Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

V.I. Lenin-Για τις παρεκκλίσεις και τους συμβιβασμούς

V.I. Lenin
"Αριστερισμός", η παιδική ασθένεια του κομμουνισμού.


IV
Στην πάλη ενάντια σε ποιους εχθρούς μέσα στο εργατικό κίνημα αναπτύχθηκε, δυνάμωσε και ατσαλώθηκε ο μπολσεβικισμός;

Πρώτα και κύρια στην πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό, που το 1914 εξελίχθηκε οριστικά σε σοσιαλσωβινισμό και πέρασε οριστικά με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο. Αυτός ήταν, φυσικά, ο κυριότερος εχθρός του μπολσεβικισμού μέσα στο εργατικό κίνημα. Αυτός ο εχθρός παραμένει και τώρα ο κυριότερος εχθρός σε διεθνή κλίμακα. Στον εχθρό αυτό ο μπολσεβικισμός έδινε και δίνει την πιο μεγάλη προσοχή. Αυτή η πλευρά της δράσης των μπολσεβίκων τώρα πια είναι αρκετά καλά γνωστή και στο εξωτερικό.

Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τον άλλο εχθρό του μπολσεβικισμού μέσα στο εργατικό κίνημα. Στο εξωτερικό δεν ξέρουν ακόμη καλά ότι ο μπολσεβικισμός μεγάλωσε, διαμορφώθηκε και ατσαλώθηκε μέσα σ’ έναν μακρόχρονο αγώνα ενάντια στη μικροαστική επαναστατικότητα, που μοιάζει με τον αναρχισμό ή κάτι δανείστηκε απ’ αυτόν και που σε καθετί το ουσιαστικό κάνει υποχωρήσεις από τους όρους και τις απαιτήσεις της συνεπούς προλεταριακής ταξικής πάλης. Για τους μαρξιστές θεωρητικά είναι πέρα για πέρα διαπιστωμένο –και η πείρα όλων των ευρωπαϊκών επαναστάσεων και επαναστατικών κινημάτων το έχει επιβεβαιώσει απόλυτα– ότι ο μικροϊδιοκτήτης, ο μικρονοικοκύρης (κοινωνικός τύπος, που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιπροσωπεύεται πολύ πλατιά και μαζικά), που στον καπιταλισμό υφίσταται μια μόνιμη καταπίεση και πολύ συχνά δοκιμάζει μιαν αφάνταστα απότομη και γρήγορη χειροτέρευση της ζωής του και καταστροφή, περνά εύκολα σε άκρα επαναστατικότητα, δεν είναι όμως ικανός να δείξει αντοχή, οργανωτικό πνεύμα, πειθαρχία και σταθερότητα. Ο «μανιασμένος» από τις φρικωδίες του καπιταλισμού μικροαστός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, που όπως και ο αναρχισμός χαρακτηρίζει όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Η αστάθεια μιας τέτοιας επαναστατικότητας, η στειρότητά της, η ιδιότητά της να μετατρέπεται γρήγορα σε υποταγή, σε απάθεια, σε φαντασιοπληξία, ακόμη και σε «μανιασμένο» ενθουσιασμό για το ένα ή το άλλο αστικό ρεύμα της «μόδας» –όλα αυτά είναι πασίγνωστα. Η θεωρητική όμως αφηρημένη αναγνώριση αυτών των αληθειών δεν απαλλάσσει καθόλου τα επαναστατικά κόμματα από τα παλιά λάθη, που παρουσιάζονται πάντα από απρόβλεπτες αιτίες, με κάπως νέα μορφή, με ένα άγνωστο παλιότερα περίβλημα και περίγραμμα, μέσα σε πρωτότυπες –περισσότερο η λιγότερο πρωτότυπες– συνθήκες.

Ο αναρχισμός ήταν συχνά ένα είδος τιμωρίας για τα οπορτουνιστικά αμαρτήματα του εργατικού κινήματος. Και τα δυο αυτά εκτρώματα αλληλοσυμπληρώνονταν. Και αν στη Ρωσία, παρόλη την πιο μικροαστική σύνθεση του πληθυσμού της σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες, ο αναρχισμός είχε σχετικά ασήμαντη επιρροή στην περίοδο των δυο επαναστάσεων (1905 και 1917) και στον καιρό της προετοιμασίας τους, αυτό πρέπει αναμφισβήτητα να το θεωρήσουμε εν μέρει σαν υπηρεσία του μπολσεβικισμού, που διεξήγαγε πάντα τον πιο αμείλικτο και αδιάλλακτο αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό. Λέω: «εν μέρει», γιατί ακόμη πιο σπουδαίο ρόλο για το αδυνάτισμα του αναρχισμού στη Ρωσία έπαιξε το γεγονός ότι στο παρελθόν (1870-1880) ο αναρχισμός είχε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί εξαιρετικά πλούσια και να φανερώσει οριστικά ότι είναι λαθεμένος και ακατάλληλος σαν καθοδηγητική θεωρία για την επαναστατική τάξη.

Ο μπολσεβικισμός με την εμφάνισή του το 1903 ανέλαβε να συνεχίσει την παράδοση της αμείλικτης πάλης ενάντια στη μικροαστική, μισοαναρχική (ή ικανή να ερωτοτροπεί με τον αναρχισμό) επαναστατικότητα, παράδοση που υπήρχε πάντα μέσα στην επαναστατική σοσιαλδημοκρατία και που σε μας ενισχύθηκε εξαιρετικά το 1900-1903, τότε που έμπαιναν τα θεμέλια ενός μαζικού κόμματος του επαναστατικού προλεταριάτου στη Ρωσία. Ο μπολσεβικισμός ανέλαβε και συνέχισε την πάλη ενάντια στο Κόμμα που έκφραζε περισσότερο απ’ όλα τα άλλα κόμματα τις τάσεις της μικροαστικής επαναστατικότητας, δηλαδή ενάντια στο Κόμμα των «σοσιαλιστών-επαναστατών», πάνω σε τρία κύρια σημεία. Πρώτο, το Κόμμα αυτό, που αρνούνταν το μαρξισμό, με κανένα τρόπο δεν ήθελε (ίσως θα ήταν πιο σωστό να πούμε: δεν μπορούσε) να καταλάβει την ανάγκη ενός αυστηρά αντικειμενικού υπολογισμού των ταξικών δυνάμεων και της αμοιβαίας σχέσης τους, πριν από κάθε πολιτική δράση. Δεύτερο, το Κόμμα αυτό θεωρούσε ιδιαίτερη «επαναστατικότητά» του ή «αριστερισμό» του την παραδοχή της ατομικής τρομοκρατίας και των δολοφονιών, πράγμα που εμείς, οι μαρξιστές, το απορρίπταμε κατηγορηματικά. Εννοείται ότι εμείς απορρίπταμε την ατομική τρομοκρατία μόνο για το αν είναι ωφέλιμη ή όχι, ενώ τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να καταδικάσουν «για λόγους αρχής» την τρομοκρατία της μεγάλης γαλλικής επανάστασης ή γενικά την τρομοκρατία απομέρους ενός επαναστατικού κόμματος, που έχει νικήσει και πολιορκείται από την αστική τάξη όλου του κόσμου, τους ανθρώπους αυτούς τους έχει γελοιοποιήσει και καταισχύνει ο Πλεχάνοφ ακόμη από το 1900-1903, όταν ήταν μαρξιστής και επαναστάτης. Τρίτο, οι «σοσιαλιστές-επαναστάτες» θεωρούσαν «αριστερισμό» το να χασκογελούν για τα σχετικά μικρά οπορτουνιστικά αμαρτήματα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, και παράλληλα να μιμούνται τους άκρους οπορτουνιστές του ίδιου αυτού Κόμματος, λ.χ. στο αγροτικό ζήτημα ή στο ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Η Ιστορία, ας το πούμε κοντά στ’ άλλα, επιβεβαίωσε τώρα σε μεγάλη, παγκόσμια-ιστορική κλίμακα τη γνώμη που υποστηρίζαμε πάντα και συγκεκριμένα ότι η επαναστατική γερμανική σοσιαλδημοκρατία (σημειώστε ότι ο Πλεχάνοφ το 1900-1903 ακόμη απαιτούσε τη διαγραφή του Μπέρνσταϊν από το Κόμμα, και οι μπολσεβίκοι, συνεχίζοντας πάντοτε αυτή την παράδοση, ξεσκέπαζαν το 1913 όλη την ποταπότητα, την προστυχιά και την προδοσία του Λεγκίν), ότι η επαναστατική γερμανική σοσιαλδημοκρατία ήταν πιο κοντά από κάθε άλλο Κόμμα στον τύπο του Κόμματος που χρειάζεται το επαναστατικό προλεταριάτο για να μπορέσει να νικήσει. Τώρα, το 1920, ύστερα από όλες τις επονείδιστες χρεοκοπίες και κρίσεις της εποχής του πολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων φαίνεται καθαρά ότι απ’ όλα τα κόμματα της Δύσης η γερμανική ακριβώς επαναστατική σοσιαλδημοκρατία έδωσε τους καλύτερους ηγέτες κι ακόμη ότι συνήλθε, γιατρεύτηκε και ξαναδυνάμωσε πριν από τα άλλα κόμματα. Αυτό φαίνεται και από το Κόμμα των σπαρτακιστών και από την αριστερή, προλεταριακή πτέρυγα του «Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας» που παλεύει σταθερά ενάντια στον οπορτουνισμό και ενάντια στον ασταθή χαρακτήρα των Κάουτσκι, των Χίλφερντιγκ, των Λέντεμπουρ, των Κρίσπιν. Αν τώρα ρίξουμε μια γενική ματιά στην εντελώς τερματισμένη ιστορική περίοδο, δηλαδή στην περίοδο από την Κομμούνα του Παρισιού ως την πρώτη Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία, τότε η σχέση του μαρξισμού προς τον αναρχισμό γενικά διαγράφεται απόλυτα συγκεκριμένα και αναμφισβήτητα. Σε τελευταία ανάλυση φάνηκε πως είχε δίκιο ο μαρξισμός και αν οι αναρχικοί τόνιζαν με το δίκιο τους τον οπορτουνιστικό χαρακτήρα των απόψεων για το κράτος, απόψεων που επικρατούσαν στα περισσότερα σοσιαλιστικά κόμματα, πρώτο, ο οπορτουνιστικός αυτός χαρακτήρας είχε σχέση με τη διαστρέβλωση, ακόμη και με την άμεση απόκρυψη, των απόψεων του Μαρξ για το κράτος (στο βιβλίο μου «Κράτος και Επανάσταση» σημείωσα ότι ο Μπέμπελ επί 36 χρόνια, από το 1875 ως το 1911, κρατούσε μυστικό το γράμμα του Έγκελς που ξεσκέπαζε εξαιρετικά ανάγλυφα, χτυπητά, άμεσα και καθαρά τον οπορτουνισμό των γνωστών απόψεων της σοσιαλδημοκρατίας για το κράτος (–βλ. «Άπαντα», τόμ. 33ος σελ. 64-67)· δεύτερο, η διόρθωση αυτών των οπορτουνιστικών απόψεων, η αναγνώριση της Σοβιετικής εξουσίας και της υπεροχής της απέναντι στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, όλα αυτά προήλθαν πάρα πολύ γρήγορα και σε πλατιά κλίμακα ακριβώς από τους κόλπους των πιο μαρξιστικών ρευμάτων μέσα στα σοσιαλιστικά κόμματα της Ευρώπης και της Αμερικής.

Σε δυο περιπτώσεις η πάλη του μπολσεβικισμού ενάντια στις παρεκκλίσεις «προς τ’ αριστερά» μέσα στο ίδιο του το Κόμμα πήρε εξαιρετικά μεγάλες διαστάσεις: το 1908 για το ζήτημα της συμμετοχής μας στο αντιδραστικότατο «κοινοβούλιο» και στους νόμιμους εργατικούς συλλόγους που λειτουργούσαν με βάση αντιδραστικότατους νόμους, και το 1918 (ειρήνη του Μπρεστ) για το ζήτημα, αν επιτρέπεται ο ένας ή ο άλλος «συμβιβασμός».

Το 1908 οι «αριστεροί» μπολσεβίκοι διαγράφηκαν από το Κόμμα μας γιατί αρνούνταν επίμονα να καταλάβουν την ανάγκη της συμμετοχής στο αντιδραστικότατο «κοινοβούλιο» Οι «αριστεροί» – από τους οποίους πολλοί ήταν θαυμάσιοι επαναστάτες, που αργότερα ήταν (και εξακολουθούν να είναι) επάξια μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος –στηρίζονταν ιδιαίτερα στο επιτυχημένο πείραμα της αποχής του 1905. Όταν, τον Αύγουστο του 1905, ο τσάρος ανήγγειλε τη σύγκληση συμβουλευτικού «κοινοβουλίου», οι μπολσεβίκοι κήρυξαν αποχή –αντίθετα απ’ όλα τα αντιπολιτευτικά κόμματα και τους μενσεβίκους– και η επανάσταση του Οχτώβρη του 1905 το σάρωσε πραγματικά. Τότε η αποχή αποδείχτηκε σωστή, όχι γιατί είναι γενικά σωστή η μη συμμετοχή στα αντιδραστικά κοινοβούλια, αλλά γιατί είχε εκτιμηθεί σωστά η αντικειμενική κατάσταση, που οδηγούσε στη γρήγορη μετατροπή των μαζικών απεργιών σε πολιτική, έπειτα σε επαναστατική απεργία και μετά σε εξέγερση. Εξάλλου, τότε η πάλη γινόταν γύρω από το αν θα αφήσουμε στα χέρια του τσάρου τη σύγκληση του πρώτου αντιπροσωπευτικού σώματος ή θα προσπαθήσουμε να αποσπάσουμε τη σύγκληση αυτή από τα χέρια της παλιάς εξουσίας. Εφόσον δεν είχαμε και δεν μπορούσε να έχουμε βεβαιότητα πως υπάρχει ανάλογη αντικειμενική κατάσταση και πως η κατάσταση εξελίσσεται προς την ίδια κατεύθυνση και με τους ίδιους ρυθμούς, η αποχή έπαυε να είναι σωστή.

Η μπολσεβίκικη αποχή από το «κοινοβούλιο» το 1905 πλούτισε το επαναστατικό προλεταριάτο με εξαιρετικά πολύτιμη πολιτική πείρα, δείχνοντας ότι στο συνδυασμό των νόμιμων και των παράνομων, των κοινοβουλευτικών και των εξωκοινοβουλευτικών μορφών πάλης, είναι κάποτε ωφέλιμο ακόμη και επιβεβλημένο να ξέρεις να παραιτείσαι από τις κοινοβουλευτικές μορφές. Μα τυφλή, μηχανική και όχι κριτική μεταφορά της πείρας αυτής σε άλλες συνθήκες, σε άλλη κατάσταση είναι πολύ μεγάλο λάθος. Λάθος, αν και όχι μεγάλο, και που διορθώθηκε εύκολα[1] ήταν η αποχή των μπολσεβίκων από τις εκλογές για τη «Δούμα» το 1906. Πολύ σοβαρό λάθος και δυσκολοδιόρθωτο ήταν η αποχή το 1907, το 1908 και τα επόμενα χρόνια, όταν, από το ένα μέρος, δεν μπορούσαμε να περιμένουμε μια πολύ γρήγορη άνοδο του επαναστατικού κύματος και πέρασμά του σε εξέγερση και όταν, από το άλλο μέρος, η ανάγκη του συνδυασμού της νόμιμης και της παράνομης δουλειάς πήγαζε απ’ όλη την ιστορική κατάσταση της ανακαινιζόμενης αστικής μοναρχίας. Τώρα, όταν ρίχνεις τη ματιά σου πίσω και βλέπεις την εντελώς τερματισμένη ιστορική περίοδο, που η σύνδεσή της με τις επόμενες περιόδους έχει πια φανεί πέρα για πέρα –γίνεται πεντακάθαρο ότι οι μπολσεβίκοι δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν (δεν λέω πια: να εδραιώσουν, να αναπτύξουν και να ενισχύσουν) το σταθερό πυρήνα του επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου στα χρόνια 1908-1914, αν δεν είχαν υπερασπίσει μέσα στην πιο σκληρή πάλη την ανάγκη του υποχρεωτικού συνδυασμού των νόμιμων με τις παράνομες μορφές πάλης, με την υποχρεωτική συμμετοχή στο αντιδραστικότατο κοινοβούλιο και σε μια σειρά αλλά ιδρύματα (ασφαλιστικά ταμεία κτλ.) που θεσπίζονταν από αντιδραστικούς νόμους.

Το 1918 τα πράγματα δεν έφτασαν ως τη διάσπαση. Οι «αριστεροί» κομμουνιστές σχημάτισαν τότε μονάχα μιαν ιδιαίτερη ομάδα ή «φράξια» μέσα στο Κόμμα μας κι αυτό όχι για πολύ καιρό. Τον ίδιο χρόνο, το 1918, οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι του «αριστερού κομμουνισμού», λ.χ. οι σύντροφοι Ράντεκ και Μπουχάριν, αναγνώρισαν ανοιχτά το λάθος τους. Είχαν τη γνώμη ότι η ειρήνη του Μπρεστ ήταν ένας συμβιβασμός με τους ιμπεριαλιστές, απαράδεκτος από άποψη αρχών και επιζήμιος για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου. Ήταν πραγματικά ένας συμβιβασμός με τους ιμπεριαλιστές, μα ακριβώς τέτοιος και σε τέτοιες περιπτώσεις, που ήταν υποχρεωτικός.

Σήμερα, όταν ακούω τις επιθέσεις λ.χ. των σοσιαλεπαναστατών ενάντια στην τακτική μας κατά την υπογραφή της ειρήνης του Μπρεστ, ή όταν ακούω την παρατήρηση που έκανε ο σύντροφος Λάνσμπερι σε συνομιλία του μαζί μου: «Οι άγγλοι ηγέτες μας των τρέιντ-γιούνιον λένε πως οι συμβιβασμοί επιτρέπονται και σ’ αυτούς, εφόσον επιτρέπονται και στον μπολσεβικισμό», απαντώ συνήθως και πρώτα-πρώτα με μια απλή και «λαϊκή» σύγκριση:

Φανταστείτε πως το αυτοκίνητο σας το σταμάτησαν οπλισμένοι ληστές. Τους δίνετε τα λεφτά, το διαβατήριο, το πιστόλι, το αυτοκίνητό σας. Έτσι γλιτώνετε από την ευχάριστη συντροφιά με τους ληστές. Εδώ υπάρχει αναμφισβήτητα συμβιβασμός. «Do ut des» («σου δίνω» τα λεφτά, το όπλο, το αυτοκίνητο, «για να μου δώσεις» τη δυνατότητα να φύγω σώος και αβλαβής). Είναι όμως δύσκολο να βρει κανείς άνθρωπο που να είναι στα καλά του και να λέει πως ένας παρόμοιος συμβιβασμός είναι «καταρχήν απαράδεκτος» ή να θεωρεί το πρόσωπο που έκανε ένα τέτοιο συμβιβασμό συνένοχο των ληστών (αν και οι ληστές θα μπορούσαν να καθίσουν στο αυτοκίνητο και να το χρησιμοποιήσουν, καθώς και το όπλο, για καινούργιες ληστείες). Ο συμβιβασμός μας με τους ληστές του γερμανικού ιμπεριαλισμού έμοιαζε μ’ αυτό το συμβιβασμό.

Όταν όμως οι μενσεβίκοι και οι εσέροι στη Ρωσία, οι οπαδοί του Σάιντεμαν (και σε σημαντικό βαθμό οι οπαδοί του Κάουτσκι) στη Γερμανία, ο Ότο Μπάουερ και ο Φρίντριχ Άντλερ (δεν μιλούμε πια για τους κυρίους Ρένερ και Σία) στην Αυστρία, οι Ρενοντέλ και οι Λογκέ και Σία στη Γαλλία, οι φαβιανοί, οι «ανεξάρτητοι» και οι «εργατικοί» («λεϊμπουριστές») στην Αγγλία συνάπτανε στα 1914-1918 και στα 1918-1920 συμβιβασμούς με τους ληστές της δικής τους αστικής τάξης και κάποτε και της «συμμάχου» αστικής τάξης ενάντια στο επαναστατικό προλεταριάτο της χώρας τους, τότε όλοι αυτοί οι κύριοι ενεργούσαν σαν συνένοχοι της ληστείας.

Το συμπέρασμα είναι καθαρό: το να αρνιέσαι τους συμβιβασμούς «από άποψη αρχών», το να αρνιέσαι γενικά οποιονδήποτε συμβιβασμό, αποτελεί παιδαριωδία, που είναι δύσκολο ακόμη και να την πάρει κανείς στα σοβαρά. Ο πολιτικός που θέλει να είναι ωφέλιμος στο επαναστατικό προλεταριάτο, πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις εκείνων ακριβώς των συμβιβασμών που είναι απαράδεκτοι, που εκφράζουν οπορτουνισμό και προδοσία, και να κατευθύνει όλη τη δύναμη της κριτικής του, όλη την αιχμή ενός αμείλικτου ξεσκεπάσματος και ενός ανειρήνευτου πολέμου ενάντια σ’ αυτούς τους συγκεκριμένους συμβιβασμούς, χωρίς να επιτρέπει στους πολύπειρους «καταφερτζήδες» σοσιαλιστές και στους κοινοβουλευτικούς Ιησουΐτες να ξεφεύγουν και να ξεγλιστρούν από τις ευθύνες με επιχειρήματα για «συμβιβασμούς γενικά». Οι κύριοι άγγλοι «ηγέτες» των τρέιντ-γιούνιον, καθώς και της Εταιρίας των φαβιανών και του «Ανεξάρτητου» Εργατικού κόμματος ακριβώς έτσι ξεφεύγουν από τις ευθύνες για την προδοσία που διέπραξαν, για το συμβιβασμό που έκαναν, τέτοιο συμβιβασμό, που αποτελεί πραγματικά οπορτουνισμό, λιποταξία και προδοσία του χειρίστου είδους.

Υπάρχουν συμβιβασμοί και συμβιβασμοί. Πρέπει να ξέρεις να αναλύεις την κατάσταση και τους συγκεκριμένους όρους κάθε συμβιβασμού ή κάθε ποικιλίας συμβιβασμού. Πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις τον άνθρωπο που έδωσε στους ληστές λεφτά και όπλα για να περιορίσει το κακό που έκαναν οι ληστές και να διευκολύνει τη σύλληψη και την εκτέλεσή τους, από τον άνθρωπο που δίνει στους ληστές λεφτά και όπλα για να πάρει μέρος στο μοίρασμα της ληστρικής λείας. Στην πολιτική το πράγμα αυτό δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο, όπως φαίνεται στο παραπάνω παιδιάστικα-απλό παραδειγματάκι. Όποιος όμως θα έβαζε με το νου του να σοφιστεί για τους εργάτες μια συνταγή που θα τους έδινε λύσεις έτοιμες προκαταβολικά για όλες τις περιπτώσεις της ζωής ή που θα υποσχόταν ότι στην πολιτική του επαναστατικού προλεταριάτου δεν θα υπάρχει καμιά δυσκολία και καμιά περίπλοκη κατάσταση, θα ήταν απλούστατα τσαρλατάνος.

Για να μην αφήσω θέση για παρερμηνείες, θα προσπαθήσω να διατυπώσω, έστω και πολύ σύντομα, μερικές βασικές θέσεις για την ανάλυση των συγκεκριμένων συμβιβασμών.

Το Κόμμα που έκλεισε συμβιβασμό με τους γερμανούς ιμπεριαλιστές, συμβιβασμό που τον αποτελούσε η υπογραφή της ειρήνης του Μπρεστ, είχε επεξεργαστεί στην πράξη το διεθνισμό του από τα τέλη του 1914. Δεν φοβήθηκε να διακηρύξει την ήττα της τσαρικής μοναρχίας και να στιγματίσει την «υπεράσπιση της πατρίδας» στον πόλεμο ανάμεσα σε δυο ιμπεριαλιστές ληστές. Οι βουλευτές αυτού του Κόμματος πήγαν στη Σιβηρία, αντί να ακολουθήσουν το δρομάκο που οδηγεί στα υπουργικά χαρτοφυλάκια σε μια αστική κυβέρνηση. Η επανάσταση, που ανάτρεψε τον τσαρισμό και δημιούργησε τη ρεπουμπλικανική δημοκρατία, στάθηκε μια νέα και πολύ μεγάλη δοκιμασία γι’ αυτό το Κόμμα: το Κόμμα δεν ήλθε σε καμιά συμφωνία με τους ιμπεριαλιστές «του», αλλά προετοίμασε την ανατροπή τους και τους ανάτρεψε. Το Κόμμα αυτό, παίρνοντας την πολιτική εξουσία, δεν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα και από την τσιφλικάδικη, και από την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Το Κόμμα αυτό, αφού δημοσίευσε και κατήγγειλε τα μυστικά σύμφωνα των ιμπεριαλιστών, πρότεινε ειρήνη σε όλους τους λαούς και δεν υποτάχτηκε στη βία των ληστών του Μπρεστ παρά μόνο, όταν οι αγγλογάλλοι ιμπεριαλιστές τορπίλισαν την ειρήνη και οι μπολσεβίκοι έκαναν ό,τι ήταν ανθρώπινα δυνατό για να επιταχυνθεί η επανάσταση στη Γερμανία και στις άλλες χώρες. Η απόλυτη ορθότητα ενός τέτοιου συμβιβασμού, που έκλεισε το Κόμμα αυτό σε μια τέτοια κατάσταση, γίνεται κάθε μέρα και πιο καθαρή και πιο φανερή για όλους.

Οι μενσεβίκοι και οι εσέροι στη Ρωσία (όπως και όλοι οι ηγέτες της II Διεθνούς σε όλο τον κόσμο στα 1914-1920) άρχισαν από την προδοσία, δικαιολογώντας άμεσα ή έμμεσα την «υπεράσπιση της πατρίδας», δηλαδή την υπεράσπιση της δικής τους ληστρικής αστικής τάξης. Συνέχισαν την προδοσία, κάνοντας συνασπισμό με την αστική τάξη της χώρας τους και παλεύοντας μαζί με την αστική τους τάξη ενάντια στο επαναστατικό προλεταριάτο της χώρας τους. Ο συνασπισμός τους στην αρχή με τον Κερένσκι και τους καντέτους και αργότερα με τον Κολτσάκ και τον Ντενίκιν στη Ρωσία, όπως και ο συνασπισμός των ομοϊδεατών τους του εξωτερικού με την αστική τάξη των χωρών τους, ήταν πέρασμα με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο. Ο συμβιβασμός τους με τους ληστές του ιμπεριαλισμού συνίστατο από την αρχή ως το τέλος στο ότι έγιναν συνένοχοι του ιμπεριαλιστικού συμμοριτισμού.


[1] "Στην πολιτική και στα κόμματα ισχύει –με τις ανάλογες τροποποιήσεις– εκείνο που ισχύει για τα άτομα. Έξυπνος δεν είναι εκείνος που δεν κάνει λάθη. Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν και ούτε μπορούν να υπάρξουν. Έξυπνος είναι εκείνος που κάνει λάθη όχι πολύ ουσιαστικά και ξέρει να τα διορθώνει εύκολα και γρήγορα". (Λένιν)



Σημείωση: Το κείμενο έχει υποστεί ελαφρές ορθογραφικές τροποποιήσεις. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.

Αρχική δημοσίευση: www.marxistbooks.gr
Γράφτηκε: τον Απρίλη του 1920 για το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς
Δημοσιεύτηκε: αρχικά σε τρεις γλώσσες: ρωσικά, αγγλικά και γαλλικά και αργότερα σε όλες σχεδόν τις γλώσσες
Επιμέλεια - Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 22 ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ 2010 – ΗΜΕΡΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 140 ΧΡΟΝΙΑ

8 σχόλια:

RDAntonis είπε...

Μια πολύ σημαντική και χρήσιμη πηγή για την ιστορία του αναρχισμού στην Ελλάδα, με ανεκτίμητες πληροφορίες για τα πρώτα στάδια ανάπτυξής του, εδώ: http://ngnm.vrahokipos.net/

RDAntonis είπε...

Για την αποχώρηση Αλέκου Χαλβατζή απ' το ΚΚΕ, απ' το στόμα του ίδιου: http://alekosch.wordpress.com/2010/12/17/για-να-ξεκινήσουμε/

rdDcom είπε...

Το διάβασα και το ξαναδιάβασα αλλά δεν έγινα σοφότερος - για ποιο λόγο αποχώρησε; Ποιος ο κίνδυνος που επισήμανε στις 7/5;

rdDcom είπε...

Θα ανεβάσω σε λίγο αυτό http://www.epohi.gr/portal/theoria/8521-%CE%9F-%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%89%CF%82-%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1

RDAntonis είπε...

Όπως θα είδες, κάνει λόγο για παρέκκλιση του κόμματος από τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά η μόνη διευκρίνιση του τι εννοεί που παρέχει αφορά το έλειμμα εσωτερικής δημοκρατίας στο κόμμα. Αναρωτιέμαι κι εγώ τι ακριβώς συνέβει. Πάντως μοιάζει να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο να αποφύγει ερμηνείες τις αποχώρησης ως "δεξιόστροφης" ή ρεφορμιστικής.

RDAntonis είπε...

Ωραία. Θα το δω μετά.

Sylas είπε...

Το κείμενο αυτό έχει προφανώς ιστορική αξία. Η καταδίκη του αριστερισμού και των εκφάνσεών του (βλ. αναρχισμός, σοσιαλδημοκρατία) δε μπορεί να αναχθεί στο σήμερα. Το μόνο χρήσιμο που αρύομαι από το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι η λογική του συμβιβασμού και η εργαλειακότητά της για το προλεταριάτο.

RDAntonis είπε...

Είσαι σίγουρος ότι η καταδίκη της σοσιαλδημοκρατικής παρέκκλισης (για μια σοσιαλιστική ΕΕ, οεο) ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΧΘΕΙ στο σήμερα;

Όσο για την κριτική του αναρχισμού, δεν είναι εύκολο να αποτανθείς. Υπάρχουν πολλοί αναρχισμοί, και κάποιοι από αυτούς είναι εξαιρετικά quietistic όλο αυτό το διάστημα, με μηδενική θεωρητική και πρακτική συμβολή στο εργατικό κίνημα. Δεν ξέρω αν θυμάσαι την κουβέντα γύρω απ' την 5/5, ψάξε τις αναρτήσεις εκείνες τις μέρες.