Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Bruno Bosteels, Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ (έκτο μέρος)

Απάντηση στη δεύτερη κριτική
Το πολιτικό επιχείρημα, το οποίο αφορά την αποτυχία του Μπαντιού να υιοθετήσει την δική του πρόταση περί ανάγκης να περάσουμε από μια πολιτική του εξαγνισμού σε μια πολιτική της υφαίρεσης, αναπαριστά ως γραμμική διαδικασία κάτι που στην πραγματικότητα συνίσταται σε μια διάκριση, με όρους επιπέδου εφαρμογής, που ακόμα και σήμερα επιτρέπει μια μερική αλληλεπικάλυψη, μια μη σύγχρονη συγχρονικότητα, ανάμεσα στα δύο. Στην πρόσφατή του δουλειά, ο Μπαντιού επιχειρηματολογεί συνεπώς υπέρ μιας καταστροφής του καθεστώτος της εμφάνισης ή της ύπαρξης ενώ την ίδια στιγμή, στο επίπεδο του είναι, περιορίζει την αλλαγή η οποία παράγεται από ένα συμβάν σε συνέπειες [effects] παραπλήρωσης [supplementation] ή υφαίρεσης. “Πράγματι, κάτι το οποίο δεν ήταν εντελώς παρόν στο Το Είναι και το Συμβάν, και το οποίο τώρα θα επανεξετάσω, επιστρέφοντας τελικά στις παλιότερές μου πηγές, είναι η πραγματική διάκριση μεταξύ είναι και ύπαρξης”, λέει ο Μπαντιού σε μια συνέντευξη· “Τέλος, και για να κλείσω αυτή τη συζήτηση, που είναι πάρα πολύ σημαντική πολιτικά, αλλά επίσης πολύ αφηρημένη, πιστεύω ότι θα επικυρώσω το ότι υπάρχει μια παραπλήρωση του είναι και μια καταστροφή ύπαρξης οποτεδήποτε υπάρχει ένα συμβάν.”[27] Όσο για το παίγνιο της ελάχιστης διαφοράς, το οποίο στα χέρια του Ζίζεκ συγκρίνεται, για να μην πούμε περιορίζεται, στην λακανική λογική του σημαίνοντος, η οποία η ίδια εξισώνεται με τη εγελιανή λογική της επι-σήμανσης ως παιγνίου ανάμεσα σε ένα σημείο και την εγγραφή στον άδειο χώρο αυτού του σημείου, και λοιπά: το παίγνιο αυτό έχει στην πραγματικότητα υπάρξει αντικείμενο κριτικής μάλλον εκτεταμένα από τον Μπαντιού σε σχέση με την εγελιανή διαλεκτική, τόσο στις υποσημειώσεις του Ο λογικός πυρήνας της εγελιανής διαλεκτικής όσο και σε μια εξαιρετική ανάγνωση της Λογικής της επιστήμης που εμφανίζεται στην Θεωρία του υποκειμένου, προοικονομώντας την κριτική της υπερβολικά δομικής διαλεκτικής του Λακάν. Επιπλέον, οι άλλες δύο κλασικές αναφορές του Ζίζεκ σε ό,τι αφορά αυτή τη λογική του κενού ή του άδειου χώρου και των συνακόλουθων σημείων που εγγράφονται εκεί, δηλαδή τα κείμενα “Μήτρα” [Matrix] και “Ραφή” [Suture] του Ζακ-Αλέν Μιλέρ, δέχονται ένα βαρύ αν όχι μοιραίο χτύπημα από έναν από τους φίλους μαοϊστές του Μπαντιού, τον Λουσί Αναλμπάζ [Lucie Analbaz] σε ένα κεφάλαιο-κλειδί από το Η σημερινή κατάσταση στο φιλοσοφικό μέτωπο, πριν αντιμετωπιστούν από τον ίδιο τον Μπαντιού σε ένα ειδικό σημείο του βιβλίου του Ο αριθμός και οι αριθμοί. Τελικά, το πρόβλημα με αυτή τη λογική είναι η πλήρης ανικανότητά της να αντιληφθεί την μεταπλαστική δύναμη ενός συμβάντος με τρόπο άλλο από ότι ως συνέπεια μιας δομικής επανάληψης [reiteration], αν και η εις το διηνεκές [indefinite] επανάληψη σημείου και χώρου παράγει ένα ομοίωμα [semblance] διαλεκτικής κίνησης το οποίο ισχυρίζεται πως είναι πιο ριζοσπαστικό από οτιδήποτε: “Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για ένα είδος ‘υπέρ-διαλεκτικής’, μια θεωρία κίνησης τέτοια ώστε να γίνεται αδύνατο όχι μόνο να να συλλάβει κανείς αλλά ακόμα δραστικότερα, να καθορίσει καν την ίδια την κίνηση.”[28] Στην καλύτερη περίπτωση το πέρασμα από τον ένα όρο στον άλλο, όταν είναι πανομοιότυποι, οδηγεί σε μια είδους ‘σειριακή λογική’, δηλαδή “το ένα και μετά το άλλο ως ελάχιστη διαφορά.” [29] Κάθε απόπειρα να μετατρέψουμε το παίγνιο των ελάχιστων διαφορών στην μεγαλύτερη ανακάλυψη [insight] της φιλοσοφίας του Μπαντιού θα πρέπει τουλάχιστον να αντιμετωπίσει τούτη τη βαθιά κριτική της εγελιανής ή λακανο-μιλλερικής λογικής την οποία ο Ζίζεκ, για προφανείς λόγους, είναι παραπάνω από ικανοποιημένος να πριμοδοτεί στον Αιώνα του Μπαντιού.

Απάντηση στην τρίτη κριτική
Τέλος, σε ό,τι αφορά την αποτυχία του Μπαντιού να λάβει υπόψη τον χώρο του μεταξύ-των-δύο-θανάτων, κι εδώ επίσης θα μπορούσαμε να προσφέρουμε εμπειρικές αντενδείξεις, όπως η αρχική υπόθεση του Περί μιας σκοτεινής καταστροφής, σύμφωνα με την οποία “ο θάνατος” του κομμουνισμού, με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, είναι απλώς ο δεύτερος θάνατος, του οποίου η πρώτη εκδήλωση είχε επί μακρόν προηγηθεί του συμβολικού του αναδιπλασιασμού. Είναι όμως πιο σημαντικό ότι η πολυπλοκότητα του κριτικού διαλόγου [debate] με την ψυχανάλυση δείχνει πόσο περιττή είναι κάθε απόπειρα να αποκαταστήσει κανείς τον “σωστό” Μπαντιού αποσπώντας τον από τα χέρια του Ζίζεκ. Εκτός από το ότι ανοίγει τον ένα λάκκο με φίδια μετά τον άλλο, ωσάν να έχουμε να κάνουμε με μια ατελείωτη σειρά από κινέζικα κουτιά, αυτή η απόπειρα είναι εντελώς εκτός θέματος, μιας και το ζήτημα δεν είναι η δασκαλίστικη “διόρθωση” της ερμηνείας του Ζίζεκ μέσω εμπειρικών η θεωρητικών αντι-παραδειγμάτων. Θα αποτυγχάναμε τότε πλήρως να συλλάβουμε την βαθιά αναγκαιότητα που κρύβεται πίσω απ’ την παράξενη κατανόηση, ή παρανόηση, του Μπαντιού απ’ τον Ζίζεκ.

6.
Με άλλα λόγια, η κατάσταση είναι τόσο πιο πολύπλοκη όσο και πιο ενδιαφέρουσα από ότι θα φαινόταν με μια πρώτη ματιά ενόψει της χρήσης μας του “Ο Καντ με τον Σαντ” ως μοντέλου. Ο Ζίζεκ γνωρίζει ότι τουλάχιστον δύο από τα κείμενα του ίδιου του Μπαντιού επερωτούν σημαντικά το σενάριο μιας ανατροπής της φιλοσοφίας, της αλήθειας, ή του ηθικού κανόνα από τον εγγενή τους άλλο — έναν άλλο ο οποίος θα ήταν προσπελάσιμος με πρωταρχικό [primordial] τρόπο από την ψυχανάλυση. Έτσι, στο Ευερέθιστο υποκείμενο, ο Ζίζεκ υποχρεώνεται πρώτα από όλα να αναλογιστεί το πώς, στο Άγιος Παύλος: Η θεμελίωση του οικουμενισμού, το δίπολο του νόμου και της εγγενούς του παράβασης ή αμαρτωλής διαστροφής περιγράφεται ήδη —συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής της με λακανικούς όρους— μόνο και μόνο για να παραπληρωθεί από την δυνατότητα μιας αλήθειας πέρα από τον νόμο και το αισχρό του άλλο. Με την ορολογία του Παύλου, αυτός ο χώρος πέρα από την νοσηρή διαλεκτική του νόμου και της αμαρτίας είναι φυσικά η αγάπη, η οποία είναι για τον Μπαντιού μία απλώς εφικτή προϋπόθεση αλήθειας ανάμεσα σε άλλες. Έτσι θα ήμασταν αναγκασμένοι να περιπλέξουμε κάπως την αρχική μας διατύπωση ώστε να συμπεριλάβουμε αυτόν τον χώρο πέρα από τον νόμο και την επιθυμία που ελλοχεύει στα θεμέλιά του:

Μπαντιού     αλήθεια
Καντ       =    νόμος
Σαντ             επιθυμία

Δεύτερον, στο Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι και στο Ξανασκέψου, ο Ζίζεκ αποκρίνεται εκτεταμένα στις κριτικές μου για την θέση του και την θέση του Λακάν, στις οποίες άντλησα επιχειρήματα από το Θεωρία του υποκειμένου του Μπαντιού για να μιλήσω ενάντια στη διάδραση των δίδυμων μορφών του υπερεγώ και της αγωνίας, των οποίων η καλύτερη απεικόνιση είναι αυτή του Κρέοντα και της Αντιγόνης στην τραγωδία του Σοφοκλή. Ως παραπλήρωμα της πρώτης τραγικής δυάδας, ο Μπαντιού αναλύει μια δεύτερη στην Θεωρία του υποκειμένου, την οποία ο Λακάν θίγει αλλά δεν αναλαμβάνει ποτέ να αναλύσει, δηλαδή τη δυάδα δικαιοσύνης και θάρρους όπως αυτές δειγματίζονται στις αισχυλικές μορφές της Αθηνάς και του Ορέστη.* Ο Αισχύλος λοιπόν θα βοηθούσε τον Μπαντιού στην προσπάθειά του να ξεπεράσει, χωρίς όμως να την αγνοεί, την νοσηρή εμπλοκή του νόμου με την βίαια απαρχή του στον μη-νόμο, έτσι ώστε να διαφύγει από το αδιέξοδο το οποίο ως τώρα μοιάζει να έχει εγκλωβίσει όλη την παράδοση της ψυχανάλυσης σε ένα είδος μαγεμένης παράλυσης μπροστά στο τραγικό μοντέλο του Σοφοκλή.

* ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Βλέπε:
α) Bosteels, "Ψυχανάλυση και τραγωδία", πρώτο μέρος, δεύτερο μέρος, τρίτο μέρος. (Μτφρ. RD Demos)
β) Badiou, Διάγραμμα του κόμβου του υποκειμένου από το Θεωρία του υποκειμένου. (Μτφρ. RD Antonis)
γ) Badiou, Διάγραμα, 18 Μαϊου 1979, από το Θεωρία του υποκειμένου. (Μτφρ. RD Demos)
δ) Badiou, Άγιος Παύλος: Η θεμελίωση του οικουμενισμού, κεφ. 7, μέρος πρώτο, μέρος δεύτερο. (Μτφρ. RD Antonis)

Τα προηγούμενα μέρη της μετάφρασης του παρόντος κειμένου:
Πρώτο μέρος
Δεύτερο μέρος
Τρίτο μέρος
Τέταρτο μέρος
Πέμπτο μέρος

10 σχόλια:

rdDcom είπε...

Κατ' αρχάς το Disqus μαζί με το whosuamong και ορισμένες άλλες υπηρεσίες της Google ήταν πεσμένα σχεδόν όλο το βράδυ.
====
Όταν βρεις χρόνο, επιβεβαίωσε/διόρθωσε τα εξής
δείνχει --> δείχνει
αποτυχγάναμε ---> αποτυγχάναμε
----
με όρους επιπέδου εφαρμογής---> in terms of plane of application [?]
λογική της επι-σήμανσης ως παιγνίου ---> logic of re-signification as game

[«Ο λογικός πυρήνας της εγελιανής διαλεκτικής»: αυτό δεν το έχω δει, αλλά η αίσθηση που έχω είναι ότι μάλλον αναφέρεται στη γένεση του χρόνου στον Έγελο, σημείο και γραμμή]

πλήρης ανικανότητά της να αντιληφθεί την μεταπλαστική δύναμη---> reforming [or restructuring?] force

{αλλά ακόμα δραστικότερα, να καθορίσει καν την ίδια την κίνηση ---> δες την αναφορά για Ηράκλειτο & Πλάτωνα από τελευταίο σεμινάριο που μετέφρασα }

Τώρα, σου είχα ήδη πει για το περίφημο απόσπασμα για Μίλερ στο Nombres, πάει μισός χρόνος τώρα - το αγγλοσαξονικό θεωρητικό παράδειγμα του λακανο-φουκο-αλτουσεριανού «υποκειμένου» είχε ήδη εξαντληθεί στα τέλη του 80, πριν μας προκύψει ο ζογκλέρ και η Μπάτλερ [όσοι έγραφαν τότε πάντοτε κατέληγαν στο αμήχανο συμπέρασμα της ειρωνείας και του «παιγνίου»]. Δεν είναι προφανές το επιχείρημα του Bosteels· νομίζω ότι διστάζει να το θέσει ξεκάθαρα (τουλάχιστον στο τμήμα του κειμένου που έχεις μεταφράσει), διότι θα έθετε υπό αμφισβήτηση ένα τεράστιο μέρος της βιομηχανίας «παραγωγής» πολιτισμικών σπουδών.

rdDcom είπε...

Αν δεν είναι προφανές, για τους λακανιανούς, το υποκείμενο ταυτίζεται [είναι ισομορφικό] με την λειτουργία που περιγράφεται ως εξής:

«Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για ένα είδος ‘υπέρ-διαλεκτικής’, μια θεωρία κίνησης τέτοια ώστε να γίνεται αδύνατο όχι μόνο να να συλλάβει κανείς αλλά ακόμα δραστικότερα, να καθορίσει καν την ίδια την κίνηση».

Η «κίνηση» αναφέρεται στην (επαγωγική) δομή τής επανάληψης (n, n+1) στην οποία υποτίθεται συνίσταται το «είναι» του αριθμού.

RDAntonis είπε...

Δήμο,

Κατ' αρχάς, ναι, θυμάμαι τις αναφορές στο Le nombre et les nombres. Και νομίζω ότι όπως έχει εξελιχθεί στο μπλογκ η κουβέντα για Μπαντιού, θα ήταν καλό να μεταφραστεί το κομμάτι για Μιλλέρ. Γενικά, η κουβέντα για το "παίγνιο των ελάχιστων διαφορών" και για τις διαφορές Μπαντιού από μια οπτική που στηρίζεται στην διαρκή επανάληψη και επαναληψιμότητα (iterability) έχει πολύ μεγάλο θεωρητικό ενδιαφέρον, μιας και απλώνεται όχι απλώς στον Ζίζεκ ή τους λακανιστές αλλά και στον Ντεριντά και τις δικές του συζητήσεις περί ίχνους, ιδιαίτερα στα πρώιμά του έργα (Περί γραμματολογίας, Signature Event Context, κλπ). Επίσης, η ανάγνωση του Αιώνα μου είχε αφήσει και εμένα κάποια αναπάντητα ερωτήματα για τις διαφορές Μπαντιού (και συγκεκριμένα στην ανάγνωσή του του πίνακα του Μάλεβιτς) από κάποιον όπως ο Ντεριντά. Σε γενικές, αδρές γραμμές, το επίδικο που νομίζω ότι προκύπτει με σαφήνεια είναι ότι η οντολογία του Μπαντιού διαφεύγει του εγκλωβισμού στην επανάληψη, παράγει δηλαδή τις λογικές συνθήκες για την ανάδυση του καινούργιου. Και συνεπώς η διαφορά που περιβάλλει την αντίληψή του για το "παίγνιο των ελάχιστων διαφορών" είναι ένα σημείο στρατηγικής σημασίας σε ό,τι αφορά την πρόκληση που θέτει σε μια πολύ μεγάλη φιλοσοφική παράδοση που ξεκινά πιθανόν από τον Χέγκελ, περιλαμβάνει όμως τον Λακάν, τον Ντεριντά, και ίσως και το "Διαφορά και επανάληψη" του Ντελέζ. Έτσι το αντιλαμβάνομαι αυτή τη στιγμή.

Οι διορθώσεις έγιναν, ευχαριστώ για τις επισημάνσεις.

Τα πρωτότυπα που ζητάς:

"με όρους επιπέδου εφαρμογής": "in terms of level of application"
"την εγελιανή λογική της επι-σήμανσης ως παιγνίου...": "with Hegel's logic of the re-mark as the play..."

Εδώ, επέλεξα τον όρο επι-σήμανση για να αποδώσω κατά το δυνατόν καλύτερα το διττό νόημα του "re-mark", το οποίο χωρίς την παύλα σημαίνει απλώς "παρατήρηση", με την παύλα όμως το πρόθεμα "re" γίνεται ένδειξη επανάληψης και το εναπομείναν "mark" είναι το σημάδι, το σημείο. "Re-mark" είναι συνεπώς η επαναχάραξη, η επανεγγραφή, αλλά αυτές οι μεταφράσεις χάνουν εντελώς το κοινό νόημα του "remark" ως "παρατήρηση". Επέλεξα λοιπόν το "επι-σήμανση" που διατηρεί το νόημα της χάραξης, της εγγραφής ενός σημείου σε ένα χώρο ("επι"). Αν υπάρχουν εναλλακτικές, θα ήθελα πολύ τη γνώμη σου (ή άλλων αναγνωστών).

RDAntonis είπε...

Ξέχασα το πρωτότυπο για "μεταπλαστική δύναμη": "the transformative power of an event". Θα ήταν προτιμότερο το "μετασχηματιστική"; Ή κάτι άλλο;

rdDcom είπε...

3.9 A truth supposes that the situation of which it is the truth attains non-self-identity [καταστροφή τού καθεστώτος ύπαρξης]: this non-self-identity is indicated by the situation's being supplemented by an 'extra' multiple, one whose belonging or non-belonging to the situation is, however, intriniscally undecidable. I have named this supplement 'event', and it is always from an event that a truth-process originates. Now, when the undecidable event must be decided within the situation, that situation necessarily undergoes a vacillation as to its identity.
Numbers, p.27

[Από το αποσπάσματα σε προηγούμενη ανάρτηση η υφαίρεση & καταστροφή/εξαγνισμός είναι αλληλοσυμπλεκόμενες διαδικασίες. Η «καταστροφή» καθιστά την κατάσταση «ασυνεπή», διαδικασία που έχει ανάγκη το υποκείμενο - για Ντεριντά, πέρα από το ότι σε πρώιμα έργα του παρουσίασε σε πολύ αδρές γραμμές τη διαδικασία αυτή, αυτός προϋπόθετε δύο contrary όρους - όχι «αντιφατικούς», εδώ υπήρξε μεγάλη παρανόηση, ο ένας εκ των δύο κάλυπτε πλήρως το καθεστώς της ύπαρξης (maximal existence), ο δεύτερος ως υποδεέστερος έπρεπε να κατανοηθεί ως τιθέμενος εκτός ύπαρξης· η υποψία που έχω - αν τουλάχιστον εμπιστευτούμε τον Bosteels, που μιλάει για συγκαλυμμένο διάλογο με το έργο του Μπαντιού, είναι ότι από κάποιο σημείο και μετά ο Ντεριντά έκανε συντηρητική στροφή· επίσης στον Ντεριντά, η ασυνέπεια ήταν φαινομενικά παράγωγο τής ίδιας της δομής, δεν προϋπόθετε το συμβάν, την αλήθεια και το «υποκείμενο» - τέλος πάντων, θα δούμε].

RDAntonis είπε...

επίσης στον Ντεριντά, η ασυνέπεια*** ήταν φαινομενικά παράγωγο τής ίδιας της δομής, δεν προϋπόθετε το συμβάν, την αλήθεια και το «υποκείμενο»

Πολύ σωστά. Ακριβώς για αυτό τον λόγο θεωρώ ότι το όλο ζήτημα του παιγνίου των ελάχιστων διαφορών έχει στρατηγική σημασία ως μέσο ανάδειξης του δραστικού ρήγματος που χωρίζει τον Ντεριντά από μία σειρά στοχαστών. Μπορεί κανείς να πει, για παράδειγμα, ότι η στάση Ζίζεκ στο θέμα αναδεικνύει ότι είναι πολύ κοντύτερα στους μεταμοντέρνους από ότι στον Μπαντιού. Δεν μπορεί να αντιληφθεί τι είναι αυτό που συνιστά τη διαλεκτική κίνηση ως τέτοια. Και εδώ έρχεται να μας βοηθήσει νομίζω ιδιαίτερα η συζήτηση που κάνει ο Ζίζεκ στο Monstrosity of Christ με τον John Milbank, όπου ο δεύτερος του επισημαίνει ότι αυτό που νομίζει ότι είναι "διαλεκτική" είναι απλώς το κοινότυπο "παράδοξο." Τι διαχωρίζει τη διαλεκτική απ' το παράδοξο; Σε ελάχιστο επίπεδο, το γεγονός ότι παράδοξο δεν περιλαμβάνει κίνηση άλλη από την αέναη παλινδρόμηση ανάμεσα σε δύο πόλους. Μια συστηματική εξέταση του Ζίζεκ θα αναδείκνυε ότι παρά την εμμονή του με τον Χέγκελ, η σκέψη του ελκύεται πολύ περισσότερο από τη δομή του παράδοξου παρά από από αυτή της διαλεκτικής.

Susan είπε...

Μήπως θα μπορούσε να συσχετιστεί τρόπον τινά η ντεριντιανή έλευση του α-δυνάτου, του ανοικονομικού που αναπτύσσεται στο "ψυχικές καταστάσεις της ψυχανάλυσης" με το μπαντιουικό συμβάν; Γιατί αν είναι έτσι, τότε η ασυνέπεια στον Ντ. δεν είναι παράγωγο της ίδιας της δομής.
ευχαριστώ

RDAntonis είπε...

Νομίζω πως οι κατηγορίες του "μη αποδομήσιμου" στον Ντεριντά (α-δύνατο, απροϋπόθετο, φιλοξενεία, δίκαιο) διαφέρουν από πολλές απόψεις από το συμβάν:

α) αποτελούν, παρά ή μάλλον εξαιτίας της ακαθοριστίας την οποία σηματοδοτούν κατηγορίες με κανονιστική ισχύ, σε αντίθεση με το συμβάν. Αποτελούν τα πλαίσια στα οποία γίνεται εφικτή η ηθική απόφανση.
β) ως τέτοιες, είναι αφομοιώσιμες στην καντιανή ηθική, ως ένα είδος εξωτερικού ορίου της. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο με το συμβάν.
γ) δεν είναι στοιχεία που αναδεικνύουν την ασυνέπεια με την μαθηματική διάσταση που αυτή έχει στον Μπαντιού. Αναδεικνύουν "απορίες" κλασικής αναπαραστατικής φύσης, δηλαδή απορίες που ανακύπτουν στο επίπεδο της γλώσσας και που παραμένουν περιχαρακωμένες από την γλωσσική σήμανση. Αντίθετα, η μπαντιουϊκή "ασυνέπεια" αφορά τα λογικά όρια της ίδιας της γλώσσας (αυτό είναι η βασική ανακάλυψη της θεωρίας συνόλων μετά τον Ράσελ), όρια των οποίων παράκαμψη αποτελεί η μαθηματική "τυποποίηση" (formalization)--διάσταση που δεν υπάρχει στη σκέψη του Ντεριντά.

Αυτές είναι κάποιες πρώτες σκέψεις μου για το ερώτημα που θέτεις.

Susan είπε...

Ευχαριστώ, χρόνια πολλά και καλή χρονιά

RDAntonis είπε...

Επίσης, να σαι καλά.