Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Μάο Τσετούνγκ - Για τις Αντιθέσεις


Ο νόμος των αντιθέσεων, που είναι σύμφυτος στα πράγματα, στα φαινόμενα, ή νόμος της ενότητας των αντιθέτων, είναι ο θεμελιώδης νόμος της υλιστικής διαλεκτικής. Ο Λένιν λέει: «Στην κυριολεξία, η διαλεκτική είναι η μελέτη των αντιθέσεων μέσα σ’ αυτή την ίδια την ουσία των πραμάτων»[1]. Όπως τόνισε πολλές φορές ο Λένιν, ο νόμος αυτός αποτελεί τη βάση, τον πυρήνα της διαλεκτικής[2]. Γι’ αυτό, όταν μελετούμε το νόμο αυτό, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε έναν πλατύ κύκλο προβλημάτων, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε πλήθος φιλοσοφικών ζητημάτων. Αν κατορθώσουμε να αποσαφηνίσουμε τα ζητήματα αυτά, θα κατανοήσουμε τις ίδιες τις βάσεις της υλιστικής διαλεκτικής. Πρόκειται για τα ακόλουθα ζητήματα: οι δυό αντιλήψεις για τον κόσμο, η καθολικότητα των αντιθέσεων, ο ειδικός χαρακτήρας τους, η κύρια αντίθεση και η κύρια πλευρά της αντίθεσης, η ταυτότητα και η πάλη των αντιθέτων, η θέση του ανταγωνισμού μέσα στη σειρά των αντιθέσεων.

Η κριτική, που έκαμαν οι σοβιετικοί φιλόσοφοι, τούτα τα τελευταία χρόνια, στον ιδεαλισμό της σχολής Ντεμπόριν, ξεσήκωσε τεράστιο ενδιαφέρον σε μας. Ο ιδεαλισμός του Ντεμπόριν άσκησε μια εξαιρετικά επιζήμια επίδραση στις γραμμές του Κομμουνιστικού κόμματος Κίνας, και δεν μπορούμε να αρνηθούμε, πως οι δογματικές αντιλήψεις, που εμφανίστηκαν στο κόμμα μας, έχουν συγγένεια με τη σχολή αυτή. Γι’ αυτό ο κύριος αντικειμενικός σκοπός της μελέτης μας για τη φιλοσοφία, πρέπει να είναι το ξερίζωμα των δογματικών αντιλήψεων


1. ΟΙ ΔΥΟ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


Στην ιστορία της ανθρώπινης γνώσης υπάρχουν, από αμνημόνευτα χρόνια, δυό αντιλήψεις για τους νόμους ανάπτυξης του κόσμου: η μιά είναι μεταφυσική, και η άλλη διαλεκτική. Αποτελούν δυό αντίθετες αντιλήψεις για τον κόσμο. Ο Λένιν λέει:

«Δυό θεμελιώδεις αντιλήψεις (ή δυό δυνατές; ή δυό διαπιστωμένες στην ιστορία;) της ανάπτυξης (της εξέλιξης): η ανάπτυξη σα μείωση και αύξηση, σαν επανάληψη, και η ανάπτυξη σαν ενότητα των αντιθέτων (διχασμός του ενός σε αντίθετα, που αποκλείονται αμοιβαία, και αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ αυτών των αντιθέτων)»[3]. Ο Λένιν μιλάει εδώ ακριβώς για τις δυό αυτές διαφορετικές αντιλήψεις για τον κόσμο.

Στην Κίνα, όπως και στην Ευρώπη, ο μεταφυσικός τρόπος σκέψης, για μια πολύ μακρόχρονη ιστορική περίοδο, χαρακτήριζε την ιδεαλιστική κοσμοαντίληψη και κυριαρχούσε στο πνεύμα των ανθρώπων. Στην Ευρώπη, κι ο ίδιος ο υλισμός, στης αρχές της εμφάνισης της αστικής τάξης, ήταν επίσης μεταφυσικός. Χάρη στο γεγονός, ότι μια ολόκληρη σειρά από ευρωπαϊκά κράτη στην πορεία της κοινωνικής και πολιτικής τους ανάπτυξης μπήκαν στη φάση ενός υψηλά αναπτυγμένου καπιταλισμού, ότι οι παραγωγικές δυνάμεις, η ταξική πάλη και η επιστήμη έφτασαν σε ένα χωρίς προηγούμενο στην ιστορία επίπεδο ανάπτυξης και ότι το βιομηχανικό προλεταριάτο έγινε η πιο μεγάλη κινητήρια δύναμη της ιστορίας, γεννήθηκε η μαρξιστική υλιστική διαλεκτική κοσμοαντίληψη. Τότε ακριβώς εμφανίστηκε, στο στρατόπεδο της αστικής τάξης, πλάι σ’ έναν έκδηλο, εντελώς ακάλυπτο ιδεαλισμό, ένας αγοραίος εξελικτικισμός, του τασσόταν εναντίον της υλιστικής διαλεκτικής.

Η μεταφυσική, ή ο αγοραίος εξελικτικισμός, θεωρεί όλα τα πράγματα στον κόσμο σαν απομονωμένα, σε κατάσταση ανάπαυλας, τα θεωρεί μονόπλευρα. Όλα τα πράγματα, όλα τα φαινόμενα του κόσμου, οι μορφές και οι κατηγορίες τους θεωρούνται από τους υποστηρικτές της τέτοιας κοσμοαντίληψης σαν αιώνια απομονωμένα το ένα από το άλλο, σαν αιώνια αναλλοίωτα. Κι όταν ακόμα αναγνωρίζουν, πως συντελούνται αλλαγές, τις παραδέχονται μόνο σαν ποσοτική αύξηση ή μείωση και σαν μηχανική μετατόπιση. Επιπλέον, σύμφωνα με την άποψή τους, τα αίτια της τέτοιας αύξησης, της τέτοιας μείωσης, της τέτοιας μετατόπισης δε βρίσκονται μέσα στα ίδια τα πράγματα ή φαινόμενα, μα έξω απ’ αυτά, δηλαδή στην επενέργεια εξωτερικών δυνάμεων. Οι μεταφυσικοί θεωρούν, πως τα διάφορα πράγματα, τα διάφορα φαινόμενα στον κόσμο, καθώς και ο ειδικός χαρακτήρας τους, παραμένουν αναλλοίωτα από την ίδια την αρχή της ύπαρξής τους και πως οι μεταγενέστερες μεταβολές δεν είναι παρά αυξήσεις και μειώσεις ποσοτικές. Οι μεταφυσικοί θεωρούν, πως ένα πράγμα δεν μπορεί παρά να αναπαράγεται απεριόριστα, αλλά δεν μπορεί να μεταβληθεί σε κάτι άλλο, διαφορετικό. Σύμφωνα με την άποψη των μεταφυσικών, την καπιταλιστική εκμετάλλευση, τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, τις ατομιστικές ιδέες της καπιταλιστικής κοινωνίας – όλα αυτά τα συναντούμε επίσης και στη δουλοκτητική κοινωνία της αρχαιότητας, ακόμα και στην πρωτόγονη κοινωνία, και θα υπάρχουν αιώνια και αναλλοίωτα. Όταν μιλούν για τα αίτια της ανάπτυξης της κοινωνίας, οι μεταφυσικοί ερμηνεύουν την ανάπτυξη αυτή με τους εξωτερικούς όρους της κοινωνίας: το γεωγραφικό περιβάλλον, το κλίμα κτλ. Προσπαθούν, κατά τρόπο απλοϊκό, να βρουν τα αίτια της ανάπτυξης έξω από τα ίδια τα πράγματα και τα φαινόμενα, αρνούμενοι τη θέση της υλιστικής διαλεκτικής, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη των πραγμάτων και των φαινομένων προκαλείται από τις εσωτερικές τους αντιθέσεις. Ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσουν την ποιοτική ποικιλία των πραγμάτων και των φαινομένων και το μετασχηματισμό μιας ποιότητας σε άλλη. Αυτός ο τρόπος σκέψης, στην Ευρώπη, βρήκε την έκφρασή του, στο17ο και 18ο αιώνα, στο μηχανιστικό υλισμό, και στα τέλη του 19ου – αρχές 20ου αιώνα, στον αγοραίο εξελικτικισμό. Στην Κίνα, εξάλλου, ο μεταφυσικός τρόπος σκέψης που εκφραζόταν με τα λόγια: «Ο ουρανός είναι αναλλοίωτος, αναλλοίωτος είναι κι ο Τάο»[4], υποστηριζόταν στη διάρκεια μιας πολύ μακρόχρονης περιόδου από τη σαπισμένη ως το μεδούλι κυρίαρχη τάξη των φεουδαρχών. Όσο για το μηχανιστικό υλισμό και τον αγοραίο εξελικτικισμό, που εισαχθήκαν από την Ευρώπη τον περασμένο αιώνα, αυτοί υποστηρίζονταν από την αστική τάξη.

Αντίθετα προς τη μεταφυσική αντίληψη του κόσμου, η υλιστική-διαλεκτική αντίληψη απαιτεί, κατά τη μελέτη της ανάπτυξης των πραγμάτων και των φαινομένων, να προχωρούμε ξεκινώντας από το εσωτερικό τους περιεχόμενο, από το δεσμό, που ενώνει το πράγμα που μελετούμε με τα άλλα, δηλαδή να θεωρούμε την ανάπτυξη των πραγμάτων και των φαινομένων σαν την χαρακτηριστική γι’ αυτά, αναγκαία, εσωτερική τους κίνηση, να θεωρούμε πως κάθε πράγμα (και φαινόμενο), μέσα στην χαρακτηριστική του κίνηση συνδέεται και ενεργεί σε αλληλοσυσχέτιση με τα άλλα πράγματα, με τα άλλα φαινόμενα, που το περιβάλλουν. Η βασική αιτία της ανάπτυξης των πραγμάτων δε βρίσκεται έξω απ’ αυτά, αλλά αντίθετα μέσα στα πράγματα. Βρίσκεται στην αντιθετική φύση, που είναι εσωτερικά σύμφυτη με τα ίδια τα πράγματα. Οι αντιθέσεις είναι εσωτερικά σύμφυτες με όλα τα πράγματα, όπως και με όλα τα φαινόμενα, κι αυτό προκαλεί την κίνηση και την ανάπτυξη των πραγμάτων. Οι εσωτερικά σύμφυτες με τα πράγματα και τα φαινόμενα αντιθέσεις, αποτελούν τη βασική αιτία της ανάπτυξης τους, ενώ οι αμοιβαίοι δεσμοί, οι αλληλοεπιδράσεις μεταξύ των πραγμάτων ή των φαινομένων δεν αποτελούν παρά αίτια δευτερεύουσας σημασίας. Έτσι λοιπόν, η υλιστική διαλεκτική απέρριψε αποφασιστικά τη μεταφυσική θεωρία των εξωτερικών αιτίων, της από τα έξω ώθησης, που είχε προβληθεί από τους οπαδούς του μηχανιστικού υλισμού και του αγοραίου εξελικτικισμού. Είναι ολοφάνερο, πως τα καθαρά εξωτερικά αίτια είναι ικανά να προκαλούν μόνο τη μηχανική κίνηση των πραγμάτων, δηλαδή τις μεταβολές στον όγκο, στην ποσότητά τους, και πως μ’ αυτές δεν μπορεί να εξηγηθεί το γιατί είναι σύμφυτη με τα πράγματα και τα φαινόμενα μιά απεριόριστη ποικιλία ποιότητας και το πέρασμά τους από τη μιά ποιότητα σε άλλη. Στην πραγματικότητα, κι αυτή ακόμα η μηχανική κίνηση, που προκαλείται από εξωτερική ώθηση, πραγματοποιείται επίσης χάρη στις εσωτερικές αντιθέσεις των πραγμάτων. Στο φυτικό και στο ζωικό κόσμο η απλή ανάπτυξη, η ποσοτική αύξηση, ουσιαστικά προκαλούνται επίσης από τις εσωτερικές αντιθέσεις. Το ίδιο και η ανάπτυξη της κοινωνίας προσδιορίζεται, ουσιαστικά, από εσωτερικά και όχι εξωτερικά αίτια.

Πολλά κράτη, που βρίσκονται κάτω από σχεδόν όμοιες γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες, διαφέρουν βαθιά ως προς το επίπεδο της ανάπτυξής τους και εξελίσσονται κατά τρόπο εντελώς άνισο. Συμβαίνει έτσι ώστε, σε ένα και το αυτό κράτος να συντελούνται τεράστιες κοινωνικές ανατροπές, χωρίς, στο μεταξύ, να έχει μεταβληθεί το γεωγραφικό περιβάλλον και το κλίμα στα όρια του. Η ιμπεριαλιστική Ρωσία έγινε η σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση, και η φεουδαρχική Ιαπωνία με την κλειστή οικονομία της έγινε η ιμπεριαλιστική Ιαπωνία, παρ’ όλο, που η γεωγραφία και το κλίμα των χωρών αυτών δεν άλλαξαν καθόλου. Στην Κίνα, όπου στη διάρκεια μιας μακρόχρονης περιόδου κυριαρχούσε η φεουδαρχία, συντελέστηκαν τεράστιες μεταβολές στην τελευταία εκατονταετία και τώρα συντελούνται μεταβολές, που κατευθύνονται στη δημιουργία μιας νέας, χειραφετημένης και λεύτερης Κίνας κι όμως, ούτε η γεωγραφία ούτε το κλίμα της Κίνας έχουν αλλάξει. Είναι αλήθεια, πως η γεωγραφία και το κλίμα της γήινης σφαίρας, όπως και των διάφορων τμημάτων της, υφίστανται μεταβολές, αλλά οι μεταβολές αυτές σε σχέση με τις κοινωνικές μεταβολές, είναι εντελώς ασήμαντες. Ενώ στην πρώτη περίπτωση, για να συντελεστούν αισθητές μεταβολές απαιτούνται δεκάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια χρόνια, στη δεύτερη περίπτωση αρκούν χιλιετηρίδες, αιώνες, δεκαετίες, ακόμα και μερικά χρόνια ή μόνο μερικοί μήνες (σε επαναστατική περίοδο). Από τη σκοπιά της υλιστικής διαλεκτικής, οι αλλαγές στη φύση προσδιορίζονται, ουσιαστικά, από την ανάπτυξη των εσωτερικών της αντιθέσεων, και οι αλλαγές στην κοινωνία οφείλονται ουσιαστικά στην ανάπτυξη των εσωτερικών αντιθέσεων της κοινωνίας, δηλαδή των αντιθέσεων, που υπάρχουν ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις, ανάμεσα στις τάξεις, ανάμεσα στο καινούργιο και το παλιό. Η ανάπτυξη αυτών των αντιθέσεων ωθεί προς τα μπρος την κοινωνία, οδηγεί στην αντικατάσταση μιας παλιάς κοινωνίας από μια καινούργια.

Η υλιστική διαλεκτική αποκλείει τα εξωτερικά αίτια; Όχι, η υλιστική διαλεκτική θεωρεί, πως τα εξωτερικά αίτια συνιστούν την προϋπόθεση των μεταβολών, ενώ τα εσωτερικά αίτια τη βάση τους. Επιπλέον, τα εξωτερικά αίτια ενεργούν μέσω των εσωτερικών αιτιών. Το αυτό, που δέχθηκε την κατάλληλη ποσότητα θερμότητας, μεταβλήθηκε σε νεοσσό. Αλλά η θερμότητα δεν μπορεί να μεταβάλει την πέτρα σε νεοσσό, γιατί οι βάσεις τους διαφέρουν μεταξύ τους. Οι διάφοροι λαοί επενεργούν σταθερά ο ένα πάνω στον άλλο. Στην εποχή του καπιταλισμού, ιδιαίτερα στην εποχή του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων, η αμοιβαία επίδραση πάνω στα πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά προγράμματα και η αμοιβαία επενέργεια ανάμεσα στα διάφορα κράτη φτάνει σε πολύ υψηλό βαθμό. Η σοσιαλιστική Οκτωβριανή επανάσταση άνοιξε μια καινούργια εποχή στην ιστορία όχι μόνο της Ρωσίας, μα και όλου του κόσμου. Επέδρασε στις εσωτερικές αλλαγές, που συντελέστηκαν σε διάφορες χώρες και κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά με ξεχωριστή ένταση, στις εσωτερικές αλλαγές, που συντελέστηκαν στην Κίνα. Ωστόσο οι αλλαγές αυτές στις διάφορες χώρες, όπως και στην Κίνα, επήλθαν με την επενέργεια εσωτερικών νόμων, που αναφέρονται στις χώρες αυτές και στην Κίνα. Σε μια μάχη, που φέρνει αντιμέτωπους δυό στρατούς, η νίκη και η ήττα προσδιορίζονται από αίτια εσωτερικά. Η νίκη είναι το αποτέλεσμα της ισχύος ενός στρατού, ή της ορθότητας της διοίκησής του. Η ήττα καθορίζεται από την αδυναμία ενός στρατού ή από τα λάθη που διέπραξε η διοίκησή του. Τα εξωτερικά αίτια ενεργούν μέσω των εσωτερικών αιτίων. Το 1927, η ήττα, που υπέστη το προλεταριάτο στην Κίνα στη σύγκρουσή του με τη μεγαλοαστική τάξη, ήταν αποτέλεσμα του οπορτουνισμού, που είχε εκδηλωθεί στους κόλπους του ίδιου του κινέζικου προλεταριάτου (στις γραμμές του Κομμουνιστικού κόμματος Κίνας). Όταν απαλλαχτήκαμε από τον οπορτουνισμό, η κινέζικη επανάσταση ξαναπήρε πάνω της. Σε συνέχεια, η κινέζικη επανάσταση δεινοπάθησε και πάλι σοβαρά, κάτω από τα πλήγματα του εχθρού. Τη φορά αυτή εξαιτίας των τυχοδιωκτικών τάσεων, που είχαν εκδηλωθεί στους κόλπους του Κόμματός μας. Κι όταν απαλλαχτήκαμε κι από τον τυχοδιωκτισμό, η υπόθεσή μας ξαναπήρε πάνω της. Από δω βγαίνει, πως για να οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη, το Κόμμα οφείλει να στηρίζεται σε μια ορθή πολιτική γραμμή και σε μια γερή οργάνωση.

Η διαλεκτική κοσμοαντίληψη γεννήθηκε στην Κίνα και στην Ευρώπη στην περίοδο της αρχαιότητας ακόμα. Ωστόσο, η διαλεκτική των αρχαίων είχε χαρακτήρα αυθόρμητο, βρίσκονταν στην αρχή της. Εξαιτίας των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών της εποχής εκείνης, δεν μπορούσε ακόμα να πάρει ολοκληρωμένη μορφή. Δεν μπορούσε επίσης να εξηγήσει τον κόσμο από όλες τις απόψεις, και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τη μεταφυσική. Ο περίφημος γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ, που έζησε στα τέλη του 18ου –αρχές του 19ου αιώνα, πρόσφερε πολύ σπουδαία συμβολή στη διαλεκτική, κι όμως η διαλεκτική του ήταν ιδεαλιστική. Μόνο όταν οι μεγάλοι αγωνιστές του προλεταριακού κινήματος Μαρξ και Ένγκελς γενίκευσαν τα θετικά αποτελέσματα, που είχε πετύχει η ανθρωπότητα στην πορεία της ανάπτυξης της γνώσης και, ιδιαίτερα, όταν πήραν, ύστερα από κριτική εξέταση, τα ορθολογικά στοιχεία της διαλεκτικής του Χέγκελ και δημιούργησαν τη μεγάλη θεωρία του διαλεκτικού υλισμού και του ιστορικού υλισμού, μιά χωρίς προηγούμενο επανάσταση επήλθε στην ιστορία της ανθρώπινης γνώσης. Σε συνέχεια, η μεγάλη αυτή θεωρία αναπτύχθηκε από το Λένιν και το Στάλιν. Από τη στιγμή, που η θεωρία αυτή εισχώρησε στην Κίνα, προκάλεσε αμέσως πολύ σημαντικές αλλαγές στα πνεύματα των ανθρώπων.

Η διαλεκτική κοσμοαντίληψη μας διδάσκει, πριν απ’ όλα, να εξετάζουμε και να αναλύουμε σωστά την κίνηση των αντιθέσεων των διαφόρων πραγμάτων και των διαφόρων φαινομένων, και με βάση την ανάλυση αυτή, να καθορίζουμε τις κατάλληλες μεθόδους για τη λύση των αντιθέσεων αυτών. Γι’ αυτό η συγκεκριμένη κατανόηση του νόμου των σύμφυτων με τα πράγματα αντιθέσεων, έχει για μας εξαιρετική σημασία.

2. Η ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Για την καλύτερη παρουσίαση του θέματος, θα σταθώ πρώτα στην καθολικότητα των αντιθέσεων και σε συνέχεια στον ειδικό χαρακτήρα τους. Είναι γεγονός, πως ύστερα από την ανακάλυψη της υλιστικής – διαλεκτικής κοσμοαντίληψης από τους μεγάλους θεμελιωτές του μαρξισμού Μαρξ και Ένγκελς και τους συνεχιστές του έργου τους Λένιν και Στάλιν, η υλιστική διαλεκτική εφαρμόστηκε με τη μεγαλύτερη επιτυχία σε πολυάριθμους τομείς ερευνών, σχετικούς με την ιστορία της ανθρωπότητας και τη φυσική ιστορία, σε πολυάριθμους τομείς, σχετικούς με το μετασχηματισμό της κοινωνίας και της φύσης (λόγου χάρη στην ΕΣΣΔ). Η καθολικότητα των αντιθέσεων έχει κιόλας αναγνωριστεί πλατιά και γι’ αυτό δεν υπάρχει ανάγκη να σταθούμε πολύ στην εξήγηση του ζητήματος αυτού. Σε ότι αφορά τον ειδικό χαρακτήρα των αντιθέσεων, πολλοί σύντροφοι, ιδιαίτερα οι οπαδοί του δογματισμού, δεν έχουν ακόμα ξεκαθαρίσει στο μυαλό τους το ζήτημα αυτό. Δεν καταλαβαίνουν, πως στις αντιθέσεις το καθολικό ενυπάρχει στο ειδικό. Δεν καταλαβαίνουν επίσης όλη την τεράστια σημασία, που έχει για την παραπέρα καθοδήγηση της επαναστατικής μας πράξης, η μελέτη κάθε ειδικού στοιχείου, που υπάρχει στις αντιθέσεις, τις σύμφυτες με τα πράγματα και τα φαινόμενα της εποχής μας. Γι’ αυτό το πρόβλημα του ειδικού στις αντιθέσεις απαιτεί σοβαρή μελέτη. Γι’ αυτό πρέπει να ασχοληθούμε αρκετά με την εξέτασή του. Γι’ αυτό ακριβώς, εξετάζοντας το νόμο των σύμφυτων με τα πράγματα και τα φαινόμενα αντιθέσεων, θα μελετήσουμε πρώτα το πρόβλημα του καθολικού χαρακτήρα των αντιθέσεων, ύστερα θα αναλύσουμε πιο λεπτομερειακά το πρόβλημα του ειδικού χαρακτήρα των αντιθέσεων, τέλος θα επανέλθουμε στο πρόβλημα της καθολικότητας.

Το πρόβλημα του ειδικού ή απόλυτου χαρακτήρα των αντιθέσεων παρουσιάζει δυό όψεις: κατ’ αρχήν οι αντιθέσεις υπάρχουν μέσα στο προτσές ανάπτυξης όλων των πραγμάτων και όλων των φαινομένων. Δεύτερο, μέσα στο προτσές ανάπτυξης κάθε πράγματος, κάθε φαινομένου, η κίνηση των αντιθέσεων υπάρχει από την αρχή ως το τέλος.

Ο Ένγκελς λέει: «η ίδια η κίνηση είναι μια αντίθεση»[5]. Ο ορισμός του Λένιν για το νόμο της ενότητας των αντιθέτων λέει, πως είναι: «η αναγνώριση (η ανακάλυψη) των αντιτιθέμενων, αντιφατικών, αλληλοαποκλειόμενων τάσεων, που υπάρχουν μέσα σε όλα τα φαινόμενα και τα προτσές της φύσης (και σ’ αυτά περιλαμβάνονται και η νόηση και η κοινωνία)»[6]. Οι θέσεις αυτές είναι ορθές; Μάλιστα είναι ορθές. Η αλληλεξάρτηση και η πάλη των αντιθέτων, που είναι σύμφυτα με κάθε πράγμα, με κάθε φαινόμενο, προσδιορίζουν τη ζωή όλων των πραγμάτων και όλων των φαινομένων, ωθούν σε ανάπτυξη όλα τα πράγματα και όλα τα φαινόμενα. Δεν υπάρχει πράγμα, που να μη κλείνει μέσα του αντιθέσεις. Χωρίς αντιθέσεις δεν θα υπήρχε σύμπαν.

Οι αντιθέσεις, αποτελούν τη βάση των απλών μορφών της κίνησης (λόγου χάρη, της μηχανικής κίνησης) και πολύ περισσότερο των σύνθετων μορφών της κίνησης.

Ο Ένγκελς εξήγησε με τον ακόλουθο τρόπο την καθολικότητα των αντιθέσεων: «Αν η ίδια η απλή μηχανική αλλαγή της θέσης περιέχει κιόλας μια αντίθεση, πολύ περισσότερο οι ανώτερες μορφές κίνησης της ύλης και εντελώς ιδιαίτερα η οργανική ζωή και η ανάπτυξή της ... η ζωή συνίσταται πρώτα-πρώτα ακριβώς στο ότι ένα ον είναι σε κάθε στιγμή το ίδιο κι ωστόσο διαφορετικό. Ώστε η ζωή είναι επίσης μιά αντίθεση, που, παρούσα στα ίδια τα πράγματα και τα προτσές, τίθεται και επιλύεται συνεχώς. Και μόλις σταματήσει η αντίθεση, σταματά κι η ζωή, επέρχεται ο θάνατος. Είδαμε επίσης, πως στον τομέα της νόησης όμοια δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τις αντιθέσεις και πως, λόγου χάρη, η αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη γνωστική ικανότητα, την εσωτερικά απεριόριστη, και στην πραγματική της παρουσία στους ανθρώπους, που όλοι τους είναι εξωτερικά περιορισμένοι, και που η γνώση τους είναι περιορισμένη, λύνεται μέσα στη σειρά των γενεών, σειρά, που, για μας στην πράξη είναι χωρίς τέλος –τουλάχιστο μέσα στην ατελεύτητη πρόοδο ... μιά από τις κυριότερες βάσεις των ανώτερων μαθηματικών ... είναι οι αντιθέσεις ... αλλά και τα στοιχειώδη μαθηματικά βρίθουν κιόλας από αντιθέσεις»[7].

Και ο Λένιν κατά τον ίδιο τρόπο εξήγησε την καθολικότητα των αντιθέσεων:

Στα μαθηματικά, το + και – διαφορικός και ολοκληρωτικός λογισμός.

Στη μηχανική, δράση κι αντίδραση.

Στη φυσική, θετικός κι αρνητικός ηλεκτρισμός.

Στη χημεία, ένωση και αφεταιρισμός των ατόμων.

Στις κοινωνικές επιστήμες, ταξική πάλη[8].

Στον πόλεμο, η επίθεση και η άμυνα, η προέλαση κι η υποχώρηση, η νίκη και η ήττα, είναι φαινόμενα αμοιβαία αντιφατικά. Η μία όψη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη. Η πάλη και η αμοιβαία σύνδεση των δύο αυτών όψεων συγκροτούν την ολική ενότητα του πολέμου, προωθούν την ανάπτυξη του πολέμου και επιτρέπουν τη λύση των πολεμικών προβλημάτων.

Κάθε διάσταση στις ιδέες των ανθρώπων πρέπει να τη θεωρούμε σαν αντανάκλαση αντικειμενικών αντιθέσεων. Οι αντικειμενικές αντιθέσεις αντανακλώμενες στην υποκειμενική σκέψη, σχηματίζουν την αντιφατική κίνηση των ιδεών, κεντρίζουν την ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης, λύνουν τα προβλήματα, που συνεχώς τίθενται στην ανθρώπινη σκέψη.

Η αντίθεση και η πάλη ανάμεσα στις διάφορες αντιλήψεις γεννιούνται διαρκώς στους κόλπους του Κόμματος κι αυτό αποτελεί αντανάκλαση, μέσα στο Κόμμα, των ταξικών αντιθέσεων, που υπάρχουν στην κοινωνία και των αντιθέσεων ανάμεσα στο καινούργιο και το παλιό. Αν μέσα στο Κόμμα δεν υπήρχαν αντιθέσεις και πάλη ιδεών, που να λύνει τις αντιθέσεις αυτές, η ζωή του Κόμματος θα είχε πάρει τέλος.

Ξεκαθαρίσαμε λοιπόν, πως παντού, σε κάθε προτσές, υπάρχουν αντιθέσεις, τόσο στις απλές μορφές της κίνησης, όσο και στις σύνθετες, τόσο στον αντικειμενικό κόσμο, όσο και στην ανθρώπινη συνείδηση. Άραγε όμως υπάρχουν αντιθέσεις στο αρχικό στάδιο κάθε προτσές; Το προτσές ανάπτυξης κάθε πράγματος, κάθε φαινομένου είναι αντιθετικό από την αρχή ως το τέλος;

Όπως βλέπουμε διαβάζοντας τα άρθρα, στα οποία οι σοβιετικοί φιλόσοφοι υποβάλλουν σε κριτική τη σχολή του Ντεμπόριν, η σχολή αυτή θεωρεί, πως οι αντιθέσεις δεν εμφανίζονται στην αρχή του προτσές, αλλά σε ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής του. Από δω προκύπτει, πως, σύμφωνα με την άποψη των οπαδών της σχολής αυτής, ως εκείνη τη στιγμή η ανάπτυξη του προτσές συντελείται κάτω από την επίδραση εξωτερικών αιτίων και όχι εσωτερικών. Έτσι ο Ντεμπόριν γλιστράει στη μεταφυσική θεωρία της από τα έξω ώθησης, στο μηχανισμό. Αντικρίζοντας από μια τέτοια σκοπιά τα συγκεκριμένα προβλήματα, οι οπαδοί του Ντεμπόριν έφταναν στο συμπέρασμα, πως, στις συνθήκες της Σοβιετικής Ένωσης, ανάμεσα στους κουλάκους και τις μάζες των αγροτών δεν υπάρχει καμιά αντίθεση, αλλά μόνο διαφορές, κι έτσι συναντιόνταν απόλυτα με την άποψη του Μπουχάριν. Εξετάζοντας τη Γαλλική επανάσταση, έκριναν, πως, πριν από την επανάσταση, στους κόλπους της τρίτης τάξης, που αποτελούνταν από εργάτες, αγρότες και αστούς, δεν υπήρχαν, επίσης, παρά μόνο διαφορές. Οι απόψεις αυτές της σχολής Ντεμπόριν είναι αντιμαρξιστικές. Οι οπαδοί του Ντεμπόριν δεν καταλαβαίνουν, πως σε κάθε διαφορά υπάρχει κιόλας μια αντίθεση. Από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης της αστικής τάξης και του προλεταριάτου γεννήθηκε η αντίθεση ανάμεσα στην Εργασία και το Κεφάλαιο, μόνο που η αντίθεση αυτή, τότε, δεν είχε ακόμα οξυνθεί. Ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες, ακόμα και στις κοινωνικές συνθήκες της Σοβιετικής Ένωσης, υπάρχει μια διαφορά. Η διαφορά αυτή είναι μια αντίθεση, που, ωστόσο, δεν μπορεί να οξυνθεί και να μετατραπεί σε ανταγωνισμό, που δεν μπορεί να πάρει τη μορφή της ταξικής πάλης, που δεν έχει την ίδια σημασία με την αντίθεση ανάμεσα στην Εργασία και το Κεφάλαιο. Οι εργάτες και οι αγρότες, στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, συνέπτυξαν μια στέρεη συμμαχία, και η αντίθεση αυτή, στο προτσές της εξέλιξης από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, λύνεται βαθμιαία. Εδώ δεν μπορούμε να μιλούμε παρά για διαφορές στο χαρακτήρα των αντιθέσεων και όχι για παρουσία ή απουσία αντιθέσεων. Οι αντιθέσεις είναι καθολικές, απόλυτες, υπάρχουν σ’ όλα τα προτσές ανάπτυξης των πραγμάτων και των φαινομένων και διαπερνούν όλα τα προτσές, από την αρχή ως το τέλος.

Τί σημαίνει η εμφάνιση ενός νέου προτσές; Αυτό σημαίνει, πως η παλιά ενότητα και τα αντίθετα, που τη συγκροτούν, παραχωρούν τη θέση τους σε μια νέα ενότητα και στα νέα αντίθετά της. Τότε γεννιέται ένα νέο προτσές, που έρχεται να αντικαταστήσει το παλιό. Το παλιό προτσές τελειώνει, αρχίζει το νέο. Το νέο προτσές, που κι αυτό κλείνει μέσα του νέες αντιθέσεις, αρχίζει την ιστορία ανάπτυξης των δικών του, των χαρακτηριστικών γι’ αυτό αντιθέσεων.

Ο Λένιν υπογραμμίζει, πως ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, έδωσε ένα υπόδειγμα ανάλυσης της κίνησης των αντιθέσεων, που διαπερνούν ολόκληρο το προτσές ανάπτυξης ενός πράγματος, ενός φαινομένου, από την αρχή ως το τέλος. Αυτή τη μέθοδο πρέπει να χρησιμοποιούμε όταν μελετούμε το προτσές ανάπτυξης κάθε πράγματος, κάθε φαινομένου. Κι ο Λένιν ο ίδιος χρησιμοποίησε με τρόπο ορθό τη μέθοδο αυτή, που διαποτίζει όλα τα έργα του.

«Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, αναλύει κατ’ αρχήν ό,τι το πιο απλό, το πιο συνηθισμένο, το πιο θεμελιώδες, το πιο γενικό υπάρχει, αυτό, που συναντιέται δισεκατομμύρια φορές, τη σχέση της αστικής κοινωνίας (της εμπορευματικής): την ανταλλαγή των εμπορευμάτων. Η ανάλυση αποκαλύπτει μέσα σ’ αυτό το στοιχειώδες φαινόμενο (σ’ αυτό το «κύτταρο» της αστικής κοινωνίας) όλες τις αντιθέσεις (ανάλογα, το έμβρυο όλων των αντιθέσεων) της σύγχρονης κοινωνίας. Η έκθεσή του μας δείχνει κατόπι την εξέλιξη (και την ανάπτυξη και την κίνηση) αυτών των αντιθέσεων κι αυτής της κοινωνίας μέσα στο σύνολο των διαφόρων μερών της, από την αρχή ως το τέλος».

Ύστερα απ’ όλα αυτά ο Λένιν υποδείχνει: «Τέτοια πρέπει να είναι η μέθοδος έκθεσης (ανάλογα με τη μελέτη) της διαλεκτικής γενικά ...».[9]

Οι κινέζοι κομμουνιστές οφείλουν να γίνουν κάτοχοι αυτής της μεθόδου. Μόνο τότε θα μπορέσουν να αναλύσουν κατά τρόπο ορθό την ιστορία και την τωρινή κατάσταση της κινέζικης επανάστασης και να καθορίσουν τις προοπτικές της.

3 Ο ΕΙΔΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Όπως είπαμε κιόλας προηγούμενα, ο καθολικός και απόλυτος χαρακτήρας των αντιθέσεων βρίσκεται στο γεγονός, ότι οι αντιθέσεις εκδηλώνονται στο προτσές ανάπτυξης όλων των πραγμάτων, όλων των φαινομένων, και διαπερνούν όλο το προτσές ανάπτυξης κάθε πράγματος, κάθε φαινομένου, από την αρχή ως το τέλος.

Θα σταθούμε τώρα σε ό,τι το ειδικό και σχετικό υπάρχει στις αντιθέσεις.

Το ζήτημα αυτό πρέπει να το εξετάσουμε από πολλές απόψεις.

Πρώτα-πρώτα, οι αντιθέσεις όλων των διαφορετικών μορφών κίνησης της ύλης παίρνουν όλες έναν ειδικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος γνωρίζει την ύλη, γνωρίζοντας τις μορφές κίνησης της ύλης, αφού είναι δεδομένο, πως στον κόσμο δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ύλη σε κίνηση. Η κίνηση της ύλης εξάλλου παίρνει πάντα καθορισμένη μορφή. Όταν εξετάζουμε μια οποιαδήποτε ξεχωριστά παρμένη, μορφή κίνησης, πρέπει να μελετούμε τί το κοινό έχει με τις άλλες μορφές κίνησης. Αλλά εκείνο, που έχει ακόμα πιο σπουδαία σημασία –κι αυτό είναι που χρησιμεύει σα βάση για τη γνώση των πραγμάτων –είναι να λαβαίνουμε υπόψη αυτό που είναι εντελώς ειδικό σε κάθε μία από τις μορφές κίνησης, δηλαδή, αυτό, που την κάνει να διαφέρει ποιοτικά από τις άλλες μορφές κίνησης. Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούμε να διακρίνουμε ένα πράγμα από ένα άλλο. Κάθε μορφή κίνησης κλείνει μέσα της τις χαρακτηριστικές της ειδικές αντιθέσεις, που αποτελούν την ειδική ουσία του πράγματος, η οποία το κάνει να διαφέρει από τα άλλα. Εδώ βρίσκεται η εσωτερική αιτία ή η βάση της απεριόριστης ποικιλίας των πραγμάτων και των φαινομένων, που υπάρχουν στον κόσμο. Στη φύση υπάρχει πλήθος μορφών κίνησης. Η μηχανική κίνηση, ο ήχος, το φως, η θερμότητα, ο ηλεκτρισμός, η αποσύνθεση, η σύνθεση κτλ. Όλες αυτές οι μορφές κίνησης της ύλης βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση ως προς την ουσία τους, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους. Η ειδική ουσία κάθε μορφής κίνησης της ύλης καθορίζεται από τις ειδικές αντιθέσεις, που είναι σύμφυτες μ’ αυτή. Η κατάσταση αυτή δεν υπάρχει μονάχα στη φύση. Υπάρχει στον ίδιο βαθμό και στα κοινωνικά και στα ιδεολογικά φαινόμενα. Κάθε κοινωνική μορφή, κάθε μορφή συνείδησης κλείνει μέσα της τις χαρακτηριστικές της, ειδικές αντιθέσεις, και έχει τη χαρακτηριστική της, ειδική ουσία.

Ο καθορισμός των διαφόρων επιστημονικών τομέων στηρίζεται ακριβώς στις ειδικές αντιθέσεις, που υπάρχουν στα διάφορα αντικείμενα, τα οποία υποβάλλονται στην επιστημονική μελέτη. Ακριβώς η μελέτη των καθορισμένων αντιθέσεων, που είναι σύμφυτες μόνο σε μια καθορισμένη σφαίρα φαινομένων, αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή της άλλης επιστήμης. Λόγου χάρη, το συν και το πλην στα μαθηματικά, η δράση και η αντίδραση στη μηχανική, ο θετικός κι ο αρνητικός ηλεκτρισμός στη φυσική, η διάλυση και η ένωση στη χημεία, οι παραγωγικές δυνάμεις και οι παραγωγικές σχέσεις, οι τάξεις και η ταξική πάλη στις κοινωνικές επιστήμες, η επίθεση και η άμυνα στη στρατιωτική επιστήμη, ο ιδεαλισμός και ο υλισμός, η μεταφυσική και η διαλεκτική στη φιλοσοφία κτλ. Όλα αυτά αποτελούν τα αντικείμενα μελέτης των διάφορων επιστημών, εξαιτίας ακριβώς της ύπαρξης ειδικών αντιθέσεων και μιας ειδικής ουσίας σε αυτά. Είναι φανερό, πως εφόσον δε γνωρίσουμε τι το καθολικό υπάρχει στις αντιθέσεις, είναι αδύνατο να ανακαλύψουμε τα γενικά αίτια ή τις γενικές βάσεις της κίνησης, της ανάπτυξης των πραγμάτων και των φαινομένων, είναι αδύνατο να διακρίνουμε τα πράγματα και τα φαινόμενα, να καθορίσουμε τους ξεχωριστούς τομείς της επιστημονικής έρευνας.

Αν εξετάσουμε την προοδευτική κίνηση της ανθρώπινης γνώσης, βλέπουμε πως αυτή επεκτείνεται βαθμιαία από τη γνώση του ξεχωριστού και ειδικού στη γνώση του γενικού. Οι άνθρωποι αρχίζουν πάντα από τη γνώση πρώτα της ειδικής ουσίας πολυάριθμων διαφορετικών φαινομένων, και μόνο ύστερα απ’ αυτό μπορούν να περάσουν στη γενίκευση, μπορούν να γνωρίσουν την κοινή ουσία των φαινομένων. Μόνο αφού πετύχουν τη γνώση αυτής της κοινής ουσίας και καθοδηγούμενοι από την κοινή αυτή γνώση, μελετώντας σε συνέχεια τα διάφορα συγκεκριμένα πράγματα, που δεν έχουν μελετηθεί ακόμα ή έχουν μελετηθεί ανεπαρκώς, και ανακαλύπτοντας την ειδική ουσία τους, μπορούν να συμπληρώσουν, να πλουτίσουν και να αναπτύξουν τη γνώση της κοινής αυτής ουσίας, φροντίζοντας, ώστε να μη μετατραπεί σε κάτι το απολιθωμένο, το απονεκρωμένο. Αυτά είναι τα δύο στάδια του προτσές της γνώσης: το πρώτο –από το ειδικό στο γενικό, το δεύτερο – από το γενικό στο ειδικό. Η ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης παρουσιάζει πάντα μια σπειροειδή κίνηση. Κάθε κύκλος ανεβάζει τη γνώση σε μια ανώτερη βαθμίδα, τη βαθαίνει σταθερά (εφόσον εφαρμόζεται αυστηρά η επιστημονική μέθοδος). Οι δογματιστές μας σφάλουν σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί, από τη μιά πλευρά, δεν καταλαβαίνουν, πως μόνο αφού μελετηθεί το ειδικό, που υπάρχει στις αντιθέσεις, και κατανοηθεί η ειδική ουσία των επιμέρους πραγμάτων, τότε μόνο μπορεί να αποκτηθεί η πλήρης γνώση της καθολικότητας των αντιθέσεων, και της κοινής ουσίας των πραγμάτων, και από την άλλη, δεν καταλαβαίνουν πως αφού γνωστεί η κοινή ουσία των πραγμάτων, επιβάλλεται η παραπέρα μελέτη των συγκεκριμένων πραγμάτων, αυτών, που δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς ή που εμφανίζονται για πρώτη φορά. Οι δογματιστές μας είναι άνθρωποι νωθροί, που αποφεύγουν κάθε επίπονη μελέτη των συγκεκριμένων πραγμάτων. Θεωρούν τις γενικές αλήθειες σαν κάτι, που πέφτει από τον ουρανό, διατυπώνουν για τις αλήθειες αυτές φόρμουλες εντελώς αφηρημένες, απρόσιτες την ανθρώπινη νόηση, αρνούνται απόλυτα και ανατρέπουν την κανονική τάξη, που ακολουθούν οι άνθρωποι για να φτάσουν στη γνώση της αλήθειας. Δεν κατανοούν επίσης τον αμοιβαίο δεσμό, που ενώνει τα δύο στάδια της γνώσης: από το ειδικό – στο γενικό και από το γενικό – στο ειδικό. Δεν κατανοούν καθόλου τη μαρξιστική θεωρία της γνώσης.

Πρέπει να μελετήσουμε όχι μόνο τις ειδικές αντιθέσεις καθενός από τα μεγάλα συστήματα των μορφών κίνησης της ύλης, και την ουσία, που προσδιορίζεται από τις αντιθέσεις αυτές, αλλά επίσης, και τις ειδικές αντιθέσεις κάθε μιάς από τις μορφές αυτές κίνησης της ύλης, στο κάθε στάδιο της μακρινής πορείας, που ακολουθεί η ανάπτυξη αυτών των μορφών καθώς και την ουσία κάθε μιάς από τις μορφές αυτές. Όλες οι μορφές κίνησης σε κάθε προτσές πραγματικής, και όχι φανταστικής, ανάπτυξης, διαφέρουν ποιοτικά. Γι’ αυτό, κατά τη μελέτη μας, πρέπει να δώσουμε σ’ αυτό ιδιαίτερη προσοχή, μάλλον, ν’ αρχίσουμε απ’ αυτό.

Οι αντιθέσεις, οι ποιοτικά διάφορες, δεν μπορούν να λυθούν παρά με μεθόδους ποιοτικά διάφορες. Έτσι, λόγου χάρη, η αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη λύνεται με τη μέθοδο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η αντίθεση ανάμεσα στις λαϊκές μάζες και το φεουδαρχικό καθεστώς λύνεται με τη μέθοδο της δημοκρατικής επανάστασης. Η αντίθεση ανάμεσα στις αποικίες και τον ιμπεριαλισμό λύνεται με τη μέθοδο του επαναστατικού εθνικού πολέμου. Η αντίθεση ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αγροτιά, στη σοσιαλιστική κοινωνία, λύνεται με τη μέθοδο της κολεκτιβοποίησης και της εκμηχάνισης της αγροτικής οικονομίας. Οι αντιθέσεις στους κόλπους του Κομμουνιστικού κόμματος λύνονται με τη μέθοδο της κριτικής και της αυτοκριτικής. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην κοινωνία και τη φύση λύνονται με τη μέθοδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το προτσές μεταβάλλεται, το παλιό προτσές και οι παλιές αντιθέσεις εξαφανίζονται, ένα νέο προτσές και νέες αντιθέσεις γεννιούνται. Κατά συνέπεια, οι μέθοδοι, που χρησιμοποιούνται για τη λύση αυτών των αντιθέσεων αλλάζουν κι αυτές. Οι αντιθέσεις, που λύθηκαν με τη Φεβρουριανή επανάσταση και οι αντιθέσεις, που λύθηκαν με την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, καθώς και οι μέθοδοι, που χρησιμοποιήθηκαν στις δυό αυτές επαναστάσεις, για τη λύση των αντιθέσεων, ήταν ριζικά διάφορες. Το να λύνονται οι διαφορετικές αντιθέσεις με διαφορετικές μεθόδους αποτελεί αρχή, που οι μαρξιστές – λενινιστές οφείλουν να τηρούν αυστηρά. Οι δογματιστές, αντίθετα, δεν τηρούν την αρχή αυτή, δεν κατανοούν τις διαφορές των συνθηκών μέσα στις οποίες ξετυλίγονται οι διάφορες επαναστάσεις. Δεν κατανοούν, κατά συνέπεια πως οι διαφορετικές αντιθέσεις πρέπει να λύνονται με διαφορετικές μεθόδους. Εφαρμόζουν παντού το ίδιο στερεότυπο σχήμα, που το θεωρούν αναλλοίωτο. Αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει την επανάσταση στην αποτυχ΄8ια, ή να δυσκολέψει κάτι, που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε καλό.

Για να ανακαλύψουμε στο σύνολό τους και στην αμοιβαία τους σύνδεση, τα ειδικά χαρακτηριστικά των αντιθέσεων μέσα στο προτσές ανάπτυξης ενός οποιουδήποτε φαινομένου, δηλαδή, για ν’ ανακαλύψουμε την ουσία του προτσές ανάπτυξης του φαινομένου, πρέπει ν’ ανακαλύψουμε τα ειδικά χαρακτηριστικά όλων των αντιθετικών εκδηλώσεων, που ενυπάρχουν σ’ αυτό το προτσές, διαφορετικά θα είναι αδύνατο να ανακαλύψουμε την ουσία του προτσές. Γι’ αυτό οφείλουμε να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί κατά την έρευνά μας.

Στο προτσές ανάπτυξης κάθε σημαντικού φαινομένου, υπάρχει ολόκληρη σειρά αντιθέσεων. Λόγου χάρη, στο προτσές της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην Κίνα, υπάρχουν: η αντίθεση ανάμεσα στις διάφορες καταπιεζόμενες τάξεις της κινέζικης κοινωνίας και τον ιμπεριαλισμό, η αντίθεση ανάμεσα στις λαϊκές μάζες και το φεουδαρχικό καθεστώς, η αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, η αντίθεση ανάμεσα στην αγροτιά και τη μικροαστική τάξη των πόλεων, από τη μιά πλευρά, και την αστική τάξη, από την άλλη, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες κυρίαρχες αντιδραστικές κλίκες κτλ. Εδώ η κατάσταση είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Όχι μόνο η κάθε μιά από τις αντιθέσεις αυτές παίρνει τον ξεχωριστό, ειδικό χαρακτήρα της και έτσι όλες αυτές οι αντιθέσεις δεν μπορούν να μπουν στην ίδια γραμμή, αλλά και κάτι περισσότερο, οι δυό πλευρές της κάθε αντίθεσης έχουν κι αυτές με τη σειρά τους τα ξεχωριστά, ειδικά γνωρίσματά τους, και δεν μπορούμε, ούτε αυτές, να τις αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο.

Εμείς, που αγωνιζόμαστε για την υπόθεση της κινέζικης επανάστασης, οφείλουμε να κατανοήσουμε όχι μόνο τον ειδικό χαρακτήρα των αντιθέσεων στο σύνολό τους, δηλαδή, στην αμοιβαία τους σύνδεση, μα επιπλέον να μελετήσουμε κάθε μιά από τις ξεχωριστές τους πλευρές, πράγμα που αποτελεί το μοναδικό μέσο για να φτάσουμε, να κατανοήσουμε το σύνολό τους. Το να κατανοήσουμε όλες τις πλευρές μιας αντίθεσης, σημαίνει να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη θέση που κατέχει κάθε μιά από αυτές τις πλευρές, να κατανοήσουμε κάτω από ποιες συγκεκριμένες μορφές εξαρτιόνται και αντιτίθενται αμοιβαία, ποιες είναι οι συγκεκριμένες μέθοδοι πάλης, που χρησιμοποιούνται από την κάθε μια πλευρά στην αμοιβαία τους σύνδεση και αντίθεση, καθώς και ύστερα από τη ρήξη της αμοιβαίας τους σύνδεσης. Η μελέτη αυτών των ζητημάτων έχει εξαιρετική σπουδαιότητα. Αυτό ακριβώς είχε υπόψη ο Λένιν, όταν έλεγε πως η ίδια η βάση, η ζωντανή ψυχή του μαρξισμού είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.[10] Οι δογματικοί μας παραβαίνουν τις υποδείξεις του Λένιν. Δεν μπαίνουν στον κόπο να αναλύσουν οτιδήποτε κατά τρόπο συγκεκριμένο. Στα άρθρα τους και στους λόγους τους δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αναμασούν κατά τρόπο ανώφελο, κενό, σχήματα στερεότυπα, δημιουργώντας μέσα στο Κόμμα ένα εξαιρετικά ολέθριο στυλ δουλειάς.

Όταν μελετούμε ένα οποιοδήποτε ζήτημα, οφείλουμε να αποφεύγουμε τον υποκειμενισμό, τη μονόπλευρη και επιφανειακή του εξέταση. Υποκειμενισμός, είναι η αδυναμία να αντιμετωπίσουμε ένα ζήτημα αντικειμενικά, δηλαδή κατά τρόπο υλιστικό. Γι’ αυτό μίλησα κιόλας στη μελέτη «Για την πράξη». Η μονόπλευρη εξέταση συνίσταται στο να μην είμαστε σε θέση να αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα από όλες τους τις πλευρές. Αυτό συμβαίνει, λόγου χάρη, όταν κατανοούμε μόνο την Κίνα κι όχι και την Ιαπωνία, μόνο το Κομμουνιστικό κόμμα και όχι και το Κουόμιντανγκ, μόνο το προλεταριάτο κι όχι και την αστική τάξη, μόνο την αγροτιά κι όχι και τους γαιοκτήμονες, όταν κατανοούμε τις ευνοϊκές καταστάσεις κι όχι και τις δυσμενείς, όταν κατανοούμε το παρελθόν κι όχι και το μέλλον, τη λεπτομέρεια κι όχι και το σύνολο, τα ελαττώματα κι όχι και τα προτερήματα, τον κατήγορο κι όχι και τον κατηγορούμενο, την επαναστατική δουλειά στην παρανομία κι όχι και την νόμιμη επαναστατική δουλειά κτλ – με δυό λόγια όταν δεν κατανοούμε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των διαφόρων πλευρών των αντιθέσεων. Αυτό θα πει, πως αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα κατά τρόπο μονόπλευρο, πως βλέπουμε το μέρος και όχι το όλον, τα δέντρα και όχι το δάσος. Όταν ενεργούμε έτσι, είναι αδύνατο να βρούμε τη μέθοδο που επιτρέπει να λύσουμε τις αντιθέσεις, είναι αδύνατο να ανταποκριθούμε στα επαναστατικά μας καθήκοντα, είναι αδύνατο να εκπληρώσουμε με επιτυχία την εργασία που μας εμπιστεύτηκαν, είναι αδύνατον να αναπτύξουμε πιστά την πάλη γνωμών μέσα στο Κόμμα. Ο Σουεντσέ[11] πραγματευόμενος τα προβλήματα του πολέμου είπε: «Γνώρισε τον αντίπαλό σου, μα και τον εαυτό σου, και θα γίνεις ακατανίκητος». Μιλούσε έτσι και για τις δυό αντιμαχόμενες πλευρές. Ο Βέι Τσενγκ, που έζησε στην εποχή της δυναστείας των Τανγκ, έλεγε: «όταν ακούς όλες τις πλευρές φωτίζεσαι, όταν όμως ακούς μόνο τη μιά, πέφτεις στα σκοτάδια».[12] Κι αυτός κατανοούσε πόσο ολέθρια είναι η μονόπλευρη εξέταση των προβλημάτων. Ωστόσο, οι σύντροφοί μας αντιμετωπίζουν συχνά τα προβλήματα κατά τρόπο μονόπλευρο και εξαιτίας αυτού, όλο και συναντούν εμπόδια στο δρόμο τους. Ο Σονγκ Κιανγκ, ο ήρωας του μυθιστορήματος, Σουέι χυου τσουάν[13] κάνει τρεις επιθέσεις κατά του Τσουκιατσουάνγκ, αλλά αγνοώντας την υπάρχουσα κατάσταση και με το να εφαρμόζει στις ενέργειές του μέθοδο εσφαλμένη, απέτυχε τις δυό πρώτες φορές. Όταν όμως άλλαξε τη μέθοδο της δράσης του και μελετώντας τη κατάσταση, είδε καθαρά το σύστημα των λαβυρίνθων, διέλυσε τη συμμαχία ανάμεσα στο Λικιατσουάνγκ, το Χουκιατσουάνγκ και του Τσουκιατσουάνγκ, έστησε ενέδρα μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο, κατά τρόπο παρόμοιο προς το Δούρειο ίππο, που αναφέρει ξένη παράδοση και έτσι η τρίτη του επίθεση στέφθηκε από επιτυχία. Το μυθιστόρημα «Σουέι Χου Τσουάν» περιέχει ολόκληρη σειρά από παραδείγματα εφαρμογής της υλιστικής διαλεκτικής, που το καλύτερο απ’ αυτά είναι η τριπλή επίθεση κατά του Τσουκιατσουάνγκ.

Ο Λένιν λέει: «Για να γνωρίσουμε πραγματικά ένα αντικείμενο, πρέπει να αγκαλιάσουμε, να μελετήσουμε όλες του τις πλευρές, όλες τις σχέσεις και όλα του τα «νοήματα». Αυτά δε θα τα εξαντλήσουμε ποτέ, αλλά η υποχρέωση ν’ αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα απ’ όλες τους τις πλευρές θα μας προφυλάξει από πλάνες και από την αρτηριοσκλήρωση».[14]

Οφείλουμε να θυμούμαστε τα λόγια αυτά.

Η μελέτη μας είναι επιφανειακή, όταν δε λαμβάνουμε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αντίθεσης στο σύνολό της, ούτε τα ξεχωριστά γνωρίσματα των διαφόρων πλευρών της, όταν αρνούμαστε την ανάγκη να διεισδύσουμε βαθιά στην ουσία του πράγματος και να μελετήσουμε λεπτομερειακά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αντίθεσης, όταν αρκούμαστε να παρατηρούμε από μακριά, να καθορίζουμε εντελώς, κατά προσέγγιση, τα γενικά χαρακτηριστικά της αντίθεσης για να επιχειρήσουμε να τη λύσουμε αμέσως (απαντώντας στα ερωτήματα, δίνοντας λύσεις στις διενέξεις, ρυθμίζοντας τις τρέχουσες υποθέσεις, διευθύνοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις). Ο τέτοιος τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων φέρνει πάντα δυσάρεστα αποτελέσματα.

Η αιτία, που οι σύντροφοί μας, οι οποίοι επηρεάζονται από το δογματισμό και τον εμπειρισμό, διαπράττουν σφάλματα, είναι, ότι αντιμετωπίζουν τα πράγματα κατά τρόπο υποκειμενικό, μονόπλευρο και επιφανειακό. Η μονόπλευρη και υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων είναι υποκειμενισμός, γιατί, στο βαθμό ακριβώς που, ενώ τα αντικειμενικά υπαρκτά πράγματα είναι στην πραγματικότητα αλληλένδετα και διέπονται από εσωτερικούς νόμους, εμείς δεν τα αντικατοπτρίζουμε σωστά, αντιμετωπίζουμε τα φαινόμενα κατά τρόπο μονόπλευρο και επιφανειακό ή αγνοούμε τις αλληλοσυνδέσεις τους και τους εσωτερικούς νόμους που τα διέπουν, δείχνουμε τον υποκειμενισμό μας.

Οφείλουμε να μελετούμε τις ιδιομορφίες της κίνησης των αντιθέσεων όχι μόνο μέσα στο γενικό προτσές ανάπτυξης των φαινομένων, αλλά επίσης, και μέσα στην αλληλοσύνδεσή τους, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους της κάθε πλευράς. Κάθε στάδιο αυτού του προτσές ανάπτυξης έχει τις δικές του ιδιομορφίες, που δεν επιτρέπεται να τις παραβλέπει κανείς.

Η βασική αντίθεση στο προτσές ανάπτυξης ενός φαινομένου και η ουσία του προτσές, που προσδιορίζεται από τη βασική αυτή αντίθεση, δεν εξαφανίζονται πριν από την τελείωση του προτσές. Ωστόσο, η κατάσταση στα διάφορα στάδια του μακρόχρονου προτσές ανάπτυξης ενός φαινομένου, συχνά μεταβάλλεται. Αυτό γίνεται, γιατί – αν και ο χαρακτήρα της βασικής αντίθεσης μέσα στο προτσές ανάπτυξης του φαινομένου και η ουσία του προτσές αυτού δεν μεταβάλλονται –η βασική αντίθεση, στα διάφορα στάδια του μακρόχρονου προτσές ανάπτυξης, παίρνει μορφές όλο και οξύτερες. Εξάλλου, μέσα σ’ όλη τη σειρά των αντιθέσεων, σημαντικών είτε όχι σημαντικών, που προσδιορίζονται από τη βασική αντίθεση ή επηρεάζονται απ’ αυτή, άλλες γίνονται οξύτερες, άλλες λύνονται ή εξασθενούν προσωρινά ή εν μέρει, κι άλλες, τέλος, μόλις που γεννιούνται. Ακριβώς γι’ αυτό το προτσές περιλαμβάνει διάφορα στάδια. Όσοι δε λαμβάνουν υπόψη τους τα στάδια στο προτσές ανάπτυξης ενός φαινομένου, είναι ανίκανοι να λύσουν όπως πρέπει τις σύμφυτες με το φαινόμενο αυτό αντιθέσεις.

Όταν, λόγου χάρη, ο καπιταλισμός της εποχής του ελεύθερου συναγωνισμού μετασχηματίστηκε στον ιμπεριαλισμό, η φύση των δυό ανταγωνιζόμενων τάξεων –του προλεταριάτου και της αστικής τάξης –όπως και η καπιταλιστική ουσία της κοινωνίας αυτής, δεν άλλαξαν σε τίποτα, ωστόσο οι αντιθέσεις ανάμεσα στις δυό αυτές τάξεις έγιναν οξύτερες, εμφανίστηκαν οι αντιθέσεις ανάμεσα στο μονοπωλιακό κεφάλαιο και το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις μητροπόλεις και τις αποικίες έγιναν οξύτερες, και τέλος οξύτερες έγιναν ιδιαίτερα οι αντιθέσεις ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες, δηλαδή οι αντιθέσεις, που προκαλούνταν από την ανισόμετρη ανάπτυξη των χωρών αυτών. Έτσι εμφανίστηκε ένα ιδιαίτερο στάδιο του καπιταλισμού –το στάδιο του ιμπεριαλισμού. Ο λενινισμός έγινε μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης, ακριβώς γιατί ο Λένιν και ο Στάλιν έδωσαν ορθή ερμηνεία στις αντιθέσεις αυτές και επεξεργάστηκαν τη σωστή θεωρία και τη σωστή τακτική της προλεταριακής επανάστασης, που καλείται να λύσει τις αντιθέσεις αυτές.

Εξετάζοντας το προτσές της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην Κίνα, που άρχισε με την Επανάσταση του 1911, βρίσκουμε επίσης μερικά ιδιαίτερα στάδια. Ειδικά, η περίοδος, που επικεφαλής της επανάστασης βρισκόταν η αστική τάξη και η περίοδος, που επικεφαλής της επανάστασης βρισκόταν το προλεταριάτο, αντιπροσωπεύουν δυό εντελώς διαφορετικά στάδια. Η άσκηση της ηγεσίας από την πλευρά του προλεταριάτου άλλαξε ριζικά τη φυσιογνωμία της επανάστασης, οδήγησε σε μιά νέα αναδιάταξη των ταξικών δυνάμεων, στην πλατειά ανάπτυξη της αγροτικής επανάστασης, έδωσε στην επανάσταση συνεπή αντιιμπεριαλιστικό και αντιφεουδαρχικό χαρακτήρα, έκαμε δυνατό το μετασχηματισμό της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική επανάσταση κτλ. Όλα αυτά ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν την εποχή, που η ηγεσία της επανάστασης ανήκε στην αστική τάξη. Αν και ο χαρακτήρας της κύριας αντίθεσης ολόκληρου του προτσές, δηλαδή ο χαρακτήρας αυτού του προτσές σαν επανάστασης δημοκρατικής, αντιφεουδαρχικής και αντιιμπεριαλιστικής (η άλλη πλευρά αυτής της αντίθεσης ήταν ο μισοαποικιακός και μισοφεουδαρχικός χαρακτήρας της χώρας) δεν άλλαξε σε τίποτα, είδαμε ωστόσο να συντελούνται σ’ όλο το διάστημα αυτό γεγονότα σημαντικά, όπως η ήττα της Επανάστασης του 1911, η εγκαθίδρυση της εξουσίας των μιλιταριστών του Πεϊγιάνγκ, η δημιουργία του πρώτου ενιαίου εθνικού μετώπου και η επανάσταση του 1924-1927, η διάσπαση του ενιαίου μετώπου και το πέρασμα της αστικής τάξης στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης, οι εσωτερικοί πόλεμοι ανάμεσα στους νέους μιλιταριστές, ο επαναστατικός αγροτικός πόλεμος, η δημιουργία του δεύτεροι ενιαίου εθνικού μετώπου και ο πόλεμος εναντίον των γιαπωνέζων επιδρομέων. Με άλλα λόγια, μέσα σε είκοσι χρόνια και κάτι, διανύθηκαν αρκετά στάδια ανάπτυξης, που τα χαρακτηρίζει το γεγονός, ότι ορισμένες αντιθέσεις έγιναν οξύτερες (λόγου χάρη, ο Επαναστατικός αγροτικός πόλεμος και η εισβολή της Ιαπωνίας στις τέσσερις επαρχίες της Βορειοανατολικής Κίνας), ότι άλλες προσωρινά και εν μέρει λύθηκαν (λόγου χάρη, η διάλυση των μιλιταριστών του Πεϊγιάνγκ, η δήμευση της γης των τσιφλικάδων, που πραγματοποιήσαμε), ότι τέλος εμφανίστηκαν άλλες (λόγου χάρη, η πάλη ανάμεσα στους νέους μιλιταριστές, η ανάκτηση από τους γαιοκτήμονες της δημευμένης γης, όταν απωλέσαμε τις επαναστατικές βάσεις της Νότιας Κίνας) κτλ.

Όταν μελετούμε τον ειδικό χαρακτήρα των αντιθέσεων στα διάφορα στάδια του προτσές ανάπτυξης ενός φαινόμενο, πρέπει όχι μόνο να εξετάζουμε τις αντιθέσεις αυτές στο σύνολό τους και στην αμοιβαία του σύνδεση, αλλά επίσης να τις αντιμετωπίζουμε λαμβάνοντας υπόψη την κάθε μιά από τις πλευρές των αντιθέσεων στο καθένα από τα στάδια της ανάπτυξης.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το Κουομιντάγκ και το Κομμουνιστικό κόμμα: όσον καιρό το Κουομιντάγκ (η μία από τις πλευρές) εφάρμοζε, στην περίοδο του πρώτου ενιαίου μετώπου, τις τρεις θεμελιώδεις πολιτικές θέσεις του Σουν Γιατ-σεν (συμμαχία με τη Ρωσία, συμμαχία με το Κομμουνιστικό κόμμα και υποστήριξη των εργατών και των αγροτών), παρέμενε επαναστατικό, στέρεο και αντιπροσώπευε τη συμμαχία των διαφόρων τάξεων στη δημοκρατική επανάσταση. Ύστερα από το 1927, το Κουομιντάγκ μετατράπηκε στο εντελώς αντίθετό του, έγινε το αντιδραστικό μπλοκ των γαιοκτημόνων και της μεγαλοαστικής τάξης. Ύστερα από τα Γεγονότα του Σιάν, το Δεκέμβριο του 1935, άρχισε πάλι να συντελείται μια στροφή στο Κουομιντάγκ, προς την κατεύθυνση της κατάπαυσης του εμφύλιο πολέμου και της σύναψης συμμαχίας με το Κομμουνιστικό κόμμα, για τη διεξαγωγή του κοινού αγώνα εναντίον του γιαπωνέζικου μιλιταρισμού. Τέτοιες ήταν οι ιδιομορφίες του Κουομιντάγκ στα τρία αυτά στάδια. Την εμφάνισή τους, εννοείται, την προκάλεσε μια ολόκληρη σειρά από παράγοντες. Σε ό,τι αφορά το Κομμουνιστικό κόμμα Κίνας (άλλη πλευρά), στην περίοδο του πρώτου ενιαίου μετώπου ήταν ακόμα νεαρό και, παρ’ όλο που καθοδήγησε με ηρωισμό την επανάσταση του 1924-1927, έδειξε έλλειψη ωριμότητας στην κατανόηση του χαρακτήρα, των καθηκόντων και των μεθόδων της επανάστασης. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ο τσεντουσιεουισμός[15] που εμφανίστηκε στην τελευταία περίοδο της επανάστασης αυτής, μπόρεσε να παίξει το ρόλο του και να οδηγήσει την επανάσταση στην ήττα. Ύστερα από το 1927, το Κομμουνιστικό κόμμα καθοδήγησε ηρωικά τον Επαναστατικό αγροτικό πόλεμο, δημιούργησε επαναστατικό στρατό και επαναστατικές βάσεις, αλλά διέπραξε τυχοδιωκτικά σφάλματα, που είχαν σα συνέπεια να δεχθούν βαριά πλήγματα και ο στρατός και οι βάσεις. Ύστερα από το 1935, το Κομμουνιστικό κόμμα, αφού διόρθωσε τα σφάλματά του, καθοδήγησε το καινούργιο ενιαίο αντιγιαπωνέζικο μέτωπο. Σήμερα ο μεγάλος αγώνας του βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Στο τωρινό στάδιο το Κομμουνιστικό κόμμα είναι ένα κόμμα, που γνώρισε τις δοκιμασίες δυό επαναστάσεων και απόκτησε πλούσια πείρα. Τέτοιες ήταν οι ιδιομορφίες του Κομμουνιστικού κόμματος Κίνας στα τρία αυτά στάδια. Την εμφάνιση αυτών των ιδιομορφιών την προκάλεσε, επίσης, μια ολόκληρη σειρά από παράγοντες. Αν δε μελετήσουμε τις ιδιομορφίες αυτές είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τις ιδιομορφίες των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στο Κουομιντάγκ και το Κομμουνιστικό κόμμα στα διάφορα στάδια της ανάπτυξής τους: δημιουργία ενιαίου μετώπου, διάσπαση αυτού του μετώπου και, πάλι, δημιουργία ενιαίου μετώπου.

Αλλά, για να μελετήσουμε όλες τις ιδιομορφίες των δυό κομμάτων, είναι ακόμα πιο απαραίτητο να μελετήσουμε την ταξική βάση των δυό κομμάτων και τις αντιθέσεις, που, πάνω στη βάση αυτή, ξεπήδησαν, στις διάφορες χρονικές περιόδους, ανάμεσα στο καθένα από τα κόμματα αυτά και τις άλλες πλευρές. Λόγου χάρη, στην περίοδο της πρώτης συμμαχίας του Κουομιντάγκ με το Κομμουνιστικό κόμμα υπήρχε, από το ένα μέρος, η αντίθεση ανάμεσα στο Κουομιντάγκ και τους ξένους ιμπεριαλιστές, εξαιτίας της οποίας το Κουομιντάγκ αντιτασσόταν στον ιμπεριαλισμό και, από το άλλο μέρος, η αντίθεση ανάμεσα στο Κουομιντάγκ και τις λαϊκές μάζες στο εσωτερικό της χώρας. Με τα λόγια, το Κουομιντάγκ έδινε στους εργάτες κάθε είδους θαυμαστές υποσχέσεις, στην πραγματικότητα όμως τους έδινε πολύ λίγα πράγματα ή, πιο σωστά, δεν τους έδινε τίποτα απολύτως. Στην πορεία του πολέμου, που διεξήγαγε εναντίον των κομμουνιστών, πολέμησε σε συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό και τη φεουδαρχία, εναντίον των λαϊκών μαζών, κατάργησε με μια μονοκοντυλιά όλα τα δικαιώματα, που είχαν αποκτήσει οι λαϊκές μάζες στη διάρκεια της επανάστασης, καθιστώντας έτσι την αντίθεσή του με τις λαϊκές μάζες οξύτερη. Σήμερα, στην περίοδο του αγώνα εναντίον των γιαπωνέζων επιδρομέων, εξαιτίας της ύπαρξης αντιθέσεων ανάμεσα στο Κουομιντάγκ και το γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό, το Κουομιντάγκ, από το ένα μέρος, ενδιαφέρεται για τη συμμαχία με το Κομμουνιστικό κόμμα αλλά, από το άλλο μέρος, δε μειώνει καθόλου τον αγώνα και την καταπίεσή του σε βάρος του Κομμουνιστικού κόμματος και του κινέζικου λαού. Το Κομμουνιστικό κόμμα βρίσκεται πάντα με το μέρος των λαϊκών μαζών στον αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού και της φεουδαρχίας. Ωστόσο, στην τωρινή περίοδο του αγώνα εναντίον των γιαπωνέζων επιδρομέων, δεδομένου ότι το Κουομιντάγκ τάχθηκε υπέρ της αντίστασης κατά των εισβολέων, το Κομμουνιστικό κόμμα άρχισε να εφαρμόζει μια μετριοπαθή πολιτική απέναντι στο Κουομιντάγκ και τις φεουδαρχικές δυνάμεις της χώρας. Εξαιτίας όλων αυτών των παραγόντων, άλλοτε συνάπτεται μια συμμαχία ανάμεσα στα δυό αυτά κόμματα, κι άλλοτε ξαναδυναμώνει ο αγώνας ανάμεσά τους. εξάλλου, ακόμα και στις περιόδους της συμμαχίας, η κατάσταση είναι περίπλοκη, αφού υπάρχουν ταυτόχρονα και η συμμαχία και η πάλη. Αν δε μελετήσουμε τις ιδιομορφίες των δυό αυτών αντιθέτων πλευρών, δε θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε, όχι μόνο τις αμοιβαίες σχέσεις, που υπάρχουν ανάμεσα στο καθένα από τα δυό αυτά κόμματα και τις άλλες πλευρές, αλλά ούτε και τις σχέσεις, που υπάρχουν ανάμεσα στα ίδια τα δυό αυτά κόμματα.

Από δω προκύπτει, πως όταν μελετούμε τις ιδιομορφίες οποιωνδήποτε αντιθέσεων: των αντιθέσεων στις διάφορες μορφές κίνησης της ύλης, των αντιθέσεων στις μορφές κίνησης στην πορεία διαφόρων προτσές ανάπτυξης, διαφόρων πλευρών αντιθέσεων σ’ αυτό ή το άλλο προτσές ανάπτυξης, των αντιθέσεων μέσα στα προτσές ανάπτυξης στα διάφορα στάδια των προτσές αυτών και επίσης διαφόρων πλευρών αντιθέσεων στα διάφορα στάδια της ανάπτυξης – όταν μελετούμε όλες αυτές τις ιδιομορφίες των αντιθέσεων δεν επιτρέπεται να παρασυρόμαστε σε υποκειμενικές εκτιμήσεις. Εδώ επιβάλλεται μια συγκεκριμένη ανάλυση. Χωρίς συγκεκριμένη ανάλυση είναι αδύνατο να γνωρίσουμε την οποιαδήποτε ιδιομορφία των αντιθέσεων. Οφείλουμε να θυμόμαστε πάντα τα λόγια του Λένιν: συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπήρξαν οι πρώτοι, που μας έδωσαν θαυμάσια παραδείγματα μιας τέτοιου είδους συγκεκριμένης ανάλυσης.

Όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς χρησιμοποίησαν το νόμο των σύμφυτων με τα πράγματα και τα φαινόμενα αντιθέσεων στη μελέτη του προτσές της ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας, διαπίστωσαν την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις, την αντίθεση ανάμεσα στην τάξη των εκμεταλλευτών και την τάξη των εκμεταλλευόμενων, όπως και την αντίθεση, που γεννιέται από δω ακριβώς, ανάμεσα στην οικονομική βάση και το πολιτικό, ιδεολογικό κτλ εποικοδόμημα, και είδαν, πως αυτές οι αντιθέσεις στις διάφορες ταξικές κοινωνίες προκαλούν κοινωνικές επαναστάσεις διαφόρων χαρακτήρων.

Όταν ο Μαρξ χρησιμοποίήσε το νόμο αυτό στη μελέτη της οικονομικής διάρθρωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, είδε, πως η βασική αντίθεση της κοινωνίας αυτής είναι η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική μορφή της ιδιοποίησης. Η αντίθεση αυτή εκδηλώνεται με την αντίθεση ανάμεσα στον οργανωμένο χαρακτήρα της παραγωγής στις ξεχωριστές επιχειρήσεις και τον ανοργάνωτο χαρακτήρα της παραγωγής στην κλίμακα ολόκληρης της κοινωνίας. Στις σχέσεις πάλι ανάμεσα στις τάξεις, η αντίθεση αυτή εκδηλώνεται με την αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο.

Εξαιτίας της τεράστιας ποικιλίας των πραγμάτων και των φαινομένων και του απεριόριστου χαρακτήρα της ανάπτυξης, συμβαίνει ώστε, εκείνο, που σε μιά καθορισμένη περίπτωση είναι καθολικό, μπορεί σε μιά άλλη καθορισμένη περίπτωση να γίνει ειδικό. Και αντίστροφα, εκείνο, που σε μιά καθορισμένη περίπτωση είναι ειδικό, μπορεί σε μιά άλλη καθορισμένη περίπτωση να γίνει καθολικό. Η σύμφυτη με το καπιταλιστικό σύστημα αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, έχει τη θέση της γενικά σε όλες τις χώρες, όπου υπάρχει και αναπτύσσεται ο καπιταλισμός. Για τον καπιταλισμό αυτή η αντίθεση αποκτά καθολικό χαρακτήρα. Ωστόσο, η αντίθεση αυτή, η χαρακτηριστική για τον καπιταλισμό, αντιπροσωπεύει ένα φαινόμενο, που είναι σύμφυτο σε ένα καθορισμένο ιστορικό στάδιο ανάπτυξης της ταξικής κοινωνίας γενικά, και, από την άποψη της αντίθεσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις στην ταξική κοινωνία γενικά, η αντίθεση είναι ειδική. Και όμως, ο Μαρξ, αφού ανακάλυψε τον ειδικό χαρακτήρα όλων των αντιθέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, ξεκινώντας ακριβώς από δω, αποκάλυψε με έναν τρόπο ακόμα πιο βαθύ, πιο ολοκληρωμένο, πιο πλήρη, τον καθολικό χαρακτήρα της αντίθεσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις στην ταξική κοινωνία γενικά.

Από το ίδιο το γεγονός, ότι το μερικό συνδέεται με το καθολικό, ότι σε κάθε φαινόμενο είναι εσωτερικά σύμφυτο όχι μόνο ό,τι είναι μερικό στην αντίθεση, αλλά και ό,τι είναι καθολικό, το καθολικό ενυπάρχει στο μερικό. Όταν λοιπόν μελετούμε ένα καθορισμένο φαινόμενο, πρέπει να ανακαλύπτουμε τις δυό αυτές πλευρές και την αμοιβαία τους σύνδεση, να ανακαλύπτουμε κάθε τι το καθολικό και το μερικό, που είναι σύμφυτο με το δοσμένο φαινόμενο, καθώς και την αμοιβαία σύνδεσή τους, να ανακαλύπτουμε την αμοιβαία σύνδεση του εξεταζόμενου φαινομένου με τα πολυάριθμα άλλα φαινόμενα, που είναι έξω απ’ αυτό. Ο Στάλιν στο περίφημο έργο του Οι βάσεις του λενινισμού, ενώ αποκαλύπτει τις ιστορικές ρίζες του λενινισμού, αναλύει ταυτόχρονα τη διεθνή κατάσταση, μέσα στην οποία γεννήθηκε ο λενινισμός, αναλύει τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, αντιθέσεις, που έφτασαν στο ακρότατο σημείο τους στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, δείχνει πως οι αντιθέσεις αυτές οδήγησαν στο να γίνει η προλεταριακή επανάσταση ζήτημα της άμεσης πράξης και να δημιουργηθούν οι ευνοϊκές συνθήκες για μιά άμεση έφοδο κατά του καπιταλισμού. Επίσης, αναλύει τα αίτια, που η Ρωσία έγινε το λίκνο του λενινισμού, αναλύει το γιατί η τσαρική Ρωσία έγινε τότε το κρίσιμο σημείο όλων των αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού και γιατί ακριβώς το προλεταριάτο της Ρωσίας μπόρεσε να γίνει η εμπροσθοφυλακή του διεθνούς επαναστατικού προλεταριάτου.

Έτσι, αφού ανέλυσε ό,τι το γενικό υπάρχει στις αντιθέσεις, τις χαρακτηριστικές για τον ιμπεριαλισμό, ο Στάλιν έδειξε πως ο λενινισμός είναι ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης. Αφού ανέλυσε ό,τι το ειδικό υπήρχε στις γενικές αντιθέσεις, ό,τι το χαρακτηριστικό υπήρχε στον ιμπεριαλισμό της τσαρικής Ρωσίας, εξήγησε γιατί ακριβώς η Ρωσία έγινε η πατρίδα της θεωρίας και της τακτικής της προλεταριακής επανάστασης, - το ειδικό αυτό, που, εξάλλου, έκλεινε μέσα του και ό,τι γενικό υπήρχε στις αντιθέσεις αυτές. Η ανάλυση αυτή του Στάλιν αποτελεί για μας ένα υπόδειγμα μεθόδου για τη γνώση του ειδικού και του γενικού στις αντιθέσεις και της αλληλοσχέσης τους.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, και το ίδιο ο Λένιν και ο Στάλιν, χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική στη μελέτη των αντικειμενικών φαινομένων, υπόδειχναν πάντα, πως είναι απαράδεκτος οποιοσδήποτε αυθαίρετος υποκειμενισμός, υπογράμμιζαν πάντα, πως πρέπει, ξεκινώντας από τις συγκεκριμένες συνθήκες, τις σύμφυτες με την κίνηση της αντικειμενικής πραγματικότητας, να διακρίνουμε μέσα στα φαινόμενα αυτά τις συγκεκριμένες αντιθέσεις, να μελετούμε τη συγκεκριμένη κατάσταση των πλευρών της αντίθεσης και τη συγκεκριμένη αμοιβαία σχέση των αντιθέτων. Οι δογματιστές μας οδηγούνται από τη μιά αποτυχία στην άλλη, ακριβώς γιατί δεν ενεργούν έτσι. Οφείλουμε να διδαχθούμε από τις αποτυχίες των δογματιστών, και να γίνουμε κύριοι της επιστημονικής μεθόδου, γιατί άλλες μέθοδοι έρευνας δεν υπάρχουν.

Η σχέση ανάμεσα στον καθολικό χαρακτήρα και τον ειδικό χαρακτήρα των αντιθέσεων, είναι η σχέση ανάμεσα στο γενικό και το μερικό. Το γενικό έγκειται στην ύπαρξη αντιθέσεων σε όλα τα προτσές, στο γεγονός ότι οι αντιθέσεις διαπερνούν όλα τα προτσές, από την αρχή ως το τέλος: και η κίνηση, και το πράγμα, και το προτσές και η σκέψη είναι αντιθετικά. Όταν αρνούμαστε την ύπαρξη αντιθέσεων στα πράγματα και στα φαινόμενα, είναι σα να αρνούμαστε τα πάντα. Αυτό είναι μια καθολική αρχή, που ισχύει για όλους τους καιρούς και για όλες τις χώρες ανεξαίρετα. Γι’ αυτό η αντίθεση είναι γενική και απόλυτη. Ωστόσο αυτό το γενικό υπάρχει μέσω του μερικού και χωρίς το μερικό δεν μπορεί να υπάρξει γενικό. Πώς μπορεί να υπάρξει το γενικό όταν αποκλειστεί κάθε τι το μερικό; Το μερικό γεννιέται από το γεγονός ότι κάθε αντίθεση έχει τον ξεχωριστό ειδικό χαρακτήρα της. Κάθε τι το μερικό είναι εξαρτημένο, πρόσκαιρο και επομένως σχετικό.

Η αρχή αυτή για το γενικό και το μερικό, το απόλυτο και το σχετικό, αποτελεί την πεμπτουσία του ζητήματος των αντιθέσεων, των σύμφυτων με τα πράγματα και τα φαινόμενα. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, αρνείται τη διαλεκτική.


4. Η ΚΥΡΙΑ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ


Στο ζήτημα του ειδικού χαρακτήρα των αντιθέσεων, υπάρχουν ακόμα δυό στοιχεία, που πρέπει να προσεχθούν ιδιαίτερα: η κύρια αντίθεση και η κύρια πλευρά της αντίθεσης.

Σε κάθε πολύπλοκο προτσές ανάπτυξης των φαινομένων, υπάρχει μιά ολόκληρη σειρά από αντιθέσεις, ανάμεσα στις οποίες μιά είναι η κύρια αντίθεση. Η ύπαρξή της και η ανάπτυξή της καθορίζουν την ύπαρξη και την ανάπτυξη των άλλων αντιθέσεων και επενεργούν πάνω σ’ αυτές.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, λόγου χάρη, οι δυό αντιτιθέμενες δυνάμεις, το προλεταριάτο και η αστική τάξη, αποτελούν την κύρια αντίθεση. Οι άλλες αντιθέσεις, όπως λόγου χάρη, η αντίθεση ανάμεσα στα υπολείμματα της τάξης των φεουδαρχών και την αστική τάξη, η αντίθεση ανάμεσα στους αγρότες μικροκτηματίες και την αστική τάξη, η αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και τους αγρότες μικροκτηματίες, η αντίθεση ανάμεσα στη μη μονοπωλιακή αστική τάξη και τη μονοπωλιακή αστική τάξη, η αντίθεση ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες, οι αντιθέσεις ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τις αποικίες και οι άλλες αντιθέσεις: όλες αυτές καθορίζονται από την κύρια αντίθεση και υπόκεινται στην επίδρασή της.

Στις μισοαποικιακές χώρες, όπως είναι, λόγου χάρη, η Κίνα, οι σχέσεις ανάμεσα στην κύρια αντίθεση και τις δευτερεύουσες αντιθέσεις, σχηματίζουν έναν πολυσύνθετο πίνακα.

Σε περίπτωση, που οι ιμπεριαλιστές εξαπολύσουν έναν επιθετικό πόλεμο εναντίον μιας τέτοιας χώρας, οι διάφορες τάξεις της χώρας αυτής, εκτός από μιά μικρή κλίκα εθνοπροδοτών, μπορούν να ενωθούν προσωρινά, για να διεξαγάγουν εθνικό πόλεμο εναντίον του ιμπεριαλισμού. Σε μιά τέτοια περίπτωση η αντίθεση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τη δοσμένη χώρα γίνεται η κύρια αντίθεση και όλες οι αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες τάξεις στο εσωτερικό της χώρας (μαζί και η κύρια αντίθεση ανάμεσα στο φεουδαρχικό καθεστώς και τις λαϊκές μάζες) υποχωρούν προσωρινά σε δεύτερο πλάνο και δεν έχουν παρά δευτερεύουσα σημασία. Έτσι διαμορφώθηκαν τα πράγματα στην Κίνα στον πόλεμο του Οπίου το 1840, στον κινεζο-γιαπωνέζικο πόλεμο το 1894, στον πόλεμο των Ιχοτουάν το 1900 και στον τωρινό κινεζο-γιαπωνέζικο πόλεμο.

Ωστόσο, σε μια άλλη κατάσταση, ο ρόλος των αντιθέσεων μεταβάλλεται. Όταν ο ιμπεριαλισμός δεν καταφεύγει στον πόλεμο σα μέσο καταπίεσης, αλλά χρησιμοποιεί πιο μετριοπαθείς πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές μορφές καταπίεσης, η κυρίαρχη τάξη της δοσμένης μισοαποικιακής χώρας μπορεί να συνθηκολογήσει μπροστά στον ιμπεριαλισμό. Σχηματίζεται τότε μεταξύ τους μιά συμμαχία, που αποβλέπει στην από κοινού καταπίεση των λαϊκών μαζών. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι λαϊκές μάζες καταφεύγουν συχνά στον εμφύλιο πόλεμο, σα μορφή αγώνα εναντίον της συμμαχίας των ιμπεριαλιστών και της τάξης των φεουδαρχών. Όσο για τον ιμπεριαλισμό, αυτός, συχνά, χωρίς να καταφεύγει σε απευθείας ενέργειες, χρησιμοποιεί καμουφλαρισμένα μέσα, για να βοηθά τους αντιδραστικούς της δοσμένης μισοαποικιακής χώρας να καταπιέζουν το λαό. Αυτό οδηγεί σε μια ξεχωριστή όξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων. Μια τέτοια κατάσταση χαρακτήριζε τον επαναστατικό πόλεμο του 1911, τον επαναστατικό πόλεμο του 1924-1927, το δεκάχρονο επαναστατικό αγροτικό πόλεμο, που ακολούθησε ύστερα από το 1927 στην Κίνα. Ανάλογη κατάσταση παρατηρούμε στους εσωτερικούς πολέμους ανάμεσα στις διάφορες αντιδραστικές κυρίαρχες κλίκες στις μισοαποικιακές χώρες, λόγου χάρη στους πολέμους ανάμεσα στους μιλιταριστές στην Κίνα.

Όταν σε μια χώρα ο επαναστατικός πόλεμος παίρνει τέτοια έκταση, ώστε αρχίζει να απειλεί την ίδια την ύπαρξη του ιμπεριαλισμού και των πρακτόρων του, η εσωτερική αντίδραση, ο ιμπεριαλισμός, για να διατηρήσει την κυριαρχία του καταφεύγει συχνά και σε άλλα, εκτός απ’ αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω, μέσα: ή σπέρνει τη διχόνοια στο στρατόπεδο της επανάστασης ή ακόμα επεμβαίνει άμεσα με ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, για να βοηθήσει την εσωτερική αντίδραση. Σε μιά τέτοια περίπτωση, ακριβώς ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό και την εσωτερική αντίδραση της χώρας, που συνασπίζονται κατά τρόπο εντελώς απροκάλυπτο στον έναν πόλο, και τις λαϊκές μάζες, που συνενώνονται στον άλλο πόλο, παρουσιάζεται η κύρια αντίθεση, που καθορίζει την ανάπτυξη των άλλων αντιθέσεων και επιδρά πάνω σ’ αυτή. Παράδειγμα τέτοιας ένοπλης επέμβασης είναι η βοήθεια των διαφόρων καπιταλιστικών χωρών προς τους αντιδραστικούς της Ρωσίας, ύστερα από την Οκτωβριανή επανάσταση. Παράδειγμα διχασμού του επαναστατικού μετώπου είναι η προδοσία του Τσαγκ Κάι-σεκ το 1927.

Οπωσδήποτε, δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία, πως σε καθένα από τα στάδια ανάπτυξης του προτσές, μόνο μιά κύρια αντίφαση υπάρχει, που παίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Από δω βγαίνει, πως σε κάθε προτσές, αν υπάρχουν πολλές αντιθέσεις, ωστόσο υπάρχει πάντα μιά, που είναι η κύρια αντίθεση και που παίζει ρόλο πρωτεύοντα, αποφασιστικό, ενώ οι άλλες κατέχουν δευτερεύουσα, υποδεέστερη θέση. Επομένως, όταν μελετούμε ένα προτσές, εφόσον αυτό είναι ένα προτσές πολύπλοκο, που περιέχει περισσότερες από δυό αντιθέσεις, πρέπει να προσπαθούμε να βρίσκουμε την κύρια αντίθεση. Όταν προσδιορίσουμε την κύρια αντίθεση, είναι εύκολο να λύσουμε όλα τα προβλήματα. Αυτή είναι η μέθοδος, που μας υποδείχνει ο Μαρξ στη μελέτη του για την καπιταλιστική κοινωνία. Την ίδια αυτή μέθοδο μας υποδείχνουν και ο Λένιν και ο Στάλιν στη μελέτη τους για τον ιμπεριαλισμό και τη γενική κρίση του καπιταλισμού, στη μελέτη τους για την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης. Χιλιάδες και χιλιάδες επιστήμονες και άνθρωποι της πρακτικής δεν καταλαβαίνουν τη μέθοδο αυτή: το αποτέλεσμα είναι ότι περιπλανούνται κυριολεκτικά στα σκοτάδια, ότι δε βρίσκουν το βασικό κρίκο, και έτσι δεν μπορούν να βρουν ούτε τη μέθοδο λύσης των αντιθέσεων.

Είπαμε προηγούμενα, πως δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο όλες τις αντιθέσεις, που υπάρχουν σε ένα προτσές, πως είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε την κύρια αντίθεση από τις δευτερεύουσες αντιθέσεις και πως, ύστερα απ’ αυτό, το ουσιώδες είναι να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στην κύρια αντίθεση. Και μπορούμε μήπως να αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο και τις δυό πλευρές των διαφόρων αντιθέσεων, είτε πρόκειται για την κύρια αντίθεση είτε πρόκειται για τις δευτερεύουσες αντιθέσεις; Όχι, ούτε κι αυτό μπορούμε να κάνουμε. Μερικές φορές φαίνεται σα να υπάρχει μεταξύ τους μια ισορροπία, μα αυτό δεν είναι παρά μια κατάσταση προσωρινή, σχετική. Κυριαρχούσα κατάσταση είναι η άνιση ανάπτυξη. Από τις δυό πλευρές της αντίθεσης, η μιά είναι αναπόφευκτα η κύρια, ενώ η άλλη είναι η δευτερεύουσα. Κύρια είναι εκείνη, που παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στην αντίθεση. Ο χαρακτήρας των πραγμάτων και των φαινομένων καθορίζεται κατά βάθος από την κύρια πλευρά της αντίθεσης, που κατέχει πρωτεύουσα θέση.

Όμως η θέση αυτή των πλευρών της αντίθεσης δεν είναι αναλλοίωτη – η κύρια πλευρά και η δευτερεύουσα πλευρά της αντίθεσης μετατρέπονται η μιά στην άλλη κι, επομένως, μεταβάλλεται και ο χαρακτήρας των φαινομένων. Αν σε ένα καθορισμένο προτσές ή σε ένα καθορισμένο στάδιο ανάπτυξης της αντίθεσης η κύρια πλευρά είναι Α και η δευτερεύουσα πλευρά Β, σε ένα άλλο στάδιο της ανάπτυξης ή σε ένα άλλο προτσές ανάπτυξης η σχετική θέση των πλευρών μεταβάλλεται. Μεταβάλλεται ανάλογα με το βαθμό της αλλαγής του συσχετισμού των δυνάμεων ανάμεσα στις δυό πλευρές της αντίθεσης, που αντιπαλεύουν μέσα στο προτσές ανάπτυξης του φαινομένου.

Μιλούμε συχνά για «αντικατάσταση του παλιού από το καινούργιο». Η αντικατάσταση του παλιού από το καινούργιο είναι γενικός και απαράγραπτος νόμος του σύμπαντος. Ο μετασχηματισμός, με άλμα, ενός φαινομένου σε άλλο συντελείται με ποικίλες μορφές, ανάλογα με το χαρακτήρα του ίδιου του φαινομένου και τις συνθήκες, μέσα στις οποίες εκδηλώνεται αυτό, τέτοιο είναι το προτσές αντικατάστασης του παλιού από το καινούργιο. Σε κάθε φαινόμενο υπάρχει μιά αντίθεση ανάμεσα στο καινούργιο και το παλιό, που γεννά μια σειρά αγώνες με ελικοειδή πορεία. Στο τέλος αυτών των αγώνων βλέπουμε το καινούργιο να μεγαλώνει και να ανυψώνεται στον ηγετικό ρόλο. Το παλιό, αντίθετα φθείρεται και εξαφανίζεται, και μόλις το καινούργιο υπερισχύσει απέναντι στο παλιό, το παλιό φαινόμενο μετασχηματίζεται ποιοτικά σε ένα νέο φαινόμενο. Από δω βγαίνει, πως η ποιότητα των πραγμάτων και των φαινομένων καθορίζεται βασικά από την κύρια πλευρά της αντίθεσης, που κατέχει την κυρίαρχη θέση. Όταν η κύρια πλευρά της αντίθεσης, που κατέχει την κυρίαρχη θέση, μεταβάλλεται, τότε μεταβάλλεται αντίστοιχα και η ποιότητα του φαινομένου.

Ο καπιταλισμός, που στην παλιά φεουδαρχική κοινωνία κατείχε μιά υποδεέστερη θέση, γίνεται η κυρίαρχη δύναμη στην καπιταλιστική κοινωνία. Ο χαρακτήρας της κοινωνίας υφίσταται μιά αντίστοιχη μεταβολή: από φεουδαρχικός γίνεται καπιταλιστικός. Όσο για τη φεουδαρχία, αυτή, από κυρίαρχη δύναμη που ήταν στο παρελθόν, στην καινούργια καπιταλιστική κοινωνία, γίνεται δύναμη υποδεέστερη και βαθμιαία εξαφανίζεται. Αυτό συνέβηκε, λόγου χάρη, στην Αγγλία και στη Γαλλία. Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η αστική τάξη από τάξη καινούργια, που παίζει προοδευτικό ρόλο, γίνεται τάξη παλιά, που παίζει αντιδραστικό ρόλο και, τελικά, ανατρέπεται από το προλεταριάτο και γίνεται μια τάξη απαλλοτριωμένη, μια τάξη που έχασε την εξουσία της και που με τον καιρό θα εξαφανισθεί. Το προλεταριάτο, που αριθμητικά υπερτερεί κατά πολύ απέναντι στην αστική τάξη, που αναπτύχθηκε ταυτόχρονα μ’ αυτήν, μα που βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία της, αντιπροσωπεύει μια καινούργια δύναμη, που στην αρχική περίοδο βρίσκεται σε κατάσταση εξάρτησης από την αστική τάξη. Μεγαλώνει βαθμιαία, δυναμώνει, και μετατρέπεται σε τάξη ανεξάρτητη, που παίζει ηγετικό ρόλο στην ιστορία, σε τάξη, που τελικά ανεβαίνει στην εξουσία και γίνεται κυρίαρχη. Από το γεγονός αυτό ο χαρακτήρας της κοινωνίας μεταβάλλεται – από παλιά καπιταλιστική κοινωνία, γίνεται καινούργια σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό το δρόμο τον διέτρεξε κιόλας η Σοβιετική Ένωση και θα τον ακολουθήσουν αναπόφευκτα και όλες οι άλλες χώρες.

Όσο για την Κίνα, μέσα στο αντιθετικό προτσές της μετατροπής της σε μιά χώρα μισοαποικιακή, ο ιμπεριαλισμός κατέχει την κύρια θέση και καταπιέζει τον κινέζικο λαό, ενώ η Κίνα, από ανεξάρτητη χώρα, έγινε μια μισοαποικία. Μα η κατάσταση αναπόφευκτα θα αλλάξει: μέσα στη φωτιά του αγώνα, η δύναμη του κινέζικου λαού, που μεγάλωσε κάτω από την καθοδήγηση του προλεταριάτου, θα μετασχηματίσει οπωσδήποτε την Κίνα από μισοαποικία σε ανεξάρτητη χώρα, ενώ ο ιμπεριαλισμός θα ανατραπεί, και η παλιά Κίνα θα μετασχηματιστεί οπωσδήποτε σε μιά νέα Κίνα.

Ο μετασχηματισμός της παλιάς Κίνας σε νέα Κίνα, περιλαμβάνει επίσης μιά αλλαγή στην κατάσταση των παλιών, των φεουδαρχικών δυνάμεων, και των νέων, των λαϊκών δυνάμεων. Η παλιά φεουδαρχική τάξη, η τάξη των γαιοκτημόνων θα ανατραπεί, από τάξη κυρίαρχη, θα γίνει τάξη, που θα τελεί κάτω από κυριαρχία, και βαθμιαία θα εξαφανιστεί. Όσο για το λαό, αυτός, με την καθοδήγηση του προλεταριάτου, από τάξη, που τελεί κάτω από κυριαρχία, θα γίνει κυρίαρχη τάξη. Από το γεγονός αυτό, ο χαρακτήρας της κινέζικης κοινωνίας θα μεταβληθεί, δηλαδή η παλιά κοινωνία, η μισοαποικιακή, μισοφεουδαρχική θα γίνει μια καινούργια κοινωνία, δημοκρατική.

Παρόμοιοι μετασχηματισμοί έγιναν κιόλας στο παρελθόν. Η δυναστεία των Μαντζού, που κυριάρχησε στην Κίνα τριακόσια σχεδόν χρόνια, ανατράπηκε με την Επανάσταση του 1911, και το επαναστατικό «Τονγμενγκχουέι», που καθοδηγούνταν από τον Σουτ Γιάτ-σεν κέρδισε σε μιά δεδομένη στιγμή τη νίκη. Στον επαναστατικό πόλεμο του 1924-1927, οι ενωμένες επαναστατικές δυνάμεις του Κουονμιτάνγκ και του Κομμουνιστικού κόμματος, στα νότια της Κίνας, από ασθενείς έγιναν ισχυρές και κατήγαγαν νίκη στην εκστρατεία του Βορρά. Και οι μιλιταριστές του Πεϊγιάνγκ, που για ένα διάστημα ήταν επικίνδυνοι, ανατράπηκαν. Το 1927, οι λαϊκές δυνάμεις που καθοδηγούνταν από το Κομμουνιστικό κόμμα κάτω από τα χτυπήματα της αντίδρασης του Κουονμιτάνγκ, ελαττώθηκαν απότομα. Αλλά, αφού ξεκαθάρισαν τις γραμμές τους από τον οπορτουνισμό, απόκτησαν ξανά σιγά-σιγά κύρος και δύναμη. Στα εδάφη των επαναστατικών βάσεων, που καθοδηγούνταν από το Κομμουνιστικό κόμμα, οι υπόδουλοι χωρικοί έγιναν οι κύριοι, και οι τσιφλικάδες δοκίμασαν την άλλη όψη της μεταβολής. Έτσι γίνεται συνεχώς μέσα στον κόσμο η αντικατάσταση του παλιού από το καινούργιο, η εξαφάνιση του παλιού και η εμφάνιση του καινούργιου, ο θάνατος του παλιού και η γέννηση του καινούργιου ή ο μαρασμός του παλιού και η ανάπτυξη του καινούργιου.

Συμβαίνει έτσι, ώστε, μέσα στην επαναστατική πάλη να υπερισχύσουν οι δυσκολίες πάνω στις ευνοϊκές συνθήκες: σε τέτοιες περιπτώσεις οι δυσκολίες απαρτίζουν την κύρια πλευρά της αντίθεσης και οι ευνοϊκές συνθήκες τη δευτερεύουσα. Ωστόσο, οι επαναστάτες, με τις προσπάθειές τους κατορθώνουν βαθμιαία να υπερνικήσουν τις δυσκολίες, να δημιουργήσουν νέες συνθήκες, οπότε η δυσμενής κατάσταση παραχωρεί τη θέση της σε μια ευνοϊκή κατάσταση. Αυτό συνέβηκε ύστερα από την ήττα της επανάστασης στην Κίνα το 1927. Αυτό συνέβηκε με τον Κόκκινο Στρατό της Κίνας στη διάρκεια της Μεγάλης Πορείας. Και τώρα, στον Κινεζο-γιαπωνέζικο πόλεμο, η Κίνα βρίσκεται και πάλι σε δύσκολη θέση, μα μπορούμε να την αλλάξουμε, να επιφέρουμε μιά ριζική μεταβολή της κατάστασης μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας. Σε συνθήκες αντίθετες, μιά ευνοϊκή κατάσταση μπορεί να γίνει δυσμενής, αν οι επαναστάτες κάμουν σφάλματα. Η νίκη, που κερδήθηκε κατά την επανάσταση του 1924-1927, κατάντησε ήττα. Οι επαναστατικές βάσεις, που δημιουργήθηκαν σε ολόκληρη σειρά επαρχιών της μεσημβρινής Κίνας, ύστερα από το 1927, απωλέσθηκαν ολοκληρωτικά το 1934.

Το ίδιο συμβαίνει σε ό,τι αφορά την αντίθεση στην κίνηση, που προχωρεί από την άγνοια στη γνώση με την αφομοίωση των επιστημών. Από την αρχή κιόλας, όταν μόλις αρχίζουμε να μελετούμε το μαρξισμό, υπάρχει η αντίθεση ανάμεσα στην άγνοιά μας ή την περιορισμένη γνώση μας για το μαρξισμό, και τη γνώση του μαρξισμού. Ωστόσο, αν μελετήσουμε με ζήλο, μπορούμε να πετύχουμε ώστε να μεταβάλλουμε την άγνοια αυτή σε γνώση, τις στοιχειώδεις γνώσεις σε γνώσεις βαθιές, την τυφλή εφαρμογή του μαρξισμού, σε μιά εφαρμογή ενσυνείδητη.

Μερικοί φρονούν, πως υπάρχουν αντιθέσεις όπου η θέση αυτή δεν εφαρμόζεται. Αν, λόγου χάρη, στην αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής, την κύρια πλευρά την αποτελούν οι παραγωγικές δυνάμεις, στην αντίθεση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη την κύρια πλευρά την αποτελεί η πράξη, στην αντίθεση ανάμεσα στην οικονομική βάση και το εποικοδόμημα την κύρια πλευρά την αντιπροσωπεύει η οικονομική βάση, η αντίστοιχη θέση των πλευρών, δεν υφίσταται, δήθεν, καμιά μεταβολή. Αυτή είναι αντίληψη χαρακτηριστική για το μηχανιστικό υλισμό και όχι για το διαλεκτικό υλισμό. Εννοείται, οι παραγωγικές δυνάμεις, η πράξη και η οικονομική βάση, παίζουν γενικά τον κύριο, τον αποφασιστικό ρόλο, κι όποιος το αρνείται αυτό, δεν είναι υλιστής. Οφείλουμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε, πως μέσα σε καθορισμένες συνθήκες, οι σχέσεις παραγωγής, όπως και η θεωρία ή το εποικοδόμημα, μπορούν, με τη σειρά τους, να παίξουν τον αποφασιστικό, τον κύριο ρόλο. Όταν χωρίς την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής οι παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν πια να αναπτυχθούν, η αλλαγή των σχέσεων παραγωγής παίζει τον κύριο, τον αποφασιστικό ρόλο. Εφόσον, σύμφωνα με τα λόγια του Λένιν, «χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα»[16], η δημιουργία και η διάδοση της επαναστατικής θεωρίας παίζουν τον κύριο, τον αποφασιστικό ρόλο. Όταν πρόκειται να εκτελέσουμε ένα έργο (αδιάφορο ποιο) και δεν έχουμε προσανατολισμό, μέθοδο, πρόγραμμα ή καθορισμένες πολιτικές κατευθύνσεις, τότε η επεξεργασία του προσανατολισμού, της μεθόδου, του προγράμματος ή των πολιτικών κατευθύνσεων, αποκτά ουσιαστική, αποφασιστική σημασία. Όταν το πολιτικό, πολιτιστικό κτλ εποικοδόμημα εμποδίζει την ανάπτυξη της οικονομικής βάσης, τότε οι πολιτικοί και οι πολιτιστικοί μετασχηματισμοί αποκτούν ουσιαστική, αποφασιστική σημασία. Μήπως οι θέσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με τον υλισμό; Όχι, γιατί, ενώ παραδεχόμαστε, πως, στη γενική πορεία της ιστορικής ανάπτυξης, το υλικό καθορίζει το πνευματικό, το κοινωνικό είναι καθορίζει την κοινωνική συνείδηση, ταυτόχρονα αναγνωρίζουμε, και θα αναγνωρίζουμε, την αντίστροφη επενέργεια του πνευματικού στο υλικό, την αντίστροφη επενέργεια της κοινωνικής συνείδησης στο κοινωνικό είναι, την αντίστροφη επενέργεια του εποικοδομήματος στην οικονομική βάση. Αντιμετωπίζοντας έτσι τα πράγματα δεν ερχόμαστε σε αντίθεση με τον υλισμό, ίσα-ίσα, με το να απορρίπτουμε το μηχανιστικό υλισμό, υπερασπίζουμε το διαλεκτικό υλισμό.

Αν κατά τη μελέτη του προβλήματος του ειδικού χαρακτήρα των αντιθέσεων παραιτηθούμε από την εξέταση των δυό αυτών ζητημάτων – της κύριας αντίθεσης και των δευτερευουσών αντιθέσεων σε ένα δοσμένο προτσές και της κύριας πλευράς και της δευτερεύουσας πλευράς της αντίθεσης – δηλαδή, αν παραιτηθούμε από την εξέταση των διαφορών, που υπάρχουν στις αντιθέσεις, πέφτουμε στην αφαίρεση, γινόμαστε ανίκανοι να κατανοήσουμε κατά τρόπο συγκεκριμένο αυτό, που συμβαίνει με τις αντιθέσεις, αλλά, και ανίκανοι να βρούμε την ορθή μέθοδο για τη λύση των αντιθέσεων. Οι διαφορές αυτές, που υπάρχουν στις αντιθέσεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, εξηγούνται από την άνιση ανάπτυξη των αντιθέσεων. Τίποτα στον κόσμο δεν αναπτύσσεται κατά τρόπο εντελώς ομαλό. Και οφείλουμε να καταπολεμούμε τη θεωρία της ίσης ανάπτυξης, ή θεωρία της ισορροπίας. Ακριβώς στην άνιση ανάπτυξη των αντιθέσεων και στις μεταβολές, που σ’ αυτές υπόκεινται η κύρια πλευρά και η δευτερεύουσα πλευρά της αντίθεσης στο προτσές της ανάπτυξης, εκδηλώνεται η δύναμη του καινούργιου, που έρχεται να αντικαταστήσει το παλιό. Η μελέτη των διαφόρων καταστάσεων ανισότητας στην ανάπτυξη των αντιθέσεων, η μελέτη της κύριας αντίθεσης και των δευτερευουσών αντιθέσεων, της κύριας πλευράς και της δευτερεύουσας πλευράς της αντίθεσης είναι μιά από τις σημαντικές μεθόδους, που επιτρέπουν σε ένα επαναστατικό κόμμα να καθορίσει σωστά την πολιτική και πολεμική στρατηγική και τακτική του, και πρέπει να συγκεντρώσει την ιδιαίτερη προσοχή όλων των κομμουνιστών.

5 Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Αφού ξεκαθαρίσαμε το ζήτημα του καθολικού και ειδικού χαρακτήρα των αντιθέσεων, θα περάσουμε τώρα στη μελέτη του ζητήματος της ταυτότητας και της πάλης των αντιθέτων.

Η ταυτότητα, η ενότητα, η σύμπτωση, η αλληλοδιείσδυση, η αλληλεπίδραση, η αλληλεξάρτηση (ή ο αμοιβαίος καθορισμός), η αμοιβαία σύνδεση, ή η αμοιβαίας επενέργεια, όλα αυτά είναι διαφορετικοί όροι για την απόδοση της ίδιας έννοιας, που ανάγεται στις ακόλουθες δυό θέσεις:

α) Η κάθε μιά από τις δυό πλευρές οποιασδήποτε αντίθεσης μέσα στο προτσές ανάπτυξης των φαινομένων προϋποθέτει την ύπαρξη της άλλης αντίθετης πλευράς, και οι δυό τους συνυπάρχουν στην ενότητα

β) Η κάθε μιά από τις δυό αντίθετες πλευρές κάτω από καθορισμένες συνθήκες μετασχηματίζεται στο αντίθετό της.

Αυτό ονομάζεται ταυτότητα.

Ο Λένιν λέει: «Η διαλεκτική είναι η θεωρία, που δείχνει πως τα αντίθετα μπορούν να είναι και συνήθως είναι (και γίνονται) ταυτόσημα – σε ποιες συνθήκες είναι ταυτόσημα ενώ μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο – γιατί η ανθρώπινη νόηση δεν πρέπει να θεωρεί τα αντίθετα αυτά σα νεκρά, απολιθωμένα, αλλά σα ζωντανά, εξαρτημένα, κινητά, που μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο»[17].

Ποιό είναι το νόημα των λόγων αυτών του Λένιν;

Τα αντίθετα, σε όλα τα προτσές, πάντα αλληλοαποκλείονται, πάντα βρίσκονται σε πάλη το ένα εναντίον του άλλου, πάντα αντιτίθενται το ένα στο άλλο. Και στα προτσές ανάπτυξης όλων των φαινομένων στον κόσμο και στην ανθρώπινη νόηση, υπάρχουν πλευρές αντιθετικές αυτού του είδους. Εξαιρέσεις δεν υπάρχουν. Σε ένα απλό προτσές δεν υπάρχει παρά μόνο ένα ζεύγος αντιθέτων, στα πολύπλοκα προτσές υπάρχουν περισσότερα. Τα ζεύγη αυτά αντιθέτων με τη σειρά τους έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους. έτσι συγκροτούνται όλα τα φαινόμενα του αντικειμενικού κόσμου και της ανθρώπινης νόησης και έτσι τίθενται σε κίνηση.

Από τα παραπάνω βγαίνει, ότι τα αντίθετα είναι εξαιρετικά ανόμοια, ότι πολύ απέχουν από του να αποτελούν ένα και το αυτό. Γιατί λοιπόν τότε μιλούμε για ταυτότητα των αντιθέτων και για ενότητα των αντιθέτων;

Αυτό γίνεται γιατί οι αντιθετικές πλευρές δεν μπορούν να υπάρξουν μεμονωμένα, η μιά χωρίς την άλλη. Αν η μιά από τις δυό αντιτιθέμενες, αντιθετικές πλευρές λείψει, τότε εξαφανίζονται οι όροι ύπαρξης και της άλλης επίσης πλευράς. Σκεφτείτε: μπορεί να υπάρξει μεμονωμένα το ένα από δυό αντιτιθέμενα φαινόμενα, η μιά από τις δυό αντιτιθέμενες αντιλήψεις, που γεννιούνται στη συνείδηση των ανθρώπων; Χωρίς ζωή δεν υπάρχει θάνατος, χωρίς θάνατο δεν υπάρχει ζωή. Χωρίς υψηλό δεν υπάρχει χαμηλό, χωρίς χαμηλό δεν υπάρχει υψηλό. Χωρίς δυστυχία δεν υπάρχει ευτυχία, χωρίς ευτυχία δεν υπάρχει δυστυχία. Χωρίς εύκολο δεν υπάρχει δύσκολο, χωρίς δύσκολο δεν υπάρχει εύκολο. Χωρίς γαιοκτήμονα δεν υπάρχει φτωχοχωρικός, χωρίς φτωχοχωρικό δεν υπάρχει γαιοκτήμονας. Χωρίς αστική τάξη δεν υπάρχει προλεταριάτο, χωρίς προλεταριάτο δεν υπάρχει αστική τάξη. Χωρίς ιμπεριαλιστική εθνική καταπίεση δεν υπάρχουν αποικίες και μισοαποικίες, χωρίς αποικίες και μισοαποικίες δεν υπάρχει ιμπεριαλιστική εθνική καταπίεση. Έτσι συμβαίνει με όλα τα αντίθετα. Σε καθορισμένες συνθήκες, από το ένα μέρος, αντιτίθενται αμοιβαία, και από το άλλο, συνδέονται αμοιβαία, διεισδύουν το ένα στο άλλο, αλληλοεπηρεάζονται, αλληλεξαρτιώνται. Αυτό ονομάζεται ταυτότητα. Σε όλες τις αντιθετικές πλευρές, κάτω από καθορισμένες συνθήκες, προσιδιάζει η μη ταυτότητα. Γι’ αυτό τις ονομάζουν αντίθετα. Αλλά ταυτόχρονα υπάρχει ταυτότητα μεταξύ τους και γι’ αυτό αλληλοσυνδέονται. Σ’ αυτό ακριβώς αναφέρονται τα λόγια του Λένιν σύμφωνα με τα οποία η διαλεκτική μελετά «πώς τα αντίθετα μπορούν να είναι και συνήθως είναι (και πως γίνονται) ταυτόσημα». Πώς μπορούν να είναι; Ακριβώς εξαιτίας του ότι η ύπαρξη του ενός προσδιορίζεται από την ύπαρξη του άλλου. Αυτή είναι η πρώτη σημασία της έννοιας «ταυτότητα».

Αρκεί όμως να πούμε, πως η ύπαρξη των δυό πλευρών της αντίθεσης προσδιορίζεται αμοιβαία, πως μεταξύ τους υπάρχει ταυτότητα και πως γι’ αυτό το λόγο συνυπάρχουν στην ενότητα; Όχι, δεν αρκεί. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι οι δυό πλευρές της αντίθεσης αλληλοπροσδιορίζονται. Ένα γεγονός ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι τα αντίθετα μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο. Αυτό σημαίνει, πως η κάθε μιά από τις αντιθετικές πλευρές, που είναι σύμφυτες με ένα φαινόμενο, μετασχηματίζεται, κάτω από καθορισμένες συνθήκες, στο αντίθετό της, παίρνει τη θέση, που κατέχει η αντίθετη πλευρά. Αυτή είναι η δεύτερη σημασία της έννοιας «ταυτότητα των αντιθέτων».

Γιατί λοιπόν υπάρχει επίσης ταυτότητα; Προσέξτε: Με την επανάσταση, το προλεταριάτο, από τάξη κάτω από κυριαρχία μετατρέπεται σε τάξη κυρίαρχη, και η αστική τάξη, που ως τα τότε ήταν κυρίαρχη τάξη, μετατρέπεται σε τάξη κάτω από κυριαρχία, παίρνει τη θέση, που προηγούμενα κατείχε ο αντίποδάς της. Αυτό έγινε κιόλας στη Σοβιετική Ένωση. Αυτό θα γίνει επίσης και σ’ όλον τον κόσμο. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα: Πώς θα μπορούσαν να συντελεστούν παρόμοιες αλλαγές αν δεν υπήρχε, σε καθορισμένες συνθήκες, ούτε σύνδεση, ούτε ταυτότητα ανάμεσα στα αντίθετα αυτά;

Το Κουονμιτάγκ, που σε ένα ορισμένο στάδιο της σύγχρονης ιστορίας της Κίνας έπαιξε κάποιο θετικό ρόλο, εξαιτίας της ταξικής του φύσης και των δελεαστικών υποσχέσεων του ιμπεριαλισμού (είναι κι αυτές συνθήκες) πέρασε, ύστερα από το 1927, στο δρόμο της αντεπανάστασης, αλά με το βάθεμα των κινεζο-γιαπωνέζικων αντιθέσεων και χάρη στην πολιτική του ενιαίου μετώπου, που εφάρμοσε το Κομμουνιστικό κόμμα (είναι κι αυτές συνθήκες) υποχρεώθηκε να ταχθεί υπέρ της αντίστασης κατά της Ιαπωνίας. Ανάμεσα στα αντίθετα, που μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο, υπάρχει μια καθορισμένη ταυτότητα.

Το προτσές της αγροτικής επανάστασης, που πραγματοποιούμε, συνίσταται και θα συνίσταται στα ακόλουθα: η τάξη των τσιφλικάδων, που κατέχει τη γη, μετατρέπεται σε μιά τάξη ακτημόνων, και οι ακτήμονες αγρότες γίνονται μικροκτηματίες, αφού αποκτούν γη. Η παρουσία και η απουσία, η απόκτηση και η απώλεια, σε καθορισμένες συνθήκες, βρίσκονται σε αμοιβαία σύνδεση, και μεταξύ τους υπάρχει ταυτότητα. Στις συνθήκες του σοσιαλισμού η ατομική ιδιοκτησία των αγροτών, με τη σειρά της, θα μετατραπεί σε κοινωνική ιδιοκτησία στη σοσιαλιστική αγροτική οικονομία. Αυτό πραγματοποιήθηκε κιόλας στη Σοβιετική Ένωση και θα πραγματοποιηθεί και σ’ όλον τον κόσμο. Ανάμεσα στην ατομική ιδιοκτησία και στην κοινωνική ιδιοκτησία υπάρχει μιά γέφυρα, που οδηγεί από τη μιά όχθη στην άλλη. Αυτό στη φιλοσοφία ονομάζεται ταυτότητα, αμοιβαίος μετασχηματισμός, αλληλοδιείσδυση.

Ενισχύοντας τη δικτατορία του προλεταριάτου ή δικτατορία του λαού, προετοιμάζουμε τους όρους, που θα επιτρέψουν την κατάργηση αυτής της δικτατορίας και το πέρασμα σε μιά ανώτερη βαθμίδα, όπου το κράτος θα εκλείψει ως τέτοιο. Δημιουργώντας και ενισχύοντας το Κομμουνιστικό κόμμα προετοιμάζουμε τους όρους, που θα επιτρέψουν την κατάργηση του Κομμουνιστικού κόμματος και όλων γενικά των πολιτικών κομμάτων. Δημιουργώντας έναν επαναστατικό στρατό καθοδηγούμενο από το Κομμουνιστικό κόμμα, διεξάγοντας έναν επαναστατικό πόλεμο, προετοιμάζουμε τους όρους, που θα επιτρέψουν να τελειώσουμε μιά για πάντα με τον πόλεμο. Έχουμε εδώ μιά ολόκληρη σειρά αντιθέτων, που, ωστόσο, προσδιορίζουν το ένα το άλλο.

Είναι γνωστό, πως ο πόλεμος και η ειρήνη είναι φαινόμενα, που μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο. Ο πόλεμος ατνικατασταίνεται από την ειρήνη. Λόγου χάρη, ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μετασχηματίστηκε στην μεταπολεμική ειρήνη. Τώρα στην Κίνα, ο εμφύλιος πόλεμος σταμάτησε και η ειρήνη αποκαταστάθηκε σε όλη τη χώρα. Η ειρήνη αντικατέστησε τον πόλεμο. Το 1927, λόγου χάρη, η συνεργασία Κουομιντάγκ και Κομμουνιστικού κόμματος μετασχηματίστηκε σε πόλεμο. Είναι δυνατό, η παρούσα ειρηνική κατάσταση στις διεθνείς σχέσεις, να μετασχηματιστεί σε Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί στην ταξική κοινωνία ανάμεσα στα αντιθετικά φαινόμενα, όπως είναι ο πόλεμος και η ειρήνη, υπάρχει, σε καθορισμένες συνθήκες, μια ταυτότητα.

Όλα τα αντίθετα βρίσκονται σε αλληλοσχέση μεταξύ τους και όχι μόνο συνυπάρχουν σε ένα όλο κάτω από καθορισμένες συνθήκες, αλλά κάτω από άλλες καθορισμένες συνθήκες αλληλομετασχηματίζονται τα μεν στα δε – αυτό είναι το νόημα της έννοιας «ταυτότητα των αντιθέτων» στην πληρότητά του. Αυτό ακριβώς εννοεί ο Λένιν όταν αναφέρει: «... πως τα αντίθετα μπορούν να είναι και συνήθως είναι (και πως γίνονται) ταυτόσημα, σε ποιες συνθήκες είναι ταυτόσημα, ενώ μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο ...».

«Γιατί η ανθρώπινη νόηση δεν πρέπει να θεωρεί τα αντίθετα αυτά σα νεκρά, απολιθωμένα, αλλά σα ζωντανά, εξαρτημένα, κινητά, που μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο;» Γιατί τα πράγματα και τα φαινόμενα, που υπάρχουν αντικειμενικά είναι πραγματικά τέτοια. Η ενότητα ή ταυτότητα των αντιθετικών πλευρών ενός φαινομένου, που υπάρχει αντικειμενικά, δεν είναι ποτέ νεκρή, απολιθωμένη, αλλά, αντίθετα, ζωντανή, εξαρτημένη, κινητή, προσωρινή, σχετική. Όλα τα αντίθετα, σε καθορισμένες συνθήκες, αλληλομετασχηματίζονται τα μεν στα δε, και η αντανάκλαση της κατάστασης αυτής στην ανθρώπινη σκέψη αποτελεί τη μαρξιστική, υλιστική-διαλεκτική κοσμοαντίληψη. Μόνο οι κυρίαρχες αντιδραστικές τάξεις, αυτές, που υπάρχουν τώρα και εκείνες, που υπήρξαν άλλοτε, καθώς και η μεταφυσική, που τους υπηρετεί, θεωρούν τα αντίθετα, όχι σα ζωντανά, εξαρτημένα, κινητά, που μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο, αλλά σα νεκρά, απολιθωμένα. Διαδίδουν παντού αυτή την εσφαλμένη αντίληψη και προσπαθούν να εξαπατήσουν τις λαϊκές μάζες, για να παρατείνουν την κυριαρχία τους. Το χρέος των κομμουνιστών είναι να καταγγέλλουν τις ολέθριες ιδέες των αντιδραστικών και των οπαδών της μεταφυσικής, να διαδίδουν τη σύμφυτη με τα πράγματα και τα φαινόμενα διαλεκτική, να συντελούν στο μετασχηματισμό ενός φαινομένου σε άλλο, καινούργιο φαινόμενο – τέλος να φτάσουν τους αντικειμενικούς σκοπούς της επανάστασης.

Λέγοντας, πως σε καθορισμένες συνθήκες, υπάρχει ενότητα των αντιθέτων θεωρούμε, πως τα αντίθετα αυτά είναι πραγματικά, συγκεκριμένα, και πως ο μετασχηματισμός του ενός στο άλλο είναι επίσης πραγματικός και συγκεκριμένος. Αν πάρουμε τις ποικίλες μεταμορφώσεις, που αναφέρονται στους μύθους, όπως, λόγου χάρη, στο μύθο, που μιλά για την καταδίωξη του ήλιου από τον Κουαφού, στο βιβλίο Σαν χάι κίνγκ[18], στο μύθο της καταστροφής των εννέα ήλιων από το τόξο του ήρωα στο βιβλίο Χουάι ναν τσε[19], στο μύθο των 72 μεταμορφώσεων του Σουέν Βου – κόνγκ, στο βιβλίο Σι Γέου κι[20] και στο μύθο της μεταμόρφωσης των πνευμάτων και των αλεπούδων σε ανθρώπινα όντα, στο βιβλίο Λιάο τσάι τσε γι[21]κ.α. βλέπουμε, πως οι αμοιβαίες αυτές μεταμορφώσεις των αντιθέτων, στους μύθους αυτούς, είναι απλοϊκές, φανταστικές, είναι καρπός της υποκειμενικής φαντασίας ανθρώπων, που εμπνεύστηκαν από τις αναρίθμητες και πολύπλοκες μεταμορφώσεις αντιθέτων, που συντελούνται στην πραγματικότητα. Δεν είναι καθόλου πραγματικές μεταβολές, γεννημένες από συγκεκριμένα αντίθετα. Ο Μαρξ έλεγε: «Κάθε απλοϊκή μυθολογία υποβάλλει και διαμορφώνει τις δυνάμεις της φύσης μέσα στη φαντασία και μέσω της φαντασίας. Και εξαφανίζεται, κατά συνέπεια, με την καθυπόταξη της φύσης»[22]. Αν και τα αφηγήματα αυτά για τις αναρίθμητες μεταμορφώσεις, που παρελαύνουν μέσα στους μύθους (και στα παιδικά παραμύθια), μπορούν να ευχαριστούν τούς ανθρώπους, εφόσον δείχνουν τους ανθρώπους να καθυποτάσσουν τις φυσικές δυνάμεις, αν και τα καλύτερα απ’ αυτά έχουν μια «αιώνια γοητεία» (Μαρξ), ωστόσο οι μύθοι αυτοί δε δημιουργήθηκαν με βάση καθορισμένες καταστάσεις συγκεκριμένων αντιθέσεων, και γι’ αυτό δεν αποτελούν επιστημονική αντανάκλαση της πραγματικότητας. Αυτό σημαίνει, πως οι πλευρές, που σχηματίζουν αντιθέσεις μέσα στους μύθους και στα παιδικά παραμύθια, δεν έχουν πραγματική ενότητα. Πρόκειται απλώς για φανταστικές ενότητες. Η υλιστική διαλεκτική, αντίθετα, αντανακλά επιστημονικά τις ενότητες, που υπάρχουν στους πραγματικούς μετασχηματισμούς.

Γιατί το αυγό μπορεί να μεταβληθεί σε νεοσσό, και γιατί η πέτρα δεν το μπορεί αυτό; Γιατί υπάρχει ταυτότητα μεταξύ πολέμου και ειρήνης και δεν υπάρχει μεταξύ πολέμου και πέτρας; Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει μόνο άνθρωπο και όχι οτιδήποτε άλλο; Εδώ ο λόγος είναι ότι η ταυτότητα των αντιθέτων είναι δυνατή μόνο σε καθορισμένες, απαραίτητες γι’ αυτό, συνθήκες. Χωρίς αυτές τις καθορισμένες, τις απαραίτητες συνθήκες καμιά ταυτότητα δεν μπορεί να υπάρξει.

Γιατί η Φεβρουριανή αστικοδημοκρατική επανάσταση του 1917 στη Ρωσία συνδέθηκε άμεσα με την Οκτωβριανή σοσιαλιστική προλεταριακή επανάσταση, ενώ η Γαλλική αστική επανάσταση δε συνδέθηκε άμεσα με μιά σοσιαλιστική επανάσταση, και γιατί, το 1871, η Κομμούνα του Παρισιού ηττήθηκε τελικά; Γιατί η Μογγολία και η Κεντρική Ασία με το νομαδικό τους καθεστώς πραγματοποιούν ένα άμεσο πέρασμα στο σοσιαλισμό; Γιατί η κινέζικη επανάσταση μπορεί να αποφύγει τον καπιταλιστικό δρόμο και να περάσει άμεσα στο σοσιαλισμό, χωρίς να ακολουθήσει τον παλιό ιστορικό δρόμο των χωρών της Δύσης, χωρίς να περάσει από το στάδιο της αστικής δικτατορίας; Αυτό εξηγείται μόνο από τις συγκεκριμένες συνθήκες της κάθε μιάς από τις εξεταζόμενες περιόδους. Αν στο προτσές ανάπτυξης ενός φαινομένου έχουν κιόλας ωριμάσει καθορισμένες, αναγκαίες γι’ αυτό, συνθήκες, τότε εμφανίζονται καθορισμένα αντίθετα. Τα αντίθετα αυτά (δυό ή περισσότερα) προσδιορίζονται αμοιβαία και μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο. Αλλιώς όλα τα παραπάνω θα ήταν αδύνατο να συμβούν.

Έτσι παρουσιάζεται το πρόβλημα της ταυτότητας. Τί είναι πάλη; Ποια η σχέση μεταξύ ταυτότητας και πάλης;

Ο Λένιν λέει: «Η ενότητα (σύμπτωση, ταυτότητα, ισοδύναμο) των αντιθέτων είναι εξαρτημένη, πρόσκαιρη, παροδική, σχετική. Η πάλη μεταξύ των αμοιβαία αποκλειόμενων αντιθέτων είναι απόλυτη, όπως απόλυτες είναι η ανάπτυξη, η κίνηση»[23]

Για ποιό πράγμα μιλά εδώ ο Λένιν;

Για το ότι όλα τα προτσές έχουν αρχή και τέλος, ότι όλα μετασχηματίζονται στα αντίθετά τους. η μονιμότητα σε όλα τα προτσές είναι σχετική, ενώ η μεταβλητότητα, που εκφράζεται στο μετασχηματισμό ενός προτσές σε ένα άλλο είναι απόλυτη. Δυό καταστάσεις προσιδιάζουν σε κάθε φαινόμενο στην κίνησή του – μια κατάσταση σχετικής ανάπαυλας και μιά κατάσταση έκδηλης αλλαγής. Οι δυό αυτές καταστάσεις προκαλούνται από την αμοιβαία πάλη δυό αντιθέτων παραγόντων, που ενυπάρχουν στο ίδιο το φαινόμενο. Όταν το φαινόμενο, στην κίνησή του, βρίσκεται στην πρώτη κατάσταση, υφίσταται αλλαγές μόνο ποσοτικές, όχι και ποιοτικές, κι αυτό εκδηλώνεται με τη φαινομενική ανάπαυλα. Αντίθετα, όταν το φαινόμενο στην κίνησή του, βρίσκεται στη δεύτερη κατάσταση, εξαιτίας του ότι στη διάρκεια της παραμονής του στην πρώτη κατάσταση, οι ποσοτικές αλλαγές είχαν φτάσει στο ανώτατο σημείο, επέρχεται ένας διαμελισμός, της ενότητας, συντελείται μια ποιοτική αλλαγή, που εκφράζεται με έκδηλες μετατροπές. Η ενότητα, η συνοχή, η ένωση, η αρμονία, η σταθερότητα, η ισορροπία, η στασιμότητα, η ανάπαυλα, η συνέχεια, η κανονικότητα, η συμπύκνωση, η έλξη κτλ, που παρατηρούμε στην καθημερινή ζωή είναι εκδηλώσεις πραγμάτων, ενώ ο διαμελισμός της ενότητας και η καταστροφή της κατάστασης συνοχής, ένωσης, αρμονίας, σταθερότητας, ισορροπίας, στασιμότητας, ανάπαυλας, συνέχειας, κανονικότητας, συμπύκνωσης, έλξης κτλ, και το πέρασμα της στην αντίθετη κατάσταση, αντιπροσωπεύουν εκδηλώσεις πραγμάτων, που βρίσκονται στην κατάσταση των ποιοτικών αλλαγών, των αλλαγών, που συντελούνται κατά το πέρασμα από το ένα προτσές σε ένα άλλο. Τα πράγματα, τα φαινόμενα περνούν συνεχώς από την πρώτη στη δεύτερη κατάσταση. Η πάλη εξάλλου των αντιθέτων υπάρχει και στις δυό καταστάσεις, αλλά η λύση της αντίθεσης επέρχεται κατά τη δεύτερη κατάσταση. Να, γιατί λέμε, πως η ενότητα των αντιθέτων είναι εξαρτημένη, προσωρινή, σχετική, ενώ η πάλη των αλληλοαποκλειόμενων αντιθέτων είναι απόλυτη.

Είπαμε προηγούμενα, ότι υπάρχει ταυτότητα ανάμεσα στα αντίθετα και ότι γι’ αυτό το λόγο μπορούν να υπάρχουν σε μιά ενότητα και να μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο. Όλα εξαρτιόνται από τις συνθήκες, δηλαδή, μέσα σε καθορισμένες συνθήκες τα αντίθετα μπορούν να φτάσουν στην ενότητα και να μετασχηματιστούν το ένα στο άλλο. χωρίς αυτές τις καθορισμένες συνθήκες ο σχηματισμός των αντιθέτων ή η συνύπαρξή τους είναι αδύνατη, το ίδιο όπως αδύνατος είναι και ο μετασχηματισμός του ενός στο άλλο. η ενότητα των αντιθέτων σχηματίζεται μόνο σε καθορισμένες συνθήκες και γι’ αυτό η ενότητα είναι εξαρτημένη, σχετική. Ωστόσο λέμε, ότι η πάλη των αντιθέτων διαπερνά όλο το προτσές από την αρχή ως το τέλος και οδηγεί στο μετασχηματισμό του ενός προτσές στο άλλο. Η πάλη των αντιθέτων υπάρχει παντού, χωρίς καμιά εξαίρεση, και γι’ αυτό είναι απροσδιόριστη, απόλυτη. Η ένωση εξαρτημένης και σχετικής ενότητας με την απροσδιόριστη και απόλυτη πάλη σχηματίζει την κίνηση των αντιθέτων σε όλα τα φαινόμενα.

Εμείς οι κινέζοι, λέμε συχνά: «Είναι αντίθετα, μα γεννούν το ένα το άλλο»[24]. Αυτό σημαίνει, πως ανάμεσα στα αντίθετα υπάρχει ενότητα. Τα λόγια αυτά κλείνουν μέσα τους τη διαλεκτική, χτυπούν καίρια τη μεταφυσική. «Είναι αντίθετα» σημαίνει, πως τα αντίθετα αποκλείουν το ένα το άλλο ή παλεύουν το ένα εναντίον του άλλου. «Γεννούν το ένα το άλλο», σημαίνει, πως, σε καθορισμένες συνθήκες, τα αντίθετα συνδέονται αμοιβαία και φτάνουν στην ενότητα. Εξάλλου, στο εσωτερικό της ενότητας διεξάγεται πάλη, και χωρίς πάλη δεν υπάρχει ενότητα.

Στην ενότητα υπάρχει η πάλη, στο ειδικό το καθολικό, στο μερικό το γενικό. Για να επαναλάβουμε τα λόγια του Λένιν, «στο σχετικό υπάρχει το απόλυτο»[25]


6. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ


Όταν εξετάζουμε τα ζητήματα της πάλης των αντιθέτων, προκύπτει η ανάγκη να γνωρίσουμε τί είναι ο ανταγωνισμός. Στο ερώτημα αυτό απαντούμε: ο ανταγωνισμός είναι μιά από τις μορφές της πάλης των αντιθέτων και όχι η καθολική της μορφή.

Η ιστορία της ανθρωπότητας γνωρίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των τάξεων, που αντιπροσωπεύει μια ειδική εκδήλωση της πάλης των αντιθέτων. Όταν μιλούμε για αντίθεση ανάμεσα στην τάξη των εκμεταλλευτών και την τάξη των εκμεταλλευόμενων στη δουλοκτητική, στη φεουδαρχική και στην καπιταλιστική κοινωνία, εννοούμε πως οι δύο αυτές αντιτιθέμενες μεταξύ τους τάξεις συνυπάρχουν στη διάρκεια μιας μακρόχρονης περιόδου μέσα στην ίδια κοινωνία. Παλεύουν μεταξύ τους, αλλά μόνο όταν η ανάπτυξη της αντίθεσης φτάσει σε ένα καθορισμένο στάδιο, η πάλη παίρνει τη μορφή ανοιχτού ανταγωνισμού, που, μέσα στο προτσές της ανάπτυξης του, μετασχηματίζεται σε επανάσταση. Κατά παρόμοιο τρόπο συντελείται μέσα στην ταξική κοινωνία ο μετασχηματισμός της ειρήνης σε πόλεμο.

Σε μιά βόμβα, πριν από την έκρηξη, τα αντίθετα, εξαιτίας καθορισμένων συνθηκών, συνυπάρχουν προσωρινά σε μιά ενότητα. Και μόνο με την εμφάνιση νέων συνθηκών (πυροδότηση) γίνεται η έκρηξη. Ανάλογη κατάσταση συναντιέται σε όλα τα φαινόμενα της φύσης, όπου, τελικά, η λύση μιας παλιάς αντίθεσης και η γέννηση μιας καινούργιας συντελούνται με τη μορφή μιάς ανοικτής σύγκρουσης.

Η αφομοίωση της θέσης αυτής έχει εξαιρετικά σπουδαία σημασία. Μας βοηθά να κατανοήσουμε, ό,τι στην ταξική κοινωνία, οι επαναστάσεις και οι επαναστατικοί πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι, ότι χωρίς αυτά δεν μπορεί να συντελεστεί άλμα στην ανάπτυξη της κοινωνίας ούτε ανατροπή της αντιδραστικής κυρίαρχης τάξης, ώστε να καταλάβει την εξουσία ο λαός. Οι κομμουνιστές οφείλουν να καταγγέλλουν των ψευδολόγο προπαγάνδα των αντιδραστικών, που ισχυρίζονται, πως η κοινωνική επανάσταση δεν είναι αναγκαία και πως είναι αδύνατη. Οι κομμουνιστές πρέπει να στηρίζονται σταθερά στη μαρξιστικο-λενινιστική θεωρία της κοινωνικής επανάστασης βοηθώντας το λαό να κατανοήσει, πως η κοινωνική επανάσταση είναι όχι μόνο απολύτως αναγκαία, αλλά και εντελώς δυνατή. Η ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας και η νίκη, που σημειώθηκε στη Σοβιετική Ένωση, επικυρώνουν αυτή την επιστημονική αλήθεια.

Οφείλουμε ωστόσο να μελετούμε συγκεκριμένα όλες τις εκδηλώσεις της πάλης των αντιθέτων, προσέχοντας ώστε να μη συσχετίζεται, χωρίς λόγο, η φόρμουλα, που αναφέρθηκε παραπάνω, με όλα τα φαινόμενα. Οι αντιθέσεις και η πάλη είναι καθολικές, απόλυτες, αλλά οι μέθοδοι για τη λύση των αντιθέσεων, δηλαδή οι μορφές πάλης διαφέρουν ανάλογα με το διαφορετικό χαρακτήρα των αντιθέσεων: ορισμένες αντιθέσεις παίρνουν το χαρακτήρα ανοιχτού ανταγωνισμού, άλλες όχι. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάπτυξη των φαινομένων, ορισμένες αντιθέσεις, που αρχικά δεν ήταν ανταγωνιστικές, αναπτύσσονται σε αντιθέσεις ανταγωνιστικές. Αντίθετα, ορισμένες αντιθέσεις, που αρχικά ήταν ανταγωνιστικές, αναπτύσσονται σε αντιθέσεις μη ανταγωνιστικές

Στις συνθήκες της ταξικής κοινωνίας, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ορθές και τις εσφαλμένες αντιλήψεις στις γραμμές του Κομμουνιστικού κόμματος αποτελούν, όπως ειπώθηκε προηγούμενα, αντανάκλαση των ταξικών αντιθέσεων της κοινωνίας μέσα στο Κόμμα. Στην αρχική περίοδο ή σε ορισμένα προβλήματα οι αντιθέσεις αυτές δεν εκδηλώνονται αμέσως σαν ανταγωνιστικές. Όμως, με την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, οι αντιθέσεις αυτές μπορούν να γίνουν ανταγωνιστικές. Η ιστορία του Κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ μας έδειξε ότι οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ορθές αντιλήψεις του Λένιν και του Στάλιν και τις εσφαλμένες αντιλήψεις του Τρότσκυ, του Μπουχάριν και των άλλων, δεν εκδηλώθηκαν από την αρχή-αρχή με μορφή ανταγωνιστική, αλλά ότι σε συνέχεια έγιναν ανταγωνιστικές. Παρόμοιες καταστάσεις υπήρξαν και στην ιστορία του Κομμουνιστικού κόμματος της Κίνας. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ορθές αντιλήψεις πολλών συντρόφων και τις εσφαλμένες αντιλήψεις του Τσεν Του-σιέου, του Τσάγκ Κούο-τάο και των άλλων, δεν εκδηλώθηκαν επίσης από την αρχή με μορφή ανταγωνιστική, αλλά σε συνέχεια έγιναν ανταγωνιστικές. Στην τωρινή περίοδο, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ορθές και τις εσφαλμένες αντιλήψεις στο εσωτερικό του Κόμματος, δεν έχουν πάρει μορφή ανταγωνιστική και αν οι σύντροφοι, που διέπραξαν τα σφάλματα, κατορθώσουν να τα διορθώσουν, οι αντιθέσεις αυτές δε θα γίνουν ανταγωνιστικές. Για το λόγο αυτό το Κόμμα οφείλει, από τη μιά πλευρά, να διεξαγάγει αυστηρή πάλη κατά των εσφαλμένων αντιλήψεων, αλλά, από την άλλη, να εξασφαλίσει στους συντρόφους, που διέπραξαν σφάλματα, την πλήρη δυνατότητα να τα κατανοήσουν. Είναι ολοφάνερο, πως σε μιά τέτοια περίπτωση η υπερβολικά αυστηρή πάλη δεν μπορεί να κάμει καλό. Ωστόσο, αν εκείνοι, που διέπραξαν τα σφάλματα, επιμείνουν σ’ αυτά και τα βαθύνουν, οι αντιθέσεις αυτές μπορούν να γίνουν ανταγωνιστικές.

Οι οικονομικές αντιθέσεις ανάμεσα στην πόλη και το χωριό στην καπιταλιστική κοινωνία (όπου η πόλη ελεγχόμενη από την αστική τάξη, ληστεύει χωρίς οίκτο το χωριό) και στις περιοχές, που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του Κουονμιτάγκ (όπου η πόλη, ελεγχόμενη από τον ξένο ιμπεριαλισμό και την κινέζικη κομπραντόρικη μεγαλοαστική τάξη, ληστεύει άγρια το χωριό), είναι στο έπακρο ανταγωνιστικές. Αλλά στη χώρα του σοσιαλισμού και στις επαναστατικές μας βάσεις, οι ανταγωνιστικές αυτές αντιθέσεις έγιναν μη ανταγωνιστικές και στην κομμουνιστική κοινωνία θα εκλείψουν.

Ο Λένιν λέει: «Ανταγωνισμός και αντίθεση δεν είναι καθόλου ένα και το αυτό πράγμα. Ο πρώτος θα εκλείψει. Η δεύτερη θα υφίσταται και στο σοσιαλισμό»[26]. Αυτό σημαίνει, πως ο ανταγωνισμός δεν είναι παρά μιά από τις μορφές της πάλης των αντιθέτων και όχι η καθολική της μορφή. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε παντού, χωρίς να κάνουμε την αναγκαία κάθε φορά διάκριση, τον όρο αυτό.

7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε σε συντομία, αυτά που είπαμε παραπάνω. Ο νόμος των αντιθέσεων, που είναι σύμφυτος με τα πράγματα και τα φαινόμενα, ή νόμος της ενότητας των αντιθέτων είναι ο θεμελιώδης νόμος της φύσης και της κοινωνίας, και επομένως της νόησης. Ο νόμος αυτός αντιτίθεται άμεσα στη μεταφυσική αντίληψη του κόσμου. Η ανακάλυψή του αποτέλεσε μιά μεγάλη επανάσταση στην ιστορία της γνώσης. Από την άποψη του διαλεκτικού υλισμού, οι αντιθέσεις υπάρχουν σε όλα τα προτσές, που συντελούνται στα αντικειμενικά φαινόμενα και στην υποκειμενική σκέψη. Οι αντιθέσεις διαποτίζουν όλα τα προτσές από την αρχή ως το τέλος –σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται ο καθολικός και απόλυτος χαρακτήρας των αντιθέσεων. Τα αντιθετικά φαινόμενα και η κάθε μία από τις πλευρές της αντίθεσης έχουν τις ιδιομορφίες τους –σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται ο ειδικός και σχετικός χαρακτήρας των αντιθέσεων. Ωστόσο, η πάλη των αντιθέτων είναι αδιάκοπη, συντελείται τόσο κατά τη διάρκεια της συνύπαρξης των αντιθέτων, όσο και κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού του ενός στο άλλο, παρ’ όλο που εκδηλώνεται εντελώς ανάγλυφα τη στιγμή αυτού του μετασχηματισμού –σ’ αυτό, επίσης, συνίσταται ο καθολικός και απόλυτος χαρακτήρας των αντιθέσεων. Όταν μελετούμε τον ειδικό και σχετικό χαρακτήρα των αντιθέσεων, δεν πρέπει να ξεχνούμε τη διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στην κύρια αντίθεση και στις δευτερεύουσες αντιθέσεις, ανάμεσα στην κύρια πλευρά και τη δευτερεύουσα πλευρά της αντίθεσης. Όταν μελετούμε τον καθολικό χαρακτήρα των αντιθέσεων και την πάλη των αντιθέτων, δεν πρέπει να ξεχνούμε τις διαφορές, που υπάρχουν ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές πάλης των αντιθέτων. Διαφορετικά, τα λάθη είναι αναπόφευκτα. Αν, τώρα που τέλειωσε η μελέτη μας, διαμορφώσαμε μια σαφή ιδέα σχετικά με τις θεμελιώδεις σχέσεις, που εκτέθηκαν παραπάνω, θα μπορέσουμε να συντρίψουμε τις δογματικές αντιλήψεις, που έρχονται σε ριζική αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του μαρξισμού – λενινισμού, και ζημιώνουν την επαναστατική μας υπόθεση. Θα μπορέσουμε επίσης να βοηθήσουμε τους συντρόφους, που έχουν πείρα, να συστηματοποιήσουν την πείρα τους αυτή, να την ανυψώσουν στο επίπεδο μιάς αρχής και να αποφύγουν την επανάληψη των λαθών του εμπειρισμού. Αυτά είναι τα σύντομα συμπεράσματα, που μας δίνει η εξέταση του νόμου των αντιθέσεων.


[1] [1] Β.Ι. Λένιν: Κριτική του έργου του Χέγκελ: Μαθήματα ιστορίας της φιλοσοφίας, τομ.1ος της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, «Η σχολή των Ελεατών», Φιλοσοφικά τετράδια.

[2] Β.Ι. Λένιν: Για τη διαλεκτική: «Ο διχασμός του ενός και η γνώση των αντιφατικών μερών του (βλ. περικοπή του Φίλωνα για τον Ηράκλειτο στην αρχή του 3ου μέρους («Για τη γνώση» στο βιβλίο Ο Ηράκλειτος του Λασσάλ), να η βάση (μιά από τις «ουσίες», ένα από τα χαρακτηριστικά, ένα από τα θεμελιώδη ειδικά γνωρίσματα, αν όχι το πιο θεμελιώδες) της διαλεκτικής». Βλ. επίσης Β.Ι. Λένιν: «Κριτική της επιστήμης της λογικής του Χέγκελ»: «Μπορούμε να ορίσουμε σε συντομία τη διαλεκτική σαν τη θεωρία της ενότητας των αντιθέτων. Έτσι θα εκφράσουμε τον πυρήνα της διαλεκτικής, αυτό όμως απαιτεί επεξηγήσεις και ανάπτυξη.

[3] Β.Ι. Λένιν: Για τη Διαλεκτική

[4] Στην εποχή των Χαν, ο περίφημος εκπρόσωπος της κομφουκιανής σχολής Τονγκ Τσανγκ-σου (179-104 π.χ.) είπε στον αυτοκράτορα Βούτι: «Ο Τάο έρχεται από τον ουρανό. Ο ουρανός είναι αναλλοίωτος, αναλλοίωτος είναι κι ο Τάο». Η λέξη «Τάο» χρησιμοποιούνταν πλατιά από τους φιλόσοφους της αρχαίας Κίνας. Σημαίνει «δρόμος», «αρχή», και επίσης «νόμος».

[5] Φ. Ένγκελς: Αντ-Ντύρινγκ, Μέρος 1ο: Φιλοσοφία, Κεφ. 12ο: Η διαλεκτική. Ποσότητα και Ποιότητα.

[6] Β.Ι. Λένιν: Για τη διαλεκτική.

[7] Φ. Ένγκελς: Αντι-Ντύριγκ, Μέρος 1ο: Φιλοσοφία, Κεφ. 12ο: Η διαλεκτική. Ποσότητα και Ποιότητα.

[8] Β.Ι. Λένιν: Για τη διαλεκτική.

[9] Β.Ι. Λένιν: Για τη διαλεκτική.

[10] Ο Β.Ι. Λένιν, κριτικάροντας τον Ούγγρο κομμουνιστή Μπέλα Κουν στο άρθρο του: Ο κομμουνισμός, έγραψε, πως ο Μπέλα Κουν αδιαφορεί για «κείνο που αποτελεί την ίδια τη βάση, τη ζωντανή ψυχή του μαρξισμού, τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Έργα τομ. 31

[11] Σουεντσέ (ή Σουέν Βου, τον ονόμαζαν επίσης Σουέν Βου-τσε): διάσημος κινέζος στρατηγός και στρατιωτικός θεωρητικός του 5ου αιώνα π.χ., συγγραφέας της πραγματείας Σουεντσέ σε 13 κεφάλαια. Αυτή η ρήση είναι απόσπασμα από το 3ο κεφάλαιο του Σουεντσέ: «Προετοιμασία της επίθεσης».

[12] Βέι Τσενγκ (580-643). Πολιτικός και ιστορικός, έζησε στην πρώτη περίοδο της δυναστείας των Τανγκ. Η ρήση αυτή είναι απόσπασμα από το βιβλίο 192 του χρονικού : Τσε τσε τονγκ κιέν.

[13] Σουέι χου τσουάν (στην άκρη του νερού): Σ’ αυτό το μυθιστόρημα περιγράφεται ο πόλεμος των χωρικών που ξέσπασε στα τελευταία χρόνια της δυναστείας των Σονγκ του Βορρά. Ο Σόνγκ Κιάνγκ είναι ο κύριος ήρωας αυτού του μυθιστορήματος. Το Τσουκιατσουάνγκ βρισκόταν κοντά στο Λιανγκσανπό, που αποτελούσε το κέντρο του πολέμου των χωρικών. Αφέντης του ήταν ένας αληθινός τύραννος, ο μεγαλοκτηματίας Τσου Τσάο - φονγκ.

[14] Β.Ι. Λένιν: «Ακόμα μια φορά για τα συνδικάτα, για την παρούσα στιγμή και για τα σφάλματα του Τρότσκυ και του Μπουχάριν». Έργα τομ. 32.

[15] Από το όνομα Τσεν Του-σιέου – ηγέτη της δεξιάς οπορτουνιστικής παρέκκλισης στους κόλπους του ΚΚΚ – Σημ. μετάφ.

[16] Β.Ι. Λένιν: Τί να κάνουμε;

[17] Β.Ι. Λένιν: «Κριτική της Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ».

[18] Σαν Χάι Κίνγκ (Το βιβλίο των βουνών και των θαλασσών): Έργο της εποχής των Μαχόμενων Βασιλείων (4ος – 2ος αιώνας π.Χ.). Ο Κουαφού ήταν μαγικό ον, που περιγράφεται στο Σαν χάι κίνγκ. Εκεί αναφέρεται: «Ο Κουαφού κατεδίωξε τον ήλιο. Στο δρόμο δίψασε και ήπιε νερό από δυό ποτάμια, το Χουανγκό και το Βέιχο. Το νερό των ποταμών αυτών δεν του έφτασε και τότε έσπευσε κατά τα βόρεια για να σβήσει τη δίψα του στη Μεγάλη Θάλασσα. Μα προτού να φτάσει, πέθανε από τη δίψα μεσοστρατίς. Το μπαστούνι του, που άφησε, μεταμορφώθηκε σε δάσος» (Κεφ. «Χάι βάι πέι κίνγκ»).

[19] Γι: ήρωας της αρχαίας κινέζικης παράδοσης. Στον περίφημο μύθο, όπου αναφέρεται πως ο ήρωας Γι γκρέμιζε ήλιους, γίνεται λόγος για την επιδεξιότητα του στο χειρισμό του τόξου. Στο βιβλίο Χουάι ναν τσε, γραμμένο από τον Λιέου Αν (εκπρόσωπο των ευγενών της δυναστείας των Χαν – 2ος αιώνα π.Χ.), αναφέρεται: «Στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Γιάο δέκα ήλιοι ανέτειλαν μαζί. Όλα τα δημητριακά κάηκαν. Όλα τα φυτά καταστράφηκαν και ο λαός δεν είχε πια με τι να τραφεί. Γοργοπόδαρα άγρια θηρία, με κεφάλια δράκοντα, που κατασπάραζαν τους ανθρώπους, τέρατα με μακριά δόντια, που γεννούσαν πυρκαγιές και πλημμύρες, πουλιά – τυφώνες, που γκρέμιζαν τα σπίτια, αγριογούρουνα με τερατώδη αναστήματα, τεράστια φίδια φαρμακερά, προξενούσαν μύριες συμφορές στους ανθρώπους. Ο Γιάο διέταξε τον Γι να χτυπήσει τους δέκα ήλιους στον ουρανό, και τα τέρατα στη γη ... όλος ο λαός χάρηκε».

Ο συγγραφέας Βάνγκ Γι, της ανατολικής δυναστείας των Χαν (2ος αιώνας π.Χ.), σχολιάζοντας το ποίημα Τιέν ουέν (Αίνιγμα) του αρχαίου ποιητή Σου Γιουάν, γράφει επίσης: «Τον καιρό του Γιάο, δέκα ήλιοι ανέτειλαν μαζί κι όλα τα φυτά καήκαν. Ο Γιάο διέταξε τον Γι να ρίξει τα βέλη του εναντίον των δέκα ήλιων. Ο Γι γκρέμισε τους εννιά ... και δεν άφησε παρά ένα».

[20] Σι Γιέου κι (Η πορεία προς τη Δύση): Φανταστικό μυθιστο9ρημα γραμμένο το 16ο αιώνα. Ο κύριος ήρωας του μυθιστορήματος, ο Σουέν Βου – κόνγκ, ήταν ένας μαγικός πίθηκος. Κατείχε το μυστικό των 72 μεταμορφώσεων και μπορούσε, κατά βούληση, να μεταμορφώνεται σε άγριο θηρίο, σε πουλί, σε ψάρι, σε έντομο, σε χόρτο, σε δέντρο, σε διάφορα αντικείμενα, σε άνθρωπο κτλ.

[21] Λιάο τσάι τσε γι (Παράξενοι μύθοι της ήρεμης κάμαρας): Συλλογή μύθων, που τη συνέθεσε ο Που Σονγκ – λινγκ την εποχή της δυναστείας των Τσινγκ (17ος αιώνας) με βάση λαϊκούς θρύλους, που είχε συλλέξει ο ίδιος. Η συλλογή περιλαμβάνει 431 αφηγήματα, που τα περισσότερα απ’ αυτά αναφέρονται σε θαύματα, που τα είχαν κάμει υπερφυσικά όντα, φαντάσματα και πανούργες αλεπούδες.

[22] Καρλ Μαρξ: Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας.

[23] Β.Ι. Λένιν: Για τη διαλεκτική.

[24] Η φράση αυτή συναντιέται για πρώτη φορά στο χρονικό Τσιέν χαν τσου (τομ. 30ος, κεφ. «Γι βεν τσε») που συνέγραψε ο περίφημος κινέζος ιστορικός του 1ου αιώνα μ.Χ. Παν Κου. Σε συνέχεια πήρε πλατιά διάδοση. Στο κείμενο του Παν Κου αναφέρεται: «Από τις δέκα φιλοσοφικές σχολές, τις εννιά μόνον αξίζει να προσέξει κανείς. Γεννήθηκαν όλες τους τότε, που η εξουσία του νόμιμου ηγεμόνα έπεσε σε παρακμή και οι τοπικοί άρχοντες άρχισαν να αλληλοχτυπιούνται, κι ο καθένας τους να κυβερνά όπως ήθελε. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, εμφανίστηκαν, η μιά ύστερα από την άλλη, πολλές σχολές, και η κάθε μιά απ’ αυτές, προβάλλοντας τις δικές της θέσεις, εξεθείαζε ό,τι αυτή θεωρούσε σωστό. Η κάθε μιά κήρυχνε με ζήλο τη δική της διδασκαλία, επιδιώκοντας, ώστε να την υιοθετήσει ο τοπικός διοικητής. Οι αντιλήψεις τους, παρ’ όλες τις διαφορές τους, χτυπούσαν η μιά την άλλη και γεννούσαν η μιά την άλλη, όπως το νερό και η φωτιά. Η επιείκεια και το αίσθημα του καθήκοντος, η λατρεία και η φιλία είναι αντίθετα, μα γεννούν η μιά την άλλη».

[25] Β.Ι Λένιν: Για τη διαλεκτική.

[26] Β.Ι. Λένιν: Παρατηρήσεις πάνω στο βιβλίο του Ν.Ι. Μπουχάριν: «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου».

2 σχόλια:

RDAntonis είπε...

Godel, η μετάφραση είναι δική σου; Αν ναι, μπορώ να το ανεβάσω στη βιβλιοθήκη;

SK είπε...

Αν δεν υπήρχε ο νόμος των αντιθέσεων ή το υπαρξιακό δίπολο (πηγαίνω από κάπου προς κάπου αλλού/ είμαι εδώ σε σχέση με κάτι άλλο/ ήρθα εδώ από κάπου) πιθανότατα δεν θα υπήρχε σκέψη - λόγος και αντίστροφα.