Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Bruno Bosteels, Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ (έβδομο μέρος)

Δεδομένων αυτών των ευφυών παρατηρήσεων, στο Άγιος Παύλος και στο Θεωρία του υποκειμένου, σε ό,τι αφορά την διαστροφική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στον νόμο και την παράβασή του, ή ανάμεσα στο θηριώδες υπερεγώ και την σύγκρουση με το πραγματικό της απόλαυσης ως πηγή αγωνίας, η πολεμική του Ζίζεκ στον Μπαντιού προφανώς δεν μπορεί απλώς να επαναλάβει την θεωρητική μήτρα του “Ο Καντ με τον Σαντ.” [30] Πώς προχωρά ο Ζίζεκ λοιπόν; Η ιδιοφυώς διαστροφική απάντησή του, ή μάλλον η υστερική μέθοδος διαφυγής του από το προφανές αδιέξοδο της διαστροφής, αποτελείται από την θέση ότι υπάρχει επίσης μια λακανική εναλλακτική απέναντι στην απλά διαστροφική διάδραση ανάμεσα στον νόμο και την αμαρτία, ανάμεσα στον νόμο και την επιθυμία, ανάμεσα στο υπερεγώ και την αγωνία.

Με την πρώτη βέβαια ματιά, το θεμελιώδες ψυχαναλυτικό μάθημα μπορεί να μη μοιάζει να προσφέρει κάποιο δρόμο διαφυγής από την διαστροφική διαλεκτική. Ο Ζίζεκ το παραδέχεται με μια μακρά σειρά από ρητορικά ερωτήματα:
Δεν είναι η περιγραφή του Μπαντιού για την αμοιβαία σύνδεση Νόμου και επιθυμίας γεμάτη από έμμεσες (και ενίοτε ακόμα και άμεσες) αναφορές στον Λακάν και από παραφράσεις του; Δεν είναι ο απώτερος χώρος της ψυχανάλυσης η σύνδεση ανάμεσα στον συμβολικό Νόμο και την επιθυμία;  Δεν είναι η ίδια η πληθώρα διαστροφικών απολαύσεων η μορφή με την οποία πραγματώνεται η σύνδεση Νόμου και επιθυμίας; Δεν είναι η λακανική διαίρεση του υποκειμένου η διαίρεση η οποία αφορά ακριβώς την σχέση του υποκειμένου με τον συμβολικό Νόμο; Επιπλέον, δεν είναι η απώτερη επιβεβαίωση τούτου το “Ο Καντ με τον Σαντ” του Λακάν, κείμενο που θέτει άμεσα την ύπαρξη του σαδικού σύμπαντος νοσηρής διαστροφής ως της “αλήθειας” της πιο ριζικής επιβεβαίωσης του ηθικού βάρους του συμβολικού Νόμου στην ανθρώπινη ιστορία (την καντιανή ηθική); [31] 
Με μια πιο προσεκτική όμως εξέταση, η συνολική προσπάθεια της λακανικής ψυχανάλυσης σύμφωνα με τον Ζίζεκ συνίσταται στην αποφυγή της μαζοχιστικής ανάμιξης του ηθικού νόμου και του αισχρού παραπληρώματός του, του υπερεγώ. Το ότι δεν προχώρησε αρκετά μακριά στην υπέρβαση αυτού του πλαισίου όπου η επιθυμία είναι το ανάστροφο του νόμου είναι ακριβώς ο περιορισμός του Φρόυντ· δεν αναγνώρισε ότι αυτή είναι απλώς μια οπτική του νόμου ως υπερεγώ, η οποία δεν μας δίνει πρόσβαση σε έναν υψηλότερο Νόμο πέρα από το νόμο, ένα Νόμο που εισέρχεται σε μια νέα σχέση με το Πράγμα. Η συνήθης τάση του Ζίζεκ να χρησιμοποιεί τα κεφαλαία δεξιά κι αριστερά τον αναγκάζει στην πραγματικότητα να χάσει την επαφή του με τη διαφορά ανάμεσα στον νόμο και τον Νόμο στο “Ο Καντ με τον Σαντ” του Λακάν — διαφορά που, όπως έδειξε ο Μπέρναρντ Μπάας [Bernard Baas], μπορεί να βοηθήσει εύκολα να σηματοδοτήσει κανείς τη διαφορά σε αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα ανάμεσα στον Φρόυντ και τον Λακάν.[32] Όπως και να χει, ο Ζίζεκ, όντας αναγκασμένος, εξαιτίας της απόρριψης εκ μέρους του Μπαντιού του παυλικού αδιεξόδου, να προχωρήσει πέρα από την νοσηρή διαλεκτική, ιχνογραφεί ξεκάθαρα τα διακυβεύματα του λακανικού εγχειρήματος. “Η ανακάλυψη του Φρόυντ —η ηθική της ψυχανάλυσης— μας αφήνει να κρεμόμαστε από αυτή τη διαλεκτική;” ρωτά ο ίδιος ο Λακάν στο Σεμινάριο VII, εξαπολύοντας ένα ερώτημα η απάντηση στο οποίο είναι ένα αποφασιτικό “Όχι!” σύμφωνα με τον Ζίζεκ:
…Για τον Λακάν υπάρχει ‘ένας τρόπος του να ανακαλύψεις τη σχέση προς το Das Ding [το Πράγμα] κάπου πέρα από τον Νόμο’: το όλο ζήτημα με την ηθική της ψυχανάλυσης είναι η διατύπωση της δυνατότητας μιας σχέσης που να αποφεύγει τις παγίδες του κατηγορητηρίου του υπερεγώ το οποίο και συνιστά την ‘νοσηρή’ απόλαυση της αμαρτίας, ενώ ταυτόχρονα να αποφεύγει και αυτό που ο Καντ αποκάλεσε Schwärmerei, τον σκοταδιστικό ισχυρισμό ότι δίνει κανείς φωνή σε μια πνευματική έκλαμψη, μια άμεση ενόραση του ανέφικτου Πραγματικού Πράγματος (και άρα νομιμοποιεί την θέση του μέσω αναφοράς σ’ αυτό). [33]
Το στοίχημα του Ζίζεκ να αποφύγει ταυτόχρονα τη διαστροφική ή νοσηρή και την μυστικιστική ή σκοταδιστική θέση εξαρτάται συνεπώς από την ικανότητά του να θέσει την ύπαρξη ενός χώρου πέρα από (ή, ακολουθώντας την χωρική λογική της μπάρας καταστολής, ίσως θα μπορούσαμε ακριβέστερα να πούμε κάτω από) τη σχέση ανάμεσα στον νόμο και στο βίαιο και διαστροφικό του άλλο: “Το ‘Ο Καντ με τον Σαντ’ του Λακάν διατηρεί πλήρως την αξία του: δηλαδή, το στάτους του καντιανού ηθικού Νόμου παραμένει αυτό ενός σχηματισμού του υπερεγώ, έτσι ώστε η ‘αλήθεια’ του να είναι το σαδικό σύμπαν της νοσηρής διαστροφής. Όμως υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος σύλληψης του καντιανού ηθικού προτάγματος που το απαλάσσει από τα δεσμά του υπερεγώ.” [34] Αυτός ο άλλος τρόπος σύλληψης του νόμου ως Νόμου φτάνει πολύ μακρύτερα από τα δεσμά του υπερεγώ, έτσι ώστε να διεισδύει στα ανοίκεια βάθη της καθαρής ενόρμησης θανάτου: “Για τον Λακάν, ο ανοίκειος χώρος πέρα από την Τάξη του Είναι είναι αυτό το οποίο ονομάζει χώρο ανάμεσα σε δύο θανάτους”, ο προ-οντολογικός χώρος τερατωδών φαντασμάτων, ο χώρος που είναι ‘αθάνατος’, όχι όμως με την μπαντιουϊκή έννοια της αθανασίας της συμμετοχής στην αλήθεια, αλλά με την έννοια που ο Λακάν αποκαλεί lamella, την τερατώδη, ‘νεκροζώντανη’ λίμπιντο του αντικειμένου.” [35] Ο Μπαντιού, ακόμα και αν είναι υπέρ του δέοντος ενσυνείδητος σε ό,τι αφορά την διαστροφική λογική του νόμου και της επιθυμίας, θα πρέπει λοιπόν να συνεχίσει να αποτυγχάνει να παραδεχτεί την ύπαρξη αυτού του φαντασματικού χώρου όπου οι ενορμήσεις είναι παντοτινά ανεξέλεγκτες.

Η πλήρης μας διατύπωση συνεπώς θα πρέπει να μοιάζει κάπως έτσι:

Μπαντιού  αλήθεια
Καντ       =  νόμος
Σαντ          επιθυμία
Ζίζεκ         ενόρμηση

Φυσικά, υπάρχει μια απώτερη ειρωνεία σε ό,τι αφορά την επιπρόσθετη παράκαμψη με την οποία ο Ζίζεκ προσπαθεί να αποφύγει την διαστροφική διάδραση ανάμεσα στον νόμο και την επιθυμία, ενώ την ίδια στιγμή ισχυρίζεται ότι αποδεικνύεται ευφυέστερος του Μπαντιού. Έτσι, αν αποκλείσουμε τα μεσαία τμήματα της διατύπωσής μας, καταλήγουμε απλώς να επαναλαμβάνουμε μια παρόμοια διαλεκτική σε ψηλότερο επίπεδο, αυτή τη φορά ανάμεσα στην αλήθεια και την ενόρμηση θανάτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: