Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Κώστας Παλούκης-Για την 18η Μπρυμαίρ

Αρχική δημοσίευση Πριν, via Βαθύ Κόκκινο.

Το έργο του Καρλ Μαρξ η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη θεωρείται το κλασικό ιστορικό έργο του θεμελιωτή του «επιστημονικού σοσιαλισμού», γιατί ακριβώς σε αυτό επιχειρεί να εφαρμόσει τη θεωρία της ταξικής πάλης, όχι από μια κοινωνιολογική ή οικονομική ή φιλοσοφική ματιά, αλλά από μια καθαρά ιστορική οπτική. Για αυτό το λόγο συχνά θεωρείται πρότυπο μιας μαρξιστικής ιστοριογραφικής γραφής. Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να σχηματοποιήσουμε πολύ σύντομα το εφαρμοσμένο πια μέσα στην ιστορία, και όχι απλά θεωρητικό, μοντέλο της μαρξικής ταξικής θεωρίας.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Κ.Μαρξ στο χρονικό διάστημα από το Δεκέμβρη 1851 ως το Μάρτη 1852 και δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά στο περιοδικό Die Revolution της Νέας Υόρκης. Μια δεύτερη αναθεωρημένη και διορθωμένη έκδοση κυκλοφόρησε σε βιβλιαράκι στο Αμβούργο το 1869.

Στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ο Κ. Μαρξ προσπαθεί να εξηγήσει την ταξική διάσταση και να περιγράψει τη διαδρομή των γεγονότων που επέτρεψαν στον ανηψιό του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, Λουδοβίκο Βοναπάρτη, να καταλύσει με πραξικόπημα την κοινοβουλευτική δημοκρατία και να αναρριχηθεί στη συνέχεια στο αυτοκρατορικό αξίωμα με το όνομα Ναπολέων Γ΄[1].

Από τον ίδιο τον τίτλο του έργου ο Μαρξ συνδέει το πραξικόπημα του Λουδοβίκου στις 2 Δεκέμβρη 1851 με το αντίστοιχο ιστορικό πραξικόπημα του Μεγάλου Ναπολέοντα της 18ης Μπρυμαίρ[2] 1793 που τον οδήγησε στον Αυτοκρατορικό θρόνο. Από τις πρώτες γραμμές όμως του κειμένου διαφαίνεται ο ειρωνικός χαρακτήρας αυτού του ιστορικού συνειρμού. Ο Μαρξ με αφορμή αυτήν ακριβώς την φαινομενική ιστορική επανάληψη και σύμπτωση των γεγονότων και των προσώπων διατυπώνει τη γνωστή ρήση του ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα[3].

Το ιστορικό πλαίσιο μέσα από την οπτική του Κ. Μαρξ

Συγκεκριμένα, το ιστορικό πλαίσιο που περιγράφει ο Μαρξ έχει ως εξής: το 1848 ξεσπάει στη Γαλλία μια μεγάλη επανάσταση που ανατρέπει το συνταγματικό μοναρχικό καθεστώς του 1830, δηλαδή τον Λουδοβίκο Φίλιππο του Οίκου της Ορλεάνης. Η επανάσταση αυτή επιβάλλει ένα αστικό συνταγματικό κοινοβουλευτικό καθεστώς. Ο Μαρξ διακρίνει τη σύντομη αυτή Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος ή περίοδος του Φλεβάρη, από τις 24 Φλεβάρη μέχρι τις 2 Μάη του 1848, είναι ο πρόλογος και χαρακτηρίζεται από την «απάτη της γενικής συναδέλφωσης». Δηλαδή όλες οι τάξεις συνενώνονται εναντίον του βασιλιά. Η δεύτερη περίοδος είναι η περίοδος της διαμόρφωσης της δημοκρατίας και της συνταχτικής εθνοσυνέλευσης. Χαρακτηρίζεται από τρεις φάσεις. Κατά την πρώτη (4/5 ως 25/6 1848) διεξάγεται πάλη των τάξεων εναντίον του προλεταριάτου, το οποίο ηττάται τις ημέρες του Ιούνη. Η δεύτερη φάση (25/6 ως 10/12 1848) είναι η περίοδος της δικτατορίας των πούρων αστών δημοκρατών. Γίνεται επεξεργασία του Συντάγματος και κηρύσσεται το Παρίσι σε κατάσταση πολιορκίας. Η αστική δικτατορία παραμερίζεται στις 10/12 με την εκλογή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στην προεδρία. Η τρίτη φάση (20/12/1948 ως 28/5/ 1949). Χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της συνταχτικής συνέλευσης ενάντια στον Βοναπάρτη και το «κόμμα της τάξης», δηλαδή το συνασπισμό των Ορλεανικών, Νομιμοφρόνων, δηλαδή οπαδών των Βουρβώνων και της παλινόρθωσης και εν μέρει αρχικά των Βοναπαρτιστών.

Η περίοδος αυτή ολοκληρώνεται με την πτώση της συνταχτικής συνέλευσης και την ήττα των «δημοκρατικών πούρων αστών» υπέρ του «κόμματος της τάξης» και των Βοναπαρτιστών. Η τρίτη περίοδος είναι αυτή της συνταγματικής δημοκρατίας και ης νομοθετικής εθνοσυνέλευσης. Οι φάσεις σε αυτήν διακρίνονται κατά τον Μαρξ πάλι σε τρεις. Η πρώτη από 28/5 1849 ως 13/6/1849, η οποία χαρακτηρίζεται από την πάλη των μικροαστών ενάντια στην αστική τάξη, δηλαδή το «κόμμα της τάξεως» και το Βοναπάρτη, την ήττα τους και μαζί με αυτούς την ήττα της μικροαστικής δημοκρατίας. Η δεύτερη (13/6 1849 ως τις 31/5 1850) χαρακτηρίζετι από την υπεροχή του «κόμματος της τάξεως» στο κοινοβούλιο, την οποία ονομάζει ο Μαρξ «κοινοβουλευτική δικτατορία». Τελικά, όμως αν και ολοκληρώνει την κυριαρχί του με την κατάργηση του καθολικού δικαιώματος ψήφου, χάνει την κυβερνητική διακυβέρνηση. Η τρίτη φάση (31/5 1850 ως 2 Δεκέμβρη 1851) χαρακτηρίζεται από την πάλη αναμεσα στην κοινοβουλευτική αστική τάξη και το Βοναπάρτη. Η φάση αυτή τελειώνει με τη νίκη του Λουδοβίκου Βοναπάρτη.[4]

Ο ιστορικός υλισμός στο έργο του Μαρξ 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Σύμφωνα με τον Φρίντριχ Ένγκελς «ο Μαρξ είναι εκείνος που πρώτος είχε ανακαλύψει το μεγάλο νόμο κίνησης της ιστορίας, το νόμο που συμφωνα με αυτόν όλοι οι ιστορικοί αγώνες, αδιάφορο αν γίνονται στον πολιτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό ή σε οποιονδήποτε άλλο ιδεολογικό τομέα δεν είναι πραγματικά παρά ή περισσότερο ή λιγότερο καθαρή έκφραση των αγώνων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, και ότι η ύπαρξη των τάξεων αυτών και συνεπώς και οι συγκρούσεις τους, εξαρτιώνται με τη σειρά τους, από το βαθμό ανάπτυξης της οικονομικής τους θέσης, από τον τρόπο παραγωγής και από τον τρόπο ανταλλαγής τους που απορρέει απ’ αυτόν.»[5] Δηλαδή τα πολιτικά, θρησκευτικά και ιδεολογικά γεγονότα δεν είναι προϊόντα μιας προσωποκεντρικής κίνησης της ιστορίας, μιας κίνησης που καθορίζεται μονοδιάστατα από τις φιλοδοξίες των αρχηγών, αλλά αγώνες αδιαμεσολάβητα συνδεμένοι την πάλη των τάξεων αναμεταξύ τους.

Κάθε γεγονός ανάγεται άμεσα στην δυναμική της κάθε τάξης ή του κάθε στρώματος στη συγκεκριμένη συγκυρία. Ουσιαστικά, ο Μαρξ αντικαθιστά την αρένα της πολιτικής ιστορίας κατά Ράνκε, όπου οι προσωπικότητες αντιπαρατίθονται μεταξύ τους για την εξουσία, με την αρένα μιας πολιτικής ιστορίας όπου οι προσωπικότητες συμμαχούν ή εκφράζουν τάξεις οι οποίες αυτές αγωνίζονται για την εξουσία. Δεν είναι η δυναμική των προσώπων, αλλά η δυναμική των τάξεων που μπορεί να φέρουν στην επιφάνεια προσωπικότητες σαν τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη που ο ίδιος ο Μαρξ τον υποτιμά.

Ο Ένγκελς σε αυτού του είδους την ταξική διαπάλη θέτει δύο βασικές θεμελιώδεις προϋποθέσεις: την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα πλαίσια των οποίων διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά των τάξεων και τον συγκεκριμένο ιστορικό τρόπο παραγωγής. Ο Μαρξ όμως μέσα στο κείμενο θέτει ως προϋπόθεση ένα πιο γενικό πλαίσιο ορίζοντας ουσιαστικά το νόμο της ιστορικής κίνησης: «οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν.»[6] Οι άνθρωποι δηλαδή επιλέγουν μια από τις δυνατότητες εκείνες που η ιστορικά καθορισμένη περίοδος νομοτελειακά τους δίνει. Οι επιλογές τους δηλαδή είναι καθορισμένες από το κοινωνικό πλαίσιο που οι προηγούμενες γενιές τους κληροδότησαν.

Ο ρόλος και η δράση των ταξεων

Με ποιο τρόπο όμως χρησιμοποιεί ο Μαρξ αυτό το «κλειδί», όπως το ονοματίζει ο Ένγκελς, για την κατανόηση της ιστορίας της δεύτερης γαλλικής δημοκρατίας;
Ο Μαρξ διακρίνει τη γαλλική κοινωνία σε τάξεις και στρώματα. Η σχέση της κάθε τάξης ή στρώματος με την παραγωγή είναι εκείνη που καθορίζει στη στρατηγική της και στις πολιτικές συμμαχίες της μέσα στη σκακιέρα της κοινωνικής διαπάλης, αλλά και καθορίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα της. Σε πολλές περιπτώσεις ο Μαρξ αναφέρεται στις τάξεις και στα στρώματα με ανθρωπομορφικό τρόπο και εξηγεί τις επιλογές τους περιγράφοντας την ψυχογραφία τους. Υπάρχει στενή σχέση αιτίου και αιτιατού στην αφήγησή του, καθώς οι αντιφάσεις της μιας κατάστασης θέτουν νέα ερωτήματα, έχουν διαφορετικές δυνατότητες και διαφορετικές δυναμικές, ενώ νομοτελειακά οδηγούν σε νέες καταστάσεις. Οι τάξεις αυτές μπορούν μέσα στην κίνησή τους να συνάπτουν πρόσκαιρες συμμαχίες η μία με την άλλη. Το ποιος συμμαχεί με ποιόν στην κάθε συγκυρία είναι αυτό που καθορίζει τελικά το αποτέλεσμα.

Ο Μαρξ διακρίνει καταρχήν το παρισινό προλεταριάτο. Το οποίο όμως δεν περιγράφει αναλυτικά. Δεν αναφέρεται δηλαδή στις παραγωγικές δομές που το αναδεικνύουν, όπως κάνει για παράδειγμα με τις άλλες τάξεις και στρώματα, δεν το ορίζει. Αυτό το παρισινό προλεταριάτο βρίσκεται κατά την περίοδο της επανάστασης στο προσκήνιο βάζοντας τη δική του σφραγίδα σε αυτή ανακηρύσσοντας την κοινωνική δημοκρατία. Όταν χάνει τη δυνατότητα να κατακτήσει την εξουσία, τότε περνά «στο πίσω μέρος της επαναστατικής σκηνής» και «ρίχνεται σε δογματικούς πειραματισμούς, σε τράπεζες ανταλλαγών και σε εργατικούς συνεταιρισμούς, δηλαδή σε ένα κίνημα όπου παραιτείται από την ιδέα ν’ ανατρέψει τον παλιό κόσμο με το σύνολο των δικών του μεγάλων μέσων και προσπαθεί να πραγματοποιήσει την απολύτρωσή του πίσω από την πλάτη της κοινωνίας, με ιδιωτικό τρόπο, μέσα στους περιορισμένους όρους ύπαρξής του και που γι’ αυτό αναγκαστικά αποτυχαίνει.»[7] Το προλεταριάτο χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τον Μαρξ από μια εγγενή τάση για τη χειραφέτηση. Όταν δεν το πετυχαίνει συλλογικά ως όραμα για την κοινωνία, τότε το διεκδικεί «ιδιωτικά» για την ίδια την τάξη ξέχωρα από την κοινωνία. Το «ιδιωτικό» δε σημαίνει για τον καθένα προλετάριο ατομικά, αλλά για την τάξη ξεχωριστά. Η τάξη δηλαδή λειτουργεί «ιδιωτικά». Αυτές οι δύο στρατηγικές που ενυπάρχουν σα στοιχείο διαχωρίζουν το προλεταριάτο σε «επαναστατικό» και μη. Απέναντι στα κοινωνικά οράματα του επαναστατικού προλεταριάτου στάθηκαν οι αγρότες και οι μιρκοαστοί, δηλαδή μαζικά κομμάτια του γαλλικού λαού, οδηγώντας την κοινωνική δημοκρατία στην ήττα.

Η αστική τάξη διακρίνεται:
α) στο τμήμα των φιλοδημοκρατικών αστών. «Ο χαρακτήρας της αντιστοιχούσε στη θέση που είχε μέσα στη συνταγματική μοναρχία. Δεν ήταν μια ομάδα της αστικής τάξης, που τη συνδέανε πολλά μεγάλα κοινά συμφέροντα και που την ξεχωρίζανε από τις άλλες ομάδες ιδιαίτερες συνθήκες παραγωγής. Ήταν μια κλίκα από φιλοδημοκρατικούς αστούς – συγγραφείς, δικηγόρους, αξιωματικούς και δημόσιους υπαλλήλους – που η επιροοή τους στηριζότανε στις προσωπικές αντιπάθειες της χώρας κατά του Λουδοβίκου Φιλίππου, στη θύμηση της παλιάς δημοκρατίας, στη δημοκρατική πίεση ορισμένων ονειριοπόλων και πριν απ’ όλα στο γαλλικό εθνικισμό.» Βασικός της εχθρός ήταν η αριστοκρατία του χρήματος. Αυτή και το κόμμα της το Νασιονάλ, «ζητούσε μια δημοκρατική αντίς μοναρχική μορφή του λέοντος σ’ αυτή την κυριαρχία». Αυτοί οι πούροι δημοκράτες ήταν συμπαθείς στους αστούς της βιομηχανίας και αντιπαθείς στους δημκράτες μικροαστούς και στο επαναστατικό προλεταριάτο. Το κόμμα αυτό αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας και τη σύνταξη του συντάγματος μετά την υποχώρηση των προλεταριακών οραμάτων. Αυτοί η δημοκράτες αφού επιτελέσουν το έργο τους για χάρη συνολικά των συμφερόντων της αστικής τάξης, αφού δηλαδή θα διασώσουν το καθεστώς με τίμημα μια αβασίλευτη αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία θα παραμεριστούν από τη μάζα της αστικής τάξης που στηριζόταν ακριβώς στο «δίκιο της ιδιοκτησίας» και ήταν στην ουσία τους φιλοβασιλικοί.
β) ένα τμήμα των φιλοβασιλικών αστών ήταν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες που κυριαρχούσαν στο καθεστώς της παλινόρθωσης, ήταν δηλαδή «νομιμόφρονες» στον Οίκο των Βουρβώνων.
γ) ένα άλλο τμήμα αποτελούσαν οι αριστοκράτες του χρήματος και οι μεγαλοβιομήχανοι, οι οποίοι κυριαρχούσαν στο αθεστώς της μοναρχίας του Ιούλη και γι’ αυτό ήταν ορλεανικοί. Αυτά τα δύο τμήματα της αστικής τάξης συνενώθηκαν στο «κόμμα της τάξεως», δηλαδή το κόμμα που επιδιώκει την ασφάλεια, την ησυχία, είναι αντίθετο στην αναρχία και τις επαναστάσεις, επιζητά την «τάξη». Αυτό το κόμμα θα ανατρέψει τους πούρους δημοκράτες συμμαχόντας με τον Βοναπάρτη, ο οποίος ήδη είχε εκλεγεί πρόεδρος. Αυτό που τους ένωνε ουσιαστικά ήταν η ταύτιση της ιδεάς της κληρονομικής μοναρχίας με την ιδέα της ιδιοχτησίας, αλλά τους χώριζε η ιδεολογική προτίμηση σε διαφορετικό οίκο που αντανακλούσε όμως στην ενδοαστική αντίθεση βιομηχανικού κεφαλαίου και γαιοκτησίας. Σύμφωνα με τον Μαρξ αυτή η τριτη περίοδος της Β΄ Γαλλικής Δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από την εξής αντίφαση οι ομολογουμένως επαναστάτες και συνταγματικοί δημοκράτες να είναι εναντίον του συντάγματος και οι ομολογουμένως βασιλικοί υπερασπιστές τους. Κάθε φορά που η νομοθετικήεξουσία ερχόταν σε αντίθεση με την εκτελεστική, δηλαδή τον Βοναπάρτη, οι βασιλικοί εμφανίζονταν σαν δημοκρατικοί.
δ) Οι βοναπαρτικοί είναι ένα άλλο τμήμα της αστικής τάξης. Χαρακτηρίζεται από την προνομιακή σχέση με τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη και τον αυτοκρατορισμό. Πρόκειται για «ξεπεσμένους γλετζέδες με αμφίβολα μέσα συντήρησης και με αμφίβολη την καταγωγή τους, διεφθαρμένα και τυχοδιωκτικά απορρίμματα της αστικής τάξης».

Μια ταξική κατηγορία που εισαγάγει ο Μαρξ είναι το «κουρελοπρολεταριάτο» το οποίο διαχωρίζει από το προλεταριάτο. Αυτοί συναποτελούν τους «αλήτες, απολυμένους φαντάρους, πρώην κατάδικους, βαρυποινίτες που είχαν δραπετεύσει από τα κάτεργα, απατεώνες, τσαρλατάνοι, λατζαρόνοι, κλεφτοπορτοφολάδες, ταχυδακτυλουργοί, χαρτοπαίχτες, προαγωγοί, μπορδελιάρηδες, χαμάληδες, γραφιάδες, λατερνατζήδες, ρακοσυλλέκτες,πλανώδιοι τροχιστές και γανωτήδες, ζητιάνοι, με μια λέξη τη εκείνη τη μάζα που οι γάλλοι ονομάζουν μποέμ. Αυτή η κοινωνική κατηγορία θα συμμαχήσει με τους Βοναπαρτικούς και θα φτιάξουν την εταιρία της 10 του Δεκέμβρη, που λειτπυργεί σαν το κόμμα του Βοναπάρτη. Όλο αυτοί ζούνε από το χρήμα που τους προσφέρει ο πρόεδρος και τις διάφορες μικροθετικές για αυτούς νομοθετικές ρυθμίσεις.

Οι μικροαστοί είναι μια άλλη κοινωνική κατηγορία για την οποία ο Μαρξ δεν κάνει μια ουσιαστική περιγραφή. Αυτοί είναι οι μικροϊδιοκτήτες και οι μορφωμένοι, οι οποίοι επιδιώκουν μια «μικροαστική δημοκρατία», έναν μετασχηματισμό της κοινωνίας με δημοκρατικό τρόπο μέσα στα μικροαστικά πλαίσια. Παρόλα αυτά «η μικροαστική τάξη» δε χαρακτηρίζεται από εγωιστικό στενομυαλισμό. «Αντίθετα, πιστεύει ότι οι ειδικοί όροι της απελευθέρωσής της είναι οι γενικοί όροι, που κάτω από αυτούς μόνο είναι δυνατό να αποφεχθεί η πάλη των τάξεων».

Σε αυτά τα πλαίσια συνασπίζεται με την ηττημένη εργατική τάξη και συγκροτούν τη σοσιαλδημοκρατία. Από τις κοινωνικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου αφαιρέθηκε η «επαναστατική αιχμή» δίνοντας «δημοκρατική τροπή», και από τις διεκδικήσεις της μικροαστικής τάξης αφαιρέθηκε η καθαρά πολιτική της μορφή τους αποκτώντας σοσιαλιστικό περίβλημα. «Ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της σοσιαλδημοκρατίας συνοψιζόταν στο γεγονός ότι δεν ζητούσαν τους δημοκρατικούς-ρεπουμπλικανικούς θεσμούς για να καταργήσουν τα δύο αντίθετα άκρα, δηλαδή το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, αλλά για να χαλαρώσουν την αντίθεσή τους και για τη μετατρέψουν σε αρμονία»[8].

Τέλος, μακροσκελή αναφορά κάνει στην αγροτική τάξη των μικρών χωρικών. Αυτή την τάξη την θεωρεί τάξη των Βοναπάρτιδων και της ιδέας του αυτοκρατορισμού. «Όπως οι Βουρβώνοι ήταν η δυναστεία της μεγάλης γαιοκτησίας και ο οίκος της Ορλεάνης η δυναστεία του χρήματος, έτσι και οι Βοναπάρτες είναι η δυναστεία των αγροτών, δηλαδή της μάζας του γαλλικού λαού».

«Αυτοί οι μικροί χωρικοί αποτελούν μια τεράστια μάζα, που τα μέλη της ζουν κάτω από όμοιες συνθήκες, δίχως όμως να έρχονται μεταξύ τους σε πολλών ειδών σχέσεις. Ο τρόπος παραγωγής τους, τους απομονώνει τον έναν από τον άλλο, αντί να τους φέρνει σε αμοιβαία επικοινωνία. Η απομόνωση μεγαλώνει χάρη στα άσχημα συγκοινωνιακά μέσα της Γαλλίας και στη φτώχεια των αγροτών. Το παραγωγικό τους πεδίο, ο μικρός κλήρος, δεν επιτρέπει στην καλλιέργειά του κανέναν καταμερισμό της εργασίας, καμιά εφαρμογή της επιστήμης και συνεπώς καμιά ποικιλία ανάπτυξης, καμιά διαφορά ταλέντων, κανένα πλούτο οινωνικών σχέσεων. Κάθε ξεχωριστή αγροτική οικογένεια είναι σχεδόν αυταρκης, η ίδια παρτάγει άμεσα το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσής της και έτσι αποχτά τα μέσα συντήρησής της περισσότερο από την ανταλλαγή με την φύση, παρά από την επικοινωνία με την κοινωνία. Ο μικρός κλήρος, ο αγρότης και η οικογένεια, δίπλα ένας άλλος μικρός κλήρος, ένας άλλος αγρότης και μια άλλη οικογένεια. Μια χούφτα απ’ αυτές τις μονάδες κάνουν ένα χωριό και μια χούφτα χωριά κάνουν ένα νομό. Έτσι σχηματίζεται η μεγάλη μάζα του γαλλικού έθνους … Εφόσον όμως ανάμεσα στους μικρούς αγρότες υπάρχει μόνο μια τοπική συνάφεια και η ομοιότητα των συμφερόντων τους δε δημιουργεί καμμιά κοινότητα, κανένα εθνικό σύνδεσμο και καμία πολιτική οργάνωση, δεν αποτελούν τάξη. Γι’ αυτό είναι ανίκανοι να επιβάλουν εξ ονόματός τους τα ταξικά τους συμφέροντα … Δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, πρέπει να αντιπροσωπεύονται από τους άλλους, σαν μια απεριόριστη κυβερνητική δύναμη, που τους προστατεύει από τις άλλες τάξεις». Η τάξη αυτή διαμορφώθηκε κατά την Γαλλική Επανάσταση, με την απελευθέρωση των δουλοπαοίκων, και αποτέλεσε τον πολιτικό και στρατιωτικό βραχίωνα της Αυτοκρατορίας. Η δυναστεία του Βοναπάρτη αντιπροσωπεύει τον αγρτικό συντηρητισμό.[9]

Πατώντας λοιπόν ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης στις αντιθέσεις των τάξεων και στηριζόμενος στους αγρότες θα καταλύσει τη Β Γαλλική Δημοκρατία στο όνομα της τάξης και της ιδιοχτησίας. Αυτή η αδυναμία των τάξεων να προσπαθούν να ηγεμονεύσουν πολιτικά στην κοινωνία, ενώ κυριαρχούν κοινωνικά, αυτό ισχύει τόσο για την αστική όσο και για το προλεταριάτο, οδηγούν σε ένα καθεστώς ταξικής ισορροπίας πάνω από αυτούς. Αυτό το καθεστώς είναι ο Βοναπαρτισμός και ο αυτοκρατορισμός.

Συμπεράσματα

Για τον Καρλ Μαρξ οι τάξεις είναι τα πρόσωπα που κινούν την ιστορία. Συγκρούονται, συμμαχούν, επαναστατούν, υποτάσσονται. Οι προσωπικότητες εκτελούν τα καθήκοντά τους απέναντι σε αυτές ή εκμεταλλεύονται τις αντιφάσεις τους. Ένα πρόσωπο, όπως ο Θιέρσος, ο Λουδοβίκος κ.α. μπορούν να αποτυπώνουν στην προσωπικότητά τους τα χαρακτηριστικά της τάξης τους και της πολιτικής τους. Η τράπουλα της κοινωνικής διαπάλης ποτέ δεν παραμένει η ίδια, συνεχώς ξαναμοιράζεται αφού οι συνέπειές της επηρεάζουν την παραγωγική δομή και η παραγωγική δομή δημιουργεί νέες καταστάσεις και πεδία για την ταξική σύγκρουση.



[1] Ναπολέων Β΄ θεωρητικά ήταν ο γιος του Μεγάλου Ναπολέοντα και της Μαρίας-Λουίζας, κόρης του Αυτοκράτορα της Αυστρίας, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του Αυτοκράτορα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων μετά την πρώτη εξορία του πατέρα του στο νησί Αγία Ελένη. Όμως οι νικητές σύμμαχοι επέβαλλαν τον Βουρβώνο Λουδοβίκο ΙΗ
[2] Μπρυμαίρ: σημαίνει στα γαλλικά «ομιχλώδης». Είναι ο δεύτερος μήνας (22 Οκτωβρίου – 21 Νοέμβρη) του ημερολογίου που είχε καθιερώσει η γαλλική επανάσταση αντικαθιστώντας το θρησκευτικό. Δηλαδή το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη έγινε ακόμη και την την ίδια περίπου εποχή, με ένα μήνα διαφορά.
[3] Ξεκινάει το κείμενο με αυτές τις σκέψεις: «Ο Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση ότι όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται σα να λέμε, δυο φορές. Ξέχασε όμως να προσθέσει: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα.» Μαρξ Κ., 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Σύγχρονη Εποχή, σ. 11
[4] Ό.π., σ. 136-138
[5] Ό.π., σ. 10
[6] Ό.π., σ. 11
[7] Ό.π., σ. 22-3
[8] Ό.π., σ. 54-5
[9] Ό.π., σ. 145-147

Του Κώστα Παλούκη, διευρυμένη μορφή κειμένου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Πριν», από το http://raskolnikovgr.blogspot.com.

Δεν υπάρχουν σχόλια: