι αρχηγοί του κινήματος των ανέργων (chômeurs) κατά το 1997-1998: "δρούμε σύμφωνα με το σωστό και όχι σύμφωνα με το νόμιμο." [8] Η πολιτική αλήθεια ξεκινά πάντα με "δοκιμασίες και φασαρίες", με την κοινωνική "ρήξη και την ακαταστασία" (Abrégé de métapolitique 114). Αυτό είναι το τίμημα που όσοι αποζητούν την δικαιοσύνη πρέπει να είναι έτοιμοι να πληρώσουν:

Έχουμε υπερβολικά συχνά θελήσει από την δικαιοσύνη να θεμελιώσει την σταθερότητα των κοινωνικών δεσμών, ενώ μπορεί απλώς να ονομάσει τις πιο ακραίες στιγμές της αστάθειας. Γιατί το αποτέλεσμα του εξισωτικού αξιώματος είναι να διαλύσει τα δεσμά, να αποκοινωνικοποιήσει τη σκέψη, να επιβεβαιώσει τα δικαιώματα του ατέρμονου και του αθάνατου ενάντια στον υπολογισμό των συμφερόντων. Η δικαιοσύνη είναι το στοίχημα του αθάνατου με την περατότητα, με το "είναι-προς-τον-θάνατο." Γιατί στην υποκειμενική διάσταση της ισότητας που διακηρύσσουμε, τίποτε δεν έχει πλέον σημασία εκτός από την οικουμενικότητα τούτης της διακήρυξης, και τις ενεργές συνέπειες που ακολουθούν από αυτή (Abrégé de métapolitique 118).

Οι περιπτώσεις ή "διαθέσεις" μιας τόσο υψηλόφρονης αντίληψης της πολιτικής είναι εξ ορισμού σπάνιες. Ο φίλος του Badiou, Sylvain Lazarus, έχει αφιερώσει πολλή από την ενέργειά του στην διατύπωση και ταξινόμησή τους. [9] Τέσσερις ξεχωρίζουν. Πρώτα η επαναστατική ή Ιακωβινική διάθεση, ενεργή από το 1792 ως το 1794, η οποία έχει συλληφθεί κυρίως από τον Σεν Ζυστ. Οι Ιακωβίνοι κατανοούν την επανάσταση με καθαρά πολιτικούς όρους, όχι ως ιστορική κατηγορία ή στιγμή μετάβασης. Η επανάσταση είναι μια στιγμή συλλογικής απόφασης και αγώνα που φέρνει την Αρετή ενάντια στην Διαφθορά. Δεύτερον, τη μαρξιστική ή ταξική διάθεση, κυρίως λειτουργική από το 1848 έως το 1871. Ο υποκειμενικός προσανατολισμός του ταξικού αγώνα εδώ χρησιμεύει στο να οδηγήσει ένα "αφελές" διεθνές προλεταριακό κίνημα. Η ήττα της Κομμούνας φανερώνει την αποτυχία του και την ανάγκη πιο πειθαρχημένων μέσων. Η τρίτη, μπολσεβίκικη διάθεση (1902-1917), οργανώνεται ως απάντηση σε τούτη την ανάγκη, ως καμπάνια ενάντια στον οπορτουνισμό, τον αυθορμητισμό, τον ρεφορμισμό και τον συνδικαλισμό. Επιμένει στην συνοχή του Κόμματος και των επιταγών του. Ο Λένιν αναγνωρίζει ότι η ίδια η ύπαρξη ενός λαϊκού κινήματος δεν είναι εγγύηση νίκης. Η δραστική πολιτική αλλαγή πρέπει να περάσει από το κανάλι "στρατευμένων μορφών συνείδησης, ή καλύτερα, από την σκέψη, και όχι από την κίνηση της Ιστορίας ή την αναπαράσταση κοινωνικών ομάδων" (La Distance politique, 2.02.92: 9). Η τέταρτη διάθεση είναι η μαοϊκή (και έχει την απαρχή της είτε στον αγώνα απελευθέρωσης της Κίνας στη δεκαετία του 1920, είτε στην Πολιτιστική Επανάσταση στη δεκαετία του 1960): το χαρακτηριστικό της είναι η λαϊκή κινητοποίηση σε κλίμακα που ποτέ δεν αποπειράθηκε ο Λένιν, η διαφορετική ενδυνάμωση του λαού σε μια συνεχιζόμενη, μόνιμη επανάσταση (Abrégé de métapolitique 49-51). Κάθε διάθεση παρουσιάζει μια συγκεκριμένη εκδοχή της πολιτικής αλήθειας, όπως αυτή οριοθετείται από τις συνθήκες της εποχής. Είναι όλες τους υποκειμενικές, όλες τους εξισωτικές, αλλά δεν συναπαρτίζουν ένα και μόνο αφήγημα. Δεν κορυφώνονται σε μια αποκαλυπτική Αλήθεια. Αντιπροσωπεύουν προσπάθειες να γίνει αυτό που μπορεί να γίνει με δεδομένη την κατάσταση που υπάρχει. Αυτό που μοιράζονται εδώ και καιρό είναι η επαναστατική δέσμευση για την διάλυση του κράτους.

Σήμερα, όμως, τώρα που "η εποχή των επαναστάσεων πέρασε", ο Badiou παραδέχεται πως "εξαναγκάστηκα να αλλάξω την θέση μου σε ό,τι αφορά το κράτος. Η βασική αρχή δεν μπορεί πλέον να είναι με μονόδρομο τρόπο η 'αποκρατικοποίηση.' Είναι μάλλον ζήτημα προκαθορισμού του κράτους, συχνά με μια λογική επίτασης. Το πρόβλημα είναι να γνωρίζεις από πού προκαθορίζει το κράτος η πολιτική" (Badiou, Επιστολές στον συγγραφέα, 17.06.96; 13.10.97· βλ. και "Politics and Philosophy", 1998: 114-115· Théorie axiomatique du sujet, 26.11.97). Οι πρόσφατες πολιτικές αλληλουχίες --η παλαιστινιακή Ιντιφάντα, οι εξεγέρσεις στο ανατολικό Τιμόρ και το Τσιάπας, η φοιτητική κινητοποίηση στην Μπούρμα το 1988-- έχουν ξεδιπλωθεί σε μεγάλο βαθμό ως απόπειρες να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, με όρους περισσότερο αρμόζοντες στους επιμέρους περιορισμούς της κατάστασης. Ανάμεσα στις πιο σημαντικές συνεχιζόμενες προσπάθειες είναι το μεγάλο Κίνημα των Δίχως Γη Εργατών (MST) στη Βραζιλία. Αντί να επιμείνει στην μάταιη αναζήτηση αγροτικών μεταρρυθμίσεων μέσα από κατεστημένα αντι-προσωπευτικά κανάλια, το MST οργάνωσε την άμεση κατάληψη αγροτικής γης από τους ίδιους τους δίχως γη φτωχούς, επιτρέποντας σε 250.000 οικογένειες να εξασφαλίσουν τίτλους ιδιοκτησίας σε πάνω από 15 εκατομμύρια στρέμματα από το 1985. Αυτό που το MST κατανόησε με ιδιαίτερη σαφήνεια είναι ότι η νομική αναγνώριση μπορεί να κερδηθεί μόνο σαν συνέπεια της υποκειμενικής κινητοποίησης η οποία είναι η ίδια αδιάφορη ως προς την λογική της αναγνώρισης και της ανα-παράστασης ως τέτοιες. Τα αξιοθαύμαστα κέρδη του MST έχουν εξασφαλιστεί από αυτό που ο Badiou θα ονόμαζε "πολιτική απόσταση" από το κράτος, και εξαρτώνται από την ικανότητά του ίδιου να συντηρεί μια επιτυχημένη οργανωτική δομή, να αναπτύξει βιώσιμες μορφές μη εκμεταλλευτικής οικονομικής συνεργασίας και να αντισταθεί στον βίαιο εκφοβισμό των γαιοκτημόνων και της κρατικής αστυνομίας. [10]

Το Organisation Politique (OP) του Badiou συνελήφθη ως μέρος μιας απάντησης στην ίδια σχεδόν ερώτηση: από ποια σημεία ακριβώς είναι εφικτό, στις "δημοκρατίες" του σήμερα, να επιβάλλεις την αλλαγή πάνω στην κατάσταση των πραγμάτων [11]; Πώς είναι εφικτό να οργανώσεις μια αποτελεσματική πολιτική δύναμη χωρίς να βασιστείς στην θεσμική ανα-παράσταση ενός κόμματος (ευάλωττου στην διαφθορά) από την μία πλευρά και χωρίς τον ψευδο-αυθορμητισμό ενός μαζικού κινήματος (ευάλωττου στην κόπωση) από την άλλη; Αν και παραμένει ένα είδος οργανωτικού πειράματος, το OP αποτελεί μαρτυρία του τι μπορεί να πετύχει ακόμα και μια χούφτα ταγμένων ακτιβιστών. Το OP παρεμβαίνει μόνο σε συγκεκριμένα ζητήματα, τα οποία προκύπτουν από συγκεκριμένες συγκρούσεις ή συμβάντα που οδηγούνται πάντα από την αυστηρή, αξιωματική κατάφαση της υποκειμενικής ισότητας: την πολιτική ισότητα για όλους όσους ζουν στην εθνική κοινότητα, την παροχή άδειας παραμονής για τους sans-papiers, την πολιτική ενδυνάμωση όλων των εργατών ως εργατών, την οικουμενική πρόσβαση στην υγεία και την παιδεία, κλπ. Ο Badiou επιμένει ότι αυτές οι παρεμβάσεις δεν συνθέτουν ένα γενικό πρόγραμμα ή μια κομματική γραμμή. "Ο Θεός να μας φυλά από 'κοινωνικο-πολιτικά προγράμματα'! Η ουσία της πολιτικής είναι να είναι μη-προγραμματική. Η πολιτική, όπως την αντιλαμβανόμαστε στο OP, δεν υπόσχεται τίποτε. Είναι χωρίς κόμμα και χωρίς πρόγραμμα. Είναι μια κανονιστική μορφή σκέψης, που διακρίνει δυνατότητες εντελώς μη προσβάσιμες για τον κοινοβουλευτισμό, μια μορφή που λειτουργεί εντελώς ανεξάρτητα από την υλοποίησή τους" ("Réponses écrites", 1992: 70). Αν η πολιτική έχει πάρει θέση σε απόσταση από το κράτος και όχι σε αντίθεση με αυτό, παραμένει δεσμευμένη σε μια ομοιογενώς υποκειμενική κατεύθυνση. [12]

Entre-deux

Η δημοσίευση του κειμένου "58. Γιατί καταρρέει η αριστερά;" στο through the loophole προκάλεσε αρκετές, παραγωγικές, και οφείλω να πω, φιλικότερες από ό,τι περίμενα αντιδράσεις. Ένα πράγμα το οποίο δεν λέει το κείμενο εκείνο όσο ξεκάθαρα θα έπρεπε είναι ότι συμμερίζομαι, νιώθω ο ίδιος, την αγωνία της έλλειψης γνωστικών χαρτών του καιρού, αφουγκράζομαι την απελπισία και την βία που ελλοχεύει, ήδη, παντού γύρω μας, δεν επιχαίρω για την πολύ πραγματική οδύνη που ήρθε και θα έρθει, και δεν κρατώ στα χέρια μου κρυμένα χαρτιά ή κρυστάλινες σφαίρες που βλέπουν το μέλλον (η όποια μου "ενόραση" για την κρίση ήταν αποτέλεσμα εγγύτητας με υλιστικούς κύκλους στο επίκεντρό της από νωρίς, από τα τέλη του 2007· κανείς όμως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι έρχεται τοπικά και παγκόσμια αυτή τη στιγμή). Αν και είμαστε ως υλιστές σε θέση να κατανοήσουμε το παρελθόν καλύτερα από ό,τι συμφέρει την κυρίαρχη ιδεολογία να το κάνει, ατενίζουμε το παρών γυμνοί από "επιστημονικές" γνώσεις· και όσο γυμνότεροι, όσο πιο ολιγαρκείς σε ό,τι αφορά τις άμυνές μας απέναντι στην τρομακτική διάσταση της κοινωνικής διάλυσης, τόσο καλύτερα για την ευλυγισία της σκέψης μας.

Η διαφορά της σκέψης από το ωμό συναίσθημα, το είχα πει προ καιρού σε ένα συγγενικό κείμενο με τίτλο "Κόντρα στην αντιπολιτική", είναι αυτή: η σκέψη είναι αυτή που σε βοηθά να σταθείς στα πόδια σου απέναντι στον τρόμο --και ο πραγματικός για μας τρόμος, αυτός ενάντια στον οποίο γράφουμε, αυτός που αντιπαλεύουμε, δεν είναι η βία που γεννά κάτι νέο, αλλά η βία που καταστέλλει κάθε προοπτική μιας γέννεσης, η βία που συντηρεί σε ημιθανή κατάσταση την οικεία κατάσταση, που κρατά ζωντανό τον βρυκόλακα που λέγεται κεφαλαιοκρατική απαλλοτρίωση της ανθρώπινης δυνατότητας για δημιουργία και αυτοπραγμάτωση. Είμαστε λοιπόν ανθρωπιστές, όσοι σήμερα μιλούμε για κομμουνισμό, επιμένουμε να μιλούμε για κομμουνισμό;  Ο ανθρωπισμός, θα έπρεπε να το έχουμε μάθει προ πολλού, έχει ήδη μεταμορφωθεί στο αντίθετό του, στην εκ των άνωθεν καταστολή της επιθυμίας για αυτοπραγμάτωση στο όνομα της αποφυγής του χειρότερου. Ο μπαμπούλας του Ολοκληρωτισμού είναι ο "Διαφωτισμός" των ημερών μας, το δάχτυλο που κλείνει τον διακόπτη της σκέψης, η οξύμωρη, αυτοαναιρούμενη εκδοχή της ελευθερίας σε καιρούς ευνουχιστικού φόβου.

Υπό τέτοιες συνθήκες, ο ανθρωπισμός είναι μια βρώμικη λέξη. Η υπεράσπιση της ουσίας του προϋποθέτει την άρνηση του γράμματός του, όχι στο όνομα του υπερανθρώπου ως εκθετικά αυξημένης μορφής του εγώ αλλά σε αυτό της θέλησης του μηδέν να υπάρξει ως ένα (βλέπε αμέσως προηγούμενη ανάρτηση του Godel για τον Νίτσε). Υποστηρίζουμε επιστροφή στον ολοκληρωτισμό, στην ποιμενική πολιτική του βοσκού και των προβάτων που εκθέτει ήδη ο Πλάτωνας στην Πολιτεία; Οι βοσκοί πέθαναν και ο αμνός στου οποίου την υπόσχεση παραμένουμε αιρετικά πιστοί έχει κοφτερά νύχια, όπως ο Angelus Novus του Klee. Όσο για τον ολοκληρωτισμό, βασική μας αρχή, αρχή που ήδη υπάρχει εκφρασμένη στον Χέγκελ και περνά στον Λακάν, τον Ζίζεκ, τον Μπαντιού, είναι πως η ολότητα ακουμπά το Πραγματικό μόνο στο βαθμό που σχίζεται, ανοίγει στα δύο, στην εξαφανιζόμενη αιτία που οριοθετεί ένα σύνολο απομονώνοντας το από ένα "έξω", και στην πραγμοποιημένη συνέπειά της, αυτό που συνήθως μπερδεύουμε με την ολότητα. Καμμία μορφή κράτους --και η εμμονή του κράτους, ως γνωστόν, είναι αυτό που ονομάστηκε "υπαρκτός σοσιαλισμός"-- δεν μπορεί να αγκιστρώσει την επαναστατική θέληση για το Ένα, γιατί το κράτος είναι --όσο δίκαιο ή λειτουργικό και αν είναι-- ο επιδιαιτητής της πολλαπλότητας. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Λένιν --ένα από τα ονόματα του μπαμπούλα "Ολοκληρωτισμός"-- μίλησε παθιασμένα για την ανάγκη αποδόμησης του κράτους και αποκάλεσε κομμουνισμό αυτή ακριβώς την ποθητή αποδόμηση. Η αιματηρή διαφορά επαναστατικού λενινιστικού κομμουνισμού και αναρχισμού δεν ήταν ποτέ ο τελικός στόχος, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εχθρότητα απέναντι στο κράτος, αλλά η σκέψη για την αλληλουχία της μετάβασης πέρα από αυτό. Σήμερα, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος --ούτε βέβαια μια αδρανής "σύνθεση" των δύο-- κρατά στα χέρια το μυστικό της πραγμάτωσης αυτής της επιθυμίας. Το βέβαιο είναι ότι σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, το κράτος καλείται να παίξει τον ρόλο του προστάτη των αδυνάτων, επενδύεται με κάθε είδους ρεφορμιστικές ελπίδες, είναι όμως ιστορικά αδύνατο να διαδραματίσει τον ρόλο εκείνο που οραματίζεται ο ταπεινόφρων μεσσιανισμός των μικροαστικών στρωμάτων. Το κράτος είναι η εγγραφή της ανισότητας πάνω στο σώμα της κοινωνίας και η επιδιαιτησία της ίδιας αυτής ανισότητας συνάμα. Είναι, στην δικαιότερη δυνατή του μορφή, ένα αυτοαναιρούμενο παράδοξο. Δεν μπορεί συνεπώς να προσφέρει καμμία λύση εάν το πρόβλημα λάβει τις δραστικές διαστάσεις της ανταγωνιστικής αντίφασης --και στην Ελλάδα, τουλάχιστον, το πρόβλημα μοιάζει να προχωρά προς ανταγωνιστική αντίφαση πολύ γρήγορα: βρισκόμαστε στη θέση του περίφημου "αδύναμου κρίκου" της αλυσίδας πλέον.

Παραθέτω, αντί επιλόγου, έναν από τους διαλόγους --τον ουσιωδέστερο, πιστεύω-- που έγινε  με αφορμή το κείμενο για την κατάρρευση της εγχώριας αριστεράς (η οποία βέβαια, να μην το ξεχνάμε, συνοδεύεται από την αρχή εκκαθαρίσεων των αναλώσιμων υπηρετών του νεοφιλελευθερισμού από το ίδιο το κεφάλαιο --βλέπε Πρετεντέρης vs Ψυχάρης, σκάνδαλο αφου Μανδραβέλη, κλπ). Τον παραθέτω γιατί θέλω να υπογραμμίσω ότι αυτός είναι ο ριζικός ανταγωνισμός των ημερών μας, το χάσμα ανάμεσα μας· εκεί διεξάγεται η πραγματική μάχη ιδεών, πέρα (και κάτω) από τα ρεπορτάζ για τις αποφάσεις, τις κινήσεις και τους συμβιβασμούς του κάθε πολιτικού εκφραστή της Χ ή Ψ "συνιστώσας" ή τάσης. Ο αναγνώστης προηγείται, η δική μου απάντηση έπεται. Δεν θα αποφασίσω εδώ για την διαφορά μας. Η διαφορά μας είναι αυτό που πρέπει, πάσει θυσία, να γίνει πολιτική, να μας συγκροτήσει σε συλλογικότητες αμοιβαία. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει σύγκρουση, και μάλιστα σφοδρή. Με έντονα γράμματα τα σημεία-κλειδιά στις θέσεις των δύο. Με τις ευχαριστίες μου στον ανώνυμο αναγνώστη και από εδώ:

-"Συμφωνώ σχεδόν απόλυτα. Γιατί σχεδόν; Διότι δεν επικροτώ τη θέση σου περί ανάστασης του κομμουνισμού. Και πόσo μάλλον σε μια τέτοια συγκυρία κοινωνικοπολιτικής και ιδεολογικής ανυπαρξίας.
Αριστερά δεν είναι ο κομμουνισμός. Αριστερά είναι ΚΑΙ ο κομμουνισμός (και σ αυτο πολλοι διαφωνουν). Ο οποίος -δυστυχώς φίλε μου- όχι απλώς απέτυχε παταγωδώς στο σκοπό του, αλλά ενίσχυσε και το φιλελεύθερο σύστημα, τον εθελούσιο συμβιβασμό και τη γενικότερη υποτίμηση αξιών. Είναι θα λέγαμε οι προσωπικότητες τις οποίες εξυμνούμε (τμηματικά) αυτές και μόνο υπεύθυνες για την τραγική σημερινή κατάσταση.
Η Αριστερά λοιπόν αποτελείται από πολλές παραμέτρους. Γι αυτό έχουμε φτάσει στην κωμικοτραγικό σημείο να ακούμε την Αριστερά συνοδευόμενη απο χίλια μύρια επίθετα και χαρακτηρισμούς: ανανεωτική Αριστερά, ευρωπαική Αριστερά, οικολογική Αριστερά και το μουνί της μάνας τους Αριστερά.
Το ζήτημα είναι : Μπορεί η πολυσχιδής αυτή Αριστερά επιτέλους να προσαρμοστεί στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας; Ο κομμουνισμός νομίζω είναι επιστροφή στα παρελθόντικα, περασμένα ιδεώδη και ταυτόχρονα αποδοχή της έλλειψης ιδεών και της άγονης εποχής. Αποδοχή της ηλιθιότητας μας, να το πώ διαφορετικά.
Πρέπει να βρούμε, λοιπόν συλλογικά έναν νέο τρόπο να εκσυγχρονίσουμε στον τρόπο εφαρμογής την Αριστερά. Λέω στον τρόπο εφαρμογής γιατί πολύ απλά οι βασικές θέσεις της αριστεράς είναι μονίμως οι ίδιες, και έτσι πρέπει να είναι : προστασία του ανίσχυρου, αλτρουισμός, εξανθρωπισμός, δικαιοσύνη... Όχι άλλες ματιές πίσω, τέρμα οι πιθηκισμοί για τους προηγούμενους. Οι ηγετικές και χαρισματικές προσωπικότητες της περασμένης γενιάς κατάφεραν να μας βυθίσουν στο κενό, να στοιχειώσουν την πολιτική σκηνή. Έχουμε το χρέος να το κάνουμε αυτό, ως νέα γενιά."


-"Ευχαριστώ για την ανάγνωση και το σχόλιο. Προφανώς διαφωνούμε στο σκέλος που εξέθεσες, ίσως όμως όχι με τον τρόπο που εξέθεσες. Δηλαδή: Η μιμητική επιστροφή στο κομμουνιστικό παρελθόν δεν είναι καλή/κακή (πρέπει να παρακάμψουμε επιτέλους τις ηθικολογικές εκτιμήσεις της ιστορίας, φτάνει με την ηθικοποίηση της πολιτικής που νομίζει ότι είναι κάτι άλλο από απαρνημένη πολιτική), είναι αδύνατη. Δεν γίνεται να γυρίσουμε πίσω, όπως δεν γίνεται ο καπιταλισμός να επαναλάβει το New Deal σήμερα (αν μπορούσε, θα το έκανε).

Συμφωνούμε συνεπώς ότι χρειαζόμαστε μια νέα πολιτική. Πώς πρέπει να είναι αυτή η νέα πολιτική; Ξέρουμε πώς δεν μπορεί να είναι. Δεν μπορεί να είναι όπως λες ότι πρέπει να είναι, δηλαδή "προστασία του ανίσχυρου, αλτρουισμός, εξανθρωπισμός, δικαιοσύνη". Το λεξιλόγιο αυτό, θα πρεπε να μπορείς να καταλάβεις, είναι ήδη μιμητικό ενός πλέον χρεοκοπημένου παρελθόντος, που λέγεται "καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο", αυτό ακριβώς που για μένα έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Και πάλι, δεν θα ηθικολογήσω για την ηθικολογία (θα ήταν ειρωνεία). Απλά είναι αδύνατη η επιστροφή σε έννοιες που έχουν καταρρεύσει εκ των έσω, έννοιες που βασίζονται, όπως θα δεις σε ένα βιβλίο όπως η Ηθική του Μπαντιού, στην "οπτική του θύματος" και όχι αυτή του δημιουργού καινοτομιών.

Αδύνατη λοιπόν η επιστροφή στο Κόμμα, στο Λενινιστικό μοντέλο αυτό καθαυτό, αδύνατη και σε αυτό που θεωρείς εναλλακτική αλλά είναι η ίδια παλιά γλώσσα του "τρίτου δρόμου", του Rainbow Coalition, των ΜΚΟ, κλπ.

Αυτή είναι η δυσκολία της κατάστασής μας, μια δυσκολία που σε αφορά πολύ πιο επίπονα στην πραγματικότητα από ό,τι εμένα, μιας και εσύ θα ζήσεις στον κόσμο που έρχεται περισσότερο από ό,τι εγώ. Η ελπίδα μας είναι ότι θα βρεθεί η επινοητικότητα και το θάρρος να ξεφύγουμε πραγματικά από την ιδεολογική χρεοκοπία, και όχι μόνο κατ' επίφασιν.

Γιατί, τότε, αφού δέχομαι ότι είναι αδύνατη η επιστροφή στην έννοια "κομμουνισμός" με την ιστορική διάσταση που πήρε στον εικοστό αιώνα, επιμένω στην λέξη; Γιατί πολύ απλά η λέξη προϋποθέτει την κατανόηση ότι ισότητα και δικαιοσύνη δεν είναι εφικτές χωρίς δραστικές παρεμβάσεις σε ό,τι αφορά την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την κατανομή του πλούτου, την φύση της εργασίας. Κάθε προσπάθεια παράκαμψης των υλικών διαστάσεων της ζωής μας ως είδους οδηγεί σε μια επιζήμια και ουσιωδώς ανήθικη ηθικολογία, που το πραγματικό της περιεχόμενο είναι 'άλλα λόγια να αγαπιόμαστε'".

Η εικόνα είναι από το www.aviadgil.com

Συμβάντα: "Σημεία για την νιτσεϊκή 'Θέληση για Δύναμη'"

Εκ μέρους του μηδέν, για το Ένα. Υπόγεια, ανεπίσημα, εκτός συμβατικών ακαδημαϊκών δομών (τι να περιμένει κανείς από μια ακαδημία-δούλο ερευνητικών προγραμμάτων για τις στομφώδεις ασημαντότητες που απασχολούν τις κατά ΕΕ "επιστήμες του ανθρώπου";), κάτι, επιτέλους, γίνεται με την φιλοσοφία στην Ελλάδα. Την στιγμή που έπρεπε, την σκοτεινή στιγμή που το έχουμε όλοι μεγαλύτερη ανάγκη από ό,τι, ίσως, μπορούμε ακόμη να καταλάβουμε. Συμβάντα και πάλι. Η φωτό από την αρχική ανάρτηση. Με έντονα στοιχεία τα σημεία που πιστεύω πως πρέπει να τονιστούν ιδιαίτερα σε αυτό το πυκνό, σαν την φλεγόμενη ηλιακή ύλη, κείμενο.


Συμβάντα
Σημεία για την νιτσεϊκή "θέληση για δύναμη"

1. Η φιλοσοφία είναι το παιδί της Θέλησης για Δύναμη.
2. Η Θέληση για Δύναμη θέτει τη γνώση στην υπηρεσία της μέσω της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
3. Η Θέληση για Δύναμη είναι η βιογραφία της μεταφυσικής, η ακραία εκδοχή του ανθρωπισμού.
4. Μόνο το μη-Είναι, το μηδέν, το κενό, δημιουργεί θέληση για δύναμη που να εκφράζει το Πραγματικό, και έτσι προηγείται και καθορίζει την θέληση για δύναμη καθολικά. Η Θέληση για Δύναμη του Είναι περιορίζεται στην επικράτεια της παρουσίας και για αυτό είναι δύναμη που δεν συναντιέται με την γνώση.
5. Το ανθρώπινο, για το λόγο αυτό, ακόμα και όταν αναζητά την υπέρβαση του (υπεράνθρωπος) μέσω της Θέλησης για Δύναμη-εντός του Είναι,ταυτίζεται σε τελευταία ανάλυση με το Εγώ.
6. Το μηδέν μόνο μπορεί να γεννήσει θέληση για δύναμη, γιατί υπάρχει εκτός του Είναι, ώστε να παραμείνει στην κατάσταση του μη-Είναι και να στηρίξει το Πραγματικό.
7. Άρα το μηδέν είναι ο τόπος γέννησης και άσκησης της δύναμης, επειδή το μηδέν είναι αυτό-καθεαυτό η θέληση για την αδυνατότητα.
8. Τι είδους "Θέληση για Δύναμη" είναι τότε, αυτή που γεννά το Είναι εφόσον δεν εμπεριέχει καμία τάση προς την αδυνατότητα;
9. Μόνο πέρα απο την εξουσία, την ηθική,την φιλοσοφία και την επιστήμη, μπορεί να υπάρξει δύναμη, δηλαδή στο Πραγματικό.
10. Η έξοδος από το ανθρώπινο, δηλαδή απο το Εγώ-Κόσμος δεν είναι ούτε ήταν ποτέ "πρόγραμμα" της φιλοσοφίας αλλά μόνο της πράξης και της θεωρίας ως θέληση για δύναμη ενάντια στη φιλοσοφία και υπέρ του Πραγματικού.
11. Όσο και αν η Νιτσεική "Θέληση για Δύναμη" όριζε μια θέση μάχης απέναντι στο ανθρώπινο, ακριβώς επειδή δεν εισήλθε στην υπηρεσία του Πραγματικού, του Ενός, παρέμεινε όργανο του Εγώ-Κόσμος (και γι αυτό κατακρεουργήθηκε τόσο εύκολα απο το Ναζισμό).
12. Ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε τις τραγικές συνέπειες της Θέλησης για Δύναμη ως Ιδέας του Είναι. Η μοίρα μιας οριστικής απελευθέρωσης από αυτόν τον πολιτισμό θα κριθεί απο το αν θα επικρατήσει η θέληση για δύναμη ως Ιδέα του Πραγματικού.
13. Ο Νίτσε πέρα απο το Εγώ-Κόσμος, πέρα απο τα σύνορα του Εμπειρισμού, κρατώντας τις θέσεις και τους δείκτες του μηδενισμού του, είναι ο μόνος Νίτσε που μπορεί να υπάρξει σαν θεωρητικό όργανο του μη-Είναι, του Πραγματικού, του Ενός.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (πρώτο μέρος)

Peter Hallward
Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και δικαιοσύνη
Culture Machine 4, 2002. culturemachine.net
Μτφρ.: Radical Desire

Σκέφτηκα ότι μετά τις τελευταίες συζητήσεις στο ιστολόγιο με αφορμή αναρτήσεις του Godel και δικές μου, και με δεδομένη την συχνότητα λέξεων και ερμηνευτικών τάσεων που ακούγονται πιθανότατα υπαινικτικές έως συνθηματολογικές, είναι, εκ των υστέρων, η ώρα για μια καλή εισαγωγή στην πολιτική σκέψη του Alain Badiou. Βέβαια, η εισαγωγή αυτή θα αφήσει ένα σωρό άλλα ερωτήματα που για να απαντηθούν θα χρειαστεί μεγάλος κόπος σε ό,τι αφορά τις φιλοσοφικές και μαθηματικές βάσεις εννοιών όπως "παρουσίαση" (presentation), "παραβίαση" (forçage), "Όλον" (Le Tout), "τόπος" (lieu), κλπ. Αλλά και αυτά θα πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους.

Κατά την άποψη του Badiou, "η πολιτική μπορεί να σκεφτεί μόνο ως η σκέψη του όλου" (Abrége de métapolitique 156-7). Η πολιτική οργανώνεται πρώτα και κύρια γύρω από το Πραγματικό μιας ριζοσπαστικής αδελφότητας, πριν μαγνητιστεί από το Φαντασιακό κυνήγι της ισότητας ή την Συμβολική υπόθεση της ελευθερίας. Η πραγματική πολιτική αρχίζει με μια έκθεση στην "αληθινή βία της αδελφότητας" και συντηρείται στο πρακτικό παρόν της "φανέρωσής της" (Le Siècle 83). [1] Η πολιτική υπάρχει μόνον στο μέσο αυτής της ενεργής φανέρωσης: η αδελφότητα δεν μπορεί να είναι περισσότερο αναπαραστάσιμη, ούτε να είναι περισσότερο μια λειτουργία της κοινωνιολογικής γνώσης ή της νομικής διαδικασίας από ό,τι είναι μια διαδήλωση ή μια εξέγερση.
Η αντίληψη του Badiou για την πολιτική αλήθεια δεν έχει καμμία σχέση, συνεπώς, με άγευστες υποθέσεις περί κοινωνικής ευθύνης ή φιλελεύθερης "επικοινωνίας". Ο Badiou γνωρίζει ότι "μόνο μια στρατευμένη αντίληψη της πολιτικής... μπορεί να ενώσει την πολιτική και την σκέψη" (Abrége de métapolitique 22). Πιο συγκεκριμένα, μόνο μια τέτοια θεώρηση μπορεί να αποφύγει την προσφυγή σε μια ψευδή διχοτομία θεωρίας και πρακτικής. "Υπάρχει σίγουρα ένα πράττειν ["faire"] της πολιτικής, αλλά είναι άμεσα η καθαρή, απλή εμπειρία μιας σκέψης, η εντοπιοποίησή της. Δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτή" (Abrége de métapolitique 56). Το φιλοσοφικό ή μεταπολιτικό πρόβλημα είναι απλώς πρόβλημα κατανόησης του πώς σκέφτεται η πολιτική, σύμφωνα με ποιον τρόπο σκέψης και μέσα από ποιες κατηγορίες --τις κατηγορίες της αρετής και της διαφθοράς για τον Σεν Ζυστ, για παράδειγμα, ή της επαναστατικής συνείδησης για τον Λένιν. Η πραγματική πολιτική σκέψη δεν είναι ούτε θέμα ακριβοδίκαιης απόφασης (Arendt), ούτε αγωνιώδους επιλογής (Sartre), ούτε, πολύ περισσότερο, εξειδικευμένης κοινωνικής μηχανικής (Rorty) ή διαδικαστικών εννοιών δικαιοσύνης (Rawls). Όπως ο Λένιν, όπως ο Φανόν, όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστατικοί στοχαστές, ο Badiou διατηρεί μια αυστηρά κλασική μορφή της πολιτικής λογικής: είτε p είτε όχι-p, χωρίς κανένα εφικτό συμβιβασμό ανάμεσά τους. Ο Badiou αντιλαμβάνεται την πολιτική ακριβώς ως θέμα αυτού που ο Ρεμπώ απεκάλεσε "λογική εξέγερση", ως ζήτημα ξεκάθαρα δεδηλωμένης αρχής --του είδους της αρχής που ενσάρκωσαν οι μεγάλοι στοχαστές αντιστασιακοί, Jean Cavaillès και Albert Lautman (Abrége de métapolitique 12).[2] Το πολιτικό υποκείμενο ενεργεί ή αντιστέκεται σαν να πρόκειται για κάτι δεδομένο, όχι εξαιτίας της λογικής του σύνδεσης με μια συγκεκριμένη ομάδα, τάξη ή άποψη. Αντιστέκεται, όχι σαν αποτέλεσμα επικοινωνίας ή συμφωνίας, αλλά με μιας, παραμερίζοντας κάθε "τρίτο δρόμο" (Abrége de métapolitique 15).[3]
Το μοναδικό κριτήριο της αληθινής πολιτικής δέσμευσης είναι η απροϋπόθετη ισότητα (L'Etre et l'événement 447; βλ. επίσης D'un Désastre obscur. Droit, Etat, Politique 15). Είναι μια βασική αρχή της οντολογίας του Badiou ότι όλα τα στοιχεία που ανήκουν σε μία κατάσταση ανήκουν (η παρουσιάζονται, ή υπάρχουν, ή μετρούν) με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με το ίδιο ακριβώς βάρος. Η πολιτική είναι η διαδικασία δια της οποίας το απλό αυτό ανήκειν αφαιρείται, ενεργητικά και αποτελεσματικά, από κάθε διαφοροποιητική συνθήκη ή ανα-παράσταση. Τα κριτήρια της ισότητας θεμελιώνουν μια ριζοσπαστική αλλά πλήρως αφηρημένη λογική του Ίδιου, της οποίας το ακριβές τακτικό "πλεονέκτημα είναι η αφαίρεσή της. Η ισότητα ούτε προϋποθέτει τον κλειστό χαρακτήρα [cloture] ούτε ταυτοποιεί τους όρους που αγκαλιάζει, ούτε προδιαγράφει μια περιοχή για την άσκησή της" (Conditions 247-8). Όπως κάθε κριτήριο αλήθειας με την μπαντιουϊκή έννοια του όρου, η ισότητα αυτή είναι απαραίτητα υποκειμενική ισότητα.[4] Εν τη απουσία κάθε μίας υπερβατικής Αλήθειας και εν τη αιρέσει αντικειμενικών κριτηρίων, τα πολιτικά υποκείμενα είναι απλώς ίσοι "συν-εργάτες" στην αλήθεια, έχουν γραπωθεί από την "ισότητα μιας κοινής μοιρασιάς εργασίας" (Saint-Paul et la fondation de l'universalisme 63-4).[5]
Η πραγματική πολιτική είναι κατ' εξαίρεση· μια εξαίρεση στο σύγχρονο κλισέ ότι "τα πάντα είναι πολιτικά" (La Distance politique, 1.12.91: 6). Η πολιτική προχωρά ως αδιάφορη ως προς την "διαλεκτική του υποκειμενικού και του αντικειμενικού...η εκδίπλωση της υποκειμενικής σκέψης θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μέσα από το ίδιο το υποκείμενο, μέσα από την υπόθεση της θεμελίωσης του υποκειμενικού στο υποκειμενικό, και όχι στην συνάντηση υποκειμενικού και αντικειμενικού", ούτε βέβαια "σε συνάρτηση με την οικονομία, το κράτος, την αποξένωση, κλπ" (La Distance politique 1.12.91: 7). Το είδος συσχετισμού υποκειμένου-αντικειμένου το οποίο πρότεινε η όλο και πιο κρατικοκεντρική αντίληψη της πολιτικής του Χάμπερμας, για παράδειγμα, έχει ως στόχο να παγιδεύσει την απαραίτητη βία της πολιτικής παράστασης μέσα σε νομικές νόρμες ανα-απαράστασης (βλ. Habermas, 1996; Le Siècle 140 σημ.37). Σε ό,τι αφορά τον Badiou, η κοινωνικο-οικονομική "ανάλυση είναι απόλυτα διαχωρισμένη από την πολιτική" [6]: η πρώτη είναι θέμα "ειδίκευσης" και εξυπακούει την ιεραρχία, η δεύτερη όχι. Μια γενική [generique] ή αξιωματική πολιτική αποδέχεται την "πολιτική ικανότητα κάθε ανθρώπου" την αρχή ότι "ο καθένας μπορεί να καταλάβει τον χώρο της πολιτικής, εφόσον το αποφασίσει" (La Distance politique 28.05.98: 3). Ενώ το είδος της κοινωνιολογίας που εξασκούν οι σύγχρονοι του Badiou, Balibar και Bourdieu, μπορεί μόνο να "συζητήσει" πολιτικά θέματα, οι πραγματικές πολιτικές αλληλουχίες μεταμορφώνουν "τα αντικείμενα" σε στρατευμένα, αυτοδικαίως, υποκείμενα.[7]
Ότι όλοι μπορούν να εισέλθουν σε μια πολιτική διαδικασία σημαίνει ότι η διχοτόμηση (η διαίρεση στα δύο) του πολιτικού ανταγωνισμού δεν μπορεί να συλληφθεί ως καθαρά καταστροφικός ανταγωνισμός. Μια πολιτική διαδικασία δεν φέρνει δύο ξεκάθαρα ορισμένους αντιπάλους τον ένα ενάντια στον άλλο σε ένα αγώνα ζωής και θανάτου για την κυριαρχία. Υπάρχει, κυριολεκτικά ομιλώντας, μόνο ένας πολιτικός δράστης, δηλαδή το εμείς που εξέρχεται ή εκδηλώνεται στο πραγματικό της αδελφότητας (δηλ. το στοιχείο της καθαρής παρουσίασης ως τέτοιας). Αυτό που ανθίσταται στο οργανωμένο πολιτικό εμείς δεν είναι ένα εναλλακτικό πολιτικό υποκείμενο αλλά η ωμή αδράνεια της ανα-παράστασης, που δεν είναι άλλη από την αδράνεια του ίδιου του κατεστημένου. Η πολιτική συνεπώς προχωρά μέσα από την επινόηση νέων μηχανισμών αφαίρεσης και μορφοποίησης που μπορούν να αντιμετωπίσουν και να μεταμορφώσουν αυτή την άμορφη αντίσταση στην αλλαγή (Le Siècle 89).

Εικόνα: http://johncopenhaver.files.wordpress.com