Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Osip Mandelstam-Δύο ποιήματα

141.
Όχι, ποτέ δεν ήμουν κανενός ο σύγχρονος.
Θα 'τανε πάνω απ' τη θέση μου αυτό.
Πώς αποστρέφομαι αυτόν τον άλλο με τ' όνομά μου.
Ποτέ δεν ήταν εγώ, στα σίγουρα.

Η εποχή είναι ένας τύραννος με δυο νυσταγμένα μήλα
για να βλέπει, κι ένα θεσπέσιο στόμα από χώμα.
Όταν πεθάνει, θα πέσει στο μουδιασμένο
χέρι του γιου του, που ήδη γερνά.

Καθώς γενιόταν η εποχή άνοιγα τα κόκκινά μου βλέφαρα,
τα μάτια μου ήταν μεγάλα νυσταγμένα μήλα.
Οι ποταμοί βρυχώντουσαν, πληροφορώντας με
για των ανθρώπων τις ματωμένες μηνύσεις.

Εκατό χρόνια πριν,
στο ράντζο, σε ένα ρεύμα από μαξιλάρια
κείτονταν ένα απλωμένο σώμα από πηλό: η εποχή
ανένηπτε απ' το πρώτο της μεθύσι.

Τι εύθραυστο κρεβάτι, όταν σκέφτεσαι
πώς τρίζει ο κόσμος στο ταξίδι του.
Όμως δεν μπορούμε να σφυρηλατήσουμε άλλον.
Καλύτερα να τα βρούμε μ' αυτόν εδώ.

Σε αποπνικτικά δωμάτια, σε ταξί, σε σκηνές,
η εποχή πεθαίνει. Μετά
οι φλόγες θα κυματίσουν σαν φτερά, πάνω στα φλούδια του μήλου
πάνω στα κυρτωμένα ξύσματα του κεράτου.

Μαύρη γη
Κοπρισμένη, μαυρισμένη, δουλεμένη ώσπου να γίνει φίνο χώμα, χτενισμένη
σαν του αλόγου το λοφίο, χαϊδεμένη κάτω απ' τον ανοιχτό αέρα,
όλα τα αυλάκια σκαμμένα, σουλουπωμένα σε μια και μόνο χορωδία
τα υγρά ψίχουλα της γης και της λευτεριάς μου!

Τις πρώτες μέρες του οργώματος είναι τόσο μαύρη που δείχνει μπλε.
Εδώ αρχινά η εργασία χωρίς εργαλεία.
Χίλια βουναλάκια από φήμες σκαμένα ανοιχτά--βλέπω
πως τα όριά του δεν έχουν όρια.

Κι όμως η γη είναι ένα σφάλμα, το πίσω μέρος του τσεκουριού·
πέσε στα πόδια της, ούτε που θα το προσέξει.
Μας τεντώνει τα αυτιά με το φλάουτό της που σαπίζει
μας τα παγώνει με τα πνευστά του πρωϊνού της.

Τι ωραία που νιώθεις την παχιά τη γη στο αλέτρι.
Πόσο ήσυχη η στέππα, συντονισμένη στον Απρίλη.
Χαιρετίσματα, μαύρη γη. Κουράγιο. Κράτα το μάτι ανοιχτό.
Να 'σαι η σκοτεινή μιλιά της σιωπής που εργάζεται.

Μτφρ.: RD (Αντώνης)

Δεν υπάρχουν σχόλια: