Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Η πολιτικη φιλοσοφια του Καραγατση στην «επαναστατικη» τριλογια , του Νικ. Αντωνοπούλου.



Με αφορμή την επέτειο απο το θάνατο του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα Μ.Καραγάτση,δημοσιεύουμε το παρακάτω ενδιαφέρον κείμενο σχετικά με άγνωστες πολιτικές πτυχές του Καραγατσικού έργου.

RD(Godel)


Τό πλατύ έργο τού Μ. Καραγάτση έχει πιά μελετηθεί άπό κάθε άποψη καί έχει αξιολογηθεί. Ένα σημείο, όμως, πού δέν έχει αρκετά ερευνηθεί είναι οι πολιτικές του ιδέες πού εκφράζονται μέσα σ’αυτό1. Τίς πολιτικές του ιδέες διατυπώνει ο συγγραφέας σ’όλο τό έργο του, ιδιαίτερα όμως, στήν επαναστατική τριλογία του, «Ο Κοτζάμπασης τού Καστρόπυργου» (1944), «Αίμα χαμένο καί κερδισμένο» (1947) καί «Τά στερνά τού Μίχαλου» (1949).

Άπό τούς συγγραφείς τής γενιάς τού’30 ο Μ. Καραγάτσης είναι εκείνος πού ασχολήθηκε συστηματικότερα μέ τήν ελληνική ιστορία. Φαίνεται ότι είχε σκοπό νά γράψη ολοκληρωμένη ιστορία τού Ελληνικού Έθνους. Έτσι γιά τήν αρχαία Ελλάδα έγραψε τήν «Ιστορία τών Ελλήνων» (1952). Τό έργο αυτό δέν παρουσιάζεται μέ τήν ευθύνη τού ιστορικού μελετητή, αλλά μέ τήν ευαισθησία καί τήν πλαστικότητα τού λογοτέχνη.

Γιά τό Βυζάντιο αφιέρωσε τό πολυσέλιδο έργο του «Σέργιος καί Βάκχος» (1959). Εκεί μέ βαθεία κριτική διάθεση ο Μ. Καραγάτσης μελετά τόν μεσαιωνικό ελληνισμό. Ο ύπνος τών δύο ηρώων – αγίων αποτελεί ένα επιτυχημένο εύρημα πού επιτρέπει στόν συγγραφέα νά ερευνήση τήν ιστορική πορεία τού ελληνικού έθνους μέ εξωκοσμικό βλέμμα. Μέ τήν νεότερη Ελλάδα άπό τήν Ελληνική Επανάσταση μέχρι τό 1844, ο Μ. Καραγάτσης ασχολείται στήν βασική του τριλογία πού αναφέραμε πιό πάνω. Κεντρικός ήρωας σ’αυτήν ο απόλυτα καραγατσικός Μίχαλος Ρούσης. Τό ίδιο όνομα εμφανίζεται στά βιβλία του «Ο μέγας ύπνος» καί «Ο κίτρινος φάκελλος» μέ τό μικρό όνομα Κωστής2.

Γιά νά αντιληφθούμε τίς πολιτικές ιδέες πού ο Μ. Καραγάτσης εκφράζει στό έργο του πρέπει νά τόν τοποθετήσουμε πολιτικά. Ο πατέρας του, Γεώργιος Ροδόπουλος εξελέγη βουλευτής στήν Λάρισσα άπό τό 1899 έως τό 1928. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Κωνσταντίνος (Τάκης) Ροδόπουλος εξελέγη πολλές φορές άπό τό 1932 βουλευτής τού Λαϊκού Κόμματος, έπειτα τού Ελληνικού Συναγερμού καί τέλος τής Ε.Ρ.Ε. καί διετέλεσε πολλές φορές υπουργός καί Πρόεδρος τής Βουλής. Ο Μ. Καραγάτσης διαφοροποιεί τήν θέση του άπό τήν παραδοσιακή Δεξιά καί ακολουθεί τό Κόμμα τών Προοδευτικών τού Σπύρου Μαρκεζίνη. Η ιδεολογία τού αρχηγού του τόν γοητεύει γιατί προσαρμόζεται στήν δική του προσωπικότητα. Στόν Σπύρο Μαρκεζίνη θά αφιερώση τό βιβλίο του «Ο Κοτζάμπασης τού Καστρόπυργου». Στά πλαίσια τού Κόμματος τών προοδευτικών πολιτεύεται στήν Αθήνα τό 1956 καί τό 1958, γνώρισε όμως, άπόλυτη αποτυχία3.

Η Ελληνική Επανάσταση.

Στήν «επαναστατική» τριλογία του ο Μ. Καραγάτσης ερευνά τά αίτια τής Ελληνικής Επανάστασης τού 1821 καί τούς παράγοντες πού συνετέλεσαν σ’ αυτήν. Η βασική αρχή του είναι ότι τήν Επανάσταση έκανε μόνος του ο Λαός (Τά στερνά, σσ. 221, 266) ενώ οι Κοτσαμπάσηδες δέν τήν ήθελαν. Ο Μ. Ρούσης αμφισβητεί τήν δυνατότητα νά γίνη η Επανάσταση (Ο Κοτζάμπασης σσ.15,21), ενώ ο Μητροπολίτης Δωρόθεος τού εξομολογείται: «- Τήν επανάστασιν; Εμείς εκάναμε τήν Επανάστασιν; - Αμ’ ποιός; Η Άγια Λαύρα, η λειτουργία, τό λάβαρο, ο λόγος τού Γερμανού. Όλος ο κόσμος τά ξέρει αυτά. – Όλος ο κόσμος πιθανόν. Εμείς όμως όχι... Η έκπληξη τού Μίχαλου ζωγραφίστηκε στήν μορφή του. – Τί θέλεις νά πής; Δέν τήν κάνατε’σείς τήν Επανάσταση; - Κολοκύθια μέ τήν ρίγανιν, τέκνον μου». (Ο Κοτζάμπασης σ.131).

Καί προσθέτει ο Δωρόθεος: «Η Επανάστασις. Ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι εμείς τήν εκηρύξαμε. Πρόκειται περί τεχνάσματος πού εμηχανεύθημεν – τό ομολογώ – διά νά επανορθώσωμεν έκ τών υστέρων τά σφάλματα καί τάς αβλεψίας μας. Αλλά τί σχέσιν έχει ο θρύλος μέ τήν πραγματικότητα; Ουδείς γνωρίζει ποίος έδωσε τό επαναστατικό σύνθημα. Ίσως καί ουδείς νά τό έδωσεν. Η Επανάστασις εξέσπασεν εντός τού Λαού τών Ελλήνων, ώς έκρηξις Θεϊκής οργής κατά τής τυραννίας.» (Ο Κοτζάμπασης σ.232).

Η θεωρία τού Μ.Κ. υποστηρίζει ότι οι κοτζαμπάσηδες προσχώρησαν στήν Επανάσταση πού είχε κάνει ο λαός γιά νά εξασφαλίσουν τά προνόμιά τους. Ο Μητροπολίτης Δωρόθεος συνεχίζει τήν εξομολόγησή του: «Ότε μετ’ολίγας ημέρας αντελήφθημεν ότι επλανήθημεν, ότι η εκραγείσα Επανάστασις είχε πολλάς ελπίδας επιτυχίας, τότε παρουσιάσθημεν είς τό προσκήνιον καί προσπαθήσαμεν νά διωρθώσωμεν έκ τών υστέρων τό σφάλμα μας, λαμβάνοντας ανά χείρας τά ηνία τού Αγώνος.» (Ο Κοτζάμπασης σ.233).

Αλλού ο Καραγάτσης τονίζει: «Οι κοτζαμπάσηδες ήθελαν νά χειραγωγήσουν τήν Επανάσταση – πού τήν αποφάσισε καί τήν έκανε ο λαός – γιά νά διατηρήσουν, στό μελλοντικό ανεξάρτητο κράτος, τήν εξέχουσα κοινωνική καί πολιτική θέση πού είχαν επί τουρκοκρατίας. » (Τά στερνά, σ.221).

Καί παρακάτω ο Μίχαλος Ρου΄σης διακηρύσσει: «Πρέπει νά ξέρετε πώς οι κοτζαμπάσηδες δέν πολυπεθυμούσαν τήν Επανάσταση... Από τήν άλλη όμως μεριά, συλλογίζονταν πώς ίσως έχαναν, στήν ελεύθερη Ελλάδα, τά πλούτη καί τήν δύναμη πού τούς έδωσε ο Τούρκος... Μά τήν επανάσταση τήν έκανε ο λαός, δίχως νά μάς ρωτήση... Έτσι οι κοτζαμπάσηδες αποφάσισαν νά πάρουν τήν Επανάσταση στά χέρια τους. Μέ σκοπό άν πετύχαινε, νά καρπωθούν τά ωφελήματα τής ανεξάρτητης Ελλάδας. Ο λαός όμως δέν ήθελε μόνο τήν λευτεριά του άπό τούς Τούρκους, μά κι απ’τούς κοτζαμπάσηδες.

Έτσι γεννήθηκε η διχόνοια, πού παρά τρίχα νά οδηγήση τήν Επανάσταση στήν αποτυχία. Τό μεγάλο φταίξιμο ήταν τών κοτζαμπάσηδων, πού δέν ήθελαν νά υποταχθούν στή θέληση τού λαού. Καί προτιμούσαν νά ξαναπέσουν οι Έλληνες στήν σκλαβιά τού Τούρκου παρά νά χάσουν αυτοί τά πλούτη καί τήν δύναμή τους στήν ελεύθερη Ελλάδα. » (Τά στερνά, σ.266). Παρόμοιες σκέψεις εκφράζει ο Μ. Καραγάτσης καί σέ άλλα μέρη τής τριλογίας (Ο Κοτζάμπασης σσ.53, 218, 230, 231, Αίμα, σ.58).

Σ’όλο τό έργο τού Μ. Καραγάτση εκφράζεται η έντονη καί θεμελιώδης αντίθεσή του μέ τούς κοτζαμπάσηδες, πού τούς περιγράφει μέ τά μελανότερα χρώματα (Ο Κοτζάμπασης σ.17 επ., 47) καί δέν διστάζει νά ξεστομίση τόν φοβερό λόγο: «Χίλιες φορές καλύτεροι οι Τούρκοι! Μουρμούρισε ο Μίχαλος. Χίλιες φορές.» (Ο Κοτζάμπασης σ.48).

Καί αλλού: «Αυτοί είναι χειρότεροι οχτροί τού Γένους κι απ’τούς Τούρκους» (Ο Κοτζάμπασης σ.140), ενώ στά βουνά τής επαναστατημένης Πελοποννήσου αντήχησε η φωνή: «(Ο Κοτζάμπασης, σ.140)»

Αντίθετα μέ τούς κοτζαμπάσηδες ο Μ. Κ. παίρνει θετική στάση απέναντι στούς στρατιωτικούς, τούς οποίους ταυτίζει μέ τόν λαό (π.χ. Ο Κοτζάμπασης σ.60). Πολλές φορές αναφέρεται στόν εμφύλιο πόλεμο, ιδιαίτερα ανάμεσα στούς κοτζαμπάσηδες καί τούς στρατιωτικούς, καί διατυπώνει ενδιαφέρουσες καί ορθές παρατηρήσεις γιά τούς εμφυλίους πολέμους σέ αντίθεση μέ τούς πολέμους εναντίον τών ξένων εχθρών. «Οι εθνικοί πόλεμοι, τυχεροί ή άτυχοι, λύνουν μέ έναν οποιοδήποτε τρόπο τίς διαφορές τών λαών, πού εξακολουθούν νά τούς χωρίζουν έστω καί μετακινημένα σύνορα. Μά οι συνέπειες τών εμφυλίων σπαραγμών είναι βαθύτερες. Η νικημένη φατρία είναι υποχρεωμένη νά ζήση κοντά στήν νηκήτρια· πρέπει, καταπίνοντας τήν πικρή χολή, νά υποτάξη τήν προσωπικότητά της στήν δυναμικότητα τών νικητών· χρωστάει νά συνεργαστή, έστω καί στανικώς, στό εθνικό έργο πού η ανάγκη τής τό επέβαλε, τήν ώρα πού η ψυχή της τό κρίνει γι’αντεθνικό.» (Ο Κοτζάμπασης, σ.175-6).

Μέ τίς σκέψεις αυτές γιά τήν Ελληνική Επανάσταση ο Μ.Κ δέχεται τήν μαρξιστική ερμηνεία της πού στηρίζεται στόν ιστορικό υλισμό. Έτσι υιοθετεί τήν άποψη ότι η Επανάσταση ήταν ταξική καί ότι οι κοτζαμπάσηδες καί η Εκκλησία τήν απέκρουαν. Τά ιστορικά, όμως, γεγονότα καί οι ιστορικές πηγές αποδεικνύουν πληρέστατα ότι η Ελληνική Επανάσταση ήταν εθνική καί απελευθερωτική καί όχι ταξική. Οι ιδεολογικές αρχές της ήταν η ελευθερία, η πατρίδα καί η θρησκεία4. Τό τρίπτυχο αυτό τού αγώνα αναβλύζει αβίαστα άπό όλα τά επαναστατικά κείμενα, τίς επίσημες διακηρύξεις καί τά έγγραφα τών αγωνιστών5. Άς δούμε μερικά άπό τά κείμενα αυτά πού επιβεβαιώνουν τήν θέση αυτή.

Ο Αθανάσιος Διάκος στήν ομιλία του πρίν άπό τήν μάχη τής Αλαμάνας στίς 23 Απριλίου 1821 βροντοφώνησε: «Αδελφοί Έλληνες! Έπειτα άπό τετρακοσίων χρόνων σκληράν σκλαβιάν, ο Θεός ευσπλαγχνισθείς απεφάσισε νά μάς δώση τήν ελευθερίαν... επειδή διά τόν σταυρόν καί τήν ελευθερίαν αποθνήσκομεν6.

Νά πώς εξηγεί τό άτρωτο τών αγωνιστών ο Στρατηγός Μακρυγιάννης: «ότι τότε οι Έλληνες ορκίστηκαν νά δουλέψουν διά θρησκεία καί πατρίδα καί δέν κόλλαγε μολύβι, ούτε σπαθί» 7.

Μέ τήν προτροπή «Μάχου υπέρ πίστεως καί πατρίδος» αρχίζει τήν προκήρυξή του ο Αλ. Υψηλάντης άπό τό γενικό στρατόπεδο τού Ιασίου στίς 24-2-18218. Οι σουλιώτες οπλαρχηγοί Μάρκος Μπότσαρης καί Κίτσος Τζαβέλας στήν προκήρυξή τους στό 28-6-1821 συνοψίζουν χαρακτηριστικά τούς σκοπούς τού αγώνα: «Αί σημαίαι ημών φέρουσιν ένα σταυρό καί ένα στέφανον έκ δάφνης. Ελευθερία! Θρησκεία! Πατρίς! Ιδού τό έμβλημα ημών» 9.

Τό τρίπτυχο αυτό επαναλαμβάνεται στό προοίμιο τού Συντάγματος τής Επιδαύρου τής 1-1-1822 τής Α΄ Εθνικής Συνελεύσεως τών Ελλήνων, στήν διακήρυξη τής 15-1-1822 τής ίδιας Συνελεύσεως καί στήν διακήρυξη τής Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως τής 16-4-192610. Από τά κείμενα αυτά αποδεικνύεται ότι η εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση τού 1821 έχει τήν μοναδικότητά της στήν ιστορία. Δέν μοιάζει μέ τήν Γαλλική Επανάσταση, ούτε μέ τίς άλλες εξεγέρσεις τού 19ου αιώνα. Σ’αυτήν έλαβαν μέρος όλο τό Ελληνικό Έθνος, ο λαός, οι κοτζαμπάσηδες, η Εκκλησία, οι αρματωλοί καί κλέφτες, οι καπεταναίοι καί οι κοινότητες τού εξωτερικού. Μέ τήν εσφαλμένη αυτή τοποθέτησή του, ο Μ.Κ., πού ανήκε στήν Δεξιά καί είχε εθνικές θέσεις, αποδεικνύεται αντιφατικός στήν κοσμοθεωρία καί τήν πολιτική φιλοσοφία του.

Η πίστη στήν μοναρχία.

Μετά τήν απελευθέρωση καί τήν ανεξαρτησία τής χώρας επεκράτησαν οι κοτζαμπάσηδες στήν πολιτική ζωή διαπιστώνει ο Μ.Κ.. Καί αυτόματα γεννάται τό ερώτημα: Ποιός θά σώση τόν τόπο άπό αυτούς; Φυσικό θά ήταν νά απαντήση ο συγγραφέας ότι άπό τό κακό αυτό θά μάς απαλλάξη ο ίδιος ο Λαός πού έκανε τήν Επανάσταση. Όμως, η απάντηση είναι απροσδόκητη γιά τήν προηγούμενη θεση του: ο βασιλέας. Ο Μ. Καραγάτσης ήταν οπαδός τής βασιλείας καί μάλιστα μοναρχικός. Τό τρίτο βιβλίο τής τριλογίας του είναι αφιερωμένο στόν Π. Πιπινέλη, διπλωμάτη, υπουργό, πρωθυπουργό μετά τήν διαφωνία Κ. Καραμανλή - Βασιλέως Παύλου (18 Ιουνίου 1963 - 28 Σεπτεμβρίου 1963) καί απολογητή τού βασιλικού θεσμού11. Η πίστη τού Μ.Κ ότι ο βασιλέας θά σώση τόν τόπο άπό τούς κοτζαμπάσηδες - πολιτικούς, εκφράζεται σέ πολλά σημεία τού έργου του:
«Τά συμφεροντάκια μας! Τίς φιλοδοξίες μας! Γι'αυτό πάμε κατά διαβόλου... Γιατί δέν αφήνουν τόν βασιλιά νά δουλέψη μέ τήν ησυχία του; Τόν μοναδικό άνθρωπο στήν Ελλάδα πού δέν έχει συμφέροντα καί φιλοδοξίες. Πού φροντίζει τίμια καί δίκαια γιά τό συμφέρον όλων τών Ελλήνων... Τά ίδια μέ τόν Όθωνα, όπως μέ τόν Καποδίστρια. Ο κυβερνήτης πού κοιτάει τό καλό όλου τού κόσμου, ζημιώνει τά συμφέροντα τών δυνατών. Τών αιώνιων κοτζαμπάσηδων, πού θέλουν νά διατηρήσουν στήν ελεύθερη Ελλάδα, τήν παλιάν οικονομική καί πολιτική ολιγαρχία του. Σκλάβος του νά είναι πάντα ο ρωμηός, είτε ραγιάς τού οθωμανού λέγεται, είτε πολίτης τής ελεύθερης Ελλάδας.» (Τά στερνά, σ.13-14)

Καί παρακάτω: «Ο άλλος όμως κόσμος – ο αγρότης, ο εργάτης, ο μαγαζάτορας – δέν ξεγελιέται άπό τά τερτίπια τών συμφεροντολόγων. Ξέρει πώς η κυβέρνηση τού Όθωνα δέν είναι μεγαλοφυής.... Από τήν άλλη όμως μεριά, ο Όθωνας είναι χαρακτήρας τίμιος καί δίκαιος, ψυχή καλοπροαίρετη. Δέν ξεχωρίζει μέσα στό λαό, τάξεις καί πρόσωπα. Αλλά τόν βλέπει σάν ένα λογικό σύνολο, πού η κυβέρνηση πρέπει νά τό κρατάη σέ ισορροπία μέ διοίκηση χρηστή, ικανή, απερίσπαστη άπό κομματικούς υπολογισμούς καί προσωπικά συμφέροντα.» (Τά στερνά, σ. 20-21)

Καί αλλού: «Ενώ οι “απολυταρχικές” κυβερνήσεις τού Καποδίστρια καί τού Όθωνα, φρόντισαν γιά τήν επιβολή ενός “κράτους δικαίου” πού εξασφάλιζε τήν ατομική καί οικονομικήν ελευθερία τού ατόμου. Δηλαδή τήν δημιουργία ενός “αστικού” κράτους, πού, τόν καιρό εκείνο, ήταν τό τελειότερο δείγμα κοινωνικής εξελίξεως.» (Τά στερνά, σ. 222)

Ο Μ. Ρούσης εξάλλου διακηρύσσει στήν Α΄ Εθνική Συνέλευση ώς βουλευτής: «Τό σέβας μου πρός τόν βασιλικόν θεσμόν είναι πασίγνωστον. Η εκτίμησίς μου διά τό πρόσωπον τού βασιλέως, μεγίστη... Τό ηθικόν ανάστημα τού Όθωνος είναι απαράμιλλον!... Καθήκον δέ απάντων ημών είναι νά συσπειρωθώμεν περί τόν ευγενέστατον βασιλέα μας... ίνα περισώσωμεν ό,τι δυνατόν άπό τήν ευτυχίαν τής Ελλάδος. Αρκεί νά αντιληφθώμεν πόσον ταπεινοί είμεθα εμείς, οι ταπεινώσαντες Αυτόν. Καί πόσον Αυτός, υπέροχος εν τή αγνή ελληνική ψυχή του.» (Τά στερνά, σ. 235)

Η πίστη, λοιπόν, τού Μ. Καραγάτση στόν βασιλικό θεσμό ήταν απεριόριστη. Επίστευε ότι η άπόλυτη μοναρχία ήταν τό καλύτερο πολίτευμα γιά τήν περίοδο εκείνη, όχι όμως καί η απολυταρχία. (Τά στερνά, σσ. 204, 211). Γι’αυτό καί απαίνεσε τήν προσπάθεια γιά μεταρρύθμιση τού πολιτεύματος τού Αλ. Μαυροκορδάτου τό 1840. (Τά στερνά, σ. 235).

Η αντίθεση στό Σύνταγμα τού 1844.

Αφού ο Μ. Καραγάτσης ήταν οπαδός τής άπόλυτης μοναρχίας εξέφραζε τήν αντίθεσή του στό Σύνταγμα τού 1844. Μέ μελανά χρώμαρα περιγράφει τήν επανάσταση τής 3ης Σεπτέμβρίου 1843 μέ πρωταγωνιστές τόν Ι. Μακρυγιάννη καί τόν Δ. Καλλέργη12. Σέ μιά δραματική συνομιλία Μ. Ρούση καί Όθωνα πρίν άπό τήν 3η Σεπτέμβρίου 1843 ο Μίχαλος διαβεβαιώνει τόν βασιλέα: «Ο λαός δέν θέλει Σύνταγμα, είπε στόν Όθωνα, δέν ξέρει τί πάει νά πή Σύνταγμα. Όύτε υποψιάζεται πώς πίσω άπό τό Σύνταγμα κρύβονται τά συμφέροντα τών Κοτζαμπάσηδων. Άν τό καταλάβη θά σηκωθή νά τούς ξεπαστρέψη. Τό σο πολύ έχει καεί άπό δαύτους... – Νά διαφωτίσετε τόν κόσμο. Νά τού αποδείξετε πώς τό Σύνταγμα είναι κόλπο τών κοτζαμπάσηδων καί τών φαναριωτών, νά τού καθήσουν στό σβέρκο... Κι αυτό πού είπα προηγουμένως, δηλαδή νά διαφωτίσετε τόν λαό γιά τίς περί Συντάγματος δολοπλοκίες τών Κοτζαμπάσηδων, δέν είναι γιά νά μήν ξεγελαστή ο λαός καί τούς ακολουθήσει... –Αλλά τότε, ντιατί; –Γιά νά εξοργισθή καί νά τούς σφάξη! Έτσι μόνον, η Ελλάδα θά γλυτώση άπό τήν λέπρα τους!» (Τά στερνά, σσ. 27-28). Στό σημείο αυτό ο Μ. Καραγάτσης εκφράζει όλο τό μίσος του κατά τών κοτζαμπάσηδων.

Ο Μ. Καραγάτσης περιγράφει μέ λεπτομέρειες τά γεγονότα τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843, τονίζει τόν πρωτεύοντα ρόλο πού διαδραμάτισε τό Συμβούλιο τής Επικρατείας στήν πολιτειακή αυτή μεταβολή12 καί υπογραμμίζει τήν δική του θέση σ’αυτά. (Τά στερνά, σ. 203 επ.). Η περιγραφή είναι ειρωνική καί απομυθοποιεί τά γεγονότα, ιδιαίτερα, όταν αναφέρεται στήν αποχή τής λαϊκής συμμετοχής καί στούς κατάδικους τών φυλακών καί τούς αλήτες πού αποτέλεσαν τήν αντιπροσωπεία τού λαού πού απαιτούσε Σύνταγμα. (Τά στερνά, σ. 207). Ερευνά τίς αιτίες τής επανάστασης καί τήν θέση τών μεγάλων δυνάμεων. Στήν αγόρευση του στήν Α’ Εθνική Συνέλευση ο Μίχαλος Ρούσης εξαπολύει τους μύδρους του κατά τής μεταβολής τής 3ης Σεπτεμβρίου λέγοντας: «Αί σφαίραι πού ερρίψατε, τήν νύκτα της 3ης Σεπτεμβρίου, εκ τής οικίας του στρατηγού Μακρυγιάννη, δέν εφονευσαν μόνον τόν ατυχή εκείνον ενωμοταρχην, αλλά καί τας ελευθερίας του Ελληνικού λαού.» (Τά στερνά, σ. 233 επ.).

Ο κύριος εκπρόσωπος των κοτζαμπάσηδων ο Πέτρος Μοθωνιτης, σέ μιά εκ βαθέων εξομολόγηση στον Μίχαλο Ρούση, διακηρύσσει, λίγο πριν αυτοκτονήσει, σ’ ερώτηση γιατί έκανε τήν 3η Σεπτεμβρίου: «- Γιατ’ ήμουν βλάκας! Ιδεολόγος βλάκας! Γι’ αυτό! – Αυτό είναι τό μεγάλο κρίμα πού βαραίνει τήν ψυχή μου, Μιχαλε! είπε. Όταν βλέπω πως φέραμε σέ κίντυνο τήν πατρίδα, μου ’ρχεται νά σκοτωθώ απ’τό κακό μου! Νά κυβερναη τήν Ελλάδα σήμερον ο γιος της πουτανας! Ποτέ δέν έλπιζα, υστερ’ άπό τήν επιτυχία της 3ης Σεπτεμβρίου καί τήν ειλικρίνεια των σκοπών μας, πως θά’παιρναν τέτοιο δρόμο τά πράγματα. Παντού φαυλοκρατία, συναλλαγή, φατριασμός, διαφθορά συνειδήσεων, κατάχρηση…» (Τά στερνά, σ. 262).

Μετά άπό τήν ειλικρινή αυτή εξομολόγηση ο ενσαρκωτης του κοτζαμπασικου πνεύματος αυτοκτόνησε. Γιά τόν Μ. Καραγατση, λοιπόν, η 3η Σεπτεμβρίου καί τό Σύνταγμα του 1844 ήταν η καταστροφή της Ελλάδας καί η επικράτηση της κοτζαμπασικης ολιγαρχίας.

Ο αντικοινοβουλευτισμός.

Εφ’οσον ο Μ. Καραγατσης ήταν υπέρ της Μοναρχίας καί του Βασιλέως, είχε κηρυχθεί κατά της δημοκρατίας πού θεωρούσε ώς επινόηση των κοτζαμπάσηδων γιά νά στεριώσουν τήν εξουσία τους (Τά στερνά, σ. 14). Οι αντιδημοκρατικές ιδέες του τον οδήγησαν σέ ένα έντονο αντικοινοβουλευτισμό καί απύθμενο μίσος κατά των πολιτικών. Τό βιβλίο του «Αίμα χαμένο καί κερδισμένο» αφιέρωσε «σ’ εκείνους τους Έλληνες πού δέν ψήφισαν ποτέ», πού δέν είχαν δηλαδή καμιά συμμετοχή στήν κοινοβουλευτική ζωή του τόπου. Περιγράφοντας τίς αντιδράσεις κατά του Οθωνα αναφέρεται στους δημοκρατικούς καί κοινοβουλευτικούς: «Τρίτοι έρχονται οι ψευτομορφωμενοι, οι ανίκανοι νά σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά μέ τήν αξία τους. Καί λαχταρούν τήν νεκρανάσταση του κοινοβουλευτισμού, πού θά τους δωση ψωμί δια μέσου των κομμάτων. Τέλος, είναι οι ιδεολόγοι της δημοκρατίας. Άνθρωποι καλοπροαίρετοι μα αλαφρόμυαλοι πού δέν καταλαβαίνουν πως ο ελληνικός λαός δέν είναι ακόμα ώριμος ν’ αυτοκυβερνηθη.» (Τά στερνά, σ. 20).

Όμοιες ιδέες γιά τήν δημοκρατία εκφράζει καί στον «Κίτρινο Φάκελλο» (Α΄ 79). Επιμένοντας στήν κατάκριση τών πολιτικών, ο Μ. Κ εκφράζει τήν περιφρόνησή του γι’αυτούς: «Τί είναι αυτοί; (οι πολιτικοί) είπε ο Χρήστος μέ περιφρόνηση. Εμείς πασκίζουμε νά κάνουμε τήν Ελλάδα μέ τό Αίμα μας. Κι εκείνοι νά τήν γκρεμίσουν μέ τό σάλιο τους.» (Αίμα. σ.224).

Καί αλλού: «Νά! Πού θά λατρέψω εγώ τά χτήματά μου! Γιά νά τά βρουν έτοιμα οι λωποδυταρέοι πολιτικάντηδες. Σκατά !» (Αίμα. σ.59).

Σέ πολλές σελίδες ο Μ. Κ περιγράφει τήν ηθική εξαχρείωση τής πολιτικής ζωής πού είναι αποτέλεσμα τής επικράτησης τών πολιτικών – κοτζαμπάσηδων (Τά στερνά, σσ. 260-1, 267-269). Τήν επιβολή του συντάγματος του 1844 θεωρούσε μεγάλο έγκλημα των κοτζαμπάσηδων ο Καραγάτσης, ώστε νά τολμήση νά πή: «Κι ο Πέτρος Μοθωνιτης ήξερε πώς ήταν μητροκτόνος. Επειδή τήν νύκτα τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843 σκότωσε τήν μάνα του τήν Ελλάδα. Καί τήν μάνα τής μάνας του: τήν λευτεριά τού Ελληνικού Λαού.» (Τά στερνά, σ. 269).

Τον κοινοβουλευτισμό θεωρούσε ώς Γολγοθά του Ελληνικού Λαού (Τά στερνά, σ. 219). Περιγράφει τήν οχλοκρατική λειτουργία της Α΄ Εθνικής Συνελεύσεως κάτω άπό τήν πίεση τής βίας (Τά στερνά, σ. 227-8). Τό μεγαλύτερο κατηγορώ του Καραγατση κατά τού κοινοβουλευτισμού περιέχεται στήν δραματική αντιπαράθεση Μακρυγιάννη – Ρούση, όπου ο τελευταίος κατηγορώντας τόν πρώτο γιά τήν συμμαχία του μέ τούς κοτζαμπάσηδες καί τήν επιβολή τού Συντάγματος, πρόφερε τά τρομερά αυτά λόγια: «Ούτε είχα τό θράσος νά ξεφτελίζω τήν τίμια στολή τού Αγωνιστή μέσα σ’αυτό τό μπορντέλο, όπου τρακόσιοι μασκαράδες γαμούν τίς πολιτικές ελευθερίες τού ελληνικού λαού.» (Τά στερνά, σ.225). Όμοιες σκέψεις περιέχονται καί στόν «Κίτρινο Φάκελλο» (Α΄, 57). Αυτή είναι η γνώμη τού Μ.Κ γιά τούς αντιπροσώπους τού λαού καί τόν ναό τής δημοκρατίας

Τελικές Σκέψεις

Θαυμαστής τής δύναμης καί οπαδός τής αδογμάτιστης προσαρμογής, ο Μ.Κ ερευνά μέ πολιτισμό ρεαλισμό καί δεινή διαλεκτική τήν ιστορία καί τά πολιτικά φαινόμενα. Εκφράζει μέ θάρρος τίς ιδέες του, άν καί ξέρει ότι θά προξενήσουν αντιδράσεις. Στήν ερμηνεία τής ελληνικής Επανάστασης τού 1821 δέχεται μαρξιστικές θέσεις καί εκφράζει τήν πλήρη αντίθεσή του πρός τούς κοτζαμπάσηδες. Διαφοροποιεί τόν λαό άπό τήν ολιγαρχία τών κοτζαμπάσηδων καί θεωρεί ότι οι στρατιωτικοί εκφράζουν τό λαϊκό ρεύμα. Οπαδός τής μοναρχίας, ο Μ.Κ διατυπώνει τήν θέση ότι τόν λαό θά σώσει άπό τούς κοτζαμπάσηδες – πολιτικούς ο βασιλέας. Έτσι στήν διαλεκτική σχέση τών πολιτικών δυνάμεων τής εποχής τοποθετεί τόν λαό καί τόν βασιλέα άπό τό ένα μέρος καί τούς κοτζαμπάσηδες – πολιτικούς άπό τό άλλο. Αγνοεί, όμως, τήν ανερχόμενη τότε αστική τάξη πού διαφοροποιείται άπό τήν ολιγαρχία τών κοτζαμπάσηδων καί διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στήν διαμόρφωση τής πολιτικής καί κοινωνικής ζωής. Έτσι καταλήγει σέ αντιδημοκρατικές καί αντικοινοβουλευτικές θέσεις καί θεωρεί τήν 3η Σεπτεμβρίου 1843 καί τό Σύνταγμα τού 1844 ώς έγκλημα κατά τής πατρίδας πού οδηγεί στήν καταστροφή της.
Άν καί στήν παρουσίαση τών ιστορικών γεγονότων πλησίασε σέ πολλά σημεία τήν ιστορική πραγματικότητα, τά συμπεράσματά του είναι άκριτα, υπερβολικά καί εσφαλμένα. Δέν αντέχει π.χ. στήν λογική βάσανο η θέση ότι η 3η Σεπτεμβρίου 1843 σκότωσε τήν Ελλάδα καί τήν ελευθερία τού ελληνικού λαού. Η πολιτική φιλοσοφία τού Μ.Κ, επηρεασμένη άπό ορισμένες ακραίες θέσεις του, είναι μονομερής καί αντιφατική, μέ αποτέλσμα νά παρασύρει καί τίς ιδέες εκείνες πού ήταν ορθές. Η δυναμική καί ιδιόρρυθμη προσωπικότητα τού Καραγάτση εκδηλώθηκε καί στίς πολιτικές του ιδέες.




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η μόνη μελέτη γιά τίς πολιτικές ιδέες τού Μ.Κ πού γνωρίζω είναι τό αξιόλογο άρθρο τού Π.Φωτέα, «Ο πολιτικός Καραγάτσης καί η πανανθρώπινη παλίρροια». Στό έργο «Επανεκτίμηση τού Μ. Καραγάτση», Τετράδια «Ευθύνης», σσ.14, 96 επ.

2. Εξήγηση γιά τήν χρησιμοποίηση τού ονόματος αυτού δίνει ο Π. Φωτέας, ό.π., σ.100-101.

3. Π. Φωτέα, ο.π., σ.102-3

4. Νικολάου Αντωνοπούλου, Τό ιδεολογικό περιεχόμενο τής Ελληνικής Επαναστάσεως τού 1821, «Ελληνικός Αστήρ», 1988, σ. 249 επ.

5. Βλ. Συλλογή τών κειμένων αυτών Ηλ. Οικονόμου, Κείμενα πίστεως καί ελευθερίας, 1985.

6.Χριστοφόρου Περραιβού, Απομνημονεύματα πολεμικά, στά Απομνημονεύματα Αγωνιστών τού’21, 1955, τ.2,σ.53-4

7. Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, τόμος Α΄ , εκδ. Β΄, σ.125.

8. Ηλία Οικονόμου, , ο.π., σ.59

9. Ηλία Οικονόμου, , ο.π., σ.79

10. Ηλία Κυριακοπούλου, Τά Συντάγματα τής Ελλάδος, 1960, σ.33, Νικολάου Αντωνοπούλου, Τό ιδεολογικό περιεχόμενο, ο.π. σ.251 επ.

11. Βλ. π.χ. Π.Πιπινέλη, Τό Στέμμα είς τό πλαίσιον τών δημοκρατικών θεσμών, Αθήναι, 1960, Τού Αυτού, Η Μοναρχία έν Ελλάδι, Αθήναι, 1932.

12. Τήν προπαρασκευή τής 3ης Σεπτεμβρίου περιγράφει χαρακτηριστικά ο Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα,, Β΄, 1907, σ.362 επ., όπου αναλύει τό περίφημο όνειρό του μέ τό όρνιο πού αποτέλεσε τήν αφελή σύλληψιν τής ιδέας τού Συντάγματος καί τής συνταγματικής – περιορισμένης μοναρχίας.

13. Γιά τόν ρόλο του βλ. τήν βασική μελέτη Μ. Στασινοπουλου, Ο ρόλος τού Συμβουλίου τής Επικρατείας κατά τήν επαναστατική νύκτα τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843 στά «»Σύμμεικτα είς μνήμην Αλεξάνδρου Σβώλου», 1961, σ. 399 επ.




Άπό τήν Νέα Εστία, τεύχος 1536.

Δεν υπάρχουν σχόλια: