Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Jacques Rancière-Οι δύο μορφές βωβού λόγου (δεύτερο μέρος)

Ο συγγραφέας λοιπόν είναι ένας γεωλόγος ή αρχαιολόγος που εξερευνά τους λαβύρινθους του κοινωνικού κόσμου, και αργότερα, αυτούς του εαυτού. Συγκεντρώνει απομεινάρια, ξεθάβει απολιθώματα, και μεταγράφει σημεία που μαρτυρούν για ένα κόσμο και γράφουν μια ιστορία. Η βουβή γραφή των πραγμάτων προσφέρει, στην πρόζα της, την αλήθεια ενός πολιτισμού ή μιας εποχής που η κάποτε ένδοξη σκηνή του "ζώντος λόγου" είχε αποκρύψει. Η τελευταία έχει πλέον κταντήσει μια μάταια σκηνή ρητορείας, λόγος της επιφανειακής ταραχής. Αλλά ο διερμηνέας των σημείων έχει επίσης γίνει γιατρός, συμπτωματολόγος που διαγιγνώσκει τις ασθένειες που κατατρώνε το φιλόδοξο άτομο και την αστραφτερή κοινωνία. Ο νατουραλιστής και γεωλόγος Μπαλζάκ είναι επίσης γιατρός, ικανός να εντοπίσει στην καρδιά της εντατικής δραστηριότητας των ατόμων και των κοινωνιών μια ασθένεια ταυτόσημη αυτής της έντασης. Στο έργο του Μπαλζάκ το όνομα αυτής της ασθένειας είναι θέληση: η ασθένεια της σκέψης που αναζητά να μεταμορφωθεί σε πραγματικότητα και έτσι σπρώχνει τα άτομα και τις κοινωνίες στον όλεθρο. Πράγματι, η ιστορία της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα μπορεί να περιγραφεί ως η ιστορία των μεταμορφώσεων της "θέλησης". Στην νατουραλιστική και συμβολιστική περίοδο, θα γίνει απρόσωπο πεπρωμένο, κληρονομικότητα, και κατόρθωμα μιας θέλησης-να-ζήσεις χωρίς λογική, μια επίθεση κατά των ψευδαισθήσεων της συνείδησης από ένα κόσμο νεφελωδών δυνάμεων. Η λογοτεχνική συμπτωματολογία θα αποκτήσει συνεπώς ένα νέο στάτους σ' αυτή τη λογοτεχνία των παθολογιών της σκέψης που επικεντρώνονται στην υστερία, την "νεύρωση", ή το βάρος του παρελθόντος. Οι νέες αυτές δραματουργίες του θαμμένου μυστικού ιχνηλατούν την ιστορία ζωής του ατόμου ώστε να ξεσκεπάσουν το βαθύ μυστικό της κληρονομικότητας και της φυλής και, σε τελική ανάλυση, το γυμνό και χωρίς νόημα γεγονός της ζωής.

Η λογοτεχνία αυτή συνδέεται με την δεύτερη μορφή της ταυτότητας λόγου και πάθους που αναφέρεται πιο πάνω, αυτής που εκπορεύεται από το ανάστροφο μονοπάτι που πηγαίνει από το ξεκάθαρο στο νεφελώδες και από τον λόγο στο πάθος, στο καθαρό πάσχειν της ύπαρξης και την καθαρή αναπαραγωγή της έλλειψης νοήματος της ζωής. Εδώ εμπλέκεται μια δεύτερη μορφή του βωβού λόγου. Αντί για τα ιερογλυφικά που εγγράφονται στο σώμα και το υποκείμενο προς αποκωδικοποίηση συναντούμε την ομιλία ως μονόλογο, την ομιλία σε κανέναν και την ομιλία που δεν μιλά για τίποτε παρά για τις απρόσωπες και ασύνειδες προϋποθέσεις του ίδιου του λόγου. Στον καιρό του Φρόυντ ήταν ο Μέτερλινκ αυτός που θεωρητικοποίησε αυτή τη δεύτερη μορφή βωβού λόγου πιο αποτελεσματικά, στην ανάλυσή του για τον "διάλογο δεύτερου βαθμού" στα έργα του Ίψεν. [2] Αυτός ο διάλογος εκφράζει όχι τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις των χαρακτήρων, αλλά τη σκέψη του "τρίτου προσώπου" που στοιχειώνει τον διάλογο, την συνάντηση με το Άγνωστο, με τις ανώνυμες και δίχως νόημα δυνάμεις της ζωής. Η "γλώσσα της ακίνητης τραγωδίας" μεταγράφει "τις ασύνειδες κινήσεις ενός όντος που φτάνει σε φωτεινά χέρια μέσα από τις πολεμίστρες του τεχνητού κάστρου όπου είμαστε φυλακισμένοι" [3], το χτύπημα "ενός χεριού που δεν μας ανήκει [και] χτυπά στις μυστικές πύλες του ενστίκτου μας" [4]. Οι πύλες αυτές, λέει ο Μέτερλινκ συνοπτικά, δεν μπορούν να ανοιχτούν, αλλά μπορούμε να ακούσουμε "το χτύπημα πίσω απ' την πόρτα". Μπορούμε να μεταγράψουμε το δραματικό ποίημα, που ήταν πρότερα αφιερωμένο σε μια "οργάνωση δράσεων", στη γλώσσα των χτυπημάτων αυτών, τη γλώσσα του αόρατου πλήθους που στοιχειώνει τη σκέψη μας. Ίσως αυτό που χρειάζεται η σκηνή είναι να ενσωματωθεί αυτός ο λόγος σε ένα νέο σώμα: όχι πια το ανθρώπινο σώμα του ηθοποιού/χαρακτήρα αλλά αυτό ενός όντος "που θα εμφανιζόταν να ζει χωρίς να είναι ζωντανό", ένα σώμα από σκιά ή από κερί, που προσφέρεται σε αυτή την πολλαπλή και ανώνυμη φωνή. [5] Από αυτό, ο Μέτερλινκ αντλεί την ιδέα ενός θεάτρου ανδρείκελων που συνδέει την μυθιστορηματική ονειροπόληση του Villiers de L' Isle-Adam με το μέλλον του θεάτρου, από την Υπερ-μαριονέτα του Edward Gordon  στο Νεκρό γυαλί του  Tadeusz Kantor.

Το αισθητικό ασυνείδητο, ομοούσιο με την αισθητική διάταξη της τέχνης, παρουσιάζεται στο δίπολο αυτής της διπλής σκηνής βωβού λόγου: από τη μία, ένας λόγος που γράφεται στο σώμα, ο οποίος πρέπει να αποκατασταθεί στην γλωσσική σημασιοδότηση από την εργασία της αποκωδικοποίησης και της επανεγγραφής· από την άλλη, ο άφωνος λόγος μιας ανώνυμης δύναμης που παραμονεύει πίσω από κάθε συνείδηση και κάθε σημασιοδότηση, και στην οποία πρέπει να δοθεί σώμα και φωνή. Το κόστος όμως μπορεί να είναι ότι η ανώνυμη αυτή φωνή και το φαντασματικό αυτό σώμα οδηγούν το ανθρώπινο υποκείμενο μέσα από το μονοπάτι της μεγάλης παραίτησης στην ανυπαρξία της θέλησης της οποίας η σοπεναουερϊκή σκιά πέφτει τόσο βαριά στη λογοτεχνία του ασυνείδητου.

Σημειώσεις
[2] Maurice Maeterlinck, "Το τραγικό στην καθημερινή ζωή", στο Ο θησαυρός του ταπεινού, Νέα Υόρκη, σ. 113-35.
[3] Jules Huret, "Συζήτηση με τον Μωρίς Μέτερλινκ", και Maeterlinck, "Εξομολόγηση του ποιητή", στο Εισαγωγή σε μια ψυχολογία των ονείρων και άλλα κείμενα, Βρυξέλλες, 1986, σ. 156, 81.
[4] Μέτερλινκ, "Μικρές κουβέντες: Το θέατρο", στο Συμβολικές θεωρίες τέχνης: Κριτική ανθολογία, Μπέρκλεϊ, 1995, σ, 144. Γνωρίζω ότι ο Μέτερλινκ τοποθετεί τον εαυτό του στην κληρονομιά του 'Εμερσον και της μυστικιστικής παράδοσης, όχι σ' αυτή του σοπεναουερικού "μηδενισμού". Αυτό που με ενδιέφερε όμως εδώ --και αυτό που επιπλέον κάνει εφικτή τη σύγχυση των δύο παραδόσεων-- είναι το παρόμοιο στάτους που δίνουν στη βουβή ομιλία ως έκφραση της ασυνείδητης "θέλησης" για ύπαρξη.
[5] Μέτερλινκ, "Μικρές κουβέντες", σ. 145.

2 σχόλια:

RDAntonis είπε...

Πώς φαίνεται ότι νύσταζα, ε; Μerci, πάω για ύπνο τώρα:-)

RDAntonis είπε...

Η μετάφραση Rancière ανέβηκε στην μικρή ψηφιακή βιβλιοθήκη σε φορμά pdf.