Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Αλλες Πλευρές

Για τη διάλυση της νομισματικής ένωσης

Του Η. Ιωακείμογλου 6/6/2010

(http://www.ioakimoglou.net/assets/entos-61.pdf)

Η Αριστερά της Δευτέρας Παρουσίας

Η πρόταση που είναι η επικρατέστερη στους κόλπους του Σύριζα για την έξοδο από την κρίση, αναφέρεται στην προοδευτική μεταρρύθμιση της νομισματικής ένωσης, ιδιαίτερα με την θέσπιση ευρωπαϊκού προϋπολογισμού ο οποίος θα μετέφερε σημαντικούς πόρους προς τις περιοχές που αντιμετωπίζουν προβλήματα με την αλλαγή του χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και την μετατροπή του Συμφώνου Σταθερότητας.

Μια τέτοια στρατηγική προοδευτικής μεταρρύθμισης της ευρωζώνης θα απαιτούσε την ριζική αλλαγή του ταξικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ως εκ τούτου, θα απαιτούσε μακροχρόνιους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες.

Η πρόταση αυτή καλεί τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις σε μακροχρόνιους αγώνες την στιγμή κατά την οποία αντιμετωπίζουν ραγδαία και συνολική επιδείνωση των όρων εργασίας και ζωής τους. Όμως οι υποτελείς τάξεις σήμερα, είναι κάποιος που τον σπρώχνουν στον γκρεμό και η μόνη κίνηση που του απομένει είναι να πιάσει τον εχθρό του από τον λαιμό. Κάτι πρέπει λοιπόν να συμβεί και να συμβεί τώρα. Για τον λόγο αυτό, η αναφορά σε μακροχρόνιους αγώνες δεν πρόκειται να συγκινήσει τους εργαζόμενους, θα βγάλει τον Σύριζα εκτός συγκυρίας και θα τον θέσει σε τροχιά ιστορικής παρακμής.

Ένα στρατηγικό παράδοξο

Η προοδευτική μεταρρύθμιση της ευρωζώνης αποτελεί εκτός των άλλων και ένα στρατηγικό παράδοξο. Προτείνει να προσθέσουμε στο υπάρχον οικοδόμημα της ΟΝΕ (και μάλιστα σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον) θεσμούς προοδευτικούς και δημοκρατικούς που θα προστατεύουν τους εργαζόμενους από τις αγριότητες των αγορών, ενώ εν τω μεταξύ θα έχει μείνει ανέπαφο το ευρώ, δηλαδή το βασικό στοιχείο της ταξικής λειτουργίας της νομισματικής ένωσης, το κοινό νόμισμα που μεταφέρει ολόκληρη την πίεση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού στις αγορές εργασίας, στην απασχόληση, στις εργασιακές σχέσεις και στους μισθούς.

Πώς το ευρώ μεταφέρει την πίεση του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας;

Κλειδώνοντας τις ονομαστικές ισοτιμίες, η οικονομία μπαίνει σε τροχιά προσαρμογής μέσα από μεταβολές του ποσοστού ανεργίας, των ονομαστικών μισθών, των τιμών, άρα και της αγοραστικής δύναμης των μισθών. Οι απαιτήσεις των μισθωτών καθίστανται μικρότερες και η οικονομία ανακάμπτει χάρη στην μείωση του κόστους εργασίας. Εάν μάλιστα ο μηχανισμός της εσωτερικής υποτίμησης δεν αποδεικνύεται αποτελεσματικός (δηλαδή αργεί να αποδώσει), τότε, θα πρέπει η αγορά εργασίας να γίνει ελαστικότερη, διατείνεται η κυρίαρχη οικονομική θεωρία. Αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει τώρα από την στιγμή που μπήκαμε στην φάση της κρίσης και αυτό θα συμβαίνει για αρκετά ακόμα χρόνια.

Σε αυτό το σημείο, μια μνημειώδους όγκου οικονομική βιβλιογραφία, υπογραμμίζει, ότι προκειμένου να είναι αποτελεσματική η παραπάνω διαδικασία, θα πρέπει να αναιρεθούν οι ρυθμίσεις που προστατεύουν την εργασία και να μειωθεί η δύναμη των συνδικάτων. Έτσι, η ύφεση και η ανεργία θα μπορούν να ασκούν την αρμόζουσα πίεση επί των μισθών. Αλλιώς το ευρώ θα είναι ένα αποτυχημένο νόμισμα διότι δεν θα έχει εκπληρώσει την ταξική του αποστολή.

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, έχει νόημα άραγε να προτείνει κάποιος στους εργαζόμενους, μακροχρόνιους αγώνες για την προοδευτική μεταρρύθμιση της ΟΝΕ με την υπέρθεση θεσμών στην λειτουργία της ενώ στο μεταξύ το ευρώ θα έχει όλον τον χρόνο να μετατρέπει συνεχώς τον συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας;

Κάτι τέτοιο θα μας καταδικάσει σε μια ατέρμονα αμυντική προσπάθεια στην οποία θα δίνουμε κάθε μάχη, μετά από κάθε ύφεση, με μικρότερες δυνάμεις.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι μπορούμε να κάνουμε;

Οι υποκειμενικές συνθήκες

Πρώτον, οι κυρίαρχες τάξεις θέλουν να τα πάρουν όλα και με τη μία. Αυτό θέτει τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις σε θέση μάχης σε περικυκλωμένο έδαφος, δηλαδή σε θέση από την οποία θα έπρεπε να αναμένουμε ότι οι αμυνόμενοι θα επιδείξουν την μέγιστη δυνατή μαχητικότητα.

Δεύτερον, οι επερχόμενες μάχες θα δοθούν μέσα σε συνθήκες γενικής απαξίωσης της νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής ηγεμονίας.

Τρίτον, το κύμα δυσαρέσκειας που αναπτύσσεται τώρα θα βρεθεί σε επικάλυψη με το κύμα που οδήγησε στα Δεκεμβριανά του 2008.

Με δεδομένες αυτές τις συνθήκες, είναι αυξημένη η πιθανότητα να ζήσουμε, στα αμέσως επόμενα χρόνια, μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις.

Οι τρεις παραπάνω υποκειμενικές συνθήκες οδηγούν ήδη στην συσσώρευση ενός σημαντικού συγκρουσιακού δυναμικού των υποτελών κοινωνικών τάξεων, το οποίο πιθανότατα θα αναπτυχθεί περαιτέρω κατά τα αμέσως επόμενα έτη.

Οι αντικειμενικές συνθήκες

Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε τις αντικειμενικές συνθήκες που αφορούν στο θέμα μας:

Η νομισματική ένωση της Ευρώπης έχει διανύσει την πρώτη δεκαετία της και τα αποτελέσματα είναι σαφή: το ευρώ συγκροτεί ένα ασταθές οικονομικό σύστημα. Η αστάθεια αυτή αναφέρεται στις αντιθέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ χωρών με διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, άνισους ρυθμούς κεφαλαιακής συσσώρευσης, και μεγάλο δημόσιο χρέος του οποίου η διαχείριση θα οδηγήσει τα εθνικά κράτη σε ανταγωνισμό για την κατανομή των ζημιών. Αναφέρεται, όμως, η αστάθεια της νομισματικής ένωσης, και στο γεγονός ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές κρίνουν διαρκώς την ταξική αξία του ευρώ, με την έννοια ότι στο νόμισμα αυτό έχει ανατεθεί η ιστορική αποστολή να αποδομήσει τους θεσμούς της αγοράς εργασίας και να οδηγήσει σε ιστορική παρακμή τις συνδικαλιστικές οργανώσεις μισθωτών. Εάν το ευρώ δεν εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή θα κριθεί ως αποτυχημένο από τις αγορές και θα τύχει της ανάλογης μεταχείρισης. Για αυτόν τον λόγο, το κατεξοχήν διεθνιστικό αίτημα που μπορεί σήμερα να διατυπωθεί από την Αριστερά είναι η ταξική απαξίωση του ευρώ.

Να ακυρώσουμε την ταξική αποστολή του ευρώ

Με αυτά τα δεδομένα, στόχος μας και διεθνιστικό μας καθήκον πρέπει να είναι να συμβάλουμε, μαζί με τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις των άλλων χωρών της ευρωζώνης, στην αστάθεια των ευρώ μέσω της ανόδου των κοινωνικών κινημάτων και την ένταση της αμφισβήτησης, με απώτερο στόχο την διάλυση της ΟΝΕ. Αυτό δεν αναφέρεται στην έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, που θα ήταν ένα αυτοκτονικό εγχείρημα ακόμη και αν είχε ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά επειδή όλοι θα προτιμούσαν και θα κρατούσαν το ευρώ έναντι του νέου νομίσματος. Η αποδέσμευσή μας από τα δεσμά του ευρώ προϋποθέτει την διάλυση μιας ούτως ή άλλως ασταθούς νομισματικής ένωσης της οποίας η κατασκευή θα συνεχίσει να οδηγεί σε ανισορροπίες και κρίσεις. Το εργαλείο μας δεν μπορεί παρά να είναι η πυροδότηση της αγανάκτησης και της οργής όσων θίγονται από την ταξική πολιτική της κυβέρνησης, η άνοιξη διόδων στο συγκρουσιακό δυναμικό που ταχύτατα συσσωρεύεται ώστε να εκτονωθεί στο πεδίο της πολιτικής. Εάν μπορούσαμε να συμβάλουμε στην άνοδο των κοινωνικών αγώνων στην ευρωζώνη, πάνω από ένα ορισμένο κρίσιμο κατώφλι, θα είχαμε δείξει ότι το ευρώ δεν εκπληρώνει τον ταξικό του ρόλο, την ιστορική του αποστολή να συνθλίψει τις δυνάμεις της εργασίας. Τα υπόλοιπα, δηλαδή την νομισματική απαξίωση του ευρώ ως συνέπεια της αδυναμίας του να εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο, θα τα είχαν αναλάβει οι χρηματοπιστωτικές αγορές σε συνεργασία με τις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Οι απαιτήσεις του κεφαλαίου οδηγούν σε μακροχρόνια κρίση

του Ηλία Ιωακείμογλου Ιούλιος 2010

(http://www.ioakimoglou.net/assets/Revma.pdf)

Τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως και το χρήμα, αποτελούν δικαίωμα επί της μελλοντικής παραγωγής, δικαίωμα επί του μελλοντικού εισοδήματος που πρόκειται να παραχθεί από την πραγματική οικονομία, δηλαδή από την εργασία και τα μέσα παραγωγής που αυτή θέτει σε κίνηση προκειμένου να παραχθούν εμπορεύματα. Τα χρηματοοικονομικά προϊόντα αποτελούν "πλασματικό κεφάλαιο" (κατά την έκφραση του Μαρξ) του οποίου η συσσώρευση αποσυνδέεται από την συσσώρευση του πραγματικού κεφαλαίου, της πραγματικής παραγωγής που παράγει τα εισοδήματα που τελικά θα μοιραστούμε. Αυτή η ιδιότητα των χρηματοοικονομικών προϊόντων, του πλασματικού κεφαλαίου, των χάρτινων ομοιωμάτων του πραγματικού κεφαλαίου, αποτελεί το θεμέλιο της σημερινής κρίσης: Η συσσώρευση όλων αυτών των χρηματιστικών τίτλων που κλήθηκαν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών, βρέθηκε τελικά σε αναντιστοιχία με την προσδοκώμενη μελλοντική παραγωγή της πραγματικής οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, το δικαίωμα επί της μελλοντικής παραγωγής που αντιπροσωπεύουν τα χρηματοοικονομικά προϊόντα και το συσσωρευμένο πλασματικό κεφάλαιο, διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό - ιδιαίτερα χάρη στα χρηματοπιστωτικά παράγωγα- ώστε υπερέβαινε πλέον το ύψος της προσδοκώμενης μελλοντικής παραγωγής, το ύψος του μελλοντικού εισοδήματος που είναι ικανή να παράξει η πραγματική οικονομία. Από τη στιγμή που αυτό έγινε αντιληπτό, είχε ξεκινήσει η κρίση.

Δεν υπάρχει τίποτα στην ελεύθερη λειτουργία του καπιταλισμού που να εξασφαλίζει την αρμονική μεγέθυνση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και του παραγωγικού τομέα της οικονομίας, τίποτα που να συγχρονίζει την συσσώρευση του πραγματικού κεφαλαίου και του πλασματικού κεφαλαίου. Αντιθέτως, αποτελεί πλέον δεδομένο της οικονομικής ιστορίας ότι εάν υπάρχει μια σχέση μεταξύ της συσσώρευσης του πραγματικού και του πλασματικού κεφαλαίου, αυτή είναι μια σχέση που παράγει ανισορροπία. Διότι, η υψηλή κερδοφορία των χρηματοοικονομικών προϊόντων αποτελούσε, επί δεκαετίες, το εναλλακτικό όφελος (opportunity cost) των επενδυτικών σχεδίων της πραγματικής οικονομίας: με άλλα λόγια, για να υλοποιηθεί μια παραγωγική επένδυση, έπρεπε να έχει προσδοκώμενη κερδοφορία συγκρίσιμη με τις αποδόσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η ίδια η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, λοιπόν, με τα υψηλά και εύκολα κέρδη που προσέφερε, ήταν η αιτία της βραδείας συσσώρευσης κεφαλαίου στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας. Μοιραία, ο χρηματοπιστωτικός τομέας αναπτύχθηκε ταχύτερα από τον παραγωγικό τομέα, και μαζί με αυτόν η απαίτηση του πλασματικού κεφαλαίου επί της μελλοντικής παραγωγής εμπορευμάτων.

Η παραπάνω περιγραφή, παρά την ορθότητά της, ενδέχεται να δημιουργεί την εντύπωση ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει παρασιτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεί οργανικό και όχι παρασιτικό στοιχείο της καπιταλιστικής οικονομίας διότι επιτελεί μια σειρά κρίσιμων λειτουργιών: συγκεντρώνει και διοχετεύει χρήμα το οποίο δεν χρησιμοποιείται από τους καταθέτες και το διαθέτει ως χρηματικό κεφάλαιο στις επιχειρήσεις, δημιουργεί χρήμα (κυρίως ως χρηματικό κεφάλαιο) προεξοφλώντας την δυναμική της ανάπτυξης της οικονομίας και της συνακόλουθης αύξησης των εισοδημάτων, επιτρέπει τη γρήγορη μετακίνηση του κεφαλαίου μεταξύ λιγότερο κερδοφόρων κλάδων της οικονομίας σε κλάδους με υψηλότερη απόδοση κεφαλαίου και ευνοεί την τάση εξίσωσης της κερδοφορίας των πιο διαφορετικών οικονομικών δραστηριοτήτων, και δημιουργεί ένα σύστημα διαχείρισης επιχειρηματικού κινδύνου για κάθε μορφή οικονομικής δραστηριότητας, κυρίως μέσω των παραγώγων χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

Στην καρδιά αυτού του συστήματος, στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού και των απελευθερωμένων παγκόσμιων αγορών, βρίσκεται η διαχείριση κινδύνου έναντι του ενδεχόμενου να μην επιτευχθεί η προσδοκώμενη κερδοφορία. Ο κίνδυνος προέρχεται από το γεγονός ότι τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως και το χρήμα, αποτελούν δικαίωμα επί της μελλοντικής παραγωγής, δικαίωμα επί του μελλοντικού εισοδήματος που μπορεί να παραχθεί ή να μην παραχθεί από την παραγωγή εμπορευμάτων (υλικών ή υπηρεσιών) ως κέρδος. Προέρχεται, δηλαδή, ο κίνδυνος από το γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτα στον τρόπο με τον οποίο παράγονται τα κέρδη (η υπεραξία) που να εγγυάται ότι τα κέρδη αυτά όντως θα παραχθούν. Από όπου και απορρέει η ανάγκη διαχείρισης του κινδύνου έναντι του ενδεχομένου μη επαρκούς αξιοποίησης των κεφαλαίων.

Ασκώντας διαχείριση του κινδύνου, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επιβλέπει την αποφασιστικότητα με την οποία οι κυρίαρχες τάξεις κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού αντιμετωπίζουν τα εργατικά συνδικάτα, απορυθμίζουν την αγορά εργασίας και μειώνουν το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ. Εάν οι «αγορές» σχηματίσουν την εντύπωση ότι οι συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα δεν διασφαλίζουν το μέσο κέρδος ή ότι η επικινδυνότητα είναι αυξημένη ή ότι ο κόσμος της εργασίας δεν υπομένει καρτερικά τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις και τις μειώσεις των μισθών, τιμωρούν την εν λόγω χώρα, είτε με μαζική εκροή κεφαλαίων, είτε με άνοδο των επιτοκίων, είτε με όποιον άλλον πρόσφορο τρόπο. Πρόκειται για μια υπερεθνική κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας, για έναν μηχανισμό πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων στις απαιτήσεις της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας.

Η εργασία, όμως, οργανώνεται κατεξοχήν σε εθνικό επίπεδο και ο εθνικός κοινωνικός σχηματισμός αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο αναμέτρησης των δυνάμεων της εργασίας με τον αντίπαλο, άρα και τον κατεξοχήν χώρο παραγωγής αβεβαιότητας για το χρηματιστικό κεφάλαιο και τελικά για το συνολικό κεφάλαιο.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο, λοιπόν, είναι οργανικό και λειτουργικό στοιχείο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Παλαιότερα, η λειτουργία του αποτελούσε την βάση για την συγκρότηση μιας ξεχωριστής μερίδας της αστικής τάξης. Σήμερα, όμως, κάτοχοι χρηματιστικού κεφαλαίου είναι ακόμη και οι βιομηχανικές και οι εμπορικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα όταν είναι μεγάλου μεγέθους. Όπως είχε δείξει ο Λένιν από παλιά, έχει επέλθει η συγχώνευση της χρηματιστικής με την παραγωγική μερίδα της αστικής τάξης. Όταν, επομένως, αναφερόμαστε στο χρηματιστικό κεφάλαιο, σε τελευταία ανάλυση αναφερόμαστε στο συνολικό κεφάλαιο.

Εάν η οικονομική κρίση έχει ως θεμελιώδη αιτία μιαν απαίτηση του χρηματιστικού κεφαλαίου επί του μελλοντικού ΑΕΠ, στην οποία η πραγματική οικονομία δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί, τότε, υπάρχουν δύο λύσεις: είτε η πραγματική οικονομία θα πρέπει να μεγεθυνθεί με εντυπωσιακούς ρυθμούς αύξησης, είτε η απαίτηση του χρηματιστικού κεφαλαίου επί των μελλοντικών εισοδημάτων να απαξιωθεί, έστω εν μέρει. Τα στελέχη της κυβερνώσας τάξης σε ολόκληρη την Ευρώπη προτείνουν μία πολιτική που δεν οδηγεί σε καμία από τις δύο παραπάνω λύσεις: αφενός μεν δεν επιτρέπει, η πολιτική αυτή, την απαξίωση των απαιτήσεων του χρηματιστικού κεφαλαίου διατηρώντας με κάθε θυσία άθικτο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφετέρου δε, προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου ασκείται μια πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας που οδηγεί στην περαιτέρω καθήλωση της πραγματικής οικονομίας σε χαμηλούς ρυθμούς συσσώρευσης παραγωγικού κεφαλαίου.

Πέραν της αναποτελεσματικότητας αυτής της πολιτικής που ασκείται έχει σημασία και η ηθική πλευρά του ζητήματος, διότι το χρηματοπιστωτικό κεφαλαίο που έχει φέρει την παγκόσμια οικονομία, και μαζί με αυτήν τις ζωές μας, σε καθεστώς μέγιστης αβεβαιότητας, σήμερα δεν τιμωρείται, αλλά αποζημιώνεται από τις εργαζόμενες τάξεις έναντι των οποίων θα έπρεπε να απολογηθεί.

Η ασκούμενη στην Ευρώπη πολιτική αποσκοπεί να πεισθούν οι διεθνείς χρηματιστικές αγορές για τις θετικές προοπτικές των δημόσιων οικονομικών των εθνικών οικονομιών, ώστε να υπάρχουν λογικοί όροι δανεισμού του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Πρόκειται για μια πολιτική ύφεσης και επίδειξης ισχύος έναντι των φορολογουμένων, δηλαδή κυρίως των εργαζομένων, για να βελτιώσουμε την εικόνα της χώρας “στις αγορές”. Η πολιτική της ύφεσης θα έχει και διάρκεια, διότι θα επιδιώξει, σε ολόκληρη την Ευρώπη, να επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα στον κρατικό προϋπολογισμό επί σειρά ετών. Θα μπορέσει έτσι το κράτος να αποπληρώσει τα χρέη του προς τους μεγάλους πιστωτές του που είναι οι τράπεζες, και τελικά το συνολικό κεφάλαιο, συλλέγοντας πόρους με διαρκώς αυξανόμενη πίεση επί των εισοδημάτων της εργασίας.

Έτσι, το κεφάλαιο, με την μορφή των τραπεζών και του χρηματιστικού κεφαλαίου γενικότερα, δεν τιμωρείται για την κρίση που προκάλεσε, αλλά αποζημιώνεται από αυτούς στους οποίους θα έπρεπε να λογοδοτήσει.

Στα υφεσιακά αποτελέσματα της κρατικής διαχείρισης του χρέους και των δημοσίων ελλειμμάτων στην Ευρώπη, προστίθεται και μια σειρά παραγόντων που ευνοούν την ύφεση στις προηγμένες οικονομίες της Ευρώπης και της Αμερικής:

Πρώτον, ο αυξανόμενος δανεισμός, που αποτέλεσε την κυριότερη κινητήρια δύναμη της οικονομικής μεγέθυνσης επί εικοσαετία, δεν φαίνεται πιθανό να αναλάβει τον ίδιο ρόλο και στο μέλλον (παρά τις προσπάθειες των τραπεζών να καινοτομήσουν με νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα). Τα νοικοκυριά ακολουθούν μακρά πορεία αποπληρωμής του χρέους τους. Το ίδιο ισχύει στις επιχειρήσεις του μη χρηματοπιστωτικού τομέα. Δεύτερον, η εξωτερική ζήτηση δεν μπορεί να εμπνέει ιδιαίτερη αισιοδοξία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ καθώς οι χώρες της Ασίας συνεχίζουν την ανάπτυξή τους αυξάνοντας την εσωτερική ζήτηση κυρίως για φθηνά προϊόντα που παράγουν οι ίδιες. Εάν, ωστόσο, οι χώρες αυτές μπορούσαν να αυξήσουν την ζήτηση που απευθύνουν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, οι συνθήκες για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας θα ήταν κατά πολύ ευνοϊκότερες. Τρίτον, οι επιχειρήσεις του μη χρηματιστικού τομέα, προκειμένου να υπερασπιστούν την κερδοφορία τους, προσπαθούν να μειώσουν τις αμοιβές εργασίας. Επειδή, όμως, ο πληθωρισμός κινείται τώρα σε χαμηλά επίπεδα, οι επιχειρήσεις επιδιώκουν τη μείωση, όχι απλώς των πραγματικών αποδοχών, αλλά των ονομαστικών αποδοχών. Τίθεται, έτσι, σε δοκιμασία η ακαμψία των ονομαστικών μισθών, η οποία λειτουργεί ως «άγκυρα» για την οικονομία επειδή δημιουργεί ένα επίπεδο αντίστασης στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών και της συνολικής καταναλωτικής ζήτησης. Τέταρτον, τα προβλήματα ρευστότητας και μειωμένης ζήτησης οδηγούν έναν αυξανόμενο αριθμό επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα στην πτώχευση και έναν αυξανόμενο αριθμό εργαζομένων στην ανεργία. Μέσω αυτής της διαδικασίας καταστροφής, όχι μόνον μειώνεται περαιτέρω η ζήτηση, αλλά μειώνονται -και αυτό είναι το χειρότερο- το επίπεδο της δυνητικής παραγωγής, το απόθεμα παγίου κεφαλαίου, οι γνώσεις και οι δεξιότητες του εργατικού δυναμικού. Πέμπτον, μέσα σε τέτοιες συνθήκες, είναι φυσικό να μειώνονται θεαματικά, σε όλες τις χώρες, και οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου του ιδιωτικού τομέα.

Η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται, λοιπόν, από την ταυτόχρονη παρουσία περισσοτέρων παραγόντων που ευνοούν την παράταση της οικονομικής κρίσης, κάθε ένας ξεχωριστά και όλοι μαζί σε αλληλεξάρτηση και η ύφεση θα μετατραπεί σε μια σωρευτική διαδικασία αυτοτροφοδοτούμενης επιδείνωσης. Καταρχήν από την πλευρά της ζήτησης: Η συνολική ζήτηση θα επηρεαστεί στην πρώτη φάση της "εσωτερικής υποτίμησης" από τις μειώσεις των μισθών. Προφανώς, ο αυξανόμενος δανεισμός των μισθωτών κατά την περίοδο που προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής κρίσης είχε επιτρέψει σε σημαντικό βαθμό την αποσύνδεση των μισθών από την ιδιωτική κατανάλωση. Από την στιγμή, όμως, που η χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε σε μείωση του δανεισμού, η αγοραστική δύναμη των μισθών έχει ανακτήσει τον σημαντικό της ρόλο στην διαμόρφωση της ζήτησης. Η μείωση των μισθών επιφέρει, λοιπόν, μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αυτή η αρχική μείωση επηρεάζει αρνητικά την συνολική ζήτηση και μέσω αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Οι επενδύσεις επηρεάζονται αρνητικά από τον χαμηλό βαθμό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού στην διάρκεια της εσωτερικής υποτίμησης: επενδύουν λιγότερο όταν αργεί το παραγωγικό τους δυναμικό σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης θα μειωθεί, η ανεργία θα αυξηθεί και θα μειώσει και αυτή με την σειρά της την εσωτερική ζήτηση και ο φαύλος κύκλος θα αρχίζει από την αρχή.

Εξάλλου, η οικονομία δεν είναι ένα λάστιχο που μπορούμε να το τεντώσουμε και όταν το αφήσουμε να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση. Μια οικονομία που έχει υποστεί παρατεταμένη μείωση της ζήτησης δεν επανέρχεται στην αρχική της κατάσταση όταν αυξήσουμε, κάποτε, την ζήτηση, διότι, έχει εν τω μεταξύ υποστεί μια σειρά καταστροφών το παραγωγικό και το εργατικό δυναμικό της. Η παρατεταμένη μείωση της ζήτησης επιδρά στην πλευρά της προσφοράς: θα καταστρέψει ένα μέρος του κεφαλαιακού αποθέματος καθώς θα πτωχεύσουν σειρά επιχειρήσεων και ένα μέρος του εργατικού δυναμικού θα απολέσει τις γνώσεις του και τις δεξιότητές του. Αυτό σημαίνει ότι θα μειωθεί ο μέγιστος δυνατός ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας. Η κάθοδος θα συνεχίζεται έως ότου η εξωτερική ζήτηση, οι καθαρές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αναλάβουν τον ρόλο του κινητήρα της οικονομίας χάρη στις μειώσεις του κόστους εργασίας και στις μειώσεις των τιμών των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων (δηλαδή χάρη στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τιμής). Μπορεί, ωστόσο, να αναρωτηθεί κάποιος πόσα χρόνια θα χρειαστούν έως ότου η οικονομία ανακάμψει μέσα από τις στάχτες της ως εξαγωγική δύναμη. Η Γερμανία που εφάρμοσε μια πολιτική εσωτερικής υποτίμησης, και είναι παγκόσμια εξαγωγική ισχύς, χρειάστηκε μια δεκαετία.

Στο σημείο αυτό, βέβαια, μπορεί κάποιος να αντιτάξει την λογική του οικονομικού δαρβινισμού περί εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των μη ανταγωνιστικών ανθρώπων ώστε η οικονομία να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόμο υψηλών επιδόσεων μέσω μιας διαδικασίας "δημιουργικής καταστροφής". Αναμφισβήτητα, αυτό μπορεί να συμβεί, πλην όμως, μετά από μία ή δύο δεκαετίες, όταν οι ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις θα έχουν προσφερθεί θυσία στον Μολώχ της ανταγωνιστικότητας. Μπορούμε, βεβαίως, απέναντι σε αυτήν την πολιτική της "ελεγχόμενης δημιουργικής καταστροφής" που οργανώνει η άρχουσα τάξη της Ευρώπης, να προτείνουμε εναλλακτικές λύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης. Εάν, όμως, δεν αναπτυχθούν μαζικά τα κινήματα, θα πρόκειται για ασκήσεις επί χάρτου.

Εγκώμιο των νομισματικών υποτιμήσεων

(http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=557125) 20/07/2010

Του Η. Ιωακείμογλου

Μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση διεξάγεται στους κόλπους της αριστεράς μεταξύ όσων υποστηρίζουν την έξοδο από το ευρώ, συσπειρωμένοι κυρίως γύρω από τις θέσεις του Κ. Λαπαβίτσα, και όσων αντιτίθενται και υποστηρίζουν μια λύση βασισμένη στην αναδιανομή του εισοδήματος. Όπως όλες οι αντιπαραθέσεις, έτσι κι αυτή κινδυνεύει από την εσωτερική δυναμική της: η ιστορία των εσωτερικών αντιπαραθέσεων του κομμουνιστικού κινήματος βρίθει από επεισόδια κατά τα οποία η επιθυμία κάθε πλευράς να υπερισχύσει των επιχειρημάτων της άλλης οδηγούσε σε διολίσθηση σε θέσεις, ιδέες ή θεωρίες του αστισμού. Μια τέτοια διολίσθηση σε θέσεις του αντιπάλου, εν προκειμένω της νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας, αποτελεί και ο ισχυρισμός πολλών οικονομολόγων του ΣΥΡΙΖΑ που αντιτίθενται στην έξοδο της χώρας από το ευρώ, ότι η υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος είναι επιζήμια για τις εργαζόμενες τάξεις, και μάλιστα είναι περισσότερο επιζήμια από την εσωτερική υποτίμηση που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη και συντρίβει τις δυνάμεις της εργασίας.

Υπήρξαν σημαντικές διαμάχες στη δεκαετία του 1990 σχετικά με τα αποτελέσματα της ονομαστικής υποτίμησης ενός εθνικού νομίσματος. Το ισχυρότερο (νεοφιλελεύθερο) ρεύμα των οικονομικών επέβαλε τελικά την άποψή του ότι η νομισματική υποτίμηση δεν έχει αποτέλεσμα, διότι αυξάνει τον πληθωρισμό και έτσι ακυρώνει την ίδια την αρχική θετική επίδρασή της επί της παραγωγής και της απασχόλησης. Όσο για την αγοραστική δύναμη των μισθών, η υποτίμηση τη μειώνει, σύμφωνα με τον ίδιο ισχυρισμό, διότι αυξάνει τις τιμές των εισαγομένων προϊόντων άμεσα και των εγχωρίως παραγομένων μεσοπρόθεσμα.

Αυτά τα επιχειρήματα υιοθετούν σήμερα πολλοί οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ που αντιτίθενται στην πρόταση για έξοδο της χώρας από το ευρώ.

Ας θυμηθούμε, όμως, τι κάνει η ονομαστική υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος σύμφωνα με τις ετερόδοξες οικονομικές θεωρίες, τις δικές μας, αυτές που βρίσκονται σε αντιπαλότητα με τον θεωρητικό νεοφιλελευθερισμό. Καταρχήν, η υποτίμηση, εάν πραγματοποιηθεί σε συνθήκες ύφεσης και όχι σε κάποια άσχετη στιγμή, αυξάνει, και μάλιστα αρκετά σύντομα, τη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και μειώνει τις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου και ως επακόλουθο την αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Αυτό συμβαίνει υπό όρους, οι οποίοι όμως πληρούνται στην περίπτωση της Ελλάδας (αρκούντως υψηλές ελαστικότητες των εξαγωγών και των εισαγωγών ως προς τις τιμές). Στο νέο σημείο που βρίσκεται, έτσι, η οικονομία, οι μισθωτοί έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη επειδή η ανεργία είναι μικρότερη. Οι επιχειρήσεις, που αντιμετώπιζαν, πριν την υποτίμηση, μειωμένη ζήτηση και μειωμένο βαθμό χρησιμοποίησης των εγκαταστάσεών τους, μπορούν τώρα να αυξήσουν την παραγωγή τους χάρη στις αυξημένες παραγγελίες που δέχονται. Στον βαθμό που ενδιαφέρονται να ανακτήσουν χαμένα μερίδια αγοράς, μεταφέρουν ένα μόνο μέρος από την αύξηση του κόστους εργασίας στις τιμές. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως ότου η αύξηση της παραγωγής τους και του βαθμού χρησιμοποίησης του κεφαλαίου τους αυξήσει τη δική τους διαπραγματευτική δύναμη και ισοφαρίσει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων. Στο τέλος της διαδικασίας αυτής το μερίδιο της εργασίας έχει αυξηθεί. Όσο για το τελικό επίπεδο παραγωγής και απασχόλησης είναι υψηλότερο από αυτό που υπήρχε πριν την υποτίμηση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προσαρμογή της οικονομίας που πυροδοτείται από την ονομαστική υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος ολοκληρώνεται στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια και προλαβαίνει να επιδράσει θετικά στη συσσώρευση κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας.

Οι οικονομολόγοι της αριστεράς που αντιτίθενται στην έξοδο της χώρας από το ευρώ διαθέτουν και άλλα, σοβαρά, αξιόπιστα και πειστικά επιχειρήματα που δεν ανήκουν στο οπλοστάσιο της κυρίαρχης (νεοφιλελεύθερης) οικονομικής θεωρίας. Στην περίπτωση όμως της υποτίμησης του νομίσματος υποχωρούν σε ταξικά ολισθηρό έδαφος -ολισθηρό με την έννοια ότι έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις.

(Δες επίσης και http://www.ioakimoglou.net/assets/catastrophe.pdf; Αρχικές υπογραμμίσεις με έντονους και πλάγιους χαρακτήρες, οι δικές μου υπογραμμίσεις με απλούς έντονους χαρακτήρες).

Εικόνες:

3 σχόλια:

RDAntonis είπε...

Πολύ ενδιαφέροντα κείμενα. Το μεσαίο είναι ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ και αξίζει ευρείας ανάγνωσης, ενώ και το πρώτο είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον εν όψει της συζήτησης για την έξοδο από την ευρωζώνη.

Ένα μικρό λαθάκι στο πρώτο κείμενο: "προοδευτικούς και δημοκρατικού"--λείπει το τελικό σίγμα.

Η τελευταία εικόνα δεν "φορτώνει" σωστά.

RDAntonis είπε...

Δήμο,

Αυτό που κάνω εγώ πάντα είναι να κατεβάσω την εικόνα στον σκληρό μου και να την ανεβάζω από κει. (Μετά την πετάω). Αυτό αποκλείει την περίτπωση σπασμένων λινκ και εικόνων που δεν "φορτώνουν".

Δημήτρης είπε...

Εξαιρετικές οι αναδημοσιεύσεις. Συμφωνώ ότι, ειδικά η δεύτερη, είναι από τα καλύτερα κείμενα που έχω διαβάσει για την κρίση. Αλλά και το πρώτο κείμενο μου φάνηκε χρήσιμο, γιατί βάζει σε μία -κατά τη γνώμη μου- πιο ρεαλιστική προοπτική την πρόταση εξόδου από το ευρώ (σε συνδυασμό με το τρίτο κείμενο) ως συνολικό θέμα διάλυσης της ευρωζώνης και όχι μεμονωμένης δονκιχωτικής εξόδου, που δεν με πείθει με τίποτα.