Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Bruno Bosteels, Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ (πέμπτο μέρος)

Τρίτη κριτική

Η πιο βαθιά και η σκληρότερη κριτική του Ζίζεκ στον Μπαντιού, η οποία είναι επίσης το πραγματικό κέντρο της διχογνωμίας, είναι φυσικά ψυχαναλυτικής φύσης — αν και οι συνέπειες αυτής της κριτικής δεν αφήνουν ποτέ ανέγγιχτους τους χώρους της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Μπορούμε να συνοψίσουμε την κριτική αυτή λέγοντας ότι ο Ζίζεκ διδάσκει στον Μπαντιού ένα-δύο μαθήματα για τον θάνατο. Για να είμαστε ακριβέστεροι, αν κάθε φιλοσοφική σοφία, σύμφωνα με ένα συνηθισμένο ορισμό σχολικών βιβλίων , συνίσταται στο να μαθαίνεις πώς να προετοιμαστείς για το θάνατο, τότε το βασικό μάθημα της ψυχανάλυσης θα μας δίδασκε αντίθετα πώς να πεθαίνουμε δύο φορές — ή, αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε αυτό, πώς να ζούμε στον ανοίκειο ή νεκροζώντανο χώρο ανάμεσα στους δύο θανάτους, δηλαδή τον βιολογικό και τον συμβολικό.

Η κριτική αυτή θα αντηχήσει άμεσα μια νότα οικειότητας στα αυτιά οποιουδήποτε γνωρίζει έστω επιφανειακά το “ο Καντ με τον Σαντ” του Λακάν. Ακολουθώντας το λακανικό μοντέλο, ο Ζίζεκ είχε στην πραγματικότητα κάνει ο ίδιος μια παρόμοια κριτική του δασκάλου του Μπαντιού, Λουί Αλτουσέρ. Στο Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, ο Ζίζεκ δείχνει πώς η θεωρία του Αλτουσέρ για την ιδεολογία ως έγκληση [interpellation] αφήνει εκτός της εικόνας όλα τα αισχρά σενάρια ης επιθυμίας και της ενόρμησης τα οποία συνδέουν, αυτά και μόνο, το άτομο με τους μηχανισμούς της έγκλησης μέσα από τους οποίους το άτομο γίνεται υπόλογο [accountable] υποκείμενο. “Με λίγα λόγια, το ‘αστόχαστο’ του Αλτουσέρ έγκειται στο ότι υπάρχει ένα ανοίκειο υποκείμενο που προηγείται της χειρονομίας της υποκειμενοποίησης”, γράφει ο Ζίζεκ: “‘Πέραν της υποκειμενοποίησης’ βρίσκεται το τετράγωνο της επιθυμίας, της φαντασίωσης, της έλλειψης στον Άλλο και της ενόρμησης τα οποία πάλλονται γύρω από κάποιο αβάσταχτο πλεόνασμα απόλαυσης.”[22] Όταν ξεκινά ο Ζίζεκ την πρώτη του σημαντική ανάγνωση στον Μπαντιού ανακοινώνοντας ότι η έννοια της πιστότητας στον δεύτερο είναι στην πραγματικότητα το ακριβές ανάλογο της έννοιας της ιδεολογίας στον Αλτουσέρ, ο εκπαιδευμένος αναγνώστης ξέρει ακριβώς τι να περιμένει ως επακόλουθο. Κάτω και πέρα από την αλήθεια του Μπαντιού, ο Ζίζεκ θα εντοπίσει μια ανεξάλειπτη διάσταση καθ’ υπερβολή απόλαυσης, για την οποία ο Λακάν, αντλώντας έμπνευση από τον Μαρξ, εφήυρε τον όρο plus-de-jouir, ή “πλεόνασμα απόλαυσης”.

Μπαντιού  =    Συμβάν Αλήθειας
Ζίζεκ               Πλεόνασμα απόλαυσης

Αυτό το οποίο η έννοια της αλήθειας στον Μπαντιού δεν μπορεί να μην απαρνηθεί, με άλλα λόγια, είναι η διάσταση των διεστραμμένων επιθυμιών και της ενόρμησης θανάτου που αναπόφευκτα προηγείται, ανατρέπει και επιβιώνει από κάθε προσπάθεια να την εξημερώσουμε. Σ’ αυτό το σημείο ο Μπαντιού, σύμφωνα, με τον Ζίζεκ, θα αναλάμβανε ακόμα και το ρίσκο του τετριμμένου και της μη σκέψης: “Όταν ο Μπαντιού αντιτίθεται σθεναρά στην ‘νοσηρή εμμονή με το θάνατο’, όταν αντιπαραθέτει το Συμβάν Αλήθειας στην ενόρμηση θανάτου, και τα λοιπά, είναι στην πιο ασθενή του κατάσταση, μιας και παραδίδεται στον πειρασμό της μη σκέψης.” [23] Επιπλέον, στον βαθμό που η “θεωρητική του χειρονομία περιλαμβάνει μια οπισθοχώρηση στη ‘μη σκέψη’, σε μια αφελή παραδοσιακή (προ-κριτική, προ-καντιανή) αντίθεση μεταξύ δύο τάξεων (της περατότητας του θετικού Είναι· της αθανασίας του Συμβάντος Αλήθειας), η οποία παραμένει τυφλή ως προς το πώς ο ίδιος ο χώρος για την συγκεκριμένη ‘αθανασία’ μέσα στην οποία μπορούμε να συμμετέχουμε ως άνθρωποι στο Συμβάν Αλήθειας ανοίγεται από την μοναδική σχέση του ανθρώπου με την περατότητά του και με το ενδεχόμενο του θανάτου”, η θεμελιώδης αδυναμία του Μπαντιού μπορεί να ξεπεραστεί μόνο μέσα από μια δραστική αναγνώριση του ρόλου της ενόρμησης θανάτου ως απόντος τρίτου όρου, ή ως “υπό αίρεση διαμεσολαβητή” [vanishing mediator] μεταξύ του Είναι και του Συμβάντος: “Η λακανική ενόρμηση θανάτου (μια κατηγορία στην οποία αντιτίθεται σθεναρά ο Μπαντιού) είναι συνεπώς και πάλι ένα είδος ‘υπό αίρεση διαμεσολαβητή’ μεταξύ του Είναι και του Συμβάντος: υπάρχει μια ‘αρνητική’ χειρονομία η οποία συγκροτεί το υποκείμενο και η οποία κατόπιν συσκοτίζεται μέσα στο ‘Είναι’ (την εδραιωμένη οντολογική τάξη) και στην πιστότητα στο Συμβάν.” [24] Χρησιμοποιώντας τον λόγο του Λακάν ως εργαλείο ανατροπής, με πολύ παρόμοιο τρόπο με αυτόν που ο Λακάν ο ίδιος χρησιμοποίησε τον Σαντ για να μας δώσει την βασανισμένη ‘αλήθεια’ του Καντ, ο Ζίζεκ λοιπόν ξεγυμνώνει αποφασιστικά αυτό το οποίο δεν μπορεί παρά να παραμείνει συσκοτισμένο στην φιλοσοφία του Μπαντιού. Στο τέλος, θα φαινόταν ότι δεν έχουμε πάει και πολύ μακριά από τη βάση του κειμένου του Λακάν. Το ριζοσπαστικό σημείο είναι ακόμα και είναι πάντα να ξεσκεπάσουμε τη σκοτεινή και κατεσταλμένη πλευρά των μεγαλοπρεπέστερων απαιτήσεων στην αλήθεια που  επιδεικνύει η φιλοσοφία: “Η ‘ενόρμηση θανάτου’ είναι συνεπώς το συντακτικό ανάστροφο [constitutive obverse] κάθε εμφατικής παραδοχής της Αλήθειας που δεν είναι αναγώγιμη στην θετική τάξη του Είναι.” [25]


5.
Μπορούμε να ελπίσουμε να εξάγουμε ποτέ την σκέψη του Μπαντιού από την πολύπλοκη εικόνα που ζωγραφίζει ο Ζίζεκ; Αρχικά, μοιάζει αρκετά απλό, αν και όχι ακριβώς μικρό, ζήτημα να απαντήσουμε σε κάθε μία από τις τρεις κριτικές που συνοψίστηκαν πιο πάνω:

Απάντηση στην πρώτη κριτική
Σε ό,τι αφορά τον υποτιθέμενο καντιανισμό του Μπαντιού, ο οποίος υποτίθεται πως πρέπει να ξεπεραστεί με ένα πέρασμα από τον Καντ στον Χέγκελ, θα πρέπει αναμφίβολα να εφαρμόσουμε στον Ζίζεκ κάποιες από τις δικές του παρατηρήσεις, στο Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι, για τις προβλέψιμες “αποδομητικές” κριτικές του παν-λογικισμού του Χέγκελ. [26] Ο Ζίζεκ είναι λοιπόν ένας από τους πρώτους που πέφτουν θύματα του σφάλματος το οποίο λίγο αργότερα θα γίνει κοινό ανάμεσα στους οξύνοες κριτικούς του Μπαντιού, όταν διατυπώνει ως αντίρρηση στον Μπαντιού κάτι που στην πραγματικότητα είναι βασικό στοιχείο της ίδιας της σκέψης του Μπαντιού, δηλαδή, την αντίληψη του εμμενούς αδιεξόδου, ή της εμπλοκής, του οντολογικού λόγου του είναι — ενός αδιεξόδου για το οποίο ο Μπαντιού ήδη σηματοδοτεί την αναδρομική δράση ενός συμβάντος, δίχως το οποίο δεν θα ήταν ορατό εξ αρχής. Όπως η ντεριντιανή ανάγνωση του Χέγκελ, ο ισχυρισμός του Ζίζεκ περί κρυφού καντιανισμού στον Μπαντιού σπάζει μια πόρτα που είναι ήδη ανοιχτή. Για να διατηρηθεί η απόσταση ανάμεσα στον Μπαντιού και τον Λακάν, παρόμοια με το τι χρειάστηκε να κάνει ο Ροντόλφ Γκασέ γα να κρατήσει την απόσταση ανάμεσα στον Χέγκελ και τον Ντεριντά, ο Ζίζεκ αναγκάζεται να αποδώσει στον Μπαντιού μια ανόητα απλοποιημένη εκδοχή “πρωτο-καντιανού δυισμού”, συνοψίζοντας τα φθαρμένα σχολικά κλισέ για το πώς το συμβάν “ανήκει σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση” και τα τοιαύτα. Τα πράγματα φτάνουν σε αποκορύφωση όταν ο Ζίζεκ αποδεικνύει το σφάλμα του Μπαντιού χρησιμοποιώντας τον ίδιο τον Μπαντιού—παρουσιάζοντας ως όριο που υποτίθεται ότι διαφεύγει της αντίληψης του Μπαντιού την βασική πρόταση όλης της φιλοσοφίας του Μπαντιού, από τα μαοϊστικά του έργα ως και το Είναι και το Συμβάν! Δεν είναι απλώς ότι ο Μπαντιού έχει επανειλημμένως εξηγήσει τους λόγους για τον αντι-καντιανισμό του, συχνά μέσω μιας λεπτομερούς ανάγνωσης της Λογικής του Χέγκελ, αλλά και ότι έχει επίσης πάντα απορρίψει τις “δεξιές” και “αριστερές” αποκλίσεις οι οποίες θα έφερναν την ελευθερία σε αντίθεση με την αναγκαιότητα, τις δυνάμεις με τους χώρους, τις μάζες με το κράτος, ή το Συμβάν με το Είναι ως εξωτερικά αντίθετες “τάξεις” ή “διαστάσεις” (όροι, που περιλαμβανομένης της new-age τάσης κεφαλαιοποίησής τους, είναι αυστηρά και μόνο του Ζίζεκ). Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που αντλεί ο Μπαντιού από νωρίς, έτσι ώστε να μην το εγκαταλείψει ποτέ, από την μαοϊκή αρχή ότι “το Ένα διαιρείται σε δύο”—μια αρχή που προφανώς είναι πολύ πιο συντονισμένη, αν βέβαια μπορούσαμε να το αναγνωρίσουμε,  με την ζιζεκική απαίτηση για μια εγελιανή διαλεκτική παρά με οποιοδήποτε αφελή πρωτο-καντιανό ή και προ-καντιανό δυισμό.

Όσο για τον ντελεζιανισμό του Μπαντιού, ο Ζίζεκ είναι μάλλον ο πρώτος που αντιλαμβάνεται την διαστροφικότητα αυτής της προσέγγισης, μιας και ένα μεγάλο μέρος του δικού του βιβλίου για τον Ντελέζ δεν θα υπήρχε, ή τουλάχιστον δεν θα υπήρχε με την σημερινή του μορφή, αν δεν είχε μεσολαβήσει το Ντελέζ: Η αναταραχή του Είναι του Μπαντιού, βιβλίο στο οποίο το επίδικο ανάμεσα στους δύο τεκμηριώνεται κοπιωδώς. Αλλά ακόμα και με όρους αυστηρά φιλοσοφικού περιεχομένου, το επιχείρημα ότι με κάποιο τρόπο ο Μπαντιού θα ευνοούσε κάποια ξέφρενη, ακόμα και βιταλιστική έννοια της καθαρής πολλαπλής παρουσίας, ως προσβάσιμης έξω από την αναπαράσταση/εκπροσώπηση αποτυγχάνει πλήρως να κατανοήσει ότι για τον συγγραφέα του το Είναι και το συμβάν το είναι είναι προσπελάσιμο μόνο δια μέσω κάποιου είδους αναδρομικής επαγωγής — επαγωγής στη βάση αποκλειστικά των τυποποιητικών [formal] αδιεξόδων, των εμπλοκών ή των παράλογων συμπερασμάτων που βασίζονται στην ίδια την αναπαράσταση/εκπροσώπηση. Ο μόνος τρόπος που διαθέτουμε για να σκεφτούμε το είναι ως είναι είναι οι εμμενείς πηγές της σκέψης οι οποίες αγωνίζονται να συλλάβουν το ίδιο της το εγγενές πλεόνασμα [excess]. Πουθενά δεν δίνεται ως τέτοιο το είναι, ούτε καν ως μια ακατανόμαστη αλλά παρ’ όλα αυτά με κάποιο τρόπο αναδείξιμη εμπειρία. Το πλεόνασμα της αναπαράστασης/εκπροσώπησης σε σχέση με την παράσταση, με άλλα λόγια, δεν είναι κάποιου είδους σημαντική ανακάλυψη που λείπει από την μαθηματική οντολογία, αλλά μάλλον η βασικότερη διάσταση αυτής της ίδιας οντολογίας. 

4 σχόλια:

rdDcom είπε...

«της περατότητας του θετικού Είναι· της αθανασίας του Συμβάντος Αλήθειας»

finiteness vs. immortality? Πάλι περίεργη επιλογή όρων. [το άπειρο κάπου χάθηκε στο δρόμο].

Περιμένω για την ενόρμηση θανάτου, γιατί υπάρχει πρόσφατο σεμινάριο & Βάγκνερ. [ξέρω ότι αυτό είναι το βασικό σημείο του άρθρου του Bosteels, από ελειπτική αναφορά σε υποσημείωση στο βιβλίο του για Μπαντιού].

RDAntonis είπε...

"the finitude of positive Being; the immortality of the Truth-Event"

Fdfv είπε...

Συγχαρητήρια για τη μετάφραση και τα σχόλια του Δήμου.(ένιωσα ότι έπρεπε να το πω)

ΥΓ Ένας είμαι,όχι δύο
Rakis

rdDcom είπε...

Ελπίζω να επιμείνει ο Bosteels στην «χειρονομία της υποκειμενοποίησης» όπως την αντιλαμβάνονται οι αγγλοσάξωνες φουκο-λακανιανοί (Bhabha, Hall και συρφετός), γιατί εδώ βρίσκεται το σημείο της πρώιμης αντιπαράθεσης του Μπαντιού με τον J-A Miller (παρένθετο σημείωμα στο Nombres) - [για Miller, το «υποκείμενο» είναι πάντοτε αποτέλεσμα μιας ιδεολογικής έγκλησης και φέρει λίγο πολύ αρνητικό πρόσημο - η δε «ανατροπή» νοείται ως ειρωνική αποστασιοποίηση ή μαεστρία ανάμιξης των διαθέσιμων «υποκειμενικών» κωδίκων].