Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Bruno Bosteels, Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ (πρώτο μέρος)

Bruno Bosteels

Ο Μπαντιού χωρίς τον Ζίζεκ


Αρχική δημοσίευση: Polygraph 17 (2005), The Philosophy of Alain Badiou, επιμ. Matthew Wilkens
Μτφρ. Radical Desire



Από τότε που ο Ζακ Λακάν πρωτοδημοσίευσε το “Ο Καντ με τον Σαντ”, κείμενο που είχε τον αρχικό στόχο να λειτουργήσει ως εισαγωγή σε μια σύγχρονη έκδοση του Η φιλοσοφία του μπουντουάρ του Μαρκησίου ντε Σαντ, έχει γίνει τρόπον τινά κοινοτυπία ανάμεσα στους ψυχαναλυτές, τους φιλοσόφους και τους κριτικούς πολιτισμού —συχνά στα πλαίσια πολεμικού διαλόγου του ενός με τον άλλο— να παρουσιάζουν αναγνώσεις του τύπου “Ο Χ με τον Ψ”, όπου ο Ψ σηματοδοτεί την κρυφή “αλήθεια”, ή την εγγενή σκοτεινή πλευρά του Χ. Όπως γράφει ο Λακάν: “Η φιλοσοφία του μπουντουάρ έρχεται οκτώ χρόνια μετά την Κριτική του πρακτικού λόγου. Αν, αφού έχουμε δει πόσο συντονισμένο είναι το πρώτο έργο με το δεύτερο, δείξουμε ότι συμπληρώνει το δεύτερο, θα πούμε ότι παρέχει την αλήθεια της Κριτικής.”[1] Σε αντίθεση με τον Λακάν, αλλά για να υπογραμμίσω τη λογική πίσω από μεγάλο μέρος του επιχειρήματός του, θα ακολουθήσω την συνηθισμένη πρακτική του Σλαβόϊ Ζίζεκ να θέτει τον όρο “αλήθεια” σ’ αυτά τα συμφραζόμενα σε εισαγωγικά. Οι λόγοι για αυτό είναι επιπλέον βασικοί σε ό,τι αφορά τα διακυβευόμενα θέματα. Πράγματι, το στάτους της αλήθειας στη φιλοσοφία αλλά και η διάκρισή της από μια άλλη “αλήθεια”, ή μάλλον, από ένα παράξενο είδος γνώσης του πραγματικού, και γνώσης στο πραγματικό —είδος που μοιάζει προσπελάσιμο μόνο για την ψυχανάλυση— τίθενται υπό αμφισβήτηση σε αυτή τη διάδραση ανάμεσα σε Καντ και Σαντ. Με άλλα λόγια, αν ο Σαντ μας δίνει την “αλήθεια” του Καντ, αυτό σημαίνει επίσης μια δραστική απίσχναση των φιλοσοφικών κατηγοριών της αλήθειας, του καλού, του ηθικού νόμου, κλπ, στο όνομα ενός πολύ πιο ριζοσπαστικού πράγματος —της απόλαυσης, της ενόρμησης θανάτου, ή αυτού που ένας σχολιαστής απεκάλεσε με ένα θαρραλέο οξύμωρο “καθαρή επιθυμία” — το οποίο αυτές οι οικείες φιλοσοφικές κατηγορίες δεν μπορούν να μην απαρνηθούν, και το οποίο εμφανίζεται σε μια άλλη σκηνή, ή ένα άλλο είδος λόγου, όπως αυτός του αναλυτή: μια δραματική σκηνή ή ένα λόγο που, με την έννοια αυτή, εμπνέονται και προοικονομούνται από τον Σαντ.

Δεν μπορούμε απλώς να φανταστούμε καταστάσεις όπου η πεισματική αίσθηση του καθήκοντος για χάρη του καθήκοντος κάποιου θα μπορούσε να αποκτήσει ακριβώς τις “παθολογικές” διαστάσεις που θα έπρεπε να απαρνηθεί ο καντιανός ορισμός του ηθικού νόμου ως καθαρού πρακτικού λόγου με την αυστηρή έννοια. Αλλά επιπλέον, ο Λακάν καταφέρνει να δείξει με ποιον τρόπο τα τυπικά σαδικά σενάρια ατέρμονων βασανιστηρίων και διαστροφικού πάσχειν μπορεί να ειπωθεί ότι υπακούουν σε ένα δικό τους οικουμενικό πρόταγμα, στη βάση ενός αληθινού “δικαιώματος στην απόλαυση” [droit à la jouissance] το οποίο, τόσο σε ό,τι αφορά την ριζοσπαστική απόρριψη κάθε “παθολογικού” συμφέροντος στο ζειν καλώς όσο και σε ό,τι αφορά τη μορφή αυτού του προτάγματος, που είναι επίσης και το μοναδικό του περιεχόμενο, θα πρέπει να αναγνωριστεί ως κάτι που βρίσκεται σε αυστηρή συμφωνία με τις προαπαιτήσεις του οικουμενικού ηθικού νόμου του Καντ. Ο Λακάν διατυπώνει αυτό το σαδικό ρητό ως εξής: “Έχω το δικαίωμα να απολαύσω το σώμα σου, οποιοσδήποτε μπορεί να μου το πει, και θα το εξασκήσω, χωρίς κανένα όριο να με σταματά απ’ το καπρίτσιο των απαιτήσεων που μπορεί να έχω το γούστο να ικανοποιήσω κάνοντάς το.”[2] Παρ’ όλα αυτά, αυτό το ρητό θα εξακολουθούσε να μας παρουσιάζει κάτι που δεν διαφέρει ουσιαστικά από ένα μορφολογικό αντίστοιχο στο κατηγορηματικό πρόταγμα του Καντ, βασισμένο σε μια σαδική εκδοχή που στην πραγματικότητα δεν μπορεί καν να εντοπιστεί σε συνοπτική διατύπωση στη Φιλοσοφία του μπουντουάρ, εάν δεν υπήρχαν τουλάχιστον τρία περαιτέρω κίνητρα, τα οποία θεωρώ πως είναι το πραγματικό κλειδί της δυναμικής του δύσκολου κειμένου του Λακάν, καθώς και αυτά που οδηγούν τις αναγνώσεις που το κείμενο αυτό είχε τη μοίρα να εμπνεύσει ως μοντέλο.

Τα τρία εμπλεκόμενα κίνητρα είναι στην πραγματικότητα παραλλαγές μιας και μόνο θεματικής, δηλαδή, αυτής του φιλοσόφου που χάνει το προσωπείο του, που υπονομεύεται, και που ανατρέπεται από τον ελευθεριάζοντα. Πρώτα από όλα, ο Λακάν επιμένει για το γεγονός ότι στο σαδικό πρόταγμα, το χάσμα ανάμεσα στο υποκείμενο της ομιλίας [subject of enunciation] (της μορφής πίσω από το γραμματικό “εμένα” στο “οποιοσδήποτε μπορεί να μου πει”) και το υποκείμενο της δήλωσης [subject of the enunciated] (τη μορφή που λέει, ή υποτίθεται ότι λέει, “έχω το δικαίωμα”) αναγνωρίζεται ανοιχτά, ενώ το χάσμα αυτό συσκοτίζεται ή αποκρύπτεται πίσω απ’ την ιδέα του αυτόνομου υποκειμένου —ταυτόχρονα νομοθέτη, δράστη και υποκειμένου του νόμου και στον νόμο— στον Καντ. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμα και αν και στις δύο περιπτώσεις ο νόμος έρχεται στην πραγματικότητα έξωθεν και όχι από μια μικρή φωνή μέσα μας, ο Σαντ είναι πιο ανοιχτός για αυτό από ό,τι ο Καντ: “Στο οποίο το σαδικό ρητό, προφέροντας τον εαυτό του με το στόμα του Άλλου, είναι πιο ειλικρινές από την απεύθυνση στην εσωτερική φωνή, εφόσον ξεσκεπάζει τη σχάση του υποκειμένου που συνήθως αποκρύπτεται.”[3] Δεύτερον, απισχνάζοντας τον εαυτό του σε απλό μέσο της θέλησης για απόλαυση του Άλλου, το σαδικό υποκείμενο δίνει σώμα, τρόπον τινά, στην αντικειμενική αιτία της επιθυμίας που με αυστηρά καντιανούς όρους θα έπρεπε να παραμείνει απούσα από τη σφαίρα του ηθικού νόμου. Αυτή ήταν άλλωστε η μεγάλη επανάσταση του Καντ —το να δείξει ότι ο ηθικός νόμος δεν μπορούσε να εκπληρωθεί χωρίς να αφαιρέσει από το υποκείμενό του κάθε αναπαράσταση ενός εφικτού αντικειμένου. Με τον Σαντ όμως, αυτός ο μετα-νόμος, που αφορά τη συνάντηση μεταξύ του νόμου και ενός υποκειμένου που οφείλει να παραμείνει χωρίς αντικείμενο, ανατρέπεται εντελώς. Βλέπουμε έτσι να αναδύεται ένας υψηλότερος Νόμος, ένας Νόμος για τον οποίο ο Λακάν χρησιμοποιεί συνήθως το κεφαλαίο “Ν” για να τον διαχωρίσει από τον κανονικό ηθικό νόμο, και το αντικείμενο του οποίου, πόρρω απέχοντας απ’ το να είναι άγνωστο όπως το καντιανό πράγμα-αυτό-καθαυτό [das Ding an sich], αναγκάζεται στην πραγματικότητα να εμφανιστεί, σε μια ολοκληρωτική αναδιάταξη της υπερβατικής αισθητικής, ως ο δράστης-εργαλείο του σαδικού βασανιστηρίου: “Δεν έχουμε αυτό το αντικείμενο εδώ, που εκπορεύεται από την μη προσπελασιμότητά του, και που ξεσκεπάζεται ως όντας-εκεί, Dasein, του δράστη του βασανιστηρίου;”[4] Τρίτον και τελικά, μπορούμε επίσης να διατυπώσουμε τη γενική σχέση ανάμεσα στον Καντ και τον Σαντ ως σχέση όπου ο δεύτερος εξαναγκάζει την ομολογία αυτού που λείπει απ’ τον πρώτο: “Έτσι ο Καντ, εξαναγκαζόμενος να αντιμετωπίσει το ερώτημα “με τον Σαντ”, δηλαδή με τον Σαντ να παίρνει τη θέση, στη σκέψη μας όπως και στον σαδισμό, ενός εργαλείου, εξομολογείται αυτό που αποκρύπτεται από το νόημα του “Τι θέλει;” που εφεξής δεν θα λείπει για κανέναν.” [5]

Σε αυτές τις τρεις εκδοχές του “Ο Καντ με τον Σαντ” βλέπουμε, πέρα από μια απλή αναλογία μεταξύ του καντιανού προτάγματος και του ανασυσταμένου σαδικού ρητού, να αναπτύσσεται ένα βαθύτερο και ασύμμετρο σχήμα, το οποίο έχει συχνά, από την δημοσίευση του σημαίνοντος κειμένου του Λακάν, επικαθορίσει το είδος της διάδρασης που οραματιζόμαστε ανάμεσα στη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Ο Σαντ, παρά τις φαντασιώσεις του για την συνέργεια της φύσης με την παντοδυναμία της διαστροφής, αποδεικνύεται τόσο πιο ειλικρινής όσο και πιο ριζοσπάστης από τον Καντ. Ο ελευθεριάζων, όπως και ο ψυχαναλυτής που βρίσκει έμπνευση στην κρεβατοκάμαρά του, είναι αυτός που μας δίνει την επίπονη “αλήθεια” που αλλιώς κρύβεται, μεταμφιέζεται, ή τελεί υπό απάρνηση στα χέρια του φιλοσόφου. Το ερμηνευτικό σχήμα πίσω από το κείμενο του Λακάν αποκαλύπτει το κρυφό διπλό αδιέξοδο [double bind] που συνδέει ακόμα και τον υψηλότερο ηθικό νόμο με την σκοτεινή ήπειρο των νοσηρών επιθυμιών και των απαιτήσεων ενός αισχρού υπερεγώ —μια ήπειρο που πρωτοκατάκτησε ο Φρόυντ περισσότερο από έναν αιώνα αφότου κομμάτια της είχαν ανακαλυφθεί από τον Σαντ. Για να είμαστε ακριβείς, η σαδική έννοια του “δικαιώματος στην απόλαυση”, που στην πραγματικότητα μόνο ο Λακάν επεξεργάζεται, αναδεικνύει σε ποιο βαθμό “ο νόμος και η κατεσταλμένη επιθυμία είναι ένα και το αυτό”, ή, όπως διαβάζουμε στην συνέχεια: “Αυτό δείχνει από μια άλλη οπτική γωνία ότι η επιθυμία είναι το αντίστροφο του νόμου. Στη σαδική φαντασίωση, βλέπουμε πόσο το ένα τρέφει το άλλο.”[6]

Εν συνόψει, αυτό που αντλούμε από το “Ο Καντ με τον Σαντ” είναι η βάση [matrix] για μια πρωτάκουστη ανατροπή της φιλοσοφίας από, και μέσα από, την ψυχανάλυση: “Εδώ ο Σαντ είναι το αρχικό βήμα μιας ανατροπής, της οποίας ο Καντ, άσχετα με το πόσο διασκεδαστικό φαίνεται αυτό δεδομένης της ψυχρότητας του ανθρώπου, είναι η αποφασιστική στροφή, μια στροφή που ποτέ δεν έχει αναγνωριστεί ως τέτοια από ό,τι ξέρω.”[7] Αν χρησιμοποήσουμε την οριζόντια γραμμή ως σύμβολο της καταστολής, έτσι ώστε αυτό που βρίσκεται κάτω από τη γραμμή να καταστέλεται από, και την ίδια στιγμή να θεμελιώνει και να στηρίζει αυτό που βρίσκεται από πάνω, τότε μπορούμε να συνοψίσουμε το συμπέρασμα του κειμένου του Λακάν με την εξής απλή διατύπωση:

Καντ = νόμος
Σαντ    επιθυμία

Οποτεδήποτε η εγγενής ανάστροφη πλευρά αυτής της διατύπωσης αποκαλύπτεται στο φως, όπως θα έμοιαζε να είναι το καθήκον μιας κριτικής της ηθικής που εμπνέεται από τη λακανική ψυχανάλυση, το αποτέλεσμα αυτής της αναστροφής ή της αναμορφικής μετατόπισης αποκαλύπτει επίσης αναπόφευκτα το εγγενές χάσμα που χωρίζει τον ηθικό νόμο εκ των ένδον. Εκκινώντας απ’ την επιθυμία, ή από το μικρό αντικείμενο α [objet petit a] ως αντικειμενική αιτία της επιθυμίας, ο λόγος του αναλυτή θα μπορούσε έτσι να μας επιτρέψει να επερωτήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το συστατικό χάσμα του υποκειμένου, στην περίπτωσή μας του ηθικού υποκειμένου. Χωρίς αυτή την ματιά από τα κάτω, στην πραγματικότητα, το χάσμα στο υποκείμενο δεν θα ήταν καν ορατό. Τέλος, στο βαθμό που η μία ή η άλλη εκδοχή του υποκειμένου βρίσκεται συνήθως στο κέντρο όλης της σύγχρονης φιλοσοφίας, ο λόγος του αναλυτή, ακολουθώντας το μοντέλο που παρέχεται από το “Ο Καντ με τον Σαντ” μάς επιτρέπει επίσης να επερωτήσουμε το ίδιο το στάτους της φιλοσοφίας στο όνομα όλων όσων οι αγαπημένες αλήθειες της δεν μπορούν παρά να απαρνηθούν και να σπρώξουν κάτω από την γραμμή της καταστολής.

7 σχόλια:

rdDcom είπε...

παρέει την αλήθεια ---> παρέχει την αλήθεια
η διάκρισή της από μια άλλη “αλήθεια”, ή μάλλον, από ένα παράξενο είδος γνώσης του πραγματικού, και στο πραγματικό---->πρόβλημα με τη σύνταξη
οποισδήποτε μπορεί --->οποιοσδήποτε μπορεί

RDAntonis είπε...

Ευχαριστώ :-)

sk είπε...

να καταστέλελται --> να καταστέλεται. xάριν τυπογραφικής υγιεινής... Η ίδια η Ιατρική (ίσως και το debate της με την εναλλακτική Ιατρική) που εδράζουν άραγε σε σχέση με το χώρο ανάλυσης μεταξύ Καντ- Σαντ?

sk είπε...

Η ιατρική (θυληκού φύλου).
A female sketch: http://www.youtube.com/watch?v=42jcad7etUg

rdDcom είπε...

Ξέρει κανείς γιατί δεν λειτουργεί το embed code τού myspace στο blogger;

sk είπε...

γενικώς δεχόμαστε το ρόλο μιας διαρκούς εν τη γεννέσει κοινωνίας που αδυνατεί εκ της σύλληψης του εγχειρήματος να κατανέμει ρόλους και να επισυνάψει λειτουργικές σχέσεις (αγοραίες και μη)

sk είπε...

το μεγαλύτερο δράμα είναι το κενό στο οποίο πέφτουμε μετά από κάθε σχεδόν αποτυχημένη απόπειρα να πετάξουμε είναι αχανές. ειναι αδιαμόρφωτο και ευμετάβλητο. σκάει στην πραγματικότητα κι το υποσυνείδητο με τον ίδιο τρόπο που έσκασε και το χαζοκούτι με το MTV ή το ταξίδι απο το νησί για σπουδές στη Γαλλία του Σαρτρ. σε αυτό πατάει κάθε αποτυχία να γίνουμε μια νεοφιλελεύθερη κοινωνία ειδικού τύπου και η αποτυχία να καταλήξουμε σε κάποια απο κοινού σταθερά ως πρώτη βάση για να χτίσουμε κάτι δικό μας. Η μοναξιά του κοινωνείν πάνω στο στραβοδρόμι των πολιτισμών