Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Νίκος Ράπτης, "Κολλάει η νεκροφάνεια;"

Από το politicon.gr .  Όπως και να χει, ο Κωνσταντόπουλος νομίζω ότι έχει πλέον βάλει τον πήχυ σε δυσθεώρητα βάθη και θα είναι πολύ δύσκολο για τον Κουβέλη να φτάσει χαμηλότερα. Από το να καταλήξεις στους Πράσινους σκέτο, καλοί είναι και οι Οικολόγοι Πράσινοι.

Υ.Γ. Δεν είπαμε να κάνετε εκδηλώσεις στα Εξάρχεια ρε παιδί, αλλά στο Electra Palace;!

Εικόνα: Καρέ από το "Vampyr" του Carl Theodore  Dreyer, 1932.
RD (Αντώνης)
---

Η αποχώρηση της «ανανεωτικής πτέρυγας» (ΑΠ) από το «συνασπισμό της αριστεράς, των κινημάτων και της οικολογίας» (ΣΥΝ) έβγαλε ξανά στο προσκήνιο έναν ελληνικό πολιτικό αρχαϊσμό: την ανανεωτική αριστερά (σημ.1). Όταν εμφανίστηκε αυτό το προϊόν στην ελληνική πολιτική αγορά, τη δεκαετία του ’70, παρέπεμπε σε πράγματα πολύ συγκεκριμένα και αναγνωρίσιμα διεθνώς: την «κομμουνιστική ανανέωση» (τον ευρωκομμουνισμό, το «δυτικό μαρξισμό») τη «νέα αριστερά», τον «τρίτο δρόμο προς το σοσιαλισμό»…

Συν τω χρόνω και οπωσδήποτε μέχρι να τελειώσει η δεκαετία του ’80, διεθνώς το πολιτικό αυτό ρεύμα «τακτοποιήθηκε», κυρίως στα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, την άκρα αριστερά, την πολιτική οικολογία… Αυτό όμως μερικώς μόνο συνέβη με την ελληνική ανανεωτική αριστερά: από προγραμματική, πολιτική, οργανωτική άποψη, αυτό το πράγμα εξέπνευσε πράγματι και στην Ελλάδα, κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του ’80. Σε αντίθεση όμως με τη δύση, εδώ δεν την κήδεψαν, αλλά την κήρυξαν σε νεκροφάνεια. Όπως διαβεβαιώνουν οι ειδήμονες, η ελληνική ανανεωτική αριστερά εξακολουθεί να ονειρεύεται πως είναι ζωντανή.

Αλλά δεν είναι. Όσον αφορά το σημαντικότερο δείκτη πολιτικής ζωτικότητας (την προγραμματική του δημιουργικότητα) είναι αλήθεια πως τη δεκαετία του ’70 και το πρώτο μισό εκείνης του ’80 η ανανεωτική αριστερά βομβάρδιζε προγραμματικά το τοπίο της ελληνικής «αντιδεξιάς» με τέτοια σφοδρότητα που σχεδόν το διαμόρφωσε. Και μετά σιωπή: μετά ας πούμε από το ιδρυτικό συνέδριο του «νέου κόμματος της αριστεράς» τίποτα καινούργιο δεν ακούστηκε. Ο ακμαίος τότε Μιχάλης Παπαγιαννάκης μίλησε για την περιφερειακή οργάνωση του κράτους, τη σημασία του σιδηροδρόμου, την ανάγκη ανάπτυξης της δυτικής Ελλάδας και αυτό ήταν πάνω-κάτω το προγραμματικό «κύκνειο άσμα» του χώρου. Αν ψάξει κανείς στις σημερινές προγραμματικές αποσκευές των αποχωρησάντων από το ΣΥΝ «ανανεωτικών», δε θα βρει τίποτα που να είναι ηλικίας κάτω των είκοσι πέντε ετών. Και είκοσι πέντε χρόνια στην πολιτική είναι μια αιωνιότητα.

Πολιτικά, η ανανεωτική αριστερά τελειώνει μέσα σε λίγους μήνες, στο όργιο της περιόδου 1989-1990. Θυμίζουμε: δυστυχώς, μόλις βρήκε την ευκαιρία, η άσπιλη παρθένα της ελληνικής πολιτικής ζωής, η θεματοφύλακας του «ύφους και του ήθους» τους «πήρε» στην κυριολεξία όλους! Στις αρχές του 1989, «πήρε» το ΚΚΕ (φτιάχνοντας τον πολυκομματικό «συνασπισμό της αριστεράς και της προόδου»· μετά τις εκλογές του ιδίου έτους, «πήρε» τη ΝΔ (στο βωμό της «κάθαρσης»)· και στα τέλη του 1989 (στις αρχές του 1990) «πήρε» και το ΠΑΣΟΚ (στο όνομα, η αθεόφοβη, της «αντιδεξιάς» συσπείρωσης!). Έκτοτε οι πολιτικές της προτάσεις αντιμετωπίζονται με τη σοβαρότητα που αντιμετωπίζονται τα ηθικοπλαστικά κηρύγματα ενός γυμνασιάρχη που οι πάντες γνωρίζουν πως ξημεροβραδιάζεται στα κακόφημα «σπίτια».

Να σημειώσουμε πως την περίοδο του «εκσυγχρονισμού» (1996-2004), ένα μεγάλο κομμάτι της ανανεωτικής αριστεράς επιχείρησε να συμπτύξει πολιτικές συλλογικότητες που θα κινούνταν δορυφορικά αλλά και αυτόνομα προς το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ. Ο χώρος συνολικά αναγκάσθηκε τότε να συνειδητοποιήσει πόσο περιθωριακή ήταν η εκλογική του απήχηση, πόσο αντιπαθής ήταν στην ελληνική κοινωνία, πόσο εύκολα «εξατμιζόταν» στην παραμικρή επαφή του με το ευρύ εκλογικό σώμα. Όσα στελέχη της ανανεωτικής αριστεράς επιχείρησαν να διαβούν το Ρουβικώνα που τους χώριζε από την κυβερνητική κεντροαριστερά, βρέθηκαν να αντιπαλεύουν με ρεύματα πολύ δυνατά για τα μέτρα τους: πνίγηκαν όλα, περισσότερο ή λιγότερο ένδοξα, προς γνώση και συμμόρφωση των πιο νομιμοφρόνων ομοϊδεατών τους, που τους παρακολουθούσαν από τις όχθες του ΣΥΝ ή του πολιτικού παροπλισμού.

Εδώ και πολλά χρόνια λοιπόν, ίσως και είκοσι (!) η ανανεωτική αριστερά ήταν πια μια πολιτική πραγματικότητα με οργανωτική κυρίως υφή. Μεταβλήθηκε σε ένα δίκτυο σαραντάρηδων (που εντωμεταξύ έγιναν πενηντάρηδες, εξηντάρηδες κ.ο.κ) που τους ενώνει το κοινό παρελθόν και η ανάγκη να διαθέτουν ένα πολιτικό κέλυφος για να υπηρετούν ποικίλες σταδιοδρομίες στα πανεπιστήμια, τη δημοσιογραφία, τις αιρετές θέσεις στα συνδικάτα και την τοπική αυτοδιοίκηση, την πολιτική (υπό την έννοια των «αποσπάσεων» στο κόμμα, της παρουσίας στα ΜΜΕ, του κομματικού παραγοντισμού κ.ο.κ). Αν δεν ήταν τόσο αντιπαθές, θα ήταν απλά θλιβερό.

Αλήθεια, τι ακριβώς θέλει να ανανεώσει η ανανεωτική αριστερά;

Τον κομμουνισμό; Ποιος νοιάζεται;

Την αριστερά; Τι θα πει ακριβώς αυτό στην Ελλάδα;

Την ίδια τη χώρα; Με τι οργανωτικά, πολιτικά και προγραμματικά φόντα;

Η αλήθεια είναι πως εδώ και είκοσι χρόνια η ανανεωτική αριστερά αφέθηκε να γίνει μια όλο και πιο ασήμαντη, γηραλέα και αποστεωμένη ομάδα ενός όλο και πιο ασήμαντου, γηραλέου και αποστεωμένου κόμματος (του ενιαίου ΣΥΝ αρχικά, του ΣΥΝ της Δαμανάκη και του Κωνσταντόπουλου στη συνέχεια, του… αντιευρωπαϊκού ΣΥΡΙΖΑ στο τέλος). Αφέθηκε να καταντήσει η συλλογική έκφραση μιας παρεΐστικής αντίληψης για την πολιτική, μιας συλλογικής διαχείρισης ατομικών ιδιοτελειών, μιας πολιτικής δημοσιοϋπαλληλίας.

Το μόνο που πασχίζει να ανανεώσει η ανανεωτική αριστερά είναι οι μικρομεσαίες σταδιοδρομίες των μεσηλίκων που την απαρτίζουν. Σαν το «μηχανισμό των Αντικυθήρων», στη σημερινή ανανεωτική αριστερά αυτό που ήταν κάποτε αξιοθαύμαστο μόλις που ξεχωρίζει κάτω από τη σκουριά και σε κάθε περίπτωση είναι πια απολύτως μη λειτουργικό για οτιδήποτε άλλο εκτός από μουσειακό έκθεμα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η πρόσφατη αποχώρηση της ΑΠ από το ΣΥΝ έγινε δυνατή επειδή οι ανανεωτικοί διαπίστωσαν

(α) πως η προγραμματική, πολιτική και οργανωτική τους σήψη είχε φθάσει σε τέτοιο βαθμό που η αποβολή τους από τον ξενιστή τους (το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ) κινδύνευε να μπορεί να γίνει σχεδόν ανώδυνα

(β) πως στην «πολιτική πιάτσα» άνοιξε νέο «μαγαζί» -οι «οικολόγοι πράσινοι» (ΟΠ)- που θα ήταν δυνατό να τους εξασφαλίσει την πολιτική τους επιβίωση και μάλιστα με ευνοϊκότερους συσχετισμούς και πιο αξιοπρεπείς όρους.

Μπορεί και να συμβεί έτσι. Ό,τι κι αν λέμε, οι «ανανεωτικοί» εξακολουθούν να διαθέτουν μερικές εκατοντάδες στελέχη με σχετικά ομαλή γεωγραφική κατανομή (περισσότερους πάντως από ότι οι ΟΠ), καλές προσβάσεις στα μίντια (που επιπλέον πάντοτε θέλγονται από τις δημιουργίες κομματικών σχηματισμών), ακόμα και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Ως εκεί όμως: οι ανανεωτικοί θα πρέπει να αναγνωρίσουν πως είναι μια «εξαντλημένη» πολιτική δύναμη, στείρα προγραμματικά, αφερέγγυα πολιτικά, μουμιοποιημένη οργανωτικά. Είναι κατανοητό να θέλουν να εξασφαλίσουν το πολιτικό τους «ψωμάκι» μέχρι την συνταξιοδότησή τους, αλλά χρειάζεται να αφήσουν ήσυχο το πολιτικό και προγραμματικό προφίλ των ΟΠ.

Το πρόβλημα είναι πως κανείς δεν γνωρίζει σε ποιο βαθμό η πολιτική νεκροφάνεια των ανανεωτικών είναι μεταδοτική. Το πρόβλημα είναι πως αν δεν αντιμετωπίσουν το ζήτημα της συνεργασίας τους με του ΟΠ με αυτογνωσία, οι ανανεωτικοί είναι ικανοί να σύρουν τους ΟΠ στην αριστερίζουσα παρελθοντολογία τους, τη θεσμολαγνεία τους, το στρογγυλευμένο καθεστωτικό τους λόγο, το γερασμένο και αντιπαθές τους προφίλ του βολεμένου «κουλτουριάρη», την γκριζάδα των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων-στελεχών τους, και αυτό ακριβώς την ώρα που η κοινωνία διψά για μη-αριστερό λόγο, για ριζοσπαστισμό, για πολιτικές αιχμές, για νέα πρόσωπα βγαλμένα από την κοινωνία, για πολίτες, όχι πολιτικούς.

Για να υπάρξει συνεργασία ΟΠ-ΑΠ, οι δεύτεροι θα πρέπει να αναγνωρίσουν πως η εναλλαγή στα αξιώματα ισχύει και για εκείνους και πως το πράγμα που λέγεται «ανανεωτική αριστερά» έχει τελειώσει οριστικά. Ας προωθήσουν νέα, άφθαρτα στελέχη και ας αυτοπροσδιοριστούν επιτέλους ως κάτι που να έχει νόημα στην εποχή μας (θέλουν οικολογική αριστερά; Προτιμούν δημοκρατική, εκσυγχρονιστική, ευρωπαϊκή;) Μέχρι να αποδείξει πως μπορεί ακόμα να γίνουν κάτι άλλο, η ανανεωτική αριστερά ας προσέλθει στις διαπραγματεύσεις με τους ΟΠ ζητώντας μια απλή ανταλλαγή: δίνει τη μικρή (αλλά κρίσιμη για τα μεγέθη των ΟΠ) πολιτική της επιρροή με αντάλλαγμα τα πολιτικά ένσημα που λείπουν από τα στελέχη της· τελεία. Η αιφνίδια γεροντική έξαψη και οι οξείες ευφορικές διαλείψεις δεν προμηνύουν τίποτα καλό στους εξαντλημένους, ταλαίπωρους οργανισμούς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Για να μην το παίζουμε τώρα και αμερόληπτοι πολιτικοί αναλυτές, η αλήθεια είναι πως συμμετείχα κι εγώ στην περιπέτεια της «ανανεωτικής αριστεράς» από παιδί (στο «Ρήγα» του 1981) έως νεαρός άνδρας (στον ενιαίο ΣΥΝ του 1993). Οπότε αυτή είναι η μόνη πολιτική μου οικογένεια. Από εκεί και πέρα βέβαια, όπως είναι γνωστό, τους συγγενείς μας δεν τους διαλέγουμε…
O Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός και αναπληρωματικό μέλος του πανελλαδικού συμβουλίου των «οικολόγων-πράσινων».

Δεν υπάρχουν σχόλια: