Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Jacques Rancière-Οι δύο μορφές βωβού λόγου (πρώτο μέρος)

Jacques Rancière
Οι δύο μορφές βωβού λόγου
Κεφάλαιο 4 του L' inconscient esthétique, Editions Galilée, 2001
Mτφρ. Radical Desire

Η ψυχανάλυση λοιπόν βρίσκει τον ιστορικό γενέθλιό της τόπο σ' αυτή την αντι-κίνηση της οποίας οι φιλοσοφικοί ήρωες είναι ο Σοπενάουερ και ο νεαρός Νίτσε και η οποία κυριαρχεί στη λογοτεχνία που, από τον Ζολά στον Μωπασάν, τον Ίψεν ή τον Στρίντμπεργκ βουτά στην καθαρή έλλειψη νοήματος της ωμής ζωής ή στην συνάντηση με τις δυνάμεις του σκότους. Δεν μας απασχολεί απλώς η επίδραση του πνεύματος της εποχής· για να είμαστε πιο ακριβείς, προσπαθούμε να θεμελιώσουμε τις θέσεις που είναι εφικτές μέσα σε ένα σύστημα όπως αυτό ορίζεται από μια συγκεκριμένη ιδέα της σκέψης και μια συγκεκριμένη ιδέα της γραφής. Γιατί η σιωπηρή επανάσταση που ονομάσαμε αισθητική ανοίγει τον χώρο όπου μια ιδέα της σκέψης και μια αντίστοιχη ιδέα της γραφής μπορούν να τύχουν επεξεργασίας. Αυτή η ιδέα της σκέψης βασίζεται σε μια θεμελιακή αποδοχή: υπάρχει σκέψη που δεν σκέφτεται, σκέψη που εργάζεται όχι μόνο στο ξένο στοιχείο της μη σκέψης αλλά και στην ίδια τη μορφή της μη σκέψης. Αντίστροφα, υπάρχει μη σκέψη που κατοικεί στη σκέψη και της δίνει μια δύναμη που είναι ολότελα δική της. Αυτή η μη σκέψη δεν είναι απλώς μια μορφή της απουσίας της σκέψης, είναι η αποτελεσματική παρουσία του αντιθέτου της. Από οποιαδήποτε πλευρά και αν προσεγγίσουμε την εξίσωση, η ταυτότητα της σκέψης και της μη σκέψης είναι πηγή μιας ξεχωριστής δύναμης.

Αντίστοιχη με αυτή την ιδέα είναι μια ιδέα για τη γραφή. Η γραφή αναφέρεται όχι μόνο σε μια μορφή εκδήλωσης της ομιλίας αλλά πιο θεμελιωδώς, σε μια ιδέα της ίδιας της ομιλίας και της εγγενούς της δύναμης. Γνωρίζουμε καλά πως για τον Πλάτωνα, η γραφή κατονόμαζε όχι μόνο την υλικότητα του γραπτού σημείου πάνω σε μια υλική βάση στήριξης, αλλά μια συγκεκριμένη κατάσταση της ομιλίας. Θεώρησε πως η γραφή ήταν ένας βωβός λόγος, ομιλία που είναι ανίκανη να πει αυτό που λέει διαφορετικά ή να επιλέξει να σωπάσει. Δεν μπορεί ούτε να εξηγήσει τι προσφέρει ούτε να διακρίνει αυτούς προς τους οποίους αρμόζει να απευθύνεται από αυτούς προς τους οποίους δεν αρμόζει. Αυτή η ομιλία, ταυτόχρονα βουβή και φλύαρη, μπορεί να αντιπαρατεθεί με την ομιλία που είναι πράξη, με τη λογοθετική πρακτική που καθοδηγείται από μια σημασιοδότηση που μεταδίδεται και ένα στόχο που επιτυγχάνεται. Για τον Πλάτωνα, αυτή ήταν η ομιλία του αυθέντη, ο οποίος γνωρίζει πώς να εξηγεί τα λόγια του και πώς να τα κρατά επιφυλακτικά, πώς να τα κρατά μακριά από το βέβηλο, και πώς να τα εναποθέτει σαν σπόρους στις ψυχές αυτών στους οποίους μπορούν να αποδώσουν καρπούς. Η κλασσική αναπαραστατική τάξη ταυτοποίησε τούτη την "ζώσα ομιλία" με την ενεργό ομιλία του μεγάλου ρήτορα που συγκινεί βαθιά και πείθει, μορφώνει και οδηγεί ψυχές και σώματα. Το μοντέλο αυτό περιλαμβάνει παρομοίως τον λόγο του τραγικού ήρωα που ακολουθεί τη θέλησή του και τα πάθη του ως το τελικό όριο.

Σε αντίθεση με αυτόν τον ζώντα λόγο που παρείχε την αναπαραστατική τάξη με τη νόρμα της, η γραφή είναι ο τρόπος του λόγου που αντιστοιχεί στην αισθητική επανάσταση: ο αντιφατικός τρόπος μιας ομιλίας που μιλά και παραμένει σιωπηλή την ίδια στιγμή, που γνωρίζει και συνάμα αγνοεί τι λέει. Αλλά υπάρχουν δύο μείζονες μορφές αυτού του αντιφατικού τρόπου, οι οποίες αντιστοιχούν στις δύο αντίθετες μορφές της σχέσης ανάμεσα στη σκέψη και τη μη σκέψη. Η πόλωση των δύο αυτών μορφών ιχνηλατεί τον χώρο ενός και μόνο τόπου, αυτού της λογοτεχνικής ομιλίας ως συμπτωματικής ομιλίας.

Η σιωπηλή γραφή με την πρώτη έννοια είναι η ομιλία που φέρουν τα ίδια τα βουβά πράγματα. Είναι η ικανότητα της σημασιοδότησης που εγγράφεται πάνω στο ίδιο τους το σώμα, και που συνοψίζεται στο "τα πάντα μιλούν" του Νοβάλις, του ποιητή-ορυκτολόγου. Το κάθε τι είναι ίχνος, απομεινάρι, ή απολίθωμα. Κάθε αισθητή μορφή, ξεκινώντας από την πέτρα ή το κοχύλι, αφηγείται μια ιστορία. Με τις γραμμώσεις τους και τις χαράξεις τους, κουβαλούν όλες ίχνη της ιστορίας τους και σημάδια του πεπρωμένου τους. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει το καθήκον της αποκωδικοποίησης και της επανεγγραφής αυτών των σημαδιών της ιστορίας που εγγράφονται στα πράγματα. Ο Μπαλζάκ συνοψίζει και εκθειάζει αυτή την νέα ιδέα για τη γραφή με τις αποφασιστικές του σελίδες στην αρχή του La peau de chagrin που περιγράφουν το κατάστημα του αντικέρ ως έμβλημα μιας νέας μυθολογίας, ως φαντασμαγορία που δημιουργείται εξ ολοκλήρου από τα συντρίμμια της κατανάλωσης. Ο μεγάλος ποιητής της εποχής αυτής δεν είναι ο Βύρωνας, ο ανταποκριτής της αναταραχής της ψυχής. Είναι ο Κουβιέ, ο γεωλόγος, ο φυσιοδίφης που επανασυγκροτεί τους ζωικούς πληθυσμούς από οστά και τα δάση από απολιθωμένα αποτυπώματα. Με τον Κουβιέ, ορίζεται μια νέα αντίληψη του καλλιτέχνη ως αυτού που ταξιδεύει μέσα από τους λαβύρινθους και τις κρύπτες του κοινωνικού κόσμου. Ο καλλιτέχνης συγκεντρώνει τα απομεινάρια και μεταγράφει τα ιερογλυφικά που αναδύονται στην συναρμογή θολών ή τυχαίων πραγμάτων. Παρέχει στις ασήμαντες λεπτομέρειες της πρόζας του κόσμου την δύναμη της ποιητικής σημασιοδότησης. Στην τοπογραφία μιας πλατείας, στη φυσιογνωμία μιας κτιριακής πρόσοψης, στο σχέδιο ή τη φθορά ενός κομματιού υφάσματος, στο χάος ενός σωρού εμπορευμάτων ή αποριμμάτων, αναγνωρίζει τα στοιχεία μιας μυθολογίας. Καθιστά την αληθινή ιστορία μιας κοινωνίας, μιας εποχής, ή ενός λαού ορατά μέσω των μορφών αυτής της μυθολογίας, προεικονίζοντας τα ατομικά ή συλλογικά πεπρωμένα. Το τα πάντα μιλούν υπονοεί ως φράση την κατάργηση των ιεραρχιών της αναπαραστατικής τάξης. Ο μεγάλος φροϋδικός κανόνας ότι δεν υπάρχουν ασήμαντες "λεπτομέρειες" --ότι αντιθέτως, οι λεπτομέρειες είναι αυτές που μας βάζουν στο μονοπάτι της αλήθειας-- βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με την αισθητική επανάσταση. Δεν υπάρχουν ευγενή και χυδαία θέματα, δεν υπάρχουν σημαντικά αφηγηματικά επεισόδια και άλλα, επικουρικού και  περιγραφικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει ούτε ένα επεισόδιο, ούτε μια περιγραφή, ούτε μια πρόταση που δεν φέρει εντός της την σημασιοδοτική δύναμη όλου του έργου. Δεν υπάρχει τίποτε που δεν φέρει τη δύναμη της γλώσσας. Τα πάντα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, είναι το ίδιο σημαντικά, το ίδιο σημαίνοντα. Έτσι, ο αφηγητής του La Maison du chat-qui-pelote [1] μας τοποθετεί μπροστά από την πρόσοψη ενός σπιτιού του οποίου τα ασύμμετρα ανοίγματα, τα χαωτικά βάθη και ο περιβάλλον του χώρος του δημιουργούν ένα ιστό από ιερογλυφικά μέσω των οποίων αποκωδικοποιούμε την ιστορία της κοινωνίας για την οποία μαρτυρά --και το πεπρωμένο των χαρακτήρων που ζουν εκεί. Παρόμοια, οι Άθλιοι μας βουτούν μέσα στον υπόνομο, που, όπως ο κυνικός φιλόσοφος, λέει τα πάντα· φέρνει μαζί και σε ίση βάση όλα όσα ο πολιτισμός χρησιμοποιεί και πετά, τις μάσκες του και τους διαχωρισμούς του, καθώς και τα καθημερινά του σκεύη. Ο νέος ποιητής, ο γεωλογικός ή αρχαιολογικός ποιητής, αναλαμβάνει την ίδια μορφή διερεύνησης που αναλαμβάνει ο Φρόυντ στην Ερμηνεία των ονείρων. Θέτει την αρχή ότι τίποτε δεν είναι ασήμαντο, ότι οι πεζές λεπτομέρειες που η θετικιστική σκέψη απορρίπτει ή αποδίδει σε μια απλώς φυσιολογικής τάξης λογική είναι στην πραγματικότητα σημάδια που κωδικοποιούν μια ιστορία. Θέτει όμως επίσης την παράδοξη προϋπόθεση αυτής της ερμηνευτικής: για να μπορέσει το τετριμμένο να αποκαλύψει το μυστικό του, πρέπει πρώτα να μυθολογικοποιηθεί. Το σπίτι και ο υπόνομος μιλούν, φέρουν το ίχνος της αλήθειας --όπως θα κάνει το όνειρο ή η παράπραξη, και το μαρξικό εμπόρευμα-- στον βαθμό που μεταμορφώνονται πρώτα στα στοιχεία μια μυθολογίας ή φαντασμαγορίας.

[1] Μυθιστόρημα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

5 σχόλια:

SvT είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=1ak1bckaKS4

το πρόβλημα με την σιωπή, είτε προκύπτει σαν παράγωγο ελεύθερης επιλογής ή σαν περιοριστικό της, ουδέποτε παραιτείται από την ίδια της την φλυαρία.

RDAntonis είπε...

ΣΩ. Ἤκουσα τοίνυν περὶ Ναύκρατιν τῆς Αἰγύπτου γενέσθαι τῶν ἐκεῖ παλαιῶν τινα θεῶν, οὗ καὶ τὸ ὄρνεον ἱερὸν ὃ δὴ καλοῦσιν Ἶβιν· αὐτῷ δὲ ὄνομα τῷ δαίμονι εἶναι Θεύθ. τοῦτον δὴ πρῶτον ἀριθμόν τε καὶ λογισμὸν εὑρεῖν καὶ γεωμετρίαν καὶ ἀστρονομίαν, ἔτι δὲ πεττείας τε καὶ κυβείας, καὶ δὴ καὶ γράμματα. βασιλέως δ' αὖ τότε ὄντος Αἰγύπτου ὅλης Θαμοῦ περὶ τὴν μεγάλην πόλιν τοῦ ἄνω τόπου ἣν οἱ Ἕλληνες Αἰγυπτίας Θήβας καλοῦσι, καὶ τὸν θεὸν Ἄμμωνα, παρὰ τοῦτον ἐλθὼν ὁ Θεὺθ τὰς τέχνας ἐπέδειξεν, καὶ ἔφη δεῖν διαδοθῆναι τοῖς ἄλλοις Αἰγυπτίοις· ὁ δὲ ἤρετο ἥντινα ἑκάστη ἔχοι ὠφελίαν, διεξιόντος δέ, ὅτι καλῶς ἢ μὴ καλῶς δοκοῖ λέγειν, τὸ μὲν ἔψεγεν, τὸ δ' ἐπῄνει. πολλὰ μὲν δὴ περὶ ἑκάστης τῆς τέχνης ἐπ' ἀμφότερα Θαμοῦν τῷ Θεὺθ λέγεται ἀποφήνασθαι, ἃ λόγος πολὺς ἂν εἴη διελθεῖν· ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τοῖς γράμμασιν ἦν, "Τοῦτο δέ, ὦ βασιλεῦ, τὸ μάθημα," ἔφη ὁ Θεύθ, "σοφωτέρους Αἰγυπτίους καὶ μνημονικωτέρους παρέξει· μνήμης τε γὰρ καὶ σοφίας φάρμακον ηὑρέθη." ὁ δ' εἶπεν· "Ὦ τεχνικώτατε Θεύθ, ἄλλος μὲν τεκεῖν δυνατὸς τὰ τέχνης, ἄλλος δὲ κρῖναι τίν' ἔχει μοῖραν βλάβης τε καὶ ὠφελίας τοῖς μέλλουσι χρῆσθαι· καὶ νῦν σύ, πατὴρ ὢν γραμμάτων, δι' εὔνοιαν τοὐναντίον εἶπες ἢ δύναται. τοῦτο γὰρ τῶν μαθόντων λήθην μὲν ἐν ψυχαῖς παρέξει μνήμης ἀμελετησίᾳ, ἅτε διὰ πίστιν γραφῆς ἔξωθεν ὑπ' ἀλλοτρίων τύπων, οὐκ ἔνδοθεν αὐτοὺς ὑφ' αὑτῶν ἀναμιμνῃσκομένους· οὔκουν μνήμης ἀλλὰ ὑπομνήσεως φάρμακον ηὗρες. σοφίας δὲ τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν πορίζεις· πολυήκοοι γάρ σοι γενόμενοι ἄνευ διδαχῆς πολυγνώμονες εἶναι δόξουσιν, ἀγνώμονες ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος ὄντες, καὶ χαλεποὶ συνεῖναι, δοξόσοφοι γεγονότες ἀντὶ σοφῶν.
ΦΑΙ. Ὦ Σώκρατες, ῥᾳδίως σὺ Αἰγυπτίους καὶ ὁποδαποὺς ἂν ἐθέλῃς λόγους ποιεῖς.
ΣΩ. Οἱ δέ γ', ὦ φίλε, ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Δωδωναίου ἱερῷ δρυὸς λόγους ἔφησαν μαντικοὺς πρώτους γενέσθαι. τοῖς μὲν οὖν τότε, ἅτε οὐκ οὖσι σοφοῖς ὥσπερ ὑμεῖς οἱ νέοι, ἀπέχρη δρυὸς καὶ πέτρας ἀκούειν ὑπ' εὐηθείας, εἰ μόνον ἀληθῆ λέγοιεν· σοὶ δ' ἴσως διαφέρει τίς ὁ λέγων καὶ ποδαπός. οὐ γὰρ ἐκεῖνο μόνον σκοπεῖς, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἔχει;
ΦΑΙ. Ὀρθῶς ἐπέπληξας, καί μοι δοκεῖ περὶ γραμμάτων ἔχειν ᾗπερ ὁ Θηβαῖος λέγει.
ΣΩ. Οὐκοῦν ὁ τέχνην οἰόμενος ἐν γράμμασι καταλιπεῖν, καὶ αὖ ὁ παραδεχόμενος ὥς τι σαφὲς καὶ βέβαιον ἐκ γραμμάτων ἐσόμενον, πολλῆς ἂν εὐηθείας γέμοι καὶ τῷ ὄντι τὴν Ἄμμωνος μαντείαν ἀγνοοῖ, πλέον τι οἰόμενος εἶναι λόγους γεγραμμένους τοῦ τὸν εἰδότα ὑπομνῆσαι περὶ ὧν ἂν ᾖ τὰ γεγραμμένα.
ΦΑΙ. Ὀρθότατα.

SvT είπε...

Υπάρχει και η μετάφραση στο νετ εδώ: http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_15/23.html

τί κρατούμε από εδώ;

1. "Γιατί τα γραμμάτα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λησμονιά, μια και αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ' έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ώστε δεν ευρήκες το φάρμακογια τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση."
==> να απέχουμε από την συγγραφή επειδή μαζί μ'αυτά που θέλουμε να θυμόμαστε, μας υπενθυμίζει κι αυτά που θέλουμε να ξεχάσουμε;

2. "Όποιος λοιπόν νομίζει πως μέσα στα γραμμένα αφήνει για τους κατοπινούς καμμιά τέχνη, και όποιος πάλι παραδέχεται, πως από τα γραμμένα θα βγη τίποτε καθαρό και βέβαιο, θα είναι πολύ απλοϊκός, και πραγματικά δεν θα ξέρη εκείνο που προμάντεψε ο Άμμωνας, αφού νομίζει πως οι γραμμένοι λόγοι είναι κάτι πιο πολύ από το να ξαναθυμίζουν τα πράγματα που λένε τα γραφτά σ' εκείνον που τα ξέρει."
==> πως δεν πρέπει να γράφουμε παρά γι'αυτά που γνωρίζουμε με βεβαιότητα - ως κάποιου είδους αυθεντίες;

3. "Το ίδιο λοιπόν κάνουν και οι γραμμένοι λόγοι: πας δηλαδή να πιστέψης πως αυτοί έχουνε νόηση και μιλάνε, αν όμως τους ρωτήσης κάτι για κείνα που λένε, γιατί θέλεις να το καταλάβης, δηλώνουν ένα μονάχα πράγμα, το ίδιο πάντοτε."
==> να απέχουμε από την γραφή επειδή περιέχει μια "εικονικότητα" που είναι αδύνατον να ξεφορτωθούμε;

4. "Αυτός που γράφεται με γνώση μέσα στην ψυχή του μαθητή, κι έχει τη δύναμη να υπερασπίση τον εαυτό του, και γνωρίζει σε ποιους πρέπει να μιλάη και σε ποιους να σωπαίνη."
==> να γράφουμε και να απευθυνόμαστε σε ένα ελεγχόμενο ακροατήριο, εκ του ασφαλούς, χωρίς κινδυνολογίες και ρίσκα;

5. "Αλλά πολύ πιο όμορφος, νομίζω, γίνεται ο ζήλος γι' αυτά, όταν ένας, χειριζόμενος τη διαλεκτική τέχνη, παραλάβη καμμιά ψυχή πρόσφορη, και φυτέψη και σπείρη μέσα της λόγους με γνώση, που νάχουν τη δύναμη να βοηθούνε και τον εαυτό τους και το φυτευτή τους και να μην είναι άκαρποι, αλλά να φέρνουν καρπούς, κι απ' αυτούς να φυτρώνουν άλλοι μέσα σ' άλλες πάλιν ψυχές, και νάχουν τη δύναμη να διατηρούν αθάνατο μέσα τους το σπέρμα, και να φέρνουν ευδαιμονία σ' εκείνον που τους έχει, όσο τούτο γίνεται στον άνθρωπο."
==> και τελικά πως είναι σε θέση να γνωρίζει αυτός που γράφει τί απ'αυτά που γράφει καρπερούν και σε ποιανών τα μυαλά;

Έχω την εντύπωση ότι το κείμενό του Ranciere αφορά λιγότερο την αποχή από τον λόγο κατ'ιδίαν (με τις μορφές του βουβού λόγου που παρουσιάζει) και πολύ περισσότερο έχει να κάνει με τα νοήματα που παράγουν αυτοί οι τύποι του βουβού λόγου.

εφόσων "τα πάντα μιλούν" τότε και η σιωπή παράγει νοήματα, ίσως πιο ανοιχτά και προσωπικά σε ερμηνεία. προκύπτουν όμως δύο ζητήματα:

1. μου θυμίζει μια παλαιότερη θέση σου πάνω στον φιλοσοφικό διάλογο, ότι για να προκύψει είναι αναγκαία κάποια ενδιάμεσα κενά σιωπής μεταξύ των "συνομιλητών". κι όλα αυτά καλά είναι εαν τα δύο μέρη γνωρίζουν περί τήνος συζητούν. η εσωτερική διεργασία της σκέψης σε αυτή την περίπτωση είναι μεν σιωπηλή αλλά και φλύαρα στοχευμένη.

2. στην περίπτωση όμως που τα δυο μέρη δεν έχουν εξακριβώσει τη φύση της σχέσης τους ώστε να μπορέσουν να ορίσουν και το είδος του μεταξύ τους διαλόγου, η σιωπή που προκύπτει είναι είτε ύποπτη διότι μαρτυρεί κάποια αδυναμία ή εχθρική διότι διακόπτει μια διαδικασία χωρίς τις απαραίτητες εξηγήσεις.

και όπως και να'χει η επεξήγηση είναι ο οβολός που πρέπει να καταθέτουμε για κάθε γνωριμία που αποκτούμε, είτε την συνεχίζουμε είτε την εγκαταλείπουμε. εν πάση περιπτώση, και η σιωπή κάποιου είδους εξήγηση είναι αλλά μια με διαστάσεις πλάνης.

όπως είπα και στην αρχή, η σιωπή είναι φλύαρη.

RDAntonis είπε...

"να απέχουμε από την συγγραφή επειδή μαζί μ'αυτά που θέλουμε να θυμόμαστε, μας υπενθυμίζει κι αυτά που θέλουμε να ξεχάσουμε;"

'Οχι, το απόσπασμα αφορά τη διαφοροποίηση ακριβώς ανάμεσα στην τεχνικά προσθετική μνήμη και την γνήσια ανάμνηση. Βλ. και Ντεριντά, "Χώρα."

"Έχω την εντύπωση ότι το κείμενό του Ranciere αφορά λιγότερο την αποχή από τον λόγο κατ'ιδίαν (με τις μορφές του βουβού λόγου που παρουσιάζει) και πολύ περισσότερο έχει να κάνει με τα νοήματα που παράγουν αυτοί οι τύποι του βουβού λόγου. "

Ναι, φυσικά.

"μου θυμίζει μια παλαιότερη θέση σου πάνω στον φιλοσοφικό διάλογο, ότι για να προκύψει είναι αναγκαία κάποια ενδιάμεσα κενά σιωπής μεταξύ των "συνομιλητών". κι όλα αυτά καλά είναι εαν τα δύο μέρη γνωρίζουν περί τήνος συζητούν."

Η θέση αφορούσε τον _φιλοσοφικό_ διάλογο. Αν κάποιο από τα δύο μέρη ή και τα δύο αγνοούν τι συζητούν, προφανώς δεν είναι φιλόσοφοι, οπότε δεν μπορούν να κάνουν και φιλοσοφική χρήση της σιωπής.

RDAntonis είπε...

"πως δεν πρέπει να γράφουμε παρά γι'αυτά που γνωρίζουμε με βεβαιότητα - ως κάποιου είδους αυθεντίες;"

"να γράφουμε και να απευθυνόμαστε σε ένα ελεγχόμενο ακροατήριο, εκ του ασφαλούς, χωρίς κινδυνολογίες και ρίσκα;"

Βλ. Ρανσιέρ: "Για τον Πλάτωνα, αυτή ήταν η ομιλία του αυθέντη, ο οποίος γνωρίζει πώς να εξηγεί τα λόγια του και πώς να τα κρατά επιφυλακτικά, πώς να τα κρατά μακριά από το βέβηλο, και πώς να τα εναποθέτει σαν σπόρους στις ψυχές αυτών στους οποίους μπορούν να αποδώσουν καρπούς."

Για τον Πλάτωνα δεν είναι κάθε λόγος ίδιος. Υπάρχει ο λόγος του αυθέντη και ο λόγος του δούλου, ο λόγος του φιλόσοφου και ο λόγος του εσωτερικού του εχθρού, του σοφιστή. Με πλατωνικούς όρους, η ερώτηση στις ερωτήσεις που διατυπώνεις θα ήταν "ποιος ρωτάει";

εφόσων "τα πάντα μιλούν"

Βλ. όμως και Μπαντιού: "Υπάρχουν μόνο σώματα και γλώσσες (τα "πάντα μιλούν", η αναπαραστατική τάξη εγκολπώνει τα πάντα) ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ.