Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Σύντομο σημείωμα για το ζήτημα της ιδιοκτησίας της τέχνης

Η όλο και μεγαλύτερη δημοφιλία, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, της φωτογραφίας ως μέσου αναπαραγωγής εικόνων για αυτούς που δεν μπορούσαν να αγοράσουν ζωγραφικά πορτραίτα οδήγησε σε θερμές αντιπαραθέσεις μεταξύ διανοουμένων και καλλιτεχνών που θεωρούσαν ότι η φωτογραφία ήταν μια νέα μορφή τέχνης και όσων έβλεπαν τέτοια επιχειρήματα με περιφρόνηση και καχυποψία. Για τον Baudelaire, το να συγχέεις την φωτογραφία με την τέχνη ήταν το να συγχέεις τέχνη και βιομηχανία. Για τον Zola, η φωτογραφία ήταν η επιτομή της επιστημονικής προσέγγισης στην πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας που ο ίδιος πίστευε ότι προσέγγιζε με τον νατουραλισμό.

Τη λύση σ' αυτή την διαμάχη την έδωσε το κεφάλαιο. Η εμπορική επιτυχία ορισμένων φωτογράφων και φωτογραφιών και η συχνότητα πειρατικών αντιγραφών διάσημων έργων ζωγραφικής δημιούργησε ζητήματα προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων, που με τη σειρά τους οδήγησαν στα δικαστήρια, τα οποία απεφάνθησαν χωρίς πολλά-πολλά ότι η φωτογραφία είναι τέχνη και ότι, συνεπώς, θα πρέπει να ισχύει για αυτήν το ίδιο ιδιοκτησιακό καθεστώς που ίσχυε για τα παραδοσιακά έργα τέχνης. Η συμβατική ιστορία των τεχνών αρέσκεται στην καταστολή τέτοιων πληροφοριών, σε μια προσπάθεια να προστατέψει το αμόλυντο των αισθητικών κατηγοριών από αυτές της πολιτικής οικονομίας. Μα η προσπάθεια γίνεται όλο και πιο μάταιη καθώς η μία μετά την άλλη οι τέχνες περιέρχονται στον έλεγχο των πολυεθνικών που είναι οι σύγχρονοι Μέδικοι και πάτρονές τους: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, κινηματογράφος, μουσική, φωτογραφία--όλες τους βασίζονται είτε στη διαθεσιμότητα μεγάλων κεφαλαίων, είτε σε εταιρικό sponsoring, είτε σε τεχνολογικά μέσα παραγωγής και δίκτυα προώθησης και διανομής που ελέγχονται απ' το διεθνές κεφάλαιο (η όλο και μεγαλύτερη περιθωριοποίηση της λογοτεχνίας αφορά όχι απλά και αφηρημένα την άνοδο της "οπτικής κουλτούρας" με τις όποιες συνέπειές της για την συμβατική εγγραματοσύνη, αλλά και την αμεσότερη σύνδεση της δεύτερης  με την ηλεκτρική και ηλεκτρονική βιομηχανία και με την μεγαλύτερη εξάρτησή της από το εταιρικό sponsoring και την βιομηχανική--ηλεκτρική και ηλεκτρονική--τεχνολογία). 

Σπάνια παρατηρείται ότι το καθεστώς ανοιχτής και δωρεάν πρόσβασης στις τέχνες που καθιστά εφικτό η ηλεκτρονική εποχή εξελίχθηκε παράλληλα με την όλο και ευρύτερη μεταβίβαση του ελέγχου πάνω στην πρωτογενή παραγωγή τέχνης σε τράπεζες και πολυεθνικές και στους ιδιοκτήτες των μέσων τεχνολογικά διαμεσολαβημένης παραγωγής και των δικτύων προώθησης και διανομής. Κι όμως είναι μόνο ως αντιστάθμισμα και αντίβαρο προς αυτή την υπό διαρκή εξέλιξη διαδικασία ελέγχου πάνω στα προϊόντα της καλλιτεχνικής δημιουργίας που έγιναν εφικτά τα ηλεκτρονικά commons. Παρά τις περί του αντιθέτου αισιόδοξες εκτιμήσεις και προβλέψεις διανοουμένων-παιδιών της γενιάς της αμφισβήτησης, τίποτε δεν εξασφαλίζει ότι από μόνα τους, αυτά τα commons έχουν την δύναμη να παρακάμψουν ή να εξαλείψουν το εδραιωμένο καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας όπου οι πολυεθνικές παίζουν κυρίαρχο ρόλο: σε μια επίδειξη δύναμης και, συνάμα, λεπτού πνεύματος ιστορικής ειρωνείας, η εταιρία που έχει τα δικαιώματα στο έργο του εμβληματικού για την δυτική "πολιτισμική επανάσταση" Bob Dylan απέσυρε όλα του τα βίντεο από το youtube, στερώντας την ελεύθερη πρόσβαση σ' αυτά (τα βίντεο τώρα περιέχουν  διασκευές ερασιτεχνών ή σιωπή). Όταν τα παιδιά του 60 ονειρεύονται νέα commons, οι εταιρίες μετατρέπουν το ίδιο το 60 σε μέσο συσσώρευσης για την ατομική ιδιοκτησία.
RD (Αντώνης)

Εικόνα: Πορτραίτο του πρώιμου φωτογράφου Nadar, 1855.
http://www.masters-of-photography.com/N/nadar/nadar_selfportrait_full.html

2 σχόλια:

imwrong είπε...

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πάντοτε η τέχνη στηριζόταν οικονομικά στην εκάστοτε κυρίαρχη τάξη. Ακόμη κι οι κλασικοί του θεάτρου βασίζονται σε κάποιου είδους χρηματοδότηση της δουλειάς τους. Ο Σαίξπηρ πχ βασίστηκε στη χρηματοδότηση του λόρδου Τσάμπερλεν και του βασιλιά, κι αυτά τον 17ο αιώνα. Ο Μπένγιαμιν, θα το έχεις φυσικά υπόψη σου, βάζει το ζήτημα της "τεχνικής αναπαραγωγιμότητας" του έργου τέχνης. Εκεί βρίσκεται κατά την γνώμη του το κλειδί της μετατροπής του έργου τέχνης σε εμπόρευμα. Ο Μπένγιαμιν δεν το θεωρεί κακό αυτό. Βρίσκει σ' αυτήν τη μετατροπή ένα είδος εκδημοκρατισμού της τέχνης, για τον οποίο η σύγχρονη ηλεκτρονική εποχή έχει πολλά προσφέρει. Νομίζω ότι το όλο ζήτημα της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας προκύπτει από την ανάγκη για τη διατήρηση των ιδιοτήτων του έργου τέχνης ως εμπορεύματος. Για την ανάγκη ελέγχου της προσφοράς, δηλαδή, στην αγορά της τέχνης. Οπότε με όρους πολιτικής οικονομίας νομίζω ότι πιο πολλά θα καταλάβουμε για τη σύγχρονη παραγωγή τέχνης και τις επιδιώξεις των μονοπωλίων και ολιγοπωλίων της τέχνης αν μιλήσουμε γι' αυτήν με όρους εμπορεύματος παρά με όρους ιδιοκτησίας.

imwrong είπε...

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πάντοτε η τέχνη στηριζόταν οικονομικά στην εκάστοτε κυρίαρχη τάξη. Ακόμη κι οι κλασικοί του θεάτρου βασίζονται σε κάποιου είδους χρηματοδότηση της δουλειάς τους. Ο Σαίξπηρ πχ βασίστηκε στη χρηματοδότηση του λόρδου Τσάμπερλεν και του βασιλιά, κι αυτά τον 17ο αιώνα. Ο Μπένγιαμιν, θα το έχεις φυσικά υπόψη σου, βάζει το ζήτημα της "τεχνικής αναπαραγωγιμότητας" του έργου τέχνης. Εκεί βρίσκεται κατά την γνώμη του το κλειδί της μετατροπής του έργου τέχνης σε εμπόρευμα. Ο Μπένγιαμιν δεν το θεωρεί κακό αυτό. Βρίσκει σ' αυτήν τη μετατροπή ένα είδος εκδημοκρατισμού της τέχνης, για τον οποίο η σύγχρονη ηλεκτρονική εποχή έχει πολλά προσφέρει. Νομίζω ότι το όλο ζήτημα της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας προκύπτει από την ανάγκη για τη διατήρηση των ιδιοτήτων του έργου τέχνης ως εμπορεύματος. Για την ανάγκη ελέγχου της προσφοράς, δηλαδή, στην αγορά της τέχνης. Οπότε με όρους πολιτικής οικονομίας νομίζω ότι πιο πολλά θα καταλάβουμε για τη σύγχρονη παραγωγή τέχνης και τις επιδιώξεις των μονοπωλίων και ολιγοπωλίων της τέχνης αν μιλήσουμε γι' αυτήν με όρους εμπορεύματος παρά με όρους ιδιοκτησίας.