Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Εννοιολογική αφασία ΙΙΙ. Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι, συνέχεια

Συνεχίζουμε λοιπόν με το πόνημα Goldfarb:

Πού άρχισαν όλα
Στο τέλος της ημέρας οι διαδηλωτές εγκλωβίστηκαν απ΄την αστυνομία στη Whitehall, την οδό που διατρέχει την καρδιά των κυβερνητικών κτιρίων της Βρετανίας. Η πολιτική της κυβέρνησης του συνασπισμού Συντηρητικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών να υπερδιπλασιάσει τα δίδακτρα βρίσκονταν ακόμη στη θέση της.
Αυτή ήταν η δεύτερη διαδήλωση ενάντια στην αύξηση των διδάκτρων τις τελευταίες τρεις βδομάδες και ήταν όσο αναποτελεσματική όσο και η πρώτη.
Οι πολιτικές διαδηλώσεις, οι διαμαρτυρίες, πείτε το ότι θέλετε, έγιναν στην νέα χιλιετία ένας τρόπος έκφρασης του εγώ του καθένα. Καθώς ετοίμαζα ένα πρόγραμμα για την ιστορία των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας ρώτησα τον κόσμο ξανά και ξανά γιατί διαδήλωνε.
"Για να ακουστεί η φωνή μου", ήταν η συνηθισμένη απάντηση. Αλήθεια; Ακόμα και όταν η κυβέρνηση δεν ακούει;
Το να ακουστούν οι φωνές τους δεν ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι πήγαιναν σε διαδηλώσεις στην αρχή.
Η πρώτη επιτυχημένη πολιτική διαδήλωση στην Αγγλία έλαβε χώρα το 1834. Έξι αγρότες από το Tolpuddle στο Dorset είχαν σταλεί στην Αυστραλία αλυσοδεμένοι. Το έγκλημά τους; Η οργάνωση ενός συλλόγου με στόχο την αποφυγή περικοπών στους μισθούς τους.
Για τους Μάρτυρες του Tolpuddle, όπως ονομάστηκαν, η μετακίνηση στην Αυστραλία ήταν ποινή σε θάνατο εν ζωή και δεκάδες χιλιάδες εργάτες παρέλασαν από το King's Cross στο Κοινοβούλιο για να παρουσιάσουν ένα αίτημα με 800.000 υπογραφές που απαιτούσε να επιτραπεί η επιστροφή των έξι στη Βρετανία.
Το Κοινοβούλιο υποχώρησε εξαιτίας της πίεσης, και οι άντρες ήταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στην πατρίδα.
"Πού άρχισαν όλα", γράφει ο τίτλος της ενότητας, αλλά ο αναγνώστης που θεωρεί ότι θα διαβάσει εδώ για τις αιτίες της διαδήλωσης, για την μακροχρόνια --από τα χρόνια της Θάτσερ-- καταβαράθρωση της ανώτατης παιδείας στην Αγγλία, πλανάται πλάνην οικτρά. Όχι, το "πού άρχισαν όλα" παραπέμπει στην καταπληκτική έμπνευση του Goldfarb να θυμίσει στους αναγνώστες του στιγμιότυπα από την αγγλική ιστορία με μηδαμινή σχέση με αυτή την τριανταετή τουλάχιστον υπόθεση. 

Πριν φτάσει όμως εκεί, έχει ήδη προλάβει να καταδικάσει την φοιτητική διαδήλωση με μια ακόμη παραλλαγή του γνωστού μας πλέον "σπασμένου τσουκαλιού": αν στο πρώτο τμήμα η διαδήλωση καταδικάζεται υπόρρητα ως αδικαιολόγητη και ακατάληπτη, εδώ καταδικάζεται ρητά ως αναποτελεσματική. Με την δυσθεώρητη ευφυία του ο Goldfarb  συμπεραίνει ότι οι διαδηλώσεις είναι άχρηστες επειδή η κυβέρνηση "δεν ακούει." Με άλλα λόγια, διαδηλώσεις γίνονται μόνο όταν η εκάστοτε κυβέρνηση αναμένεται να ανταποκριθεί στα αιτήματά τους. Μακριά απ' τον Goldfarb η υποψία ότι αν οι κυβερνήσεις άκουγαν δεν θα χρειάζονταν οι διαδηλώσεις· αποτελεί την παγκόσμια πρωτοτυπία της προσέγγισής του να αποδείξει ότι είναι ακριβώς απέναντι στις ανάλγητες και αντιδημοκρατικές κυβερνήσεις που είναι άχρηστο να διαδηλώνεις. Όταν βέβαια διαδηλώνεις κατά του Αχμεντίνατζαντ είσαι ηρωϊκός υπερασπιστής των δημοκρατικών ιδεωδών,  των οποίων την απόλυτη κενότητα ο Goldfarb θεωρεί ταυτόχρονα επαρκή βάση απαξίωσης των φοιτητικών διαδηλώσεων στα καθ' ημάς (στο Λονδίνο, εννοώ).

Το επόμενο στάδιο της φρενήρους αυτής απόπειρας τετραγωνισμού του κύκλου είναι και το coup de grace του κειμένου· η κίνηση δια της οποίας ο συγγραφέας αποφασίζει ότι θα στείλει το φοιτητικό κίνημα στα θυμαράκια εν τη γεννέσει του. Κωδικός της κίνησης: "Οι διαδηλώσεις δεν είναι πια αυτό που ήταν κάποτε" (εξού και η κωμική πολυτέλεια της ιστορικής αναδρομής χωρίς την παραμικρή ανάλυση των συνθηκών του παρόντος). Και γιατί δεν είναι πια αυτό που ήταν; Γιατί οι σημερινές διαδηλώσεις είναι...εχμ...εγωιστικές. Ναι. Αυτό είναι. Με λίγο ξεσκονισμένο Daniel Bell (Οι πολιτισμικές αντιφάσεις του καπιταλισμού) είσαι έτοιμος για όλα, αφού έχεις πετάξει στην αρένα το ανίκητο (και έμμεσο) επιχείρημα ότι η σημερινή νέα γενιά είναι ήδη υπερβολικά διεφθαρμένη απ' τον καπιταλισμό και τις αξίες του (ατομικισμός, "εγωϊσμός", κλπ), για να έχει το ηθικό δικαίωμα να διαμαρτύρεται όταν αυτός ο καπιταλισμός παίρνει τον μπαλτά και πετσοκόβει τη ζωή της. "Διαδηλώσεις; Ναι, αλλά τις παλιές!" Αυτή είναι η εξαιρετική ιδέα την οποία κατεργάζεται ο τετραπέρατος δημοσιογράφος ελλείψει άλλης πρόσφορης γραμμής υπεράσπισης. Πόσο παλιές; Να, ας πούμε, του 1834. Να, αυτή ήταν μια ωραία διαδήλωση!

Και για ποιο λόγο ήταν η διαδήλωση των Χαρτιστών (πουθενά δεν αναφέρεται βέβαια η μικρή αυτή πολιτική λεπτομέρεια για το κίνημα που προηγήθηκε στενότερα του σοσιαλισμού στην Αγγλία) αποδεκτή σύμφωνα με τον Ιμμάνουελ Καντ της αγγλικής δημοσιογραφίας;

α) Πρώτον, γιατί πέτυχε! (Εξαιρετικό κανονιστικό κριτήριο, δεν αντιλέγω. Αν οι διαδηλωτές μπορούσαν να ταξιδέψουν στον χρόνο και να δουν από πριν αν η διαδήλωση θα έχει αποτέλεσμα θα είχαμε σαφώς λιγότερα προβλήματα).

β) Δεύτερον, και εδώ έχουμε το δεύτερο κανονιστικό κριτήριο με το οποίο ο κονδυλοφόρος δικαστής της ιστορίας κρίνει τις διαδηλώσεις, σε αντίθεση με τις παρηκμασμένες σύγχρονες διαδηλώσεις που αποτελούν προεκτάσεις της αδιεξόδου πολιτικής του εγώ (αδιεξόδου όταν αφορά διαδηλωτές βέβαια· όχι τραπεζίτες ή πολιτικούς), η διαδήλωση του 1834 δεν είχε ως στόχο να "ακουστεί η φωνή των διαδηλωτών."

"Και τι είχε ως στόχο αυτή η τόσο δραστικά διαφορετική διαδήλωση, ω πάνσοφε Goldfarb;" ρωτάμε εμείς οι κακεντρεχείς. "Μα φυσικά την διάσωση των έξι αγροτών από τα κολαστήρια της Αυστραλίας" μας απαντά ο εμβριθής Εγγλέζος. "Και πώς επιτεύχθηκε αυτό, αυριανό Πούλιτζερ εξ Αλβιώνος, παρά ακριβώς κάνοντας την φωνή των διαδηλωτών να ακουστεί; Τι διάβολο είναι μια διαδήλωση από μια δήλωση, παρά μια έκφραση της μαζικής θέλησης δια της φωνής;", συνεχίζουμε εμείς ακάθεκτοι. Εδώ ο Bell και η διάγνωση περί νεαρών κακομαθημένων απ' τον μεταμοντερνιστικό σχετικισμό δεν πολυβοηθάει την κατάσταση και ο ακάματος διανοούμενος αποφασίζει να συνεχίσει να κάνει τον συνταξιούχο αξιωματούχο σε λέσχη μπριτζ, αναπολώντας τις παλιές καλές μέρες του 19ου αιώνα, όταν οι διαδηλώσεις είχαν νόημα. 

Η συνέχεια στο επόμενο.


Δεν υπάρχουν σχόλια: