Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Δ. Βεργέτης, Ο Μπαντιού στο εδώλιο

 
Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από την απάντηση του Δημήτρι Βεργέτη στην κριτική του Γιώργου Σιακαντάρη για το Κομμουνιστική Υπόθεση του Alain Badiou. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό αληthεια, τεύχος 4-5 (άνοιξη 2010). 
RD (Αντώνης)
---


“Ο Μπαντιού στο Εδώλιο”

[…] προς μεγάλη μου έκπληξη, διάβασα ένα μαινόμενο άρθρο εναντίον του Alain Badiou (A.B). Με πρόσχημα την παρουσίαση της Κομμουνιστικής Υπόθεσης (Βιβλιοδρόμιο, Τα Νέα, 9-10.01.2010), ο κ. Γ. Σιακαντάρης αποφαίνεται και καταδικάζει με συνοπτικές διαδικασίες τον Α.Β. και το έργο στο πυρ το εξώτερο. Το διάβασε άραγε; Θα δούμε πως όχι.

[…] Γράφει λοιπόν ο Γ.Σ. ότι η Ιδέα “είναι μια ολότητα τριών στοιχείων, μιας διαδικασίας αλήθειας, μιας ιστορικής ένταξης και μιας ατομικής υποκειμνοποίησης”. Θα παρατηρήσουμε εδώ επιγραμματικά τα εξής, και στα οποία θα επανέλθουμε διεξοδικότερα:

 1. H Ιδέα στον Α.[lain] B.[adiou]  δεν είναι μια ολότητα, ούτε θα μπορούσε να είναι […] Ως γνωστόν (;) ο Α.Β. απορρίπτει την έννοια της ολότητας και μάλιστα με τρόπο αποδεικτικά συναρθρωμένο: οι αναπτύξεις του κορυφαίου έργου του Το Είναι και το συμβάν έχουν ως θεμέλιο τη ρητή απόρριψη αυτής της έννοιας, η οποία είναι ριζικά αντινομική και ακυρωτική της προβληματικής του. Αποδεικνύει ότι το αδιέξοδο όλης σχεδόν της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης εντοπίζεται στην καθήλωσή της στην αξιωματική της ολότητας και της περατότητας, αντιπαραθέτοντάς της τη διαλεκτική του άπειρου. Οι μνημειώδεις αναλύσεις του επ’ αυτού στο Το είναι και το συμβάν είναι γνωστές. Γι’ αυτό τον λόγο προσδιορίζει το καθεστώς της Ιδέας με μια επιμελώς σμιλευμένη εννοιολογική σήμανση που αντιστρατεύεται την έννοια της ολότητας. […] Η Ιδέα, όχι μόνο δεν είναι μια ολότητα, αλλά αντίθετα είναι ένας ενδιάμεσος, δευτερογενής κρίκος, είναι “τελεστική διαμεσολάβηση ανάμεσα στο πραγματικό και στο συμβολικό” (σ. 239).

2. Αυτοί οι δύο θεμελιώδεις όροι, τους οποίους υπηρετεί η Ιδέα ως εγχείρημα έχουν υποστεί ολική έκλειψη στο κείμενο του κ. Γ.Σ. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

3. Μπορεί η Ιδέα να είναι “μια πολύ σημαντική κατηγορία στο φιλοσοφικό σύστημα του Μπαντιού”, όπως γράφει ο κ. Γ.Σ., το πραγματικό όμως είναι ένας ακρογωνιαίος λίθος του. “Οφείλουμε να σώσουμε την Ιδέα, αλλά επίσης να απελευθερώσουμε το πραγματικό από κάθε άμεση σύμφυση μαζί της” (σ. 235). Οι συνέπειες: Πολλές και ουσιώδεις. Ο κ. Γ.Σ. δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται καμμία. Εξού και η οφθαλμαπάτη της κόκκινης γραμμής: “ο διαχωρισμός της ιστορίας και της ‘κομμουνιστικής ιδέας’ αποτελεί την κόκκινη γραμμή του φιλοσόφου." Αν όμως ακολουθήσουμε τα γραπτά του  Α.Β., διαπιστώνουμε ότι η κόκκινη γραμή του φιλοσόφου τοποθετείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο σύμπλοκο Ιδέα-ιστορία, για να είμαστε ακριβείς. Εξού και η θέση του “Πρέπει λοιπόν να αρχίσουμε […] από το πολιτικό πραγματικό, για να ταυτοποιήσουμε την Ιδέα σύμφωνα με τις τρεις διαστάσεις του εγχειρήματός της…” (σ. 235).

4. Στοιχείο της ολότητας-Ιδέα είναι η “ιστορική ένταξη”! Απορία: ένταξη τίνος πράγματος, σε τι; Εννοεί άραγε ο κ. Γ.Σ. την ένταξη στην ιστορία; Όχι άνευ λόγου. Διότι το μυστήριο δεν είναι απότοκο φραστικής αδεξιότητας. Για να αντιληφθεί κανείς τι ακριβώς εγγράφει η προβληματική του Α.Β. σ’ αυτό το σημείο θα έπρεπε να προσφύγει στην έννοια του συμβολικού, την οποία ο Α.Β. δανείζεται από τον Λακάν. Δυστυχώς έχει υποστεί ολική έκλειψη στο κείμενο του κ. Γ.Σ.

Αμέσως μετά ο κ. Γ.Σ. προσθέτει ότι η "ιστορική συνιστώσα δείχνει την αλήθεια ως διαδικασία”, φράση την οποία διαψεύδει όλη η επιχειρηματολογία του Α.Β.!  […] ο κ. Γ.Σ. δικαιολογείται να μην έχει αντιληφθεί την αρχιτεκτονική συνέπεια με την οποία ο Α.Β. συνθέτει τους θεμελιώδεις όρους της Ιδέας ως εγχειρήματος. Είναι όμως ανεπίτρεπτο να μην έχει διαβάσει το βιβλίο που παρουσιάζει, θεωρώντας προφανώς ότι ένα επιδερμικό και αποσπασματικό ξεφύλλισμά του διασφαλίζει επαρκές υλικό καταδικαστικής κριτικής. […] Η “ιστορική συνιστώσα” δεν δείχνει ούτε είναι σε θέση να δείξει “την αλήθεια ως διαδικασία". […] Ο Α.Β. διευκρινίζει με μαθηματική σαφήνεια ότι “η Ιστορία δεν έχει παρά μια συμβολική ύπαρξη”, ενώ “η ίδια η διαδικασία αλήθειας είναι το πραγματικό” (σ. 231). Γνωρίζουμε όμως, χάρη στις εργασίες του Λακάν και του Γκέντελ—τουλάχιστον ο Α.Β. το γνωρίζει—, ότι “κανένα πραγματικό δεν μπορεί να σημανθεί συμβολικά ως τέτοιο” (σ. 232). Τουτέστιν, η Ιστορία ως συμβολική κατασκευή δεν είναι σε θέση να δείξει, να εκθέσει, να αναπαραστήσει, να παρουσιάσει το πραγματικό της ιστορίας, δηλαδή τη διαδικασία αλήθειας. […] Αυτό ακριβώς το αδύνατο, το impossible à montrer, à presenter, αναλαμβάνει να αναπληρώσει η εγχειρηματικότητα της Ιδέας, η διαλεκτική δηλαδή του φαντασιακού, ενός άλλου θεμελιώδους όρου υπό ολική έκλειψη.

[…] Δεν θα εκπλαγεί κανείς που ακόμη και αυτή η θεμελιωδέστατη έννοια του συμβάντος παρουσιάζεται με τρόπο συγχυτικό και διάτρητο προκειμένου να εξυπηρετήσει τις σκοπιμότητες του κατηγορητηρίου. Όλη η κριτική του βιβλίου, διαβασμένου με μάτια ερμητικά κλειστά, βαίνει με λογικά άλματα και άλογα συμπεράσματα προς την προκατ-ειλημμένη απόφαση: την, με συνοπτικές διαδικασίες, καταδίκη του Α.Β. ως εκπροσώπου “ενός πεπαιδευμένου σταλινο-μαοϊσμού”. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κ. Γ.Σ. να αγνοεί με μηδενιστικό ζήλο το τεράστιο φιλοσοφικό έργο του Α.Β. Η συρρίκνωση όμως του Α.Β. σε αντιπρόσωπο “ενός πεπαιδευμένου σταλινο-μαοϊσμού” προδίδει όχι μόνον άγνοια αλλά και εμπαθή παραχάραξη της αλήθειας. Γιατί η αποκοπή των πολιτικών θέσεων του Α.Β. από τον εννοιολογικό τους ιστό και το φιλοσοφικό τους υπόβαθρο καθιστά τις ίδες ξεκάρφωτες παραδοξολογίες και την αποτίμησή τους παρωδία ερμηνείας.

[…] Η κριτική αποτίμηση της αποτυχημένης κινέζικης εμπειρίας από τη σκοπιά του δεν είναι άγνωστη. Αυτό όμως που είναι πασίγνωστο είναι η συστηματική και κατεδαφιστική κριτική που έχει ασκήσει στον σταλινισμό και σε όλο το φάσμα των πολιτικών, ιδεολογικών, αστυνομικών και εγκληματικών εκφάνσεών του. Χρειάζεται άραγε να παραπέμπψω στις εμπνευσμένες σελίδες του πάνω στη φρίκη των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης; Προφανώς ο κ. Γ.Σ. δεν έχει καμμία διάθεση να τις λάβει υπόψη του. […] Θέλω να πιστεύω ότι ο κ. Γ.Σ. θα είχε μια πιο μετρημένη στάση αν είχε μπει στον κοπο να διαβάσει φράσεις όπως η ακόλουθη: “Πρωταρχικό μας καθήκον είναι […] να προβούμε στην αποτελεσματική κριτική του μαρξισμού-λενινισμού, να προχωρήσουμε στη διαδικασία της αποδόμησής του.” […] Παραπέμπω στο βιβλίο Η πολιτική και η λογική του συμβάντος καθώς και στο Επίμετρο που συνέταξα (εκδ. Πατάκη). Ευτυχώς, οι θέσεις ενός στοχαστή είναι καταχωρισμένες στα κείμενά του και όχι στο κατάστιχο των προκαταλήψεών μας.

Είναι άραγε απαραίτητο να υπενθυμίσω ότι για τον Α.Β. επανάσταση και συμβάν δεν συμπίπτουν και ότι η εποχή των Επαναστάσεων έχει παρέλθει; Ότι το μείζον ζητούμενο της σκέψης του είναι οι πολιτικές χειραφέτησης που ανταποκρίνονται στο πρόταγμα Ισότητας των ανθρώπων και υπερβαίνουν τη μαρξιστική-λενινιστική διατύπωση της κομμουνιστικής υπόθεσης; Ότι η σκέψη του προτάσσει, όπως υπογράμμιζα αλλού, “την αποδέσμευση της πολιτικής από την υπερβατική εγγύηση της Ιστορίας και την κοινωνιολογική ουσιοποίηση των τάξεων;” […] Ότι ο Α.Β. και ο Ζίζεκ δεν είναι μονοζυγώτες; Ότι ειδικά στο θέμα του κράτους αποκλίνουν; Ότι υπάρχει άβυσσος ανάμεσα στη φιλοσοφία του ενός και του άλλου; Θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω τα παραδείγματα που διαψεύδουν το ασπόνδυλο σκιάχτρο που συναρμολόγησε ο κ. Γ.Σ., φιλοδοξώντας να συμβάλει στην “απομυθοποίηση τέτοιων στοχαστών, όπως οι Μπαντιού-Ζίζεκ.”

Όταν γνωμοδοτούμε για έναν στοχαστή τροφοδοτώντας τον λόγο μας με τη συστηματική και εμπαθή παραγνώριση του γραπτού έργου του, μοιραία το(ν) παραδίδουμε στο εύκολο ανάθεμα και στο πυρ το εξώτερο με όλη τη δογματική αδιαλλαξία μιας παπικής αυθεντίας που γνωμοδοτεί τελεσίδικα και εξ αποκαλύψεως. 

Εικόνα: Φωτογραφία μου, Αρτεμώνας, Σίφνος.

1 σχόλιο:

rdDcom είπε...

«Τουτέστιν, η Ιστορία ως συμβολική κατασκευή δεν είναι σε θέση να δείξει, να εκθέσει, να αναπαραστήσει, να παρουσιάσει το πραγματικό της ιστορίας, δηλαδή τη διαδικασία αλήθειας. […] Αυτό ακριβώς το αδύνατο, το impossible à montrer, à presenter, αναλαμβάνει να αναπληρώσει η εγχειρηματικότητα της Ιδέας, η διαλεκτική δηλαδή του φαντασιακού, ενός άλλου θεμελιώδους όρου υπό ολική έκλειψη.»

Να αντιγραφεί δέκα φορές στο μαυροπίνακα.