Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

Ανταγωνισμοί

"Η ιστορία όλων των μέχρι σήμερα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων"
Καρλ Μαρξ, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο


Αξίζει νομίζω τον κόπο μια παρατήρηση για την πιο πάνω διάσημη φράση, που παρέθεσα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση.

Απέναντί της σήμερα, έχω την αίσθηση ότι οι κυρίαρχες προδιαθέσεις είναι δύο: είτε συμφωνεί κανείς με κάτι που εκλαμβάνει ως προφανές (τόσο προφανές που η πρόταση φαίνεται σχεδόν άσκοπα αυταπόδεικτη, χωρίς καμμία ουσιαστική καινοτομία, παρεκτός "για την εποχή της"), είτε διαφωνεί με κάτι που εκλαμβάνει ως απαράδεκτο (ένα σενάριο της φαντασίας κάποιου εμμονικού που έβλεπε τάξεις και ανταγωνισμούς παντού).

Τόσο η μία όσο και η άλλη αντίδραση όμως αποτυγχάνουν να διαβάσουν τη φράση στο φως αυτού το οποίο ανατέμνει, δηλαδή της εμπειρικής αντίληψης της πραγματικότητας.

Τι υπαγορεύει αυτή η εμπειρική αντίληψη σε ό,τι αφορά τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς; Ποια είναι η "αυθόρμητη", διαισθητική αντίληψη που καθυπαγορεύει η εμπειρία του καπιταλισμού σε έναν εργαζόμενο;

Λέμε συχνά ότι η καπιταλιστική κοινωνία είναι κοινωνία ανταγωνισμού, δεν συμπληρώνουμε όμως πώς γίνεται αντιληπτή αυτή η πραγματικότητα. Ποιός είναι ο κατεξοχήν ανταγωνιστής που αντιλαμβάνεται ο κάθε εργαζόμενος σε μια καπιταλιστική κοινωνία;

Μα ο άλλος εργαζόμενος, για δύο λόγους: α) γιατί είναι πάντα δυνάμει ή πραγματικά ανταγωνιστής για περιορισμένες θέσεις εργασίας β) γιατί η δραστηριότητά του, που έχει ως στόχο την απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων στον χώρο εργασίας του, απειλεί την δική μου δραστηριότητα στον δικό μου χώρο εργασίας. Όταν απεργεί, δεν μπορώ να βρω τα τρόφιμα που θέλω ή να πάω στην δουλειά μου απρόσκοπτα. Όταν πετυχαίνει αύξηση απολαβών ή πρόνοιας, αντιλαμβάνομαι ότι την πετυχαίνει σε βάρος μου, γιατί το κόστος των Χ ή Ψ καθημερινών μου αναγκών ανεβαίνει. Όταν συνασπίζεται σε συντεχνία, νιώθω ότι αποκλείει από το επάγγελμα τα παιδιά μου.

Τον εργοδότη μου αντίθετα, μπορεί να τον απεχθάνομαι εμπειρικά, αντιλαμβάνομαι όμως τον εαυτό μου σε σχέση συνεργασίας μαζί του: α) γιατί όντως συνεργάζομαι μαζί του για κοινούς στόχους καθημερινά β) γιατί, πολύ πιο σημαντικά, διαθέτει για μένα αυτό που ο άλλος εργαζόμενος δεν μπορεί ποτέ να μου προσφέρει, δηλαδή μισθό. Τίποτε δεν είναι περισσότερο εμπειρικά προφανές για τον εργαζόμενο από την ιδέα ότι η σχετική του ευμάρεια, το να έχει τα χρήματα για να συντηρήσει τον εαυτό του ή την οικογένειά του, εξαρτάται από τον εργοδότη και όχι από τον άλλο εργαζόμενο, ο οποίος επιπλέον τον απειλεί καθημερινά είτε ως ανταγωνιστής για τον ίδιο μισθό είτε ως πηγή παρακωλύσεων με αρνητικές συνέπειες στον δικό του μισθό. Λογική συνέπεια: σε περίπτωση που "στριμωχθώ" οικονομικά, είναι πολύ πιο άμεση η απειλή που νιώθω από τον άλλο εργαζόμενο από την δυσαρέσκειά μου για το γεγονός ότι είμαι εξαρτημένος από έναν εργοδότη για τον μισθό μου. Όση και αν είναι η δυσαρέσκειά μου για το δεύτερο, γεγονός για μένα παραμένει ότι υπάρχει θετικός στόχος στην δεύτερη σχέση (ο μισθός), ενώ από την πρώτη δεν μπορώ να περιμένω τίποτε παρά μπελάδες και εμπόδια.

Από την εμπειρική λοιπόν σκοπιά, η πρόταση του Μαρξ αποτελεί σκάνδαλο. Ζητάει από εμάς να αντικαταστήσουμε ένα είδος ανταγωνισμού, προφανούς και βιωμένου σε καθημερινό επίπεδο (του ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργαζόμενους) από ένα άλλο, σαφώς πιο αόρατο, σαφώς περισσότερο αφηρημένο, ακόμα και φαινομενικά ενάντιο στην κοινή λογική που λέει ότι το χέρι που με ταϊζει είναι χέρι φίλα προσκείμενο: του ανταγωνισμού ανάμεσα σε αυτούς που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής και αντλούν εργασία και σε αυτούς που δεν τα ελέγχουν και την προσφέρουν για μισθούς.

"Ταξική συνείδηση" είναι το όνομα της υπέρβασης της προσκόλλησης μας στην προφάνεια του πρώτου ανταγωνισμού, ο μετασχηματισμός, μέσα από την θεωρητική ανακατασκευή των εμπειρικών δεδομένων, της αντίληψης της φύσης του κυρίαρχου ανταγωνισμού κόντρα στην "διαίσθηση" ή την εμπειρική προδιάθεση. Για αυτόν τον λόγο, η ταξική συνείδηση (και όχι απλώς η "συντεχνιακή", η στενή υπεράσπιση του δικού μου επαγγέλματος, κλπ) είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Τόσο δύσκολο, που απαιτεί να θυσιάσω το προφανές μου συμφέρον (μισθός) για το μη προφανές (χειραφέτηση απ' τον μισθό), και να συμπαραταχθώ με τον προφανή ανταγωνιστή μου (τον άλλο εργαζόμενο) κόντρα σ' αυτόν απ' τον οποίο γνωρίζω ότι εξαρτάται η διαβίωσή μου (εργοδότη). 

Η φράση λοιπόν του Μαρξ δεν είναι διαπίστωση του προφανούς, ούτε προϊόν εμμονής με κάποιο προαιώνιο εχθρό: είναι πρόκληση σε μια νοητική κατ' αρχάς επανάσταση, στην αποκόλληση του νου από την επικράτεια της αισθητής εμπειρίας (αν θέλετε, του αισθητού) και την στροφή του στην δομική κατανόηση των σχέσεων που βρίσκονται κάτω ή πίσω από αυτή (αν θέλετε, του νοητού--ναι, υπάρχει περισσότερος Πλάτωνας από ό,τι νομίζουμε πίσω από αυτό που προπαιτεί η αντίληψη της ιστορίας των κοινωνιών ως "ιστορίας ταξικών αγώνων"). Η αλληλεγγύη στην οποία καλεί αυτούς που βρίσκονται από τη μία πλευρά δεν είναι προφανής και ευκολοδιάκριτη αλληλεγγύη, δεν είναι αυτοματική επιλογή. Προαπαιτεί μια διεργασία η οποία αλλάζει τις ίδιες τις διαχωριστικές γραμμές πάνω στις οποίες βασίζεται η εμπειρία μας στην καθημερινή ζωή. Στο κείμενο "Η οπτική της καθημερινότητας", μίλησα για την ανάγκη για την θεωρία να επιστρέψει στον πολύβουο, συγχυσμένο χώρο της πρακτικής εμπειρίας. Σήμερα ήθελα να πω δυο λόγια για την ανάγκη που έχει ο κόσμος που ζει σ' αυτόν τον χώρο να κατανοήσει τα διακυβεύματα της θεωρίας, τη σημασία της για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τα πιο οικεία και φαινομενικά απλά δεδομένα της καθημερινής του ζωής.
RD (Αντώνης)

Εικόνα: http://www.indymedia.ie/article/88685

13 σχόλια:

rdDcom είπε...

Πρόγευση θα το τελειώσω σύντομα αλλά είναι τόσο συναφές με την ανάρτηση:

Το Εργοστάσιο ως Συμβαντικός Χώρος

Αλαίν Μπαντιού

Γιατί πρέπει ο εργάτης να αποτελεί σημείο αναφοράς τού πολιτικού μας οράματος;

Η αναγκαιότητα τής αναφοράς αυτής είναι το αποτέλεσμα μιας αναλυτικής και αντικειμενικής σύλληψης που στηρίζεται στο δεδομένο τής αδιάσπαστης συνοχής τού κοινωνικού δεσμού, πράγμα το οποίο, με τη σειρά του, συνάγεται βάσει τής δεδομένης θέσης που κατέχουν τα υπό εκμετάλλευση στρώματα. Όμως, εδώ, απαιτείται μια πολύ πιο περίπλοκη προσέγγιση από ό,τι εκ πρώτης όψεως φαίνεται αναγκαίο. Μια οξυδερκής αναλυτική εκτίμηση (όπως για παράδειγμα διατυπώθηκε από τον Μαρξ) θα έδειχνε με σαφήνεια ότι από τον μηχανισμό τής εκμετάλλευσης — από την απόσπαση δηλ. τής υπεραξίας — μπορεί μεν κατ’ αρχάς να συναχθεί ο ανταγωνισμός των εργατών στην αγορά τής εργατικής δύναμης, αλλά αυτό δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να οδηγήσει στη διαπίστωση ενός άμεσα αναπαραστήσιµου δεσμού. Αν, ωστόσο, η οφειλόμενη στον ανταγωνισμό διάρρηξη των δεσμών αποτελούσε πάγια και σταθερή κατάσταση, τότε θα έπρεπε — από τη σκοπιά τουλάχιστον όσων προσεγγίζουν την πολιτική υπό το πρίσμα τού δεσμού και των κοινωνικών συνεκτικοτήτων, δηλαδή, υπό το θεωρητικό πρίσμα των «αντικειμενικών υποκειμένων» — να ευθυγραμμιστούν οι εργάτες με τους κολλήγους, των οποίων ο εγωτισμός και οι πολλαπλές αντιπαραθέσεις, όπως είναι γνωστό, οδήγησαν τον Μαρξ στην εκτίμηση ότι ήταν ανίκανοι να συγκροτήσουν ανεξάρτητη πολιτική δύναμη. Τι είναι όμως εκείνο που αποσταθεροποιεί τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών και ενοποιεί την εργατική τάξη στο ενδεχόμενο πλαίσιο μιας πολιτικής εκπροσώπησης; Για να είμαστε ακριβείς, υπάρχουν δύο απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Η πρώτη (η οποία εμφανίζεται στα «Χειρόγραφα τού 1844») στηρίζει τη συλλογιστική της στο στοιχείο τού κενού, το οποίο εντάσσεται ευθέως στο γενολογικό είναι των εργατών, εφόσον το μόνο που οι τελευταίοι κατέχουν είναι μια προς πώληση αφαίρεση, με άλλα λόγια, την εργατική τους δύναμη. Η δεύτερη απάντηση (που πρέπει μάλλον να αποδοθεί στον Ένγκελς) επιχειρηματολογεί στη βάση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τής βιομηχανικής εργασίας: συγκέντρωση μεγάλων ανθρώπινων μαζών, στρατιωτική πειθαρχία, και ούτω καθεξής. Αυτή τη φορά, πρόκειται για το στοιχείο τού εξαναγκαστικού δεσμού — τής οργάνωσης τής εργασίας, τού τρόπου δηλαδή με τον οποίο «ό,τι είναι νεκρό (η μηχανική και αυταρχική ρύθμιση) ιδιοποιείται και νέμεται ό,τι είναι ζωντανό (την εργασία τού εργάτη)» — το οποίο αναστρέφεται σε ελεύθερο και συνάμα άτεγκτο δεσμό: τον διεκδικητικό συνδικαλισμό, τού οποίου έπεται το κόμμα εκπροσώπευσης.

Εάν η πρώτη απάντηση αντλεί το κύρος της από τα αφηρημένα γνωρίσματα τής αλλοτρίωσης των εργατών, παραπέμποντας έτσι στη Μεγάλη Λογική τής κοινωνικο-ιστορικής εμφάνισης τού καπιταλισμού, η δεύτερη αντιθέτως συνιστά εμπειρική περιγραφή ενός χαρακτηριστικού χώρου στο εσωτερικό τής εν λόγω κατάστασης, τού χώρου δηλ. τού εργοστασίου. Ως εκ τούτου, ο Μαρξισμός συνδυάζει μια σφαιρική αναπαράσταση τής πολιτικής θετικότητας των εργατών — η εν δυνάμει καθολική οργανωτική ικανότητά τους οφείλεται στο ότι οι εργάτες είναι ένα τίποτε — με την προβολή της σε τοπική κλίμακα — η ύπαρξη, εντός τής παρουσίασης τού κοινωνικού, τού εργοστασίου ως ιδιαίτερης και χωριστής πολλαπλότητας αποτελεί τον λόγο για τον οποίο υφίσταται η δυνατότητα για τους εργάτες να εμφανισθούν ως μονάδα στην πολιτική. Επομένως, στον πυρήνα ακριβώς τής αντικειμενιστικής ερμηνείας τής αναγκαιότητας αναφοράς στον εργάτη συναντάμε δύο όρους, το κενό και τον χώρο, που όπως θα δούμε θα αποκτήσουν την πλήρη τους έννοια, μόνο εφόσον θα έχουμε εκκεντρώσει το όραμα τής πολιτικής προς την κατεύθυνση τού υποκειμενικού.

Θέση

Χρησιμοποιώντας ως σημείο προσανατολισμού τα δύο αυτά ευρήματα τού κλασσικού Μαρξισμού — το κενό και το εργοστάσιο — προτείνω την εξής θέση: στο πλαίσιο τής ιστορικής παρουσίασης κατά τους νεότερους χρόνους, το εργοστάσιο αντιπροσωπεύει, το κατεξοχήν συμβάν, το πρότυπο της πολλαπλότητας στο χείλος τού κενού.

rdDcom είπε...

Αντώνη,
το
«ό,τι είναι νεκρό (η μηχανική και αυταρχική ρύθμιση) ιδιοποιείται και νέμεται ό,τι είναι ζωντανό (την εργασία τού εργάτη)»
δεν ξέρω κατά πόσο αποτελεί παράθεμα από Ένγκελς. Πρόσεξε όμως ότι αποτελεί τη φόρμουλα της κληρονομικής διαδοχής σε ευθεία γραμμή που ίσχυε την εποχή της φεουδαρχίας (seisine). Μήπως υπάρχει κάποιος υπαινιγμός εδώ για τη συσσώρευση;

Επίσης, ο ανταγωνισμός στον οποίο αναφέρεσαι σαφώς δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς όπου οι εμπορευόμενοι ανταλάσσουν ειδυλλιακά τις πραμάτειες τους.

RDAntonis είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα όντως η συνάρτηση του προβλήματος που σκαλίζω πιο πάνω με την μαθηματικο-οντολογική προσέγγιση του Μπαντιού στο "κενό [του προλεταριακού τίποτε] που μετράει ως ένα [μια συνασπισμένη τάξη]."

RDAntonis είπε...

το «ό,τι είναι νεκρό (η μηχανική και αυταρχική ρύθμιση) ιδιοποιείται και νέμεται ό,τι είναι ζωντανό (την εργασία τού εργάτη)»
δεν ξέρω κατά πόσο αποτελεί παράθεμα από Ένγκελς.

Βλ. Karl Marx, Capital Vol. 1, trans. Samuel Moore and Edward Aveling (New York: International Publishers, 1967), 233, 423. (αναφέρομαι στη φράση στο κείμενό μου "Ghosts of the Future").

rdDcom είπε...

Το κείμενο επρόκειτο να δημοσιευθεί ως παράρτημα στο «είναι και συμβάν», πράγμα που όμως δεν έγινε.

Είναι 3000 λέξεις, οπότε Κυριακή round midnight. Είναι σημαντικό γιατί αναφέρεται σε αυτό τόσο ο Toscano, Bosteels, Kouvelakis κ.ά. και υπάρχει μόνο στο prelom08.

rdDcom είπε...

Αντώνη, δεν έχω πρόσβαση στο Theory & Event :-)

rdDcom είπε...

Εντάξει το βρήκα εδώ.

RDAntonis είπε...

Έξοχα! Η άποψή μου είναι ότι πρέπει να μεταφράσουμε και το (μεγάλο) κείμενο Bosteels, ίσως ως ομάδα--δηλαδή χωρίζοντας το σε κομμάτια και μεταφράζοντας ο καθένας κάποια.

rdDcom είπε...

«Le mort saisit le vif»

Ναι μεν υπάρχει στον πρόλογο, αλλά επιμένω ότι είναι περίεργος ο τρόπος που το αναφέρει ο Μπαντιού [στον πρόλογο γίνεται αναφορά για inherited evils] --- πρόκειται για τη φόρμουλα της κληρονομικής διαδοχής στη φεουδαρχία (και όχι μόνο στην μοναρχική διαδοχή) που ισχύει και σήμερα στο αστικό δίκαιο (με το θάνατο του κληρονομουμένου ο κληροδόχος αποκτά αμέσως δικαιώματα)--- ο βαμπιρισμός είναι κάπως παράπλευρη μεταφορά (πρόκειται για σημασιολογική αναστροφή).

Για μετάφραση ΟΚ - ενθουσιωδώς...

RDAntonis είπε...

Ναι, κατανοητό αυτό που λες. Παρόμοια και η περίπτωση του περίφημου "let the dead bury the dead" στη 18η Μπρυμαίρ.

rdDcom είπε...

Απ' το στόμα μου το πήρες. Αλλά εκεί κάνει και αναφορά πέρα από το Ευαγγέλιο και στον Έγελο.

Τα λέμε το βράδυ --- :-)

Mbiker είπε...

Ταξική συνείδηση...
Κάπου στο ΄78-΄79 αν θυμάμαι καλά, ήμουν Γ΄ Μηχανικός σε βαπόρι που έπιασε λιμάνι της Αυστραλίας.
Είχε κηρυχθεί απεργία από την ΠΕΜΕΝ και την ΠΝΟ κι είχαμε αναρτήσει στη σκάλα ενα πανώ που το μόνο που έγραφε, ήταν "ON STRIKE".
Τα μέσα του βαποριού για φορτοεκφορτώσεις, ήταν κρένια όπως λέμε εκ του crane (γερανός) και χειρίζονταν απο τους χειριστές του λιμανιού.
Δεν πρόκειται να ξεχάσω την συμπαράστασή τους.
Με το που φτάνοντας στη σκάλα για να ανέβουν στο βαπόρι, είδαν το πανώ και γύρισαν πίσω, συγκεντώθηκαν κάτω και αρνήθηκαν να δουλέψουν λέγοντας στους προϊσταμένους τους, πως αφού το πλήρωμα απεργεί, αυτοί δεν μπορουν να σαμποτάρουν την απεργία η οποία δεν θα είχε νόημα, αν το βαπόρι ξεφορτώνονταν.
Η απεργία διήρκησε τρείς μέρες και τέτοιοι συνειδητοποιημένοι λιμενεργάτες όπως έμαθα αργότερα, υπήρξαν και σε λιμάνια της Γερμανίας, ίσως κι αλλού.
Ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα, προσγειώθηκα άτσαλα όμως μερικά χρόνια αργότερα, όταν υπομηχανικός σε σταθμό παραγωγής της ΔΕΗ, ανακάλυψα το ανάδελφον των άλλων εργαζόμενων σε απεργίες δικές μας και το δικό μας ανάδελφο σε αγώνες άλλων (αγροτών, γιατρών κλπ).
Συμπέρασμα? Εγώ δεν έχω κατορθώσει να βγάλω.
Δεκαετίες προπαγάνδας κι ελλειπούς μόρφωσης, παρήγαγαν πολίτες που αμφιβάλλω πια αν μπορούν ν αλλάξουν...

mbiker

RDAntonis είπε...

Ευχαριστούμε γιια την βιωματική κατάθεση, Mbiker. Προφανώς και έχουμε υποστεί δεκαετίες προπαγάνδας, αλλά τις υποστήκαμε και ανυπεράσπιστοι σε πολλές περιπτώσεις από άμεσο και ουσιαστικό αντίλογο, έτσι δεν είναι; Στις πλείστες των περιπτώσεων, τον λόγο που κυκλοφορούσε ευρέως τον ήλεγχε η μία πλευρά.

Αυτός είναι και ένας λόγος που τα μπλογκς σήμερα μπορούν να παίξουν ένα ρόλο--περιορισμένο βέβαια από τις οικονομικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις της πρόσβασης στο νετ.