Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Αντι-ουτοπία και δυστοπία: Για να ξανασκεφτούμε το πεδίο

Αντιουτοπία και δυστοπία: για να ξανασκεφτούμε το πεδίο
Αντώνης Μπαλασόπουλος
Μετάφραση: Βίκυ Ιακώβου

Αν η αγωνία σχετικά με την οριοθέτηση ενός αντικειμένου μελέτης αποτελεί ένα καθολικό σύμπτωμα που χαρακτηρίζει κάθε νεοφυή γνωστικό κλάδο, για το πεδίο των Ουτοπικών Σπουδών –που κωδικοποιήθηκε ως τέτοιο στα μέσα της δεκαετίας του 1970 [1]– μπορεί να ειπωθεί ότι αποτελεί μια ιδιαίτερα διαφιλονικούμενη περίπτωση. Στο άρθρο του με τον εύστοχο τίτλο «Utopia –The Problem of Definition», δημοσιευμένο τη χρονιά ίδρυσης της Society for Utopian Studies, ο Lyman Tower Sargent ξεκινούσε σημειώνοντας ότι «το μείζον πρόβλημα ενώπιον του οποίου βρίσκεται όποιος ενδιαφέρεται για την ουτοπική γραμματεία είναι ο ορισμός ή, πιο συγκεκριμένα, ο περιορισμός του πεδίου».[2] Πιο πρόσφατες απόπειρες, μεταξύ των οποίων και εκείνες του ίδιου του Sargent, τείνουν να εφιστούν την προσοχή στην προβληματική επέκταση ενός όρου που έχει συχνότερα χρησιμεύσει για την πολεμική καταγγελία παρά για την αναλυτική κατανόηση, ενός όρου που συχνά περιλαμβάνει αδιαφόριστα όχι απλώς ειδολογικά αποκλίνοντα μεταξύ τους λογοτεχνικά κείμενα αλλά επίσης αρχιτεκτονικά σχέδια και σχέδια αστικής ανανέωσης, αισθητικά και πολιτικά μανιφέστα, αναφορές προερχόμενες από τις αποκαλούμενες «συνειδητές κοινότητες», μη μυθοπλαστικά προσχέδια για τον κοινωνικό μετασχηματισμό ή χιλιαστικές φαντασιώσεις. [3]  Δεν είναι ο στόχος του παρόντος δοκιμίου να πραγματευτεί τα ερμηνευτικά προβλήματα και ερωτήματα που εγείρουν τέτοιου είδους χαρτογραφήσεις του Ουτοπικού πεδίου. Εδώ, εκείνο που σχετίζεται περισσότερο με τους σκοπούς μου είναι να σημειώσω ότι οι χαρτογραφήσεις αυτές προκαλούν ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη φύση και τη λειτουργία εκείνων των λογοτεχνικών και πολιτισμικών ειδών που θεωρούνται ότι εξαιρούνται από κάθε αμιγώς «ουτοπικό» κυρίαρχο ρεύμα, δηλαδή της αντιουτοπίας και της δυστοπίας.

Μία, δύο, πολλές αρνήσεις
Μολονότι αμφότεροι αυτοί οι όροι είχαν ήδη αρχίσει να κυκλοφορούν στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ως απάντηση στην εμφάνιση και τη δημοφιλία έργων που θεωρήθηκαν ότι αμφισβητούσαν αισθητικά αλλά και επί της ουσίας έναν παρωχημένο ουτοπισμό –έργων των Orwell, Huxley, Zamyatin, Koestler και άλλων– ωστόσο παρέμειναν είτε εναλλάξιμοι στην πράξη είτε ανεπαρκώς ενταγμένοι σε κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο.[4]  Το τοπίο της κριτικής μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 –μιας περιόδου κατά την οποία παρατηρείται ένα είδος ουτοπικής αναγέννησης, τουλάχιστον στο πεδίο της επιστημονικής φαντασίας– είχε ως συνέπεια την προσπάθεια να απαγκιστρωθεί ο ένας όρος από τον άλλον και να θεμελιωθούν οι ιδιαιτερότητες του καθενός σε επίπεδο λόγου, ιστορίας, πολιτικής και ιδεολογίας. Έτσι, ενώ το άρθρο του Lyman Tower Sargent «Utopia –The Problem of Definition» είχε περιοριστεί σε τρεις «απλές κατηγορίες» («ευτοπία, ή θετική ουτοπία», «δυστοπία ή αρνητική ουτοπία» και «σατιρική ουτοπία») [5], στο πιο πρόσφατο άρθρο του «The Three Faces of Utopianism Revisited» παραδέχεται ότι «η αντιουτοπία χρησιμοποιείται κοινώς ως υποκατάστατο της δυστοπίας, είναι όμως ως τέτοια ανακριβής, και θα ήταν χρήσιμο να είχαμε έναν όρο για να περιγράψουμε εκείνα τα έργα που χρησιμοποιούν την ουτοπική μορφή για να επιτεθούν είτε στις ουτοπίες εν γένει είτε σε συγκεκριμένες ουτοπίες».[6]  Στο δικό του, ευρύτερα γνωστό έργο, ο Fredric Jameson έχει μετακινηθεί από την αρχική εξέταση της διαλεκτικής ανάμεσα στον ουτοπισμό και την αντιουτοπική αγωνία (στο Μεταμοντερνισμός), προς μια κριτική στην τάση να τίθενται η ουτοπία και η δυστοπία ως όροι μέσα σε ένα «απλό παιγνίδι αντιθέσεων» (Τhe Seeds of Time), για να καταλήξει αναγνωρίζοντας ότι χρειάζεται να διακρίνουμε ορισμένες τουλάχιστον εκδοχές της δυστοπίας από την αντιουτοπία –όρο ο οποίος τώρα δηλώνει αποκλειστικά το «πάθος να καταγγέλλει κανείς τα ουτοπικά προγράμματα στο πολιτικό πεδίο και να διατυπώνει μια προειδοποίηση ενάντιά τους», πάθος το οποίο σχετίζεται τόσο με τον εμπνευσμένο από τον Burke συντηρητισμό όσο και με «πιο σύγχρονους αντικομμουνισμούς και αντισοσιαλισμούς».[7]  Και οι δύο αυτοί κριτικοί αναγνωρίζουν ρητά το χρέος τους στις κρίσιμες παρεμβάσεις του Tom Moylan, του οποίου τα βιβλία Demand the Impossible και Scraps of the Untainted Sky αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα μιας απλής αντίθεσης μεταξύ ουτοπίας και δυστοπίας, εισάγοντας τις εννοιολογικά διαβαθμισμένες, πολύπλοκες κατηγορίες της «κριτικής ουτοπίας» και της «κριτικής δυστοπίας» αντιστοίχως.[8]

Στην πρώτη περίπτωση, της κριτικής ουτοπίας, και ενάντια στην παραδοχή σύμφωνα με την οποία η ουτοπία απλώς ενέχει την προβολή μιας εικόνας της κοινωνίας απαλλαγμένης από τα ίχνη της σύγκρουσης και του ανταγωνισμού,[9]  η ουτοπική δυνατότητα διατηρείται μέσω της ίδιας της κριτικής της άρνησης, καθώς οι «κριτικές ουτοπίες», τις οποίες ο Moylan εντοπίζει στα έργα της δεκαετίας του 1970 της Joanna Russ, της Ursula Le Guin, της Marge Piercy ή του Samuel R. Delany, εμπεριέχουν απεικονίσεις της ουτοπικής κοινωνίας με τις «ατέλειες, τις ανακολουθίες και τα προβλήματά της, ακόμη και με στοιχεία άρνησης της ουτοπικής παρόρμησης με τη μορφή της συνέχισης της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας στον καλύτερο αυτό τόπο». [10] Στη δεύτερη περίπτωση, της κριτικής δυστοπίας, που περιλαμβάνει τα έργα επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1990 της Le Guin, της Piercy, της Octavia Butler, του Kim Stanley Robinson και άλλων, το αντικείμενο της κριτικής άρνησης δεν είναι ένα προβαλλόμενο ουτοπικό μέλλον αλλά μάλλον το «μεταπολιτικό» παρόν –η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία των εταιριών όπου κυριαρχεί η λογική τού «δεν υπάρχει εναλλακτική». Έτσι, αν οι «κριτικές ουτοπίες» ενέχουν μια εσωτερική κριτική στον ουτοπικό πειρασμό για κλείσιμο και ολοποίηση, η «κριτική δυστοπία» αποτελεί μια εσωτερική κριτική του αβασάνιστου αντιουτοπισμού, η οποία συγκεράζει την ενδημική στο δυστοπικό είδος απαισιοδοξία με μια «ανοικτή, στρατευμένη ουτοπική στάση» που «αρνείται αναστοχαστικά τον αντιουτοπικό πειρασμό» ο οποίος «ελλοχεύει σε κάθε δυστοπική περιγραφή».[11]  Αν και πράγματι εγκαταλείπει όλους τους θετικούς ή ουσιαστικούς δεσμούς με μια ουτοπία εννοούμενη ως πρόγραμμα, η κριτική δυστοπία επίσης στοιχηματίζει πολιτικά σε αυτό που ο Fredric Jameson θα αποκαλούσε «αντι-αντιουτοπισμό».[12]

Προς ένα είδος τυπολογίας
Πώς μας βοηθούν τέτοιες αναθεωρήσεις της καθιερωμένης, διπολικής παρουσίασης της ουτοπίας και της άρνησής της να ξανασχεδιάσουμε το πεδίο των αντιουτοπικών και δυστοπικών κειμενικών πρακτικών; Εδώ θα περιοριστώ στο να παράσχω ένα βασικό σκιαγράφημα των ειδολογικών υποδιαιρέσεων που εμφανίζονται στο εσωτερικό της ευρύτερης περιοχής της αντιουτοπίας και της δυστοπίας. Αν εκλάβουμε τις αντιουτοπίες ως αναπαραστάσεις που δεν περιορίζονται σε μια «εσωτερική» κριτική των ουτοπικών οραμάτων αλλά προχωρούν σε μια απόρριψη του ουτοπισμού από μια θέση που υποτίθεται ότι βρίσκεται έξω από αυτόν –είτε τοποθετούμενες σε υβριδικούς χώρους όπου συνδυάζονται ο ρεαλισμός, ο πραγματισμός και ο κυνισμός είτε προσχωρώντας σε «μεταουτοπικά» πολιτικά οράματα της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της δημοκρατίας– τότε μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες πέντε βασικές υποκατηγορίες του αντιουτοπισμού:

1.1. Σατιρικές αντιουτοπίες
Στην υποκατηγορία αυτή θα κατέτασσα έργα τα οποία καταφέρονται ενάντια σε προγενέστερα έργα ή διανοητικές παραδόσεις, παρουσιάζοντάς τες ως «ουτοπικές» με το επιχείρημα ότι είναι ανεφάρμοστες ή δεν επιδεικνύουν κανέναν ρεαλισμό, και τα οποία χρησιμοποιούν την κριτική αυτή για να απονομιμοποιήσουν την αυθεντία των επιταγών τους αναφορικά με την καλή ζωή και την καλή κοινωνία. Τέτοια έργα είναι κατ’ ανάγκη λογοτεχνικά και μυθοπλαστικά, καθώς μετέρχονται στρατηγικές που ιδιάζουν στο πεδίο του μυθοπλαστικού λόγου: πλαισίωση, δομή με πλοκή, αναφορές σε κείμενα «του κανόνα» (που γίνονται αντικείμενο αναφοράς είτε με τρόπο επιδοκιμαστικό, στον κείμενο-στόχο, είτε με τρόπο ειρωνικό, στην αντιουτοπία), υφολογική παρωδία (μολονότι το γνώρισμα αυτό απαντά και σε μη μυθοπλαστικά κείμενα).[13] Τα κείμενα που μπορούν να ενταχθούν στην υποκατηγορία αυτή δεν ενδιαφέρονται να αντικαταστήσουν εκείνο που εκθέτουν ως παραλογισμό με εναλλακτικές πιο ορθολογικές ή λειτουργικές, και ως εκ τούτου δεν εκδηλώνουν καμία εποικοδομητική βούληση. Εκείνο που τα διαφοροποιεί από την απλή σάτιρα είναι η ιδεολογική συνοχή και ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της κατεύθυνσης της παρωδίας. Ωστόσο, μολονότι η παρωδία μπορεί να έχει συνεπαγωγές για τους ουτοπικούς πόθους στο σύνολό τους, αυτές δεν οδηγούν σε μια συλλήβδην απόρριψη του ίδιου του ουτοπισμού. Έτσι, αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί μια «ασθενής» μορφή λογοτεχνικής αντιουτοπίας. Το ειδολογικό της πρωτότυπο μπορεί να εντοπιστεί σε πρώιμα κείμενα όπως Οι Νεφέλες του Αριστοφάνη, παρότι έργα όπως Η ιστορία του Μπλάιθντεηλ του Nathaniel Hawthorne (1852), οι Σημειώσεις από το υπόγειο τού Dostoevsky (1864), το Έρεβον του Samuel Butler (1872) ή το Fall of Utopia του Charles Joseph Bayne (1900) παρέχουν πιο σύγχρονα παραδείγματα. Η έλλειψη σημαντικών σατιρικών αντιουτοπιών κατά τον εικοστό αιώνα δείχνει ότι έχει ατροφήσει ιστορικά η δυνατότητα αυτού του είδους, το οποίο φαίνεται πως έχει πέσει θύμα της ίδιας του της ροπής προς την αναποφασιστικότητα και την αμφισημία. Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος τού Aldous Huxley (1932) μού φαίνεται πως είναι ό,τι πλησιέστερο στη σατιρική αντιουτοπία έχει να παρουσιάσει ο εικοστός αιώνας.

1.2 Δογματικές μυθοπλαστικές αντιουτοπίες
Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει λογοτεχνικά και μυθοπλαστικά κείμενα όπου το ουτοπικό όραμα που συνδέεται είτε με ένα συγκεκριμένο κείμενο είτε με μια ευρύτερη παράδοση προβάλλεται δια της φαντασίας ως επί της ουσίας πραγματωμένο, με καταστροφικά όμως αποτελέσματα. Σε αντίθεση με τα έργα της προηγούμενης υποκατηγορίας, δεν πρόκειται για κείμενα που αρκούνται στο να λοιδορούν τον άχρηστο, ανεφάρμοστο και άνευ νοήματος χαρακτήρα των ουτοπικών πόθων. Στο στόχαστρό τους βρίσκεται μάλλον το καταστροφικό δυναμικό της ίδιας της ουτοπικής παρόρμησης. Σε αντίθεση με τα δυστοπικά έργα, ούτε ασκούν κριτική στη διεφθαρμένη εφαρμογή και διαστροφή των ουτοπικών ιδεωδών ούτε φαντάζονται ένα εφιαλτικό μέλλον που έχει κυοφορηθεί από την εκτράχυνση προβλημάτων εγγενών στο ιστορικό παρόν. Εκείνο που κάνουν είναι να οραματίζονται μια κοινωνία η οποία όντως πραγματώνει τα ιδεώδη μιας ουτοπίας (για παράδειγμα τον ειρηνισμό, την ισότητα των φύλων, την κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης, κ.λπ.) αφήνοντας όμως να εννοηθεί πως, άπαξ και πραγματώνονταν, τέτοιου είδους ιδεώδη θα μετατρέπονταν σε παράγοντες καταστροφής. Η συνεπαγωγή είναι ότι, σε αντίθεση με τις αφελώς ουτοπικές προβολές και προσδοκίες, η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι ένας οργανισμός που λειτουργεί με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο δίχως να κάνει έναν ορισμένο αριθμό υποχωρήσεων στην «πεπτωκυία φύση» της (στην απληστία, την εκμετάλλευση, την ιεραρχία, την αδικία, κ.λπ.). Κατά συνέπεια, τα κείμενα αυτά έχουν την τάση να ξεκινούν από την παραδοχή περί ενός θεμελιωδώς αμετάβλητου, ανιστορικού ορισμού τού τι είναι «φυσικό» για την ανθρωπότητα. Πρόκειται για μια «ισχυρή» εκδοχή της λογοτεχνικής και μυθοπλαστικής αντιουτοπίας, η οποία θεωρώ ότι είναι κατ’ εξοχήν νεωτερική, καθώς δεν υπάρχουν ανάλογά της στην κλασική και τη μεσαιωνική παράδοση. Το The Fable of the Bees τού Bernard Mandeville (1714), μια έκθεση της πανωλεθρίας που επέρχεται όταν η πλειονότητα των μελισσών εγκαταλείπει την κυψέλη σε αναζήτηση της αρετής και της εντιμότητας, θα μπορούσε να εκληφθεί ως το ειδολογικό πρωτότυπο της υποκατηγορίας αυτής, έστω κι αν συνήθως διαβάζεται ως απλή σάτιρα. Έργα του τέλους του δεκάτου ενάτου αιώνα, που εστιάζουν στις καταστροφικές συνέπειες της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού, αποτελούν ιδιαίτερα ισχυρές και ορατές συνιστώσες αυτής της ομάδας· κλασικό παράδειγμα είναι το έργο της Anna Bowman Dodd The Republic of the Future: Or, Socialism a Reality. Εδώ θα συμπεριλάμβανα επίσης τα έργα που απορρίπτουν ένα ουτοπικό πρότυπο στενά συνδεδεμένο με μια πολιτική ιδεολογία, όπως συμβαίνει σε μια συστάδα έργων γραμμένων για να προειδοποιήσουν ενάντια στην πραγμάτωση των «εθνικιστικών» αρχών του Looking Backward του Edward Bellamy (1888). [14] Δεδομένης της εξαφάνισης των ευθέως ουτοπικών μυθοπλαστικών μοντέλων, αυτή η ειδολογική δυνατότητα επίσης φαίνεται πως περιέπεσε σε αδράνεια κατά τον εικοστό αιώνα.

1.3 Δογματικές μη μυθοπλαστικές αντιουτοπίες
Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει κείμενα, ειδικά στην περιοχή της κοινωνικής θεωρίας, τα οποία υπαινίσσονται ότι ο ουτοπισμός είναι βαθιά ασύστατος, στο μέτρο που η πραγμάτωση αυτού που είναι θεωρητικά καλύτερο θα κατέστρεφε ό,τι είναι πραγματώσιμο ως αγαθό. Σε αντίθεση με έργα της δεύτερης υποκατηγορίας, δεν κάνουν φανταστικές προβολές ούτε εστιάζουν σε ένα τρομακτικό μέλλον· εκείνο που κάνουν είναι να διαγιγνώσκουν την απειλή του ουτοπισμού ως μια τάση υπαρκτή στο παρόν. Σε αντιδιαστολή με τις αντιουτοπίες τις οποίες θα αποκαλούσα προληπτικές, δεν χαρακτηρίζουν ρητά την υφιστάμενη πραγματικότητα ως ουτοπική ούτε ως μια κατάσταση που πρέπει να παραμείνει εντελώς αμετάβλητη. Και, σε αντιδιαστολή με τις δυστοπίες, δεν εμπεριέχουν κάποια κριτική στην κυρίαρχη κοινωνική τάξη πραγμάτων ή σε συγκεκριμένες ουτοπικές προκείμενες. Εκείνο που βλέπουν ως εσφαλμένο στην ουτοπία δεν είναι η δυνατότητα διαστροφής της αλλά μάλλον η ίδια της η ουσία: η επιθυμία για συνολικές λύσεις, ο παραπλανητικός χαρακτήρας της ουτοπικής δυσαρέσκειας με το παρόν, η εμπιστοσύνη σε αφηρημένα ιδεώδη και όχι στη συγκεκριμένη σοφία της συσσωρευμένης (ατομικής και συλλογικής) εμπειρίας, κ.λπ. Πρόκειται επίσης για μια χαρακτηριστικά νεωτερική υποκατηγορία της αντιουτοπίας, που γεννήθηκε στις μεγάλες αναταραχές του Διαφωτισμού και της εποχής των πολιτικών επαναστάσεων. Είναι επίσης μια υποκατηγορία στενά συνδεδεμένη με τον «κοινό νου», τις εμπειριστικές διανοητικές παραδόσεις της αγγλοαμερικανικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, τόσο η μυθοπλαστική όσο και η μη μυθοπλαστική δογματική αντιουτοπία είναι συχνά ξενοφοβικές, εφόσον οι φερόμενοι ως παράγοντες της καταστροφής ταυτίζονται με τις ιδέες άλλων πολιτισμών και κοινωνιών, κυρίως εκείνων που θεωρούνται ότι έχουν μια έφεση προς τον ριζοσπαστισμό, τη βία και την επανάσταση. Κατ’ εμέ, υποψήφιο για τη θέση του πρωτότυπου του είδους αυτού είναι το έργο του Edmund Burke Στοχασμοί για την επανάσταση στη Γαλλία (1790), ενώ εξέχουσα θέση μεταξύ των σύγχρονων έργων θα πρέπει να δοθεί στον ακρογωνιαίο λίθο του ψυχροπολεμικού αντιουτοπισμού, δηλαδή στο δίτομο έργο του Karl Popper Η ανοικτή κοινωνία και οι εχθροί της (1945).

1.4 Προληπτικές αντιουτοπίες
Εδώ θα συμπεριλάμβανα μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα τα οποία ούτε προβαίνουν σε μια άρνηση των προκειμένων των ουτοπικών κειμένων ή παραδόσεων ούτε επιστρατεύουν το τέχνασμα των μελλοντικών καταστροφικών προβολών. Εκείνο που κάνουν είναι να υποστηρίζουν ρητά τη θέση ότι η υφιστάμενη πραγματικότητα είναι, στην ουσία, ήδη ουτοπική και ότι, ως εκ τούτου, η συνεχιζόμενη δυσαρέσκεια με αυτήν είναι άμεσα ή έμμεσα αθέμιτη, ακόμη και επικίνδυνη. Ένα παράδειγμα από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα αποτελεί το Οur Industrial Utopia and its Unhappy Citizens του David Hilton Wheeler (1895), ενώ το μακράν διασημότερο έργο του Francis Fukuyama Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος (1992) θα μπορούσε να θεωρηθεί το αντίστοιχό του στα τέλη του εικοστού αιώνα.

1.5 Κριτικές αντιουτοπίες
Προτείνω, κάτω από τον τίτλο αυτόν, να ταξινομήσουμε εκείνα τα μη μυθοπλαστικά έργα –ειδικότερα από τις περιοχές της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης και της πολιτικής θεωρίας– που αντιτίθενται στον ουτοπισμό αλλά δίχως να υποστηρίζουν ρητά τον επιθυμητό χαρακτήρα της τρέχουσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων ούτε να απορρίπτουν τις προοπτικές της ριζικής κοινωνικής αλλαγής. Τα εν λόγω κείμενα δεν έχουν την τάση να ασκούν κριτική σε συγκεκριμένα ουτοπικά κείμενα. Τείνουν μάλλον να θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη του «ουτοπισμού» τον οποίο καθιστούν συνώνυμο με έναν αριθμό απαράδεκτων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ιδέα της δυνατότητας και της επιθυμητότητας της απόλυτης κοινωνικής ενότητας και αρμονίας, η εξάλειψη όλων των ανταγωνισμών, ο μαρασμός της πολιτικής κοινωνικότητας, η θετική επίτευξη της πλήρους κοινότητας, η πρόκριση της υπερβατικότητας ή η έμφαση στην αναβολή της ριζικής αλλαγής σε ένα ακαθόριστο και ουσιαστικά άπιαστο μέλλον. Ο κριτικός αντιουτοπισμός δεν συνδέεται παραδοσιακά με μια συντηρητική πολιτική. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για το ρεύμα που κυριαρχεί στη μετά το 1968 αριστερή κοινωνική σκέψη και περιλαμβάνει έναν αριθμό γνωστών ορολογικών και θεωρητικών εναλλακτικών στον ουτοπισμό: την ετεροτοπία του Foucault, την καθαρή εμμένεια των Deleuze και Guattari, το α-δύνατο του Derrida, την καταστατική δυσουτοπία [disutopia] του Negri [15] και, με τρόπο κάπως αμφίσημο, την έννοια της συμβαντικής ρήξης με την κρατούσα κατάσταση του Badiou.[16]  Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η υποκατηγορία τούτη, σαφώς νεωτερική, έχει διττές –και με περίπλοκο τρόπο συνυφασμένες– ρίζες τόσο στην κριτική που ασκεί ο Marx στις αφηρημένες προρρήσεις του ουτοπικού σοσιαλισμού όσο και στην ανελέητη αποκάλυψη των αντισταθμιστικών παρηγοριών που προσφέρουν η φαντασίωση και το Φαντασιακό, στην οποία προβαίνουν ο Freud και ο Lacan. [17]  Για την κριτική αντιουτοπία μπορεί να ειπωθεί ότι μοιράζεται περισσότερα πράγματα με την κριτική ουτοπία παρά με οποιαδήποτε άλλη υποκατηγορία της αντιουτοπίας, μολονότι, σε αντιδιαστολή με την τελευταία, εμπεριέχει μια ρητή απόρριψη ενός ουτοπικού πλαισίου και μιας ουτοπικής ορολογίας.

Θα διέκρινα τις δυστοπίες από τις αντιουτοπίες για τους ακόλουθους λόγους: α) δεν προϋποθέτουν ούτε πραγματοποιούν μια ολική απόρριψη της ουτοπικής παρόρμησης ή του ουτοπικού πόθου ως τέτοιου· β) οι κριτικές τους είναι εμφατικά υποκειμενικές, δηλαδή καθίσταται ρητό ότι διατυπώνονται από τη θέση ενός συγκεκριμένου υποκειμένου και όχι από μια θεωρούμενη ως αντικειμενική θέση αξιολόγησης· γ) είναι στην συντριπτική τους πλειονότητα αφηγηματικές αντί για επιχειρηματολογικές στη φύση τους, και έτσι δεν περιλαμβάνουν συχνά μη μυθοπλαστικές μορφές· δ) γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο προσανατολισμός τους είναι πολιτικά και ιδεολογικά αμφίσημος.

Οι δυστοπίες, που εμπίπτουν ως επί το πλείστον (αλλά όχι εντελώς) στο λογοτεχνικό είδος της επιστημονικής φαντασίας, οφείλουν περισσότερα σε λογοτεχνικά είδη όπως το μελόδραμα και το γοτθικό μυθιστόρημα (που αμφότερα εξαρτώνται από τον εντυπωσιασμό και τα αφηγηματικά σοκ και μπορούν να συνδεθούν με πολύ διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις, αναλόγως με το πλαίσιο και τις παραλλαγές της ανταπόκρισης του αναγνώστη) απ’ ό,τι στο επεξηγηματικό ύφος της αντιουτοπίας, οι πολιτικές προτιμήσεις της οποίας τείνουν να είναι έκδηλα συντηρητικές (με εξαίρεση την ενδιαφέρουσα «μη ομαλή» υποκατηγορία της κριτικής αντιουτοπίας). Μπορούν επίσης να χωριστούν στις ακόλουθες πέντε βασικές υποκατηγορίες:

2.1 Δυστοπίες της τραγικής αποτυχίας
Πρόκειται για την υποκατηγορία της δυστοπίας που είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τη μελλοντολογική επιστημονική φαντασία ως προνομιακή μορφή. Εδώ θα συμπεριλάμβανα κείμενα μυθοπλαστικά, και ενίοτε μη μυθοπλαστικά, τα οποία αναδιφούν τις αιτίες της αποτυχίας ή της κακής έκβασης ενός κατά τα άλλα ευγενούς ή ενάρετου ουτοπικού σχεδίου (ή μιας συνειδητής κοινότητας, στις μη μυθοπλαστικές περιπτώσεις). Τέτοιες αιτίες μπορεί να αποδίδονται σε θεμελιώδεις συνιστώσες της «ανθρώπινης φύσης», σε ιδεολογικές αντιφάσεις και στη συνέχιση των ανταγωνισμών ή σε εξωτερικές περιστάσεις όπως η βίαιη καταστολή· εκείνο που παραμένει κρίσιμο είναι το ότι στόχος είναι να γίνει αντιληπτή η αποτυχία ως τραγική, τουλάχιστον μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Έτσι, στον αρχικό ουτοπικό στόχο αποδίδεται ένας βαθμός αξιοπρέπειας και ευγένειας αντί αυτός να απαξιώνεται απερίφραστα. Ένα κλασικό λογοτεχνικό παράδειγμα μιας δυστοπίας της τραγικής αποτυχίας αποτελεί το έργο του Mario Vargas Llosa The War of the End of the World (1981), όπου εξιστορείται η στρατιωτική εξόντωση της απόκληρης κοινότητας των Canudos. Μεταξύ των κινηματογραφικών παραδειγμάτων θα μπορούσαν να περιληφθούν η δραματοποίηση της αποσύνθεσης μιας σύγχρονης ουτοπίας της αντικουλτούρας στο Οι ηλίθιοι του Lars Von Trier (1998), η περιγραφή της τυχαίας γέννησης και του βίαιου τέλους μιας αγροτικής κολεκτίβας στην καμπή του αιώνα στο Οι κληρονόμοι του Stephan Ruzowitzky (1998) ή η εξέταση της κατάρρευσης ενός ουτοπικού «γενναίου ψεύδους» στο Σκοτεινό χωριό του M. Night Shyamalan (2004). Η περιγραφή της διαμόρφωσης, της ανάπτυξης και της τελικής παρακμής της κολεκτίβας Brook Farm στο The Dark Side of Utopia του Sterling Delano (2004) –μία από τις πολλές παρόμοιες περιγραφές της γέννησης, της ανάπτυξης και του θανάτου των «συνειδητών κοινοτήτων»– αφήνει να εννοηθεί πως σε αυτή την υποκατηγορία μπορεί να ανήκουν και μη μυθοπλαστικά έργα. Η δυστοπία της τραγικής αποτυχίας παρουσιάζει σημαίνουσες αλληλοεπικαλύψεις με την κριτική ουτοπία· ωστόσο, σε αντίθεση με αυτήν, ενέχει επίσης ένα στοιχείο ξεκάθαρου κλεισίματος, διότι θέτει ρητά ως αφηγηματική της έκβαση τη (βίαιη ή συναινετική) διάλυση του ουτοπικού σχεδίου.

2.2 Δυστοπίες της αυταρχικής καταστολής
Πρόκειται για δυστοπίες οι οποίες, ταυτίζοντας το κράτος με τον πρωταρχικό υπαίτιο για τη διαστροφή των ουτοπικών παρορμήσεων ή αρχών, μαρτυρούν την αντίδρασή τους στις προηγούμενες ελπίδες του εικοστού αιώνα, σχετικά με τις προοπτικές της κρατικής επανάστασης. Σε αντιδιαστολή με τις δογματικές εκδοχές των μυθοπλαστικών ή μη μυθοπλαστικών αντιουτοπιών, αλλά και με τις προληπτικές αντιουτοπίες, τα κείμενα τούτα δεν είναι ούτε κατ’ ανάγκη ούτε εγγενώς αντιουτοπικά. Παραμένει έτσι ανοικτός στην κριτική συζήτηση ο βαθμός στον οποίο υπαγορεύουν ή προϋποθέτουν μια σφαιρική απόρριψη του ουτοπισμού ή μια διαμαρτυρία ενάντια στην πεπερασμένη μορφή της διαστροφής του. Επιπλέον, σε αντιδιαστολή με τις δογματικές μυθοπλαστικές ή μη μυθοπλαστικές αντιουτοπίες, πρόκειται για κείμενα τα οποία δεν βλέπουν την καταστροφή ως αποτέλεσμα της ουσιαστικής πραγμάτωσης των ουτοπικών προκειμένων. Εκείνο που δραματοποιούν είναι η διαστροφή του ουσιαστικού πυρήνα των ουτοπικών αρχών, όπου η θεσμοποίηση, ο εξορθολογισμός και η γραφειοκρατία διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο. Στην ουσία, η δυστοπία της αυταρχικής καταστολής αφήνει να εννοηθεί ότι «το γράμμα σκοτώνει»: η ουτοπία έχει πραγματωθεί μόνο ως κενή μορφή, από την οποία λείπει κάθε αυθεντικό και ζωοποιό περιεχόμενο. Έχει ως εκ τούτου καταστεί αυτοκτονική ή αυτοκαταστροφική στην πράξη, διότι βάσισε τη συλλογική ευδαιμονία στη χρήση της κρατικής τρομοκρατίας, στην επιτήρηση, τη σιδερένια πειθαρχία και τη μισαλλοδοξία. Η δυστοπία της αυταρχικής καταστολής μοιράζεται πολλά στοιχεία με την κριτική ουτοπία, διακρίνεται όμως από αυτήν λόγω της τάσης της να προκρίνει το αφηγηματικό κλείσιμο και την υποκειμενική απελπισία. Τα χαρακτηριστικά παραδείγματα του είδους αυτού είναι αρκετά γνωστά και συγκεντρώνονται κατά κύριο λόγο στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα: το Εμείς του Zamyatin (1921) [18], το 1984 του Orwell (1948) [19]  και το Fahrenheit 451 του Bradbury (1953) –από την άποψη αυτή, εξαίρεση αποτελεί το όραμα ενός θεοκρατικού ολοκληρωτισμού που εκτίθεται στο έργο της Margaret Atwood Τhe Handmaid’s Tale (1985). Η ταινία του Gary Ross Pleasantville (1998) αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα απόπειρα να διαγνωστεί η αυταρχική καταστολή ως μια αρχή ικανή να λειτουργήσει δίχως την άμεση εμπλοκή του κράτους και έτσι ως αρχή που μπορεί να είναι ενεργή ακόμη και στις αποκαλούμενες «φιλελεύθερες» κοινωνίες. Η παραβολή του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή» στους Αδελφούς Καραμαζώφ του Dostoevsky (1880) θα μπορούσε να θεωρηθεί το βασικό θεμέλιο της πολιτικής θεολογίας του κράτους που υποβάλλεται σε κριτική σε όλα τα κείμενα του είδους αυτού.

2.3 Δυστοπίες της καταστροφικής ενδεχομενικότητας
Η παράδοση αυτή είναι παλαιότερη από εκείνη των δυστοπιών της αυταρχικής καταστολής και, κατά τρόπο ειρωνικό, επέζησε μετά από αυτές· περιλαμβάνει όλες τις δυστοπίες όπου ο θεμελιώδης παράγοντας της καταστροφής είναι ενδεχομενικός –εισβολή εξωγήινων, ένας ιός, σύγκρουση με κάποιον μετεωρίτη, απρόβλεπτη βιολογική μετάλλαξη, και ούτω καθεξής. Ο πόλεμος των κόσμων του H. G. Wells (1898) ενδεχομένως αποτελεί τον διασημότερο πρόγονο της υποκατηγορίας αυτής, για την οποία μπορεί κανείς να πει ότι συνεχίζεται στη σταθερά δημοφιλή παράδοση των «ταινιών καταστροφής» του εικοστού αιώνα. Οι δυστοπίες της καταστροφικής ενδεχομενικότητας μπορεί να εμπεριέχουν την κριτική ή τη σάτιρα ενάντια στην κρατική αρχή ή στη δυσλειτουργικότητα των υφιστάμενων κοινωνικών θεσμών, όμως δεν τους αποδίδουν τον ρόλο της πρωταρχικής αιτίας της καταστροφής. Ο χαρακτήρας τους παραμένει έτσι πολύ λιγότερο πολιτικός από των δυστοπιών της αυταρχικής καταστολής, ενώ συνήθως έλκονται με ευκολία προς τις λαϊκιστικές, δεξιόστροφες εκδοχές του αποκαλυπτισμού και του επιβιωτισμού. Μαζί με τις δυστοπίες της τραγικής αποτυχίας αποτελούν «ασθενείς» δυστοπίες, υπό την έννοια ότι δεν διατυπώνουν κανέναν ρητό ή γενικευτικό ισχυρισμό σχετικά με τον χαρακτήρα της επικρατούσας κοινωνικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων. Ωστόσο, και σε αντιδιαστολή με τις δυστοπίες της τραγικής αποτυχίας, δεν ενέχουν κάποια συναισθηματική συστράτευση με τις χαμένες ουτοπικές προοπτικές.

2.4 Μηδενιστικές δυστοπίες
Η υποκατηγορία αυτή, που άρχισε να ανθίζει κατά τη δεκαετία του 1980, ταυτίζεται στην πραγματικότητα με ό,τι είναι γνωστό ως κυβερνοπάνκ και έχει μεταξύ των προγόνων της το έργο του Philip K. Dick, του J.G. Ballard και του William S. Burroughs· συνδυάζει τον «βρόμικο ρεαλισμό» με μια διάχυτη και συχνά ιδεολογικά ασυνάρτητη επίθεση στην υφιστάμενη κοινωνική τάξη πραγμάτων. Σε αντιδιαστολή με τις δυστοπίες της αυταρχικής καταστολής, οι μηδενιστικές δυστοπίες τείνουν να δίνουν έμφαση στην πολυεθνική εταιρεία αντί του κράτους και στην τεχνολογική μετάλλαξη αντί της κοινωνικής πολιτικής, όταν περιγράφουν την γραφειοκρατικοποίηση και την κοινωνική παρακμή. Επίσης κλίνουν περισσότερο προς τον αγνωστικισμό σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα ενός συνόλου καταφατικών συλλογικών αξιών. Μετέχουν στον αποκαλυπτισμό των δυστοπιών της καταστροφικής ενδεχομενικότητας, μολονότι ο ρεαλισμός τους συνεπάγεται μια σαφώς εντονότερη κριτική διάσταση σε ό,τι αφορά τους υφιστάμενους κοινωνικούς θεσμούς και πρακτικές. Πρόκειται για «ισχυρές» δυστοπίες διότι όντως εμπεριέχουν γενικευτικούς και πομπώδεις ισχυρισμούς για τον χαρακτήρα του παρόντος και του υποτιθέμενου μέλλοντος. Όπως επισημαίνει ο Carl Freedman, το Νευρομάντης του William Gibson (1984) είναι το «αδιαφιλονίκητο παράδειγμα και το μοναδικό γενικώς αναγνωρισμένο αριστούργημα» της υποκατηγορίας αυτής.[20]  Η ταινία του Ridley Scott Blade Runner (1982) επίσης συνδέεται συχνά με τον μηδενιστικό δυστοπισμό του κυβερνοπάνκ, παρά το γεγονός ότι βασίζεται στην κατά πολύ προγενέστερη νουβέλα του Philip K. Dick Do Androids Dream of Electric Sheep?

2.5 Κριτικές δυστοπίες
Τα κείμενα αυτά, που εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1990, βλέπουν την παρούσα τεχνολογική, οικολογική και κοινωνικοπολιτική κατάσταση πραγμάτων ως καταδικασμένη να καταστραφεί. Το αποκαλυπτικό στοιχείο των δυστοπιών της ενδεχομενικότητας και των μηδενιστικών δυστοπιών δεν απουσιάζει από αυτά, όμως μετριάζεται από μια πιο συντονισμένη και συνεκτική ανάλυση των προβληματικών και επικίνδυνων τάσεων του υφιστάμενου κόσμου καθώς και από μια συναισθηματική αντίσταση στο μηδενιστικό ταπεραμέντο. Αντίθετα από τις δυστοπίες της τραγικής αποτυχίας, τις κριτικές δυστοπίες δεν τις απασχολεί η μελαγχολική περιγραφή του εκφυλισμού μιας αρχικά ευγενούς ή ενάρετης απόπειρας να πραγματωθεί η ουτοπία. Και, σε αντιδιαστολή με τις δυστοπίες της αυταρχικής καταστολής, δεν εστιάζουν στον κατασταλτικό χαρακτήρα του κράτους που κατακυριεύει τα πάντα. Στην πραγματικότητα, όπως οι κριτικές αντιουτοπίες, οι κριτικές δυστοπίες συνιστούν μια ανωμαλία στο εσωτερικό της ευρύτερης ομάδας στην οποία ανήκουν, διότι μοιράζονται λιγότερα με τις άλλες μορφές δυστοπίας απ’ ό,τι με την παράδοση του κριτικού ουτοπισμού. Η διαφορά τους από την τελευταία είναι σε μεγάλο βαθμό μάλλον ζήτημα έμφασης παρά ουσίας: στην κριτική ουτοπία υπερισχύει η πίστη στο ουτοπικό όραμα, μολονότι αυτή μετριάζεται από έναν αναστοχαστικό σκεπτικισμό· στην κριτική δυστοπία, είναι η καταδίκη της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων εκείνη που παίρνει το προβάδισμα, όχι όμως ως κάτι που αποκλείει τη θετική επένδυση στη δυνατότητα της ριζικής αλλαγής και ενός διαφορετικού μέλλοντος. Ο στενός αυτός λογικός δεσμός ανάμεσα στην κριτική δυστοπία και την κριτική ουτοπία εξηγεί γιατί συγγραφείς όπως η Piercy ή η Le Guin αποτελούν εξέχουσες μορφές αμφοτέρων αυτών των παραδόσεων.

Συστημικές αλληλοεπικαλύψεις και περιπλοκές
Βέβαια, σχεδόν καμία από τις δέκα αυτές υποκατηγορίες δεν μπορεί να εκληφθεί ως «καθαρή» ή να θεωρηθεί απομονωμένη από διάφορες εκδοχές ανάμιξης και αλληλεπίδρασης μεταξύ ειδών. Πράγματι, μια τέτοια ανάμιξη ή ανακάτεμα των κωδίκων ξεπερνά τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αντιουτοπίας και δυστοπίας. Έτσι, οι κριτικές αντιουτοπίες, οι κριτικές δυστοπίες και οι κριτικές ουτοπίες μοιράζονται την ενεργό δυσαρέσκεια απέναντι στην παρούσα κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων, αλλά με διαφορετικούς βαθμούς σκεπτικισμού σχετικά με τη βιωσιμότητα ή το βάσιμο των ουτοπικών οραμάτων ή πόθων. Ένας πιο διαφιλονικούμενος συνδυασμός αφορά τις δογματικές μυθοπλαστικές αντιουτοπίες και τις δυστοπίες της αυταρχικής καταστολής: ο Zamyatin ή ο Orwell έχουν συχνά διαβαστεί ως αντιουτοπικοί συγγραφείς, δεδομένου ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο να καθοριστεί το όριο ανάμεσα, αφενός, στο να βλέπει κανείς την ουσιαστική εκπλήρωση του ίδιου του ουτοπικού ιδεώδους ως μια καταστροφή που επιφέρει τον αυταρχισμό και, αφετέρου, στο να αντιμετωπίζει την καταστροφή αυτή ως τη ριζική διαστροφή ή την εσωτερική προδοσία του ιδεώδους. Οι εκρηκτικές αμφισημίες του θρύλου του Dostoevsky για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή είναι, φρονώ, εμβληματικές του προβλήματος αυτού. [21]  Η συχνή τάση να εντάσσεται ο Θαυμαστός καινούργιος κόσμος τού Huxley στην ίδια ομάδα με τα μυθιστορήματα του Zamyatin και του Orwell αντί να συγκαταλέγεται με τις άλλες αντιουτοπικές σάτιρες επίσης αφήνει να εννοηθεί πως υπάρχουν σημαντικές περιοχές όπου αναμιγνύονται στοιχεία από τις παραδόσεις της αντιουτοπικής σάτιρας και της δυστοπίας της αυταρχικής καταστολής. Δεν είναι τυχαίο ότι το Pleasantville του Ross, το οποίο τοποθέτησα στην ομάδα που περιλαμβάνει επίσης τα έργα του Orwell και του Zamyatin, βρίθει σατιρικών στοιχείων –ειδικότερα σε ό,τι αφορά την εθιστική κενότητα που χαρακτηρίζει τη μέχρι λατρείας δημοφιλία των παλιών «οικογενειακών κωμικών σειρών»– τα οποία δεν έχουν πάντα πολιτικές προεκτάσεις ούτε σχετίζονται με την κριτική στην αυταρχική πλευρά του κομφορμισμού της δεκαετίας του 1950. Ο «ασθενής» χαρακτήρας υποκατηγοριών όπως της σατιρικής αντιουτοπίας και της δυστοπίας της τραγικής αποτυχίας επίσης τις καθιστά επιδεκτικές αλληλοεπικάλυψης με υποκατηγορίες από την άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής, αφού συχνά διακρίνονται μεταξύ τους μόνο λόγω της έμφασης και της τονικότητας (σαρκαστική και καυστική στην πρώτη περίπτωση, μελαγχολική και νοσταλγική στη δεύτερη) και όχι τόσο από διαφορές ουσίας (αφού, και στις δύο περιπτώσεις, η ουτοπία αποδεικνύεται ένα απραγμάτωτο όνειρο): εμβληματικές αυτής της δυνατότητας είναι οι πολύ γνωστές αμφισημίες στην Ιστορία του Μπλάιθντεηλ του Hawthorne ή στις Σημειώσεις από το υπόγειο και Το όνειρο ενός γελοίου (1877) του Dostoevksy.

Οι αλληλοεπικαλύψεις ανάμεσα στις δυστοπίες της καταστροφικής ενδεχομενικότητας και τις μηδενιστικές δυστοπίες έχουν λιγότερες πιθανότητες να θέσουν υπό αμφισβήτηση την πρωταρχική διάκριση μεταξύ αντιουτοπίας και δυστοπίας, δεδομένου ότι εμφανίζονται στο εσωτερικό του ίδιου ευρύτερου ειδολογικού πεδίου: για τη δυστοπία της καταστροφικής ενδεχομενικότητας μπορεί να πει κανείς ότι κινητοποιεί μορφές αποκαλυπτικής απόλαυσης οι οποίες επίσης ενέχονται στη μηδενιστική δυστοπία, ενώ η τάση της τελευταίας προς την πολιτική ασυναρτησία οφείλεται εν μέρει στο ότι αποδέχεται τη σημαντικότητα ενδεχομενικών παραγόντων. Η αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με την οικολογική καταστροφή έχει καταστήσει δυνατή την αμοιβαία γονιμοποίηση των δυστοπιών της καταστροφικής ενδεχομενικότητας και των κριτικών δυστοπιών, πρωτίστως προς μια κατεύθυνση στο πλαίσιο της οποίας η μελλοντική καταστροφή θεωρείται ελάχιστα ενδεχομενική ενώ προτείνονται απαντήσεις σε αυτήν που είτε είναι σχετικά αποπολιτικοποιημένες είτε οδηγούν στην αποπολιτικοποίηση (παράδειγμα αποτελεί μια ταινία όπως το Μετά την επόμενη μέρα τού Ronald Emmerich, του 2004, όπου η έντονη κριτική στην οικολογική αδιαφορία που επιδεικνύουν οι ύστερες βιομηχανικές κοινωνίες συνδυάζεται με μια γελοιωδώς ατομικιστική αφηγηματική πλοκή).

Οι προληπτικές αντιουτοπίες, τέλος, φαίνεται πως μόνο σε περιορισμένο βαθμό μπορούν να αλληλεπικαλυφθούν με άλλες εκδοχές της αντιουτοπίας (τις δογματικές, μυθοπλαστικές ή μη, αντιουτοπίες) και καθόλου με τις εκδοχές της δυστοπίας. Αυτό δεν τις καθιστά ασήμαντες από πολιτισμική άποψη, καθώς ο προληπτικός αντιουτοπισμός αποτελεί κυρίαρχο γνώρισμα του λόγου των μέσων μαζικής επικοινωνίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού, ενώ ήταν επίσης κυρίαρχο γνώρισμα της κρατικής προπαγάνδας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πράγματι, ίσως είναι η φυσική του κλίση προς την ουδετερότητα καθώς και η εγγενής του αντίσταση στην αφηγηματοποίηση εκείνες που εμποδίζουν τη δυνατότητα να διαμορφώσει υβρίδια με άλλες εκδοχές του αντιουτοπισμού ή του δυστοπισμού.

Σημειώσεις
[1] Για μια σύντομη παρουσίαση της ανάδυσης του πεδίου των Ουτοπικών Σπουδών, βλ. Ruth Levitas, The Concept of Utopia, Οξφόρδη, Peter Lang, 2010 (πρώτη έκδοση 1990), σ. xi.
[2] Lyman Sargent Tower, «Utopia –The Problem of Definition», Extrapolation, 16, 1975, σ. 137.
[3] Βλ. ενδεικτικά, Barbara Goodwin, Keith Taylor, The Politics of Utopia: A Study in Theory and Practice, Οξφόρδη, Peter Lang, 2009 (πρώτη έκδοση 1982), Lyman Tower Sargent, «The Three Faces of Utopianism Revisited», Utopian Studies 5/1, 1994, σ. 1-37, και Ruth Levitas, ό.π.
[4] Βλ. τη χρήσιμη κριτική επισκόπηση των πρώιμων αυτών χρήσεων, στο Tom Doylan, Scraps of the Untainted Sky: Science Fiction, Utopia, Dystopia, Μπάουλντερ, Westview Press, 2000, σ. 121-133.
[5] Lyman Tower Sargent, «Utopia –The Problem of Definition», ό.π., σ. 143.
[6] Lyman Tower Sargent, «The Three Faces of Utopianism Revisited», ό.π., σ. 8.
[7] Βλ. Fredric Jameson, Postmodernism, or, the Cultural Logic of Late Capitalism, Ντάραμ, Duke University Press, 1991, σ. 331-340, The Seeds of Time, Nέα Υόρκη, Columbia University Press, 1992, σ. 55-56 και Archaeologies of the Future: The Desire Called Utopia and Other Science Fictions, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, Verso, 2005, σ. 198-199.
[8] Βλ. Tom Moylan, Demand the Impossible: Science Fiction and the Utopian Imagination, Νέα Υόρκη-Λονδίνο, Methuen, 1986, σ. 10-11 και 41-46, και Scraps of the Untainted Sky, ό.π., σ. 183-199. Για τις κριτικές δυστοπίες, βλ. επίσης Raffaella Baccolini, Tom Moylan (επιμ.), Dark Horizons: Science Fiction and the Dystopian Imagination, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, Routledge, 2003.
[9] Βλ. Γιάννης Σταυρακάκης, Ο Λακάν και το πολιτικό, μτφ. Αλ. Κιουπκιολής, Αθήνα, Ψυχογιός, 2008, σ. 201κ.ε. Έχει ενδιαφέρον το ότι ο Σταυρακάκης παραθέτει το μείζον έργο τού Louis Marin (Utopics: Spatial Play, μτφ. R. Vollrath, Ατλάντικ Χάιτς, Humanity Press, 1984) προς επίρρωση του επιχειρήματός του για την τάση του ουτοπισμού προς την κατασταλτική ολότητα (σ. 203)· ωστόσο το έργο τού Marin έχει διαμετρικά αντίθετες συνέπειες τόσο για τον Moylan (Demand the Impossible, ό.π., σ. 38-39) όσο και για τον Jameson («Of Islands and Trenches: Naturalization and the Production of Utopian Discourse», Diacritics, 7/2, 1977, σ. 2-21), όπου χρησιμεύει για να αναδειχθεί η ανεπάρκεια της προσέγγισης της ουτοπίας με όρους μιας προβαλλόμενης εικονικής απεικόνισης [iconic image], και να δοθεί έμφαση στη συγκρουσιακή, αμφίσημη φύση της ως διαδικασίας του λόγου. Για μια παρουσίαση της σχέσης ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο ο ουτοπικός λόγος συμπτωματοποιεί την αντίφαση και τον ανταγωνισμό, και παράγει εννοιολογικές καινοτομίες, βλ. επίσης Antonis Balasopoulos, «‘Suffer a Sea Change’: Spatial Crisis, Maritime Modernity and the Politics of Utopia», Cultural Critique, 63, 2006, σ. 122-156.
[10] Tom Moylan, Demand the Impossible, ό.π., σ. 44.
[11] Tom Moylan, Scraps of the Untainted Sky, ό.π., σ. 195.
[12] Fredric Jameson, Archaeologies of the Future, ό.π., σ. xvi.
[13] Οι σημαντικότερες μελέτες σε σχέση με το θέμα αυτό παραμένουν οι ακόλουθες: Robert C. Elliot, The Shape of Utopia: Studies in a Literary Genre, Σικάγο-Λονδίνο, University of Chicago Press, 1970, ειδικότερα το κεφάλαιο 1 με τίτλο «Saturnalia, Satire and Utopia», και Gary Saul Morson, The Boundaries of Genre: Dostoevsky’s Diary of a Writer and the Traditions of Literary Utopia, Έβανστον, Northwestern University Press, 1988 (πρώτη έκδοση 1981), κυρίως το δεύτερο μέρος με τίτλο «Anti-Utopia as a Parodic Genre», σ. 115-142.
[14] Για μια εκτενέστερη συζήτηση τέτοιων κειμένων στο αμερικανικό πλαίσιο του δεκάτου ενάτου αιώνα, βλ. Kenneth M. Roemer, The Obsolete Necessity: America in Utopian Writings 1880-1900, Κεντ Οχ., Kent State University Press, 1976 και Jean Pfaelzer, The Utopian Novel in America, 1886-1896: The Politics of Form, Πίτσμπουργκ, University of Pittsburgh Press, 1984, σ. 78-94. Ας σημειωθεί ότι η Pfaelzer χρησιμοποιεί απλώς τον όρο «δυστοπίες» –ο οποίος, όπως κατέδειξα, έχει αποκτήσει αρκετά διαφορετικό σθένος από τότε που δημοσιεύτηκε το βιβλίο της– για να αναφερθεί σε ό,τι εγώ αποκαλώ εδώ «δογματικές μυθοπλαστικές αντιουτοπίες».
[15] Βλ. Michel Foucault, The Order of Things: An Archeology of the Human Sciences, Νέα Υόρκη, Vintage, σ. xviii-xix, «Of Other Spaces», μτφ. Jay Miscowiec, Diacritics, 16/1, 1986, σ. 22-27, Gilles Deleuze, Félix Guattari, Kafka: Toward a Minor Literature, μτφ. Reda Bensmaïa, Μινεάπολη, University of Minnesota Press, 1986, Jacques Derrida, Μαρξ & Υιοί, μτφ. Κ. Παπαγιώργης, Αθήνα, Εκκρεμές, 2004, σ. 55-61, «Not Utopia, the Im-possible» (συνέντευξη με τον Thomas Assheuer), στο Paper Machine, μτφ. Rachel Bowlby, Πάλο Άλτο, Stanford University Press, 2005, σ. 121-135, Antonio Negri, Insurgencies: Constituent Power and the Modern State, μτφ. Maurizia Boscagli, Μινεάπολη, University of Minnesota Press, 1999, σ. 313-324, Time for Revolution, μτφ. Matteo Mandarini, Νέα Υόρκη-Λονδίνο, Continuum, 2003, σ. 235-247.
[16] Η σχέση ανάμεσα στο «συμβάν» κατά Badiou και στην έννοια της ουτοπίας είναι ένα περίπλοκο ζήτημα το οποίο σκοπεύω να πραγματευτώ εκτενέστερα αλλού. Εδώ, θα σημειώσω απλώς ότι υπάρχει μια αμφιταλάντευση ανάμεσα σε αυτό που εδώ αποκαλώ «κριτική αντιουτοπία» και σε ό,τι ο Moylan έχει αποκαλέσει «κριτική ουτοπία». Για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα: αν σε ένα κείμενο όπως το «One Divides itself into Two» –στο Sebastian Budgen, Stathis Kouvelakis, Slavoj Zizek (επιμ.), Lenin Reloaded: Toward a Politics of Truth, Ντάραμ, Duke University Press, 2007– ο Badiou αντιπαραθέτει την ουτοπία σε ένα «πάθος για το πραγματικό» που κυριάρχησε κατά τη συμβαντική ακολουθία 1917-1970, συσχετίζοντας έτσι τον όρο μάλλον απαξιωτικά με τις «ιδεολογίες» και το «φαντασιακό» (σ. 9), το πιο πρόσφατο έργο του για τον Πλάτωνα επανεκτιμά την ουτοπία βλέποντάς την ως τη φαντασιακή κωδικοποίηση του Πραγματικού. Έτσι, στη διάλεξη του της 13ης Ιανουαρίου 2010 στο πλαίσιο του σεμιναρίου «Pour aujourd’hui: Platon!», ο Badiou είναι ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στη χρήση του συμβατικού αντιουτοπισμού «ενάντια στους ριζοσπαστικούς, κομμουνιστικούς και επαναστατικούς προσανατολισμούς» και προσθέτει: «θα αποκαλούμε ουτοπία (για να υπεισέλθουμε στην πολεμική γύρω από το ζήτημα της ουτοπίας) εκείνη τη φαντασιακή μορφή της οποίας η συμβολική μορφή είναι η Ιδέα και της οποίας το πραγματικό είναι η αληθινή πολιτική πράξη» [«on appellera utopie (pour entrer dans la polémique sur la question de l’utopie) cette forme imaginaire dont l’Ιdée eest la forme symbolique en effet, et dont l’action politique proprement dite est le réel»]. Η ουτοπία, με άλλα λόγια, «δηλώνει εκείνο το φαντασιακό κομμάτι που απαιτείται ώστε το υποκείμενο να εισέλθει στο συμβολικό και να σχετιστεί με το πραγματικό της πράξης» [«‘utopie’ désigne cette part imaginaire requise pour que le sujet entre dans le symbolique et se rapport au réel de l’action»]. Βλ. «Séminaire d’Alain Badiou (2009-2010)»: http://www.entretemps.asso.fr/Badiou/09-10.2.htm.
[17] Σχετικά με τον αμφίσημο αντιουτοπισμό του Marx (και του Engels) βλ. την περιεκτική συζήτηση στο Vincent Geoghegan, Utopianism and Marxism, Οξφόρδη, Peter Lang, 2008 (πρώτη έκδοση 1987), σ. 39-54. Για μια άποψη που επικρίνει και τους δύο ακριβώς λόγω του κρυφού και ανομολόγητου ουτοπισμού τους, βλ. Simon Tormey, «From Utopian Worlds to Utopian Spaces: Reflections on the Contemporary Radical Imaginary and the Social Forum Process», Ephemera, 5/2, 2005, σ. 394-408. Το βιβλίο του Γιάννη Σταυρακάκη Ο Λακάν και το πολιτικό ενδεχομένως αποτελεί το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα ενός λακανικού αντιουτοπισμού, τον οποίο ο Σταυρακάκης θεωρεί αναγκαίο για μια πολιτική της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας». Βλ. ειδικότερα το κεφάλαιο 4 με τίτλο «Πέρα από τη φαντασίωση της ουτοπίας», καθώς και το πιο πρόσφατο βιβλίο του The Lacanian Left: Psychoanalysis, Theory, Politics, Εδιμβούργο, Edinburgh University Press, 2007, 259-267. Πιο αμφίσημες είναι οι διερευνήσεις των δυνατοτήτων του ουτοπικού τρόπου στα δοκίμια του Daniel Bergeron («Utopia and Psychosis: The Quest for the Transcendental»), της Juliet Flower MacCannell («Nowhere Else: On Utopia») και του Adrian Johnston («A Blast from the Future: Freud, Lacan and Snapping the Threads of the Past»), που περιλαμβάνονται όλα στο δημοσιευμένο το 2008 ειδικό τεύχος του ψυχαναλυτικού περιοδικού Umbr(a) με αφιέρωμα στη ουτοπία. Η προσέγγιση του ουτοπισμού από τον Slavoj Zizek, που περιλαμβάνει μια κριτική σε εκείνη του Σταυρακάκη, είναι υπέρ το δέον ασταθής για να τη συνοψίσω εδώ, φαίνεται όμως ότι ενέχει μια σταδιακή μετακίνηση προς την κατεύθυνση της θετικής επανεκτίμησής της, ανάλογη εκείνης που απαντά στον Badiou· βλ. ειδικότερα το In Defense of Lost Causes, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, Verso, 2008.
[18] Σχετικά με τις περιπλοκές σε ό,τι αφορά το είδος στο οποίο ανήκει το Εμείς και με την ιστορία της πρόσληψής του στη Δύση, βλ. την ανάγνωση του έργου ως δυστοπίας που δεν είναι κλειστή απέναντι στις ουτοπικές δυνατότητες (και όχι ως αντιουτοπίας) την οποία προτείνει ο Philip Wegner, Imaginary Communities: Utopia, the Nation, and the Spatial Histories of Modernity, Μπέρκλεϋ-Λονδίνο, University of California Press, 2002, 147-172.
[19] «Σε αντίθεση με συντηρητικούς συγγραφείς απροκάλυπτων αντιουτοπιών», επισημαίνει ο Moylan, «ο Orwell επιζήτησε να αντιταχθεί στην ουτοπία-που-πήγε-στραβά, που ενσάρκωνε τον κεντρικό σχεδιασμό και το αυταρχικό πνεύμα, με αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει ‘κριτική αντιουτοπία’, η οποία θα είχε τη δυνατότητα να κάνει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν τι θα μπορούσε να συμβεί και έτσι να προσπαθήσουν να το εμποδίσουν», Scraps of the Untainted Sky, ό.π., σ. 162. Στην περίπτωση αυτή, δεν υιοθέτησα την ονομασία του είδους που προτείνει ο Moylan, καθώς επιφυλάσσω τον όρο «κριτική αντιουτοπία» για ένα από άποψη ιστορίας και λόγου διαφορετικό σύνολο έργων.
[20] Carl Freedman, Critical Theory and Science Fiction, Ανόβερο, Wesleyan/University Press of New England, 2000, σ. 195.
[21] Η έμφαση του Badiou στην αντιδραστική φύση του Κακού παρέχει μια σημαντική μεθοδολογική βάση για μια επανεξέταση αυτού του ζητήματος η οποία θα αντιπαρέρχεται το «σχετικιστικό» κλισέ σύμφωνα με το οποίο η σχετική κριτική διάκριση είναι απλώς θέμα «προοπτικής». Βλ. τις παρατηρήσεις του σχετικά με τις τρεις μορφές της εκπόρευσης του Κακού από το Καλό (είδωλο και τρομοκρατία, προδοσία, και η παραβίαση του ακατονόμαστου) στο Η ηθική. Δοκίμιο για τη συνείδηση του Κακού, μτφ. Βλ. Σκολίδης, Κ. Μπόμπας, Αθήνα, Scripta, 1998, σ. 79-95, καθώς και τους στοχασμούς του σχετικά με την «εσωτερική προδοσία» και τη διαστροφή της ακτιβιστικής αγιοσύνης σε ιεροσύνη, στο Saint Paul: The Foundation of Universalism, μτφ. Ray Brassier, Πάλο Άλτο, Stanford University Press, 2003, σ. 38-39.

1 σχόλιο:

Μανώλης είπε...

Εξαιρετικό!! από www.democracycrisis.com