Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Μακάριοι οι φτωχοί. Πράξη τρίτη: Η ανάσταση του Λαζάρου


Caravaggio, Η ανάσταση του Λαζάρου (1609)

ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
ΤΡΕΙΣ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ CARAVAGGIO
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ: Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΛΑΖΑΡΟΣ
ΚΑΛΕΣΤΗΣ ή Ιησούς
ANTΩΝΙΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ
ΙΑΚΩΒΟΣ
ΑΝΝΑ
ΝΕΑΡΟΣ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ

Αντώνιος (ομιλητής από το πλήθος): Είμαστε χαμένοι. Έφυγε για το κάτω βασίλειο και εμείς πιο λίγοι, πιο αδύναμοι, πιο φοβισμένοι. Ας τον χαιρετίσουμε ήσυχα και να γυρίσουμε στα φτωχικά μας. Από αύριο θα έχουμε δυο χέρια λιγότερα στην δούλεψη της γης, αλλά και στα λόγια που μας μάθαιναν αλήθειες για τους αφέντες μας θα είμαστε φτωχότεροι. Ας αφήσουμε στην άκρη αυτό τον τρελό που μας φορτώθηκε πάνω στο πένθος μας, ποιος ξέρει τι θέλει και αυτός να παραστήσει.

Μάρκος (ομιλητής από το πλήθος): Ενώ κρατάμε στα χέρια μας το άψυχο αυτό κορμί καταλαβαίνουμε πως τα δικά μας κορμιά πιο σκοτεινά και απόκοσμα είναι, σαν ποτέ να μην ζήσαμε και η όψη η ανθρώπινη να έχει σβηστεί παντοτινά από πάνω μας. Αλλά ο Λάζαρος είναι πιο φωτεινός και ζωογόνος και ας του κλείσαμε για πάντα τα μάτια. Και αν έμενε, εμείς θα αλλάζαμε; Αλλιώς θα αποφασίζαμε για τη ζωή μας; Μήπως τα χώματα μας θα τα νοιαζόμασταν αλλιώτικα; Θα σταματούσαμε τον καθημερινό πόλεμο μεταξύ μας και θα βάζαμε στην άκρη όλη την διχόνοια μας; Θα κλείναμε το στόμα στο λαίμαργο κτήνος που ζει μέσα μας; Αυτό που μας προστάζει ουρλιάζοντας «Κάντε τα πάντα μόνο για τον εαυτό σας»; Όλοι το ξέρουμε πως δεν μας έμοιαζε σ΄αυτά ο Λάζαρος, συνέχεια μας το έλεγε «ξεχάστε τα αυτά, δεν βγαίνει έτσι η ζωή, πρέπει καμιά φορά να σηκώσουμε κεφάλι».

Ιάκωβος (ομιλητής από το πλήθος): Θα ζήσει ο Λάζαρος, αν δικό μας γίνει το σώμα του, αν τις χιλιάδες μέρες που μαζί του ζήσαμε τις κρατήσουμε μέσα μας. Θα ζήσει ο τρόπος που θα μιλάμε γιατί κάτι θα έχει από τα λόγια του, ο τρόπος που θα κόβουμε το ψωμί για να το μοιραστούμε γιατί όπως αυτός μας το μοίραζε θα το μοιράζουμε. Όταν ο χειμώνας έρθει, στις βροχές της μεγάλης νύχτας, όταν θα επιστρέφουμε από τη γη, θα ζει στα βήματα μας στη λάσπη, στα αστεία που θα λέμε για να διώξουμε λίγο την κούραση, στο νερό και τον ιδρώτα που πάνω μας θα σμίγουν, στο πρώτο ρίγος της αρρώστιας, όταν θα αγωνιούμε μην χαθεί άλλος ένας μας.

Ας μαζέψουμε την μαύρη θλίψη της ώρας αυτής και ας μην τα βάλουμε με τον άγνωστο επισκέπτη που ήρθε στο πλάι μας μέσα στο μοιρολόι. Είναι όμως αλήθεια ότι μοιάζει σαν να ήρθε από αλλού, κοιτάζει το Λάζαρο σαν να είναι έτοιμος να τον κατεβάσει αυτός στον άλλο κόσμο, σίγουρα για λογικό δεν τον περνάς. Κρίμα πάντως και είναι μόνος του, ας τον κρατήσουμε για απόψε στα σπίτια μας, δεν πρέπει σήμερα να δείξουμε ασέβεια σε κανένα.
Εμπρός, σε λίγο θα σκοτεινιάσει, και είναι κακό μέσα στη νύχτα σώμα άψυχο πάνω από τη γη να είναι απιθωμένο.

Άννα: Δειλοί! Πολυλογάδες! Κάνετε πως δεν βλέπετε πως ο άνθρωπος ακόμα έχει ζωή μέσα του; Τον βλέπετε να φεύγει και πάνω του δεν πέφτετε να κρατηθεί μαζί μας, πώς σας πάει η ψυχή τον κόσμο ανάποδα να μην φέρνετε για να σωθεί;

Σώπασε (απευθύνεται στο Λάζαρο κρατώντας το σώμα του με χαμόγελο και σιγουριά), θα σταθείς στα πόδια σου σε λίγο και ο πόνος θα σου φύγει, λίγο χρόνο δώσε μας, μην βιαστείς, εκεί αντίπερα είναι δύσκολα, το ξέρεις δεν το ξέρεις; Ίδιο είναι να είσαι με τους φίλους σου, τη γυναίκα σου, να έχεις το μυαλό στη δουλειά, στα μεγάλα τραπέζια των γιορτών; Μην νομίζεις, δεν είναι όλοι ίδιοι, να θα σε πάρει ο Μάρκος για ένα μικρό ταξίδι και θα σε βοηθήσει να μεγαλώσουμε λίγο τα δωμάτια των παιδιών. Ο Ιάκωβος μέχρι αύριο να ήξερες μόνο ποιον θα σου φέρει εδώ, τη γριά μάνα σου και προσωρινά στο σπίτι του θα την φιλοξενήσει, να ακούνε τη σοφία της τα παιδιά του.

Ο Αντώνιος υπόσχεται όλα του τα βιβλία να σου δώσει και μία μία όλες τις χώρες να σου δείξει, και τον ξέρεις αυτόν όπως είναι και γυρισμένος έχει να σου πει πράματα και θάματα για πολιτείες, αγορές, θάλασσες και ποτάμια.

Στο λέω με σιγουριά, όλοι θέλουνε να σε συμβουλευτούν για τα προβλήματα με τους αφεντάδες, πέρασε ο καιρός που αυτά δεν τα ήθελαν…για αυτό σου λέω σώπασε όλα θα γίνουν.

Καλεστής: Λάζαρε είσαι ζωντανός. Οι ανάσες των δικών σου θα σε ζεστάνουν με το πρώτο άνοιγμα των ματιών. Σε καλώ εις το όνομα αυτών και μόνο αυτών. Γυρνούσα χρόνια στη γη αυτή και ξέρω πως είναι να χάνεται ξαφνικά ένας δικός τους άνθρωπος, το λίγο βιός του περιμένουν οι τοκογλύφοι και οι τραπεζίτες να το αρπάξουν, και τα παιδιά να απομένουν παράλυτα μπροστά στο αδυσώπητο μέλλον. Οι διπλανοί σου, οι κουρασμένοι του τόπου σε καλούνε πίσω στις συντροφιές τους. Είσαι ζωντανός γιατί ένας από αυτούς είσαι, θάνατος είναι η απομάκρυνση από αυτούς και από την ευτυχία που ψάχνουν.

Δεν σε καλώ σε επιστροφή, σε καλώ σε νέα παρουσία, δεν σε καλώ να έρθεις σαν συνέχεια του χρόνου αλλά σαν διακοπή του και επανέναρξη των γνώσεων και των αισθήσεων. Νικητής του σκότους, πηγή φωτός, με ελάχιστα δευτερόλεπτα ηλικία ζωής.

Είσαι ζωντανός, δηλαδή σε θέση να ξαναμπείς γυμνός μέσα στους καταρράκτες των στιγμών.

Λάζαρος (μονολογεί): Και όσα γύρω μου βλέπω μοιάζουν με φιγούρες που μέσα στον Άδη κρέμονται από μικρά καρφιά, γύρισα πού και από πού; Ποιοι είναι όλοι αυτοί που πάνω από το σώμα μου κρέμονται; Kαι αυτή που με κρατά ποια είναι;

Αυτός που απέναντι μου στέκεται μισοσκότεινος, αυτός μου μίλησε; Είμαι απλά ζωντανός. Πόσο ταλαιπωρημένοι δείχνουν όλοι. Χέρια σκισμένα από τη δουλειά, οι γυναίκες με τεράστια βαθουλώματα κρατάνε τα μάτια τους σχεδόν στον αέρα, ρούχα φτωχά και στόματα ξηραμένα. Πόσο κοινοί φαίνονται μεταξύ τους.

Θα σηκωθώ, θα τολμήσω να πατήσω στο έδαφος με το αίσθημα της εξαφανισμένης μου βαρύτητας. Πρέπει να τους γνωρίσω, σαν κάτι σημαντικό όλοι να περιμένουν από μένα.

Εσύ αδελφέ (απευθύνεται στον Καλεστή-Ιησού, αρχίζει ένα βουητό να βγαίνει από το πλήθος) βγες στο φως να σε δω, τα πρόσωπα των φίλων δεν κρύβονται στο σκοτάδι, σμίξε μαζί μας στο χαρμόσυνο και αναπάντεχο συμβάν, ζήσε το όπως του αξίζει. Οι άλλοι μου είπαν πως ο δικός σου ο λόγος σταμάτησε το έργο του βαρκάρη…άρα πιστεύεις σε εμάς, στην αξία να μείνουμε δυνατοί απέναντι στους ληστές μας. Έλα κοντά μας, βασιλιά δεν θα σε κάνουμε, μα ένα πιάτο φαί, μια κουβέντα να πεις σαν άνθρωπος θα τα βρεις σε μας, και θα σε τιμούμε όπως κάνουμε μεταξύ μας όλοι.

Αποκρίσου λοιπόν, πες μια λέξη, δώσε μας ένα σημάδι πως μαζί μας θα μείνεις.

Άννα: Λάζαρε, πλάσμα αχάριστο έγινες πάλι με το που είδες το φως σου! Τι θες και γίνεσαι ζήτουλας σ’ αυτόν τον παρακατιανό; Τίποτα δεν έκανε αυτός για σένα … Εμείς κλάψαμε το τέλος σου, σε πλύναμε και σε ντύσαμε πριν σε βρει ο Άδης, εμείς μέχρι την ώρα που σε φέραμε ως το λάκκο, δοκιμάσαμε κάθε γιατρικό και μαγεία πάνω σου. Γύρισες και μας βρήκες εδώ, σαν να μην έφυγε ποτέ από πάνω σου ο ίσκιος της ζωής. Και όμως εσύ καλείς αυτόν τον αλλοπαρμένο που για παντοδύναμος καμώνεται απ’ την ώρα που ήρθε εδώ.

Άφησέ τον να τσακιστεί να φύγει από δω, για καλό δεν ήρθε, ρώτα όποιον θες ούτε να σε πλησιάσει δεν ήθελε, να αγγίξει το κορμί σου, να δει το χτικιό που σερνόταν κάτω από τις πληγές σου και μέσα σου απρόσμενα γεννήθηκε.

Άιντε, πάμε να στρώσουμε το τραπέζι να χαρούμε, αυτός πρέπει να μείνει μακριά μας για πάντα.

Ιάκωβος: Το παιδί του Ιωάννη είναι, του μοιάζει κιόλας, έλειπε πολλά χρόνια από τα μέρη μας. Και αυτός ο έρμος δεν είχε άλλο δικό του, όταν έχασε την κυρά του. Ακόμα τον θυμάμαι πόσες ελπίδες είχε για την τύχη του γιού του. Κρίμα που δεν είναι ζωντανός να τον καμαρώσει, δυνατό, ώριμο και με τόσες γνώσεις για όσα βλέπει και δεν βλέπει το μάτι το ανθρώπινο.

Άννα: Ξεκούτιανες Ιάκωβε; Πού σου ήρθε και έβγαλες το παιδί του Ιωάννη θεατρίνο και απατεώνα σαν τούτον εδώ; Ο γιός του Ιωάννη δεν θα ’ρχόταν στα σκοτάδια ντυμένος πίσω στα χώματα του πατέρα του. Θα ντρεπόταν να παριστάνει τον γιατρό δίπλα σε μνήματα, ξεγελώντας ανθρώπους πονεμένους. Είχε πάρει τα καλά του πατέρα του, σεβαστικός και ταπεινός. Μα πάνω από όλα δεν θα έκρυβε ποτέ του τίνος σπορά είναι. Αυτός ο ξένος που έχουμε απέναντι μας ούτε το όνομα του δεν έχει ψελλίσει ακόμα.

Νεαρός νεκροθάφτης: Πρώτη μέρα που με φέρανε εδώ για δουλειά και βλέπω μπρος μου τόσα απίστευτα πράγματα. Τόσος κόσμος μέχρι πριν λίγο χτυπιόταν, έκλαιγε, μουρμούραγε για την μοίρα που περιμένει τον καθένα δίχως έλεος, στρίγγλιζαν οι γυναίκες, μια πομπή ολάκερη με ανατριχιαστικούς ήχους να βγαίνουν από μέσα της, μια πομπή που με αργόσυρτο βήμα προχωρούσε, λες και όλοι μαζί μέσα στο χώμα πήγαιναν δίχως περίσκεψη..

Και ξαφνικά ο Λάζαρος είναι ζωντανός ανάμεσα μας. Τέτοιο κεραυνό δέχτηκε ο νους μου, σε τι περίεργο μέρος έμαθα τόσα πολλά. Όλοι τώρα μοιάζουν ευτυχισμένοι, έκπληκτοι και άλαλοι, μα δεν πρόλαβε να ανοίξει τα μάτια του ο Λάζαρος και άρχισαν πάλι τις κακίες, τις αθλιότητες, τα ίδια που κάνουμε κάθε μέρα ο ένας στον άλλο. Θα φύγω από αυτή τη δουλειά, θα πάω να μιλήσω στον ξένο, τον καλεστή του νεκρού, που ποιος διάολος ξέρει αν ήταν τελικά νεκρός;

Aυτός ο ξένος έχει κάτι άλλο, φτωχός μεν σαν εμάς αλλά το παράστημα του, τα λόγια του δικά μας δεν είναι. Ποιος ξέρει τι τύχη μπορεί να έχω μαζί του, πόσο μάλλον αν μου δείξει λίγα από τα κόλπα του τότε είμαστε πολύ καλά. Λεφτά με τη σέσουλα να βγάζω και ότι μου λέει θα το κάνω.

Kαλεστής: Άννα, δεν βρέθηκα στον τόπο σου για να πλανέψω κανένα, σηκώθηκα και ήρθα από εκεί που κατάγονται οι ελπίδες, οι επιθυμίες σας, τα φριχτά όνειρα σας. Σκέψου πως εσύ φανταζόσουν το Λάζαρο πάλι ζωντανό, εγώ δεν τον φαντάστηκα, τον έκανα ζωντανό. Όλα ίδια πίστευες πως θα έμεναν, έτρεμες αν θα σε στήριζαν οι φίλοι του, αν ο λόγος σου θα μετρούσε όσο ο δικός του, μερικές στιγμές σκέφτηκες πως μπορεί να ήταν και καλύτερα χωρίς αυτόν. Όμως η μοίρα του δεν πέρναγε από το δικό σου χέρι. Γιατί η δύναμη η δική μου δεν μπορεί να σταματήσει την δύναμη, την θέληση των πολλών, των υπόλοιπων αγαπημένων αυτού του ανθρώπου.

Ξέρεις τώρα πως από σήμερα ανήκει στην θέληση τους πιο πολύ από ότι στην δική σου. Θα περπατήσει μια άλλη ζωή, καμμία παλιά του ιδιότητα δεν θα κρατήσει. Νέο όνομα θα βρει, νέα κατοικία και νέους σκοπούς θα διαλέξει να υπηρετήσει. Μην του μιλάς άδικα, δεν σε θυμάται, δεν θυμάται κανένα. Τράβηξε προς το σπιτικό σου και για πάντα ξέχνα τον.

Ιάκωβε, δίκιο έχεις είμαι το παιδί του Ιωάννη. Άλλαξα όμως, δεν μοιάζω με ότι θυμόσουν, δεν είμαι πιο ώριμος και γνωστικός για τον κόσμο. Είμαι και ανελέητος στους φονιάδες και τους αγύρτες. Ξέρω πως έχεις να θρέψεις πολλά στόματα, πως σαν σκύλος όλη μέρα φορτώνεις –ξεφορτώνεις τις αποθήκες των αφεντάδων, μα δεν θα σε λυπηθώ.

Δηλητηρίασες μία νύχτα τον Ιωάννη, δειλά και άτιμα, παίρνοντας από αυτόν την γη του άσωτου ιού του. Τον έπεισες θαυμάσια πως του έφαγα όλο το βιός σε ασωτίες, τον έπεισες να με αποκληρώσει.

Σε πίστεψε, βλέπεις δεν είχε άλλη παρέα στη ζωή του, ήσουν ο φίλος του….Δεν σου έφτανε η μοιρασιά, τάισες την πείνα σου με τον θάνατο του. Ιάκωβε πήγαινε σπίτι σου, οι κόρες και οι γιοί σου περιμένουν να τους σαβανώσεις, πριν έρθω στο Λάζαρο, πέρασα και τους χαιρέτησα με το μαχαίρι μου. Πήγαινε καημένε, ο χρόνος είναι γεμάτος από σπηλιές και θηρία, όποιος τα προκαλέσει φριχτά στα χέρια τους περνάει την υπόλοιπη ζωή του.

Λάζαρε! Σε λίγη ώρα θα απλωθεί παντού η νύχτα και ο κόσμος θα πάει για να πλαγιάσει. Ας περιμένουμε, μια συμφωνία πρέπει να κλείσουμε οι δυο μας.

Λάζαρος: Δεν έχω τίποτα, το βιός μου είναι ότι υπάρχω. Άλλη φορεσιά δεν έχω, δεν κατέχω τίποτα και πλούτη δεν θέλω, μα όσοι γύρω μου με ενθουσιασμό με καλέσουν να εργαστώ πλάι τους θα ακούσουν και την δική μου φωνή στα τραγούδια των χωραφιών από αύριο χαράματα.

Μην μου ζητήσεις να φύγω από εδώ, ξέρεις πως θα σε ακούσω ακόμα και αν μείνω εδώ. Ας νυχτώσει και θα τα πούμε αυτά χωρίς μάρτυρες.

(Παύση 3 λεπτών. Φεύγουν όλοι από την σκηνή, μένουν ο Λάζαρος και ο Καλεστής, βρίσκονται στην ίδια ευθεία στα πέντε βήματα με τις πλάτες γυρισμένες ο ένας στον άλλο. Μονολογούν ενάμιση λεπτό ο καθένας, το φως πέφτει πάνω στον καθένα ξεχωριστά)

Καλεστής: Αφιερωμένος τόσο που είναι σ΄αυτούς θα φοβηθεί μαζί μου να κινήσει. Θα τον απειλήσω με θάνατο, θα του πω πως δεν ανήκουμε στους εαυτούς μας αλλά στους φτωχούς, στους μακάριους του κόσμου.

Λάζαρος: Το μέλλον μου εξαφανίστηκε. Είμαι το Παρόν με σάρκα και οστά, να του αρνηθώ δεν πρέπει, θα χαιρετίσω τους συμπολίτες μου κοιτάζοντας γρήγορα προς τα μέρη που παλεύουν για το ψωμί τους, θα τους υποσχεθώ πως μαζί θα αναστηθούμε ξανά.

(τέλος μονολόγων, πέφτει φως στη σκηνή, πρόσωπο με πρόσωπο οι δυο τους).

Kαλεστής: Υπάρχει μια πολιτεία γεμάτη από ανθρώπους στοιβαγμένους, που σαν ζώα περνούν τις μέρες της ζωής τους, μέσα στον πόνο και τον κόπο. Στα μάτια τους δεν καθρεφτίζεται άλλο χρώμα πέρα από το μαύρο, μόνο μαύρο. Εκεί η μυρωδιά του ιδρώτα μπερδεύεται με τα πανάκριβα αρώματα, τα χρυσάφια και τα μετάξια που κρατά μια χούφτα αρχόντων. Εκεί οι φτωχοί είναι σαν να μην υπάρχουν, είναι αόρατοι για τους εαυτούς τους, δεν έχουν εαυτό.

Λάζαρε από εκεί έρχομαι, από αυτούς κρατάω και όρκο τους έχω δώσει πως με μικρό στρατό θα γυρίσω πίσω, στρατό χωρίς σημαίες και στολές, στρατό που δεν έχει τα συνηθισμένα όπλα.
Λάζαρος: Τότε τι έχει ο στρατός αυτός;

Καλεστής: Πίστη, Μίσος, Δύναμη, Αφοσίωση, Ελευθερία.

Λάζαρος: Και αν τίποτα από όλα αυτά δεν με διακρίνει και μόνο την ησυχία μου ζητήσω πλάι στους ανθρώπους μου εδώ;

(εμφανίζεται ο νεαρός νεκροθάφτης, που μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσε κρυμμένος το διάλογο).

Νεαρός νεκροθάφτης: Κύριε!( απευθύνεται στον Καλεστή) γύρισε από τις πύλες του θανάτου και ακόμα τη ζωούλα του σκέφτεται, όπως πριν, ανάξιος να σταθεί εμπρός σου. Άσε πίσω αυτό τον κακόμοιρο. πάρε εμένα μαζί σου, εγώ και πιστεύω και αφοσιώνομαι και Μισώ και έχω δύναμη και η ελευθερία μου αρέσει. Ξένε άσε με να ρθω μαζί σου στο πόλεμο όλων των εποχών.

Καλεστής: Τι υπάρχει μπροστά στα μάτια σας πέρα από σκιές και παρουσίες που μιλούν , σώματα που απλά κινούνται; Εσείς νομίζετε πως είστε ο κόσμος; Eσείς νομίζετε πως είστε η αλήθεια; Νομίζετε πως ένας τέτοιος πόλεμος θα κριθεί από σας αν θα ξεκινήσει η όχι;

Ήρθα να σας καλέσω για να ζήσετε, ήρθα να σας φέρω δίπλα στο ποτάμι του χρόνου, εκεί που η όψη του κόσμου αλλάζει κάθε ημέρα. Εκεί που ο καθένας καταλαβαίνει πως είναι μια σταγόνα στην θάλασσα. Εκεί που καταλαβαίνεις πως για να υπάρξεις πρέπει να διαλέξεις στρατό.

Λάζαρος: Καταραμένε, φύγε! Ήρθες πάνω μου σαν άγγελος μα είσαι κόρακας που διψάει για αίμα, ο Χάρος καλύτερα πίσω να με έπαιρνε παρά φονιάς να γίνω για σένα.

Νεαρός νεκροθάφτης: Αν δεν το κάνεις εσύ (απευθύνεται στον Καλεστή) θα τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια. Σε λίγο χαράζει πάλι, και δεν αντέχονται οι φωνές των ζώων που ξυπνούν, οι σκιές των ίδιων γυναικών που πάνε στους άντρες νερό για πλύσιμο, δεν αντέχονται οι πρώτες παρέες των ίδιων ανθρώπων, τα ίδια πρωινά τραγούδια των εργατών, η γη που γνωρίζει πως πάλι μέχρι λιποθυμιάς θα την φροντίζουν οι φτωχοί. Δεν αντέχονται τα ίδια σκιάχτρα που το πρώτο ξύπνημα του κόσμου το αντικρίζουν ζωντανεμένα.

Τώρα που ακόμα η απάνθρωπη σκλαβιά της μέρας δεν έχει ξημερώσει ακόμα, τώρα που η λογική μιλά όχι μόνο με το όνειρο αλλά και με τον εφιάλτη, ας φύγουμε Κύριε, σε εκλιπαρώ βγάλε από τη μέση αυτό το άθλιο υποκείμενο.

Καλεστής: Σώπασε φίλε μου, φεύγουμε. Λάζαρε! (τον πλησιάζει φιλικά-αργά) Καληνύχτα, δεν υπήρξες ποτέ ζωντανός, δεν θα υπάρξεις ποτέ σου.

(σκοτάδι για 1 λεπτό στην σκηνή, μουσική μπαρόκ από το Stabat Matter του Περγκολέζι, στον τοίχο πίσω ή σε κάποιο μεγάλο πανί γίνεται αργή εναλλαγή των τριών πινάκων του Καραβάτζο και ακούγεται το παρακάτω κείμενο):

«Ζωγράφισα το Θεό που εξαφανίστηκε σαν άνθρωπος, τον άνθρωπο που σαν Θεός εξαφανίστηκε, πάνω στο σκοτάδι έδειξα τους αόρατους, τους ανύπαρκτους τους φτωχούς.
Παραμορφωμένους, άσχημους, άθλιους, δυνατούς, μαχαιροβγάλτες, λαίμαργους, μοχθηρούς, ζωγράφισα τους αόρατους, τους ανύπαρκτους, τους φτωχούς…ζωγράφισα την αλήθεια.

Ήμουν ο Θωμάς ο Άπιστος, ο Βασανιστής του Ιησού, ο Λάζαρος, ο Καραβάτζο».

Δεν υπάρχουν σχόλια: