Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Γιώργος Κατσαμπέκης και Γιάννης Σταυρακάκης-Λαϊκισμός: έγκλημα ή διέξοδος;

Γιώργος Κατσαμπέκης & Γιάννης Σταυρακάκης
Λαϊκισμός: έγκλημα ή διέξοδος;

«Όμως μέσα στο κομματικό σύστημα ελλόχευε μία ωρολογιακή βόμβα: O λαϊκισμός»
Γιάννης Λούλης (Ημερησία, 6-11-2010)

«Αν ο λαϊκισμός ήταν θρησκεία, η Ελλάδα θα ήταν Πακιστάν»
Στέφανος Κασιμάτης (Η Καθημερινή, 22-9-1010)

«Λαϊκισμός: 1. α. Πολιτική φιλοσοφία που υποστηρίζει τα δικαιώματα και την εξουσία του λαού στην πάλη του ενάντια στην προνομιούχο ελίτ. β. Το κίνημα που οργανώνεται γύρω από αυτή τη φιλοσοφία. [...]»
American Heritage Dictionary

Κάτι τρέχει με τον λαϊκισμό. Γιατί τροφοδοτεί άραγε συνεχώς ανησυχητικές διατυπώσεις, όπως οι δύο πρώτες παραπάνω; Φαίνεται πως δε περνά ούτε μέρα που να μην διαβάσουμε κάτι γι’ αυτήν την τρομερή αρρώστια της πολιτικής που κατατρώει τη δημοκρατία μας και απειλεί να εκραγεί ως βόμβα στα χέρια του πολιτικού συστήματος που τον ανέθρεψε, οδηγώντας μας όλους στο χάος. Ιδού λοιπόν ο εχθρός! Ο λαϊκισμός! Αυτός υποτίθεται πως φταίει διαχρονικά για όλα τα δεινά μας και σίγουρα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα η χώρα. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο βεβαίως. Ως γνωστόν, οι πολιτικοί –τόσο της χώρας μας όσο και οι ομόλογοί τους σε πολλές δημοκρατίες της Ευρώπης– δε χάνουν ευκαιρία να μιλήσουν για τον εγκληματικό λαϊκισμό του αντιπάλου (προσοχή εδώ: πάντα του αντιπάλου) σε αντίθεση με τη δική τους «υπεύθυνη» στάση που συνήθως παραπέμπει σε μια αγιοποιημένη πια έννοια της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης στο πολιτικό κέντρο. Δεν ήταν τυχαίο το δίλημμα προ του οποίου μας έθετε, πριν από λίγο μόνον καιρό και συγκεκριμένα στις ευρωεκλογές του 2009, η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή και το οποίο αξίζει να θυμηθούμε: «Λαϊκισμός ή Υπευθυνότητα». Το εν λόγω δίλημμα αποτέλεσε την αποκρυστάλλωση αυτής ακριβώς της λογικής. Και η ειρωνεία είναι πως, ακόμα και αν δεν τέθηκε ρητά, προ αυτού του διλήμματος μας έθεσε πολύ πρόσφατα και η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές: «είτε υποκύπτετε (εσείς, ο λαός) στον λαϊκισμό του αντι-μνημονιακού μπλοκ, είτε τηρείτε μια υπεύθυνη πατριωτική στάση και ανανεώνετε την εμπιστοσύνη σας στην κυβέρνηση». Αυτό δεν ειπώθηκε με λίγα λόγια;

Δεδομένης της προνομιακής θέσης που κατέχει ο όρος στο λεξιλόγιό μας, πώς οριοθετείται σήμερα το νοηματικό εύρος του «λαϊκισμού»; Στον εγχώριο πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο, ο λαϊκιστής έχει ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό (αν όχι απόλυτα) με τον «δημαγωγό» ή τον «δημοκόπο». Για να το θέσουμε με όσο το δυνατόν απλούστερους όρους, αποδίδεται σε εκείνους τους πολιτικούς (αν και όχι μόνον σε πολιτικούς) που κολακεύουν αφειδώς το λαό, υποσχόμενοι πράγματα τα οποία δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν. Σε εκείνους που καθορίζουν ακόμα και τις μεσοπρόθεσμες πολιτικές τους με βάση τη λογική της εξασφάλισης μερικών ψήφων παραπάνω σε κάποιες επερχόμενες εκλογές (σχετική εδώ και η περιβόητη «παροχολογία», σχεδόν συνώνυμη –όσον αφορά τα εγχώρια– του λαϊκισμού, όπως και η συζήτηση περί «πολιτικού κόστους»). Κανείς φυσικά δεν μπορεί να νομιμοποιεί αυτά τα φαινόμενα. Γιατί, όμως, οι διάφοροι πολιτικοί και δημοσιολόγοι δεν χρησιμοποιούν άλλους, πιο ταιριαστούς ίσως για την περιγραφή τους, όρους, όπως «δημαγωγός», «λαοπλάνος» ή και «λαοκόλακας»;

Μήπως, τελικά, η αποκλειστική ταύτιση του «λαϊκισμού» με αυτές τις (υπαρκτές) παθογένειες της δημοκρατίας, μας κάνει να παραβλέπουμε κάποιες άλλες ουσιώδεις πτυχές του; Μήπως περιορίζει ασφυκτικά το νοηματικό εύρος μιας πολύσημης πολιτικής κατηγορίας; Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η συντριπτική πλειοψηφία πολιτικών, δημοσιογράφων και λοιπών αρθρογράφων, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως ο λαϊκισμός, στην ευρύτερη έννοια του, δε φέρει κανένα «πρόσημο» εκ των προτέρων, δεν είναι απαραίτητα ούτε καλός ούτε κακός. Όπως ακριβώς δε μπορούμε να φανταστούμε τον δήμο της δημοκρατίας χωρίς λαό, κάπως έτσι φαίνεται εξίσου δύσκολο να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική χωρίς λαϊκισμό, χωρίς δηλαδή μορφές πολιτικού λόγου που επικαλούνται και θέτουν τον «λαό» ως σημείο αναφοράς, ως προνομιακό υποκείμενο, ως βάση νομιμοποίησης και συμβολικό μοχλό διεκδικήσεων. Εξάλλου, στο όνομα του λαού δεν γράφονται τα συντάγματα; Στο όνομα του λαού δεν ασκείται η πολιτική εξουσία; Στη νομιμοποίηση του λαού δεν «πατάνε» οι δημοκρατίες; Κοινότοπα, απλουστευτικά, ίσως και ρομαντικά όλα αυτά, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς, αλλά αξίζει να υπενθυμιστούν, γιατί αυτό που συμβαίνει παράλληλα είναι ακριβώς η κυριαρχία μιας τρόπον τινά αντι-λαϊκιστικής λογικής, που –συνειδητά ή ασυνείδητα, από πρόθεση ή από σπόντα– θέτει τον λαό στο περιθώριο. Μιας υπερβολικά τεχνοκρατικής αντίληψης για την πολιτική, που την υποβιβάζει σε απλή διαχειριστική υποχρέωση, γυμνή από τα στοιχεία της διαφορικής επιλογής, της ανοιχτής δημοκρατικής απόφασης, έρμαιο «αντικειμενικών» γνωματεύσεων και υποδείξεων των κάθε λογής «ειδικών» και «τεχνοκρατών», από τους επικοινωνιολόγους μέχρι τους «ανεξάρτητους» κεντρικούς τραπεζίτες, που πάντα ξέρουν καλύτερα, πριν από μάς για μάς. Δεν καταλήγουμε, όμως, έτσι σε μια απο-πολιτικοποιημένη δημοκρατία –μια μεταδημοκρατία θα πει ο Colin Crouch [1] –, μια δημοκρατία που προσιδιάζει απλώς σε ταξινομική συνθήκη, σε αστυνομική (με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο ο Jacques Rancière [2]) λειτουργία ή διοικητική υποχρέωση; Μια μεταδημοκρατία όπου ο πολίτης και το λαϊκό-δημοκρατικό υποκείμενο αντικαθίστανται από τον «πελάτη» μιας στοχευμένης πολιτικής εκστρατείας, τον παθητικό καταναλωτή ενός πολιτικού «προϊόντος» ή ακόμα και τον (δια της αποχής πλέον εκφραζόμενο) εκλογικό «όμηρο» μιας ανοιχτά πια διακηρυγμένης «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης»;

Ως διχοτομική θεώρηση του κοινωνικού (ως χάραξη ενός ορίου και οριοθέτηση διακριτών πολιτικών επιλογών) και άρα ως διαδικασία γέννησης (ρηματικής κατασκευής και συναισθηματικής επένδυσης) ενός συλλογικού «εμείς» απέναντι σε ένα «αυτοί», ο λαϊκισμός αποτελεί πυρηνικό στοιχείο της διάστασης του πολιτικού. Εντοπίζεται δηλαδή στο επίκεντρο των οντολογικών προϋποθέσεων της πολιτικής στην δημοκρατική της προοπτική (διαφορά, αντίθεση, ανταγωνισμός, αγωνισμός). Οι ιδιαίτερες μορφές στις οποίες ενδέχεται να εκβάλει ένας λαϊκιστικός λόγος είναι, βέβαια, ένα άλλο ζήτημα˙ μπορεί να εμφανιστεί δηλαδή με διάφορα και ετερόκλητα περιεχόμενα, ανάλογα πάντα με τα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά συγκείμενα της ανάδυσής του και από αυτά επομένως εξαρτάται και το ιδιαίτερο ιστορικό φορτίο του εκάστοτε λαϊκισμού (π.χ. ένας ακροδεξιός λαϊκισμός της εθνικής καθαρότητας και περιχαράκωσης δε θα μπορούσε να αποτιμηθεί το ίδιο με έναν λαϊκισμό που συνδέεται με ένα εξισωτικό, χειραφετητικό πρόγραμμα και την είσοδο ευρύτερων αποκλεισμένων μαζών και στρωμάτων στην πολιτική). Υπάρχουν έτσι, στην διεθνή εμπειρία, λαϊκισμοί αντι-θεσμικοί (αρχηγικοί, αυταρχικοί) και θεσμικοί (που παράγουν νέους θεσμούς δημοκρατικής συμμετοχής και εκπροσώπησης και λειτουργούν ως δίαυλοι διεκδίκησης δικαιωμάτων από αποκλεισμένους τομείς της κοινωνίας πολιτών), βίαια ανταγωνιστικοί και αγωνιστικοί (για να αναφερθούμε στην σημαντική έννοια της Chantal Mouffe[3]), αντιδραστικοί και προοδευτικοί, χοντροκομμένοι και σοφιστικέ, «χυδαίοι» και «ευγενείς»· «λαϊκισμοί στους δρόμους» και «λαϊκισμοί στην εξουσία»[4], λαϊκισμοί «από τα πάνω» και λαϊκισμοί «από τα κάτω»[5]. Έτσι, επίδικο αντικείμενο δεν θα πρέπει να είναι η ίδια η ύπαρξη του λαϊκισμού. Επίδικο αντικείμενο είναι το συγκεκριμένο (δημοκρατικό ή αντιδημοκρατικό) φορτίο του εκάστοτε λαϊκισμού, το οποίο δεν πρέπει να προδικάζεται εκ των προτέρων ως αρνητικό (ούτε βέβαια και ως απαραίτητα θετικό). Οφείλουμε, με άλλα λόγια, να ξεπεράσουμε ηθικιστικές καταδίκες και εξιδανικευτικές συνηγορίες. Όσο υπάρχει δημοκρατία και συγκροτείται λαός, τόσο θα υπάρχει και πολιτικός λόγος συναρθρωμένος με αναφορά στον λαό αυτό και στις διάφορες συμβολικές εκφάνσεις του –και αντίστροφα. Κι αυτό, κάποιες φορές, όχι μόνο δεν αποτελεί κίνδυνο για τη δημοκρατία, αλλά μπορεί να συνιστά και όρο αναζωογόνησής της [6]. Σίγουρα όχι επαρκή, αλλά συχνά αναγκαίο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, σε πρόσφατο κείμενό του για την οικονομική κρίση και την Ευρώπη, ο Étienne Balibar δεν βλέπει άλλη διέξοδο για μια προοδευτική αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής δημο-κρατικής πολιτικής, από την άρθρωση μιας ευρείας συμμαχίας: ενός πανευρωπαϊκού λαϊκισμού.[7]

Σημειώσεις
[1] Βλ. Κόλιν Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα 2006.
[2] Βλ. Jacques Rancière, Το μίσος για τη δημοκρατία, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Πεδίο, Αθήνα 2009.
[3] Για την έννοια του «αγωνισμού» βλ. Chantal Mouffe, Το δημοκρατικό παράδοξο, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 183-191, και της ιδίας, Επί του πολιτικού, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα 2010, σ. 28-30.
[4] Francisco Panizza, ‘Neopopulism and its Limits in Collor's Brazil’, Bulletin of Latin American Research, τόμ. 19, τεύχ. 2, 2000, σελ. 190.
[5] Susanne Gratius, The ‘Third Wave of Populism’ in Latin America, Working Paper αρ. 45, FRIDE, Μαδρίτη 2007, σελ. 20.
[6] Προς αυτή την κατεύθυνση, της κριτικής αποτίμησης και κατανόησης της οπωσδήποτε αμφίσημης, αλλά και ίσως κρίσιμης, σχέσης λαϊκισμού και δημοκρατίας, κινείται και ο φάκελος που αφιερώνει στο θέμα αυτό το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Σύγχρονα Θέματα που μόλις κυκλοφόρησε (τεύχος 110) και όπου μεταφράζονται πρόσφατα κείμενα των πιο σημαντικών στη διεθνή βιβλιογραφία μελετητών του λαϊκιστικού φαινομένου, του Ernesto Laclau και της Margaret Canovan (είναι μάλιστα η πρώτη φορά που μεταφράζεται στα ελληνικά κείμενο της αγγλίδας θεωρητικού). Κείμενα που ίσως αξίζει να διαβαστούν και να εμπλουτίσουν την συζήτηση και στην εγχώρια δημόσια σφαίρα.
[7] Βλ. σχετικά Étienne Balibar, «Κρίση της Ευρώπης, τέλος της Ευρώπης; Έξι θέσεις», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 13/6/2010.


Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 19/12/2010

3 σχόλια:

rdDcom είπε...

Μια πρώτη αντίρρηση αναφορικά με τη διάκριση σε θεσμικούς και «μη θεσμικούς» λαϊκισμούς. Είναι γνωστή η θεσμολατρεία (εμπνεόμενη από ένα κατ' εξοχήν δικανικό πρότυπο) των θεωρητικών της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, --- θεσμολατρεία που εύκολα εκφυλίζεται σε εκλογολαγνεία, «συλλογή υπογραφών», προσκλήσεων σε φεστιβάλ και φιεστών, θεωρούμενων ίσως ως η ύψιστη μορφή «παραστατικής»-καταμετρητικής «αμεσο»-«δημο»κρατίας (όπου οι ήδη καταμετρημένες μονάδες δίνουν απλώς το παρόν).

Ίσως η φράση-κλειδί της τελευταίας παραγράφου πρέπει να μεταγραφεί ως εξής:

«[Η θεσμολατρεία, η πίστη στη διάρκεια, σταθερότητα και αδράνεια των θεσμών] κάποιες φορές, όχι μόνο δεν αποτελεί κίνδυνο για τη μετα-δημοκρατία, αλλά μπορεί να συνιστά και όρο αναζωογόνησής της».

Γιώργος Κ. είπε...

Καλησπέρα,
φίλε Δήμο η διάκριση γίνεται σε λαϊκισμούς θεσμικούς και αντι-θεσμικούς (και όχι «μη θεσμικούς», όπως σημειώνεις στο σχόλιό σου -- υπάρχει διαφορά). Επίσης, κάτι το μάλλον αυτονόητο, η διάκριση δε βασίζεται σε κάποια αυθαίρετη εκτίμηση, αλλά σε ιστορική καταγραφή. Αλλού έχουμε δει ιστορικά λαϊκισμούς που λειτούργησαν προσωποκεντρικά/αυταρχικά, που δεν επιδίωξαν να δημιουργήσουν κανένα θεσμό διαμεσολάβησης/δημοκρατικής συμμετοχής (ή παρέκαμψαν & υπονόμευσαν ήδη υπάρχοντες) κ.λπ. και αλλού είδαμε λαϊκισμούς που προσπάθησαν ή κατάφεραν να δημιουργήσου τέτοιους θεσμούς και να λειτουργήσουν ως δίαυλοι συμμετοχής/συμπερίληψης αποκλεισμένων τμημάτων του πληθυσμού. Εξ ου και η διάκριση, που επεξηγείται άλλωστε εντός παρενθέσεων, και η οποία δεν γίνεται με κάποια αξιολογική κρίση.

Από 'κει και πέρα ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς θες να πεις, σε σχέση με το άρθρο, με αυτό που γράφεις περί "θεσμολατρείας". Θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου εξηγήσεις λίγο πιο αναλυτικά που βασίζεται η μεταγραφή της συγκεκριμένης φράσης και επομένως που έγκειται ακριβώς η αντίρρησή σου;

Ευχαριστώ όπως και να 'χει για το σχόλιο.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,
Γιώργος Κ.

rdDcom είπε...

Καλοπροαίρετη ερώτηση, υπάρχει πιο αντιπροσωπευτικός θεσμός στις σύγχρονες «δημοκρατίες» από αυτόν της ανάκρισης και της «ομαδοποίησης των υπόπτων»;

Η εντύπωση που τώρα αποκομίζω από την απάντηση είναι ότι πρόθεση του άρθρου ήταν απλώς να ταυτίσει έναν καθωσπρέπει «λαϊκισμό» (προς τον οποίο μάλλον κλίνει η προτίμηση των συντακτών) με τις ποικίλες υπάρχουσες μορφές της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» [τον συνδικαλισμό όπως των γνωρίζουμε, την περίφημη κομματική «δημοκρατία», τις «πρωτοβουλίες» πολιτών, κ.λπ. Πώς άραγε διαφέρει το ριζοσπαστικό όραμα των συντακτών από τις εξαγγελίες για τη «Μεγάλη Κοινωνία» των συντηρητικών;]»