Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Περί διαλόγου ΙV (Το τραύμα του πραγματικού)

“Ο κεραυνός της ρηξιγενούς επικοινωνίας βάζει φωτιά στα ξερά κλαδιά της υπεκφυγής”: με την υπέροχη αυτή φράση, ο Badiou συνοψίζει ένα είδος διαλόγου που προσιδιάζει στη φιλοσοφία, στο διάλογο ανάμεσα σε φιλοσόφους, και τον οποίο θα μπαίναμε στον πειρασμό να περιγράψουμε ως ένα κύκλωμα ηλεκτρικού ρεύματος, με διακόπτες που ρυθμίζουν το αν τα δύο σημεία διαπερνώνται από το ρεύμα ή όχι· για μεγάλα διαστήματα, το κύκλωμα παραμένει ανενεργό, ξαφνικά δημιουργείται μια ηλεκτρική εκκένωση, το κύκλωμα επιστρέφει στην ανενεργή κατάσταση. Κάπως έτσι θα μπορούσε κανείς να περιγράψει το μοντέλο επιστολογραφίας ανάμεσα σε Ντεκάρτ και Φερμά, ή τον έμμεσο διάλογο ανάμεσα στον Πασκάλ και την σκιά του Ντεκάρτ που περιγράφει εδώ ο Badiou. Τίποτε δεν θα μπορούσε να διαφέρει πιο δραματικά από το μοντέλο του διαλόγου ως συμβασιακής σχέσης: στον φιλοσοφικό διάλογο τα δύο μέρη εισέρχονται σε επαφή ουσιαστικά άθελά τους, ακόμα και κόντρα στη θέλησή τους (για αυτό το λόγο διατηρούν άλλωστε και ένα κάποιο δύστροπο, ανυπόμονο πνεύμα το ένα απέναντι στο άλλο). Η επαφή τους δεν χαρακτηρίζεται από την φορμαλιστική ισότητα αλλά από μια αμοιβαία καχυποψία, μια έλλειψη δοτικότητας, που όμως λίγα έχει να κάνει σε τελική ανάλυση με την ψυχική πολιτική του εγώ· μάλλον εκφράζει την ταραχή του καθένα απέναντι στην ίδια τη διαδικασία, το άγχος και την ανασφάλεια που εμπνέει η έκθεση…σε τι; Όχι βέβαια στον άλλο. Αλλά στην απρόσωπη, ανεξέλεγκτη από κάθε εγώ “δύναμη της αλήθειας”, που είναι το μόνο πράγμα το οποίο διευκολύνεται από τούτο το αμοιβαία επίπονο κύκλωμα που στήνεται ανάμεσα σε δύο, απ’ αυτό το σύνολο σιωπών, υπεκφυγών, αποσύρσεων, επιθέσεων, “έλλειψης” συμπάθειας.

Με ένα μόνο πράγμα θα διαφωνούσαμε εδώ με την χαρακτηριστικά οικονομική διαύγεια του Γάλλου, ή μάλλον σε ένα μόνο πράγμα θα επιχειρούσαμε μια πιθανόν απαραίτητη διευκρίνηση: η “θεμελιώδης έλλειψη αγάπης” μεταξύ των φιλοσόφων για χάρη της χωρίς παρηγοριά δύναμης της αλήθειας είναι αγάπη, η μόνη αγάπη που μπορούν να δώσουν και να λάβουν οι φιλόσοφοι ως φιλόσοφοι, στον βαθμό δηλαδή που βρίσκουν την δύναμη να μην είναι απλώς “ιδιώτες”,  ανθρώπινα ζώα με ανάγκη για αποδοχή, για προστασία, για παραμυθία, για συντροφιά, για έπαινο, για αναγνώριση: αγάπη για την αλήθεια, και όχι για τον εαυτό ή για τον άλλο. Δεν είναι βέβαια όλοι οι φιλόσοφοι εξίσου απρόσβλητοι από την μυρωδιά του ανθρώπινου, και ίσως αυτό τελικά να είναι εντελώς αδιάφορο για το είδος της φιλοσοφίας που εξασκούν όταν γράφουν φιλοσοφία. Το ότι ο Κίργκεγκωρ και ο Νίτσε αισθάνθηκαν ότι πρέπει να αποκηρύξουν την ανθρώπινη συντροφιά ενώ ο Ντεριντά και ο Χάιντεγγερ έζησαν έγγαμο βίο για παράδειγμα, δεν σημαίνει κάτι για το είδος της φιλοσοφίας το οποίο παρήγαγαν. Μάλλον, αυτό το οποίο θα ήταν ακριβέστερο να πούμε είναι πως στον βαθμό στον οποίο εργάστηκαν ως φιλόσοφοι υπήρξαν όλοι τους μέλη αυτού του χωρίς πλησμονή και χωρίς παραμυθία κυκλώματος σιωπής, υπεκφυγής, και ρηξιγενούς επαφής που ο Badiou τοποθετεί στο κέντρο του φιλοσοφικώς διαλέγεσθαι.

Η προηγηθείσα βέβαια περιγραφή αυτού που ανακύπτει για τον φιλοσοφικό διάλογο από την αλληλογραφία των φιλοσόφων είναι ήδη οικεία σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον Badiou. Αντανακλά τεθλασμένα κομμάτια της δικής του εμπειρίας. Στις εισαγωγικές του παρατηρήσεις για την παράδοξη διαλεκτική εγγύτητας και απόστασης που χαρακτήρισε τη σχέση του με τον Deleuze, για παράδειγμα, ο Badiou σημειώνει ότι κατάφεραν, αν και δίδασκαν στην ίδια πόλη και επί σειρά ετών στο ίδιο πανεπιστήμιο, αν και γνώριζαν ο ένας το έργο του άλλου, αν και έγραψαν ακόμα ο ένας για το έργο του άλλου, να μην συναντηθούν ποτέ, να μην ανταλλάξουν ποτέ κουβέντα πρόσωπο με πρόσωπο, να μην αφήσουν ποτέ τον εαυτό τους να συμμετάσχει σε έναν ευθύ διάλογο με τον άλλο. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του Deleuze, και ενώ είχαν προηγηθεί μία σειρά εξ αποστάσεως συγκρούσεων, έφτασαν όσο κοντά επρόκειτο να φτάσουν στην επαφή μέσω μιας ανταλλαγής επιστολών που εγκαινίασε ο Badiou και που έληξε σιωπηρά, όταν και οι δυο τους ένιωσαν πως είχαν πει αυτό που είχαν να πουν ο ένας στον άλλο και είχαν αντλήσει από τον άλλο όλες τις διευκρινήσεις και διαλευκάνσεις που ήταν σημαντικές για το έργο τους:
Τι παράξενη ιστορία δημιουργεί η μη σχέση μου με τον Gilles Deleuze. 
Ήταν μεγαλύτερος από μένα για λόγους διαφορετικούς της ηλικίας. Όταν ήμουν φοιτητής στην Ecole Normal Supérieure 40 χρόνια πριν, ξέραμε ήδη ότι μπορούσαμε να ακούσουμε εξαιρετικές διαλέξεις στη Σορβώνη [...] Αλλά, ακόμα και τότε, δεν παρακολούθησα, δεν τον είδα. [...] 
Ο Σπινόζα ήταν ένα σημείο τομής αλλά ο "δικός του" Σπινόζα ήταν (και είναι ακόμα) ένα μη αναγνωρίσιμο πλάσμα για μένα. [...] 
Ποτέ μου δεν απάλυνα τις πολεμικές μου: η συναίνεση δεν είναι ένα από τα δυνατά μου σημεία. Του επιτέθηκα με το βαρύ φραστικό πυροβολικό της εποχής [του 60] [...] Αυτός με χαρακτήρισε "διανοητικό αυτόχειρα." [...] 
Μια περίοδος συντεταγμένης θεωρητικής συζήτησης άρχισε το 1991. Την εγκαινίασα εγώ. [...] 
Πρότεινα στον Deleuze να αλληλογραφήσουμε για όσο ήταν απαραίτητο για να θεμελιώσουμε τις κινούμενές μας αποκλίσεις στην ακριβή τους συγκεχυμένη ακρίβεια (ή νεφελώδη καθαρότητα). Απάντησε ότι τον εξυπηρετούσε αυτή η ιδέα. [...] Κατάλαβα ότι υπήρχαν μεγάλες και σκοτεινές περιοχές που συνεισέφεραν στην διστακτικότητά του, που χτιζόταν για πολύ καιρό: Ο θάνατος του Guattari, για παράδειγμα, που ήταν ακρωτηριασμός για τον Deleuze, και η δική του όλο και πιο επισφαλής υγεία, που έκανε το ίδιο το γράψιμο δύσκολο, κάτι που απαγκιστρωνόταν με βία από κάποιον εχθρό, για ώρες πολλές τη μέρα. Θα πρεπε κάποιος να έχει δει, όπως είδα, εκείνα τα μακρυά, πλάγια, διακεκομμένα γράμματα που έτρεμαν και ήταν συνάμα αποφασιστικά για να καταλάβει την πολύ επίπονη και φευγαλέα νίκη που μπορεί να γίνει το γράψιμο --η σκέψη. 
[...] Επιβεβαιώνοντας τους φόβους μου, κατέληξε να μου γράψει πως, χωρίς καμμία αμφιβολία, δεν είχε τον χρόνο, εν όψει της επισφαλούς υγείας του, να εμπλακεί στην ανταλλαγή επιστολών. Θα αρκούνταν σε μια αναλυτική επιστολή αξιολόγησης και ερωτήσεων. Έλαβα αυτό το αξιοθαύμαστο γράμμα και του απάντησα, προσπαθώντας να φανώ αντάξιος της κατάστασης. Απάντησε στη δική μου απόκριση, και έτσι συνεχίστηκε: η αδυνατότητα ξεδιπλώθηκε, κάνοντας πραγματικό αυτό που είχε δηλωθεί αδύνατο. Μαζεύτηκαν δεκάδες σελίδες επιστολογραφίας. Στο τέλος του 1994, αποφασίσαμε ότι είχαμε ολοκληρώσει το χρέος μας, και ότι δεν θα συνεχίζαμε. Και για τους δυο μας, η εργασία της διαύγασης είχε ολοκληρωθεί.  [...] Ανακοίνωσε, μάλλον απότομα, ότι είχε καταστρέψει τα δικά του αντίτυπα των επιστολών [...] Εκείνο τον καιρό, βλέποντας αυτή την πράξη ως μια τελική απάρνηση των επαφών μας, πικράθηκα αρκετά, και, εφόσον ακόμα δεν είχαμε συναντηθεί, με δεδομένη τη διαφορά των ζωών μας και της αναταραχής των υπάρξεών μας, υποπτεύθηκα ότι έφταιγε κάποια εξωγενής επιρροή ή κάποιος νεφελώδης υπολογισμός.
[...] Μετά, ξαφνικά, ο θάνατος [...]
Alain Badiou, "Τόσο κοντά! Τόσο μακριά!", στο Gilles Deleuze.  H ταραχή του είναι, σ. 1-6.
Τόσο στεγνά ασκητικός, τόσο αποξηραμένος από τον πειρασμό της εγγύτητας και της αμοιβαιότητας, τόσο ζυμωμένος με τη σιωπή της αναστοχαστικής απόσυρσης και τις νεφελώδεις παρεμβάσεις της αμοιβαίας καχυποψίας είναι κάποιες φορές ο διάλογος που προσιδιάζει στον φιλοσοφικό βίο.

Ο διάλογος αυτός βέβαια δεν είναι πάντα χωρίς ελαφρότητα, joie de vivre, πειρακτικό και παιγνιώδες πνεύμα. Πρόκειται για μορφές με τις οποίες τα φιλοσοφικά τέρατα (δηλαδή, τα κομμάτια αυτά που στον φιλόσοφο αρνούνται το “ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο”) μαθαίνουν να εξευμενίζουν τους αυστηρούς θεούς της φιλοσοφίας, χωρίς όμως να επιτρέπουν στη σχέση τους να κρυσταλλοποιηθεί με τους όρους της αστικής συμβασιακής σχέσης διαλόγου. Ας πάρουμε το παράδειγμα μιας δεύτερης και εξίσου παράδοξης φιλοσοφικής μη σχέσης, κειμενικά δείγματα της οποίας έδωσα στο παρελθόν: αυτής μεταξύ Badiou και Zizek. Και ας θυμηθούμε την αρκετά δραματική και αινιγματική μορφή που δίνουν αμφότεροι στον τεθλασμένο, θολό, γεμάτο στρατηγήματα, αμφισημίες και υπεκφυγές –εν ολίγοις, πάντα υπερβαίνοντα τα πλαίσια της συμβασιακής διαφάνειας μεταξύ αυτοτελών, ελεύθερα ενεργόντων υποκειμένων– διάλογο που χαρακτηρίζει τη φιλοσοφική επαφή:
Ο λακανιστής με την μεγαλύτερη τάση να εμβάλλει τις έννοιες του αυθέντη (master) μέσα στα πιο πολυποίκιλα "σώματα" της σύγχρονης εμφάνισης (appearing) είναι αναμφίβολα ο Σλαβόϊ Ζίζεκ. Η απουσία σύνδεσης με οποιαδήποτε ομάδα ψυχαναλυτών τού δίνει μια ελευθερία την οποία απολαμβάνει καταχρηστικά: ανέκδοτα, επαναλήψεις, ένα μεταδοτικό πάθος για τις χειρότερες ταινίες, ευφυής πορνογραφία, εννοιακή δημοσιογραφία, υπολογιστικές υστερίες, λογοπαίγνια...Σ' αυτή τη διαρκή δραματοποίηση της σκέψης του, που τη ζωογονεί μια ενσυνείδητη επιθυμία για κακό γούστο, μοιάζει τελικά στον Λακάν. Υπάρχουν επίσης μέσα του πολύτιμα απομεινάρια σταλινικής κουλτούρας. Και εγώ είμαι εξοικειωμένος με αυτό το μήκος κύματος, οπότε πρόθυμα αρθρώνουμε τη σχέση μας σ' αυτό το πλαίσιο. Μαζί, φτιάχνουμε ένα πολιτμπιρό από δύο, το οποίο αποφασίζει ποιος από τους δύο θα πυροβολήσει τον άλλο πρώτος, αφού πρώτα του έχει βασανιστικά αποσπάσει μια εκ βαθέων αυτοκριτική.
[...]
Από την άλλη, παραμένουμε ουσιαστικά ενωμένοι απέναντι στην απατεωνιά που κυριαρχεί στην ακαδημία. [...] ανήκουμε και οι δύο στην τελευταία φράξια των αντι-ανθρωπιστών, των μαχητών της επιθυμίας που απειλεί ο Νόμος. Το μέλλον βρίσκεται στα χέρια μας.
Alain Badiou, Οι λογικές των κόσμων
Κάποτε, ο Αλαίν Μπαντιού καθόταν στο ακροατήριο μιας αίθουσας όπου έδινα μια ομιλία, όταν ξαφνικά άρχισε να χτυπάει το κινητό του (που σαν να μην έφτανε αυτό, ήταν δικό μου--του το' χα δανείσει). Αντί να το κλείσει, με διέκοψε ευγενικά και μου ζήτησε να μιλάω πιο χαμηλόφωνα για να ακούει τον συνομιλητή του πιο καθαρά...Αν αυτό δεν ήταν πράξη αληθινής φιλίας, τότε δεν ξέρω τι είναι η φιλία. Οπότε το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στον Αλαίν Μπαντιού.
Slavoj Zizek, Υπερασπίζοντας χαμένους αγώνες
Στο επόμενο τμήμα θα αναλύσουμε τα πολύπλοκα παίγνια εχθρότητας και φιλίας που χαρακτηρίζουν τον έμμεσο αυτό διάλογο μεταξύ δύο συχνά συγχεόμενων μεταξύ τους φιλοσόφων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: