Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Monsters like us: Addendum

Ο πιο ευκαιριακός παρατηρητής της καθημερινής έκφρασης θα έχει προ πολλού διαπιστώσει μια ενδιαφέρουσα αστάθεια, μια χαρακτηριστική έλλειψη συνοχής στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί σημασιολογικά την διάκριση ανθρώπου και κτήνους (μια διάκριση της οποίας οι βασικοί, θεμελιακοί λίθοι μπαίνουν αρκετά αργά και αβέβαια, στην ύστερη αναγέννηση ενός Pico della Mirandola, όπως έχω γράψει παλιότερα). [1]

Αφενός, λοιπόν, και για να επιστρέψω στο θέμα μου, αρεσκόμαστε να χρησιμοποιούμε τις λέξεις "κτήνος", "ζώον", και "τέρας", καθώς και τα παράγωγά τους για να περιγράψουμε ανθρώπινες πράξεις· ή μάλλον για να περιγράψουμε πράξεις που δεν θα μπορούσαν παρά να ανήκουν εξ ολοκλήρου στη ζώνη ευθύνης του ανθρώπου: η γενοκτονία είναι "κτηνωδία", αλλά υπεύθυνοι δεν είναι ούτε ουραγκοτάγκοι ούτε κροκόδειλοι, μια και χωρίς εξαίρεση τα ζώα είναι τα ίδια θύματα γενοκτονιών, ποτέ θύτες. Ο βιασμός είναι "ζωώδης", αλλά έχει νόημα ως κατάφορη πράξη βίας μόνο για τον άνθρωπο. Η μια ή η άλλη πολιτική είναι "απάνθρωπη" αλλά προέρχεται χωρίς εξαίρεση από ανθρώπους, με ανθρώπινα πρόσωπα, ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ανθρώπινα ρούχα, ανθρώπινες συνήθειες.

Έτσι, η μεταφορική χρήση των παραγώγων του "λιγότερο του ανθρώπινου" είναι πάντα καταχρηστική, και όχι απλώς καταχρηστική αλλά βαθιά παραμορφωτική και βίαια: αποδίδει στο ζώο αυτό για το οποίο ντρέπεται ο άνθρωπος και με την ίδια αυτή κίνηση το μετατρέπει εκ νέου σε εξιλαστήριο θύμα, αυτή τη φορά μεταφορικό αλλά ποτέ απλώς μεταφορικό, της αδυναμίας του ανθρώπου να αναγνωρίσει το πρόσωπό του στον εαυτό του και της αδυναμίας του να το αναγνωρίσει στους άλλους. Η αδυναμία του να το αναγνωρίσει στους άλλους τον κάνει ικανό "κτηνωδίας", αν και τα κτήνη δεν διαπράττουν γενοκτονίες, δεν βιάζουν, δεν δολοφονούν και γενικώς δεν πράττουν τίποτε από αυτά στα οποία δανείζουν ένα όνομα που δεν τους ανήκει. Και η αδυναμία του ανθρώπου να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο πρόσωπο του κτήνους τον οδηγεί στην διαρκή ανακύκλωση τόσο της βίας που ο ίδιος διαπράττει όσο και της βίας που φορτώνει στις τριχωτές, φτερωτές, στιλπνές ή φωλιδωτές καμπούρες των ζώων.

Από την άλλη, και εξαιτίας του ευγενούς αρνητή του ανθρώπου που ακούει στο όνομα Νίτσε, το όνομα "άνθρωπος" θα γίνει συνώνυμο μιας αποτυχίας που δεν προσιδιάζει στον άνθρωπο, της αποτυχίας του ανθρώπου να είναι αυτό που θα μπορούσε να είναι. "Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο" είναι το κωδικό όνομα της αποτυχίας αυτής, που, μέσω της έξοχης διαστροφής της γλώσσας, κάνει κατανοητό ότι πίσω από το "πολύ" κρύβεται πάντα το "λίγο". Αυτός που είναι "πολύ" άνθρωπος είναι λίγος ως άνθρωπος, και το να είσαι υπερβολικά άνθρωπος σημαίνει πάντα να είσαι κάτι λιγότερο από άνθρωπος. Σημαίνει να είσαι υπερβολικά συμφιλιωμένος με το "ανθρώπινο ζώο" που φοβάται, νοιάζεται πάνω από όλα για την αυτοπροστασία του, αφιερώνεται σε μια ζωή ευνουχισμένου κατοικιδίου (μαμ, κακά, νάνι) και δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το ρίγος του αιώνιου και το ατέρμονου που κρύβει κάτω απ' το μίζερο πετσί του.

Για αυτούς τους δύο λόγους, όταν οι "ανθρωπιστές" μάς [2] καταδικάζουν για το γεγονός ότι σφετεριζόμαστε την ανθρώπινη λαλιά όντας κτήνη, σαστίζουμε πραγματικά με την ανοησία τους, με την ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη εκείνη λήθη που τους κάνει να ξεχνούν τις αποκαλύψεις της γλώσσας που οι ίδιοι εφύηραν, με την ματαιότητα της προσπάθειάς τους να οριοθετήσουν ένα άλλο που θα τους κάνει να αισθάνονται περισσότερο άνθρωποι, που θα τους συμφιλιώσει με τον εαυτό τους, που θα τους τυφλώσει αρκετά ώστε να τους κάνει ευτυχείς με αυτό που ήδη είναι (και πόσο "άνθρωπος" είναι τελικά αρκετό να είσαι; Τι αδηφάγοι που είναι αυτοί οι ανθρωπιστές!)

Και έτσι, και επειδή δεν τα καταφέρνουμε να γίνουμε κατανοητοί παρ' όλες τις προσπάθειές μας να μάθουμε τη γλώσσα τους, περιοριζόμαστε στο να γλύφουμε τα μουστάκια μας, να καθαρίζουμε με τη γλώσσα μας το τρίχωμά μας, και να δείχνουμε τα δόντια μας, όχι από διάθεση εκφοβισμού όπως νομίζουν, αλλά επειδή η αθεράπευτη άγνοιά τους μάς προκαλεί αφόρητη ανία και ανεξέλεγκτο χασμουρητό.

Σημειώσεις
[1] Ένα έργο όπως το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Shakespeare από την άλλη, είναι ακόμα αρκετά ανοιχτό και αμφιταλαντευόμενο σε ό,τι αφορά αυτή τη διάκριση, και η αμφιταλάντευση αυτή θα επιστρέψει σαν φάντασμα ξανά και ξανά: στον Swift, στον Melville του Moby-Dick, στον Kafka, στον Coetzee, και φυσικά στη φιλοσοφία του "απάνθρωπου" απ' τον Nietzsche στον Bataille, τον Blanchot, και τον αντιανθρωπισμό του 60.
[2] Η ασυνέχεια στο υπονοούμενο υποκείμενο του "αρεσκόμαστε" (εμείς οι άνθρωποι) και του πρώτου πληθυντικού εφεξής (εμείς τα κτήνη) είναι ενσυνείδητη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: