Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Jacques Rancière, Σύντομα ταξίδια στη γη του λαού

Τρέφω, είναι γνωστό, πολύ μεγάλο θαυμασμό για τον Alain Badiou. Είναι ένα πνεύμα σκληρό και λαμπερό σαν το διαμάντι, αδύνατο να το προσπεράσεις με αδιαφορία. Αλλά αγαπώ πολύ τον Jacques Rancière. Πιο χαμηλόφωνος, πιο εσωστρεφής, περισσότερο λεπτεπίλεπτος. Ο Badiou είναι ένας κλασικός γίγαντας γεννημένος εκτός τόπου και εκτός χρόνου. Απλώνει τα χέρια του και σπάει παράθυρα, τόσο μικρό είναι το σπίτι των ιδεών σήμερα. Ο Rancière δεν βροντοφωνάζει. Μιλάει ήρεμα, ακόμα και όταν λέει πράγματα που εναντιώνονται κάθετα στη μεταπολιτική ορθή δόξα. Και γράφει κομψοτεχνήματα. Όπως το μικρό Courts voyages au pays du people. Απ' το οποίο η εισαγωγή.
RD (Αντώνης)
---

Αυτό είναι ένα βιβλίο για ταξίδια. Όχι τόσο σε μακρινά νησιά ή εξωτικά πανοράματα, όσο σε αυτούς τους πολύ πιο κοντινούς τόπους που προσφέρουν στον επισκέπτη την εικόνα ενός άλλου κόσμου. Μόλις διασχίσεις τα στενά, μακριά απ' το ποτάμι, πέρα από τον πολυσύχναστο δρόμο, στο τέλος της γραμμής του υπόγειου, ζει ένας άλλος λαός (εκτός και αν είναι, αρκετά απλά, ο λαός). Μας προσφέρεται το απρόσμενο θέαμα μιας άλλης ανθρωπότητας στις πολλές της μορφές: την επιστροφή στις απαρχές, την κάθοδο στον Άδη, την άφιξη στη γη της επαγγελίας. Η ιουλιάτικη λιακάδα που πλημμυρίζει τα φύλλα του δέντρου γίνεται, για τον Άγγλο ποιητή που περιδιαβαίνει την ήπειρο με τα πόδια, το νέο φως της επαναστατικής Γαλλίας που παντρεύεται την γιορτινή φύση. Το τσούγκρισμα των ποτηριών σε ένα πανδοχείο κατά μήκος του Saône, η δροσιά ενός ιουνιάτικου απογεύματος, η αρμονή φωνής και βιολιού μια Κυριακή απόγευμα στην εξοχή γίνονται η αδερφική κοινωνία μιας νέας κοινότητας. Και χωρίς καν να αφήσει το σπίτι του, ο ιστορικός ανακαλύπτει στην υπηρέτρια που αποπλάνησε την ψυχή των επαρχιωτών και των βαρβάρων που έφτιαξαν τη Γαλλία. 

Αλλά δεν χρειαζόμαστε τα χωριά για να είμαστε ευδιάθετοι, τον ήλιο να λάμπει, ή την υπηρέτρια να είναι όμορφη για να απολαύσουμε το ταξίδι. Το μουντό γκρι ενός χειμερινού ουρανού πάνω στα διαμερίσματα από τσιμέντο ή τις σκουριασμένες τσίγκινες οροφές μιας φτωχογειτονιάς μπορούν να ικανοποιήσουν τον ταξιδιώτη αν του προσφέρουν αυτό που αναζητούσε επί μακρόν και που αναγνωρίζει αμέσως, μέσα στην ίδια του την ξενότητα, ως ίδιο ακριβώς με αυτό για το οποίο ήδη μίλησε, διάβασε, άκουσε, και ονειρεύτηκε: το προλεταριάτο αυτοπροσώπως. Τέτοιο ήταν το λουλούδι, με τη ζωντανή του πραγματικότητα να περιμένει απλώς να κοπεί, που ένα κάποιο κείμενο του Μάο Τσετούγκ υποσχέθηκε σε όσους συμφωνούσαν να βγουν έξω, αφήνοντας πίσω τους βιβλία και πόλεις, και να κατεβούν από τα άλογά τους. Εκεί ήταν: η πραγματικότητα, αποκηρύσσοντας την ματαιότητα των βιβλίων κι όμως όπως ακριβώς μας οδήγησαν να την αναμένουμε τα βιβλία, αυτό που οι λέξεις μας έκαναν να αγαπήσουμε. Περισσότερο από την ανάλυση της καταπίεσης ή την αίσθηση καθήκοντος απέναντι στους καταπιεσμένους, η θεμελιώδης πολιτική εμπειρία της γενιάς μας ήταν μάλλον το να έχεις πάει ένα τέτοιο ταξίδι, ανακαλύπτοντας για τον εαυτό σου αυτή την αναγνωρίσιμη ξενότητα, αυτή τη λάμψη της ζωής. Τα ζητήματα που θα θέσουμε εδώ θα αφορούν, πρώτα, τα σημάδια με τα οποία ένα βλέμμα --περιέργειας, αδιαφορίας, ή πάθους-- φτάνει να αναγνωρίζει την πραγματικότητα ως παραδειγματική για την ιδέα· και δεύτερον, τον τρόπο με τον οποίο μια σκέψη φτάνει να ενσαρκωθεί, σε ένα τοπίο ή μια ζώσα σκηνή, για να κάνει την έννοια να παραστεί.

Στο βιβλίο αυτό θα βρεθούν μερικά ταξίδια που επιλέχθηκαν από την τύχη ή την συγγένεια, μερικές σύντομες συναντήσεις ή χαμένα ραντεβού που είναι μέρη της αρχαιολογίας αυτής της πολιτικής: ταξίδια ιεραποστόλων εις αναζήτηση του λαού του μέλλοντος, τουριστών που συναντούν αυτόν τον λαό τυχαία, ή ενός προλεταρίου που δεν τον συναντά ποτέ αλλά που παρ' όλα αυτά βρίσκει τον απροσδόκητο καθρέφτη της κατάστασής του στις θάλασσες του Νότου. Πάνω από όλα, απ' το βιβλίο περνάνε ξένοι: ένας άγγλος ποιητής που εκπλήσσεται από τις γιορτές της γαλλικής επανάστασης στο δρόμο του για τις Άλπεις· ένας γερμανός ποιητής που συναντά και κοροϊδεύει έναν γάλλο ουτοπιστή που έχασε τον δρόμο του στο Στρασβούργο, πριν ξεκινήσει ο ίδιος να σκάψει μια άβυσσο κάτω από την καλή, επιστημονική επανάσταση· ένας άλλος γερμανός ποιητής που βάζει το τραγούδι της φτώχειας του στη διάθεση της σκοτεινής επιθυμίας μιας παρισινής εργάτριας· μια σουηδέζα ηθοποιός που ενσαρκώνει, για ένα ιταλό σκηνοθέτη, την κυρία της κοινωνίας που αποκαθιστά την ξενότητά της με την επίσκεψη της στον άγνωστο λαό.

Κάτω απ' το βλέμμα τους, στον ρυθμό των βημάτων τους, αναδύονται και χάνονται οι εκόνες του νέου κόσμου. Και αυτό δεν είναι απλώς επειδή ο ξένος φτάνει να γνωρίζει τη γλώσσα ή επειδή η εμπειρία απομαγεύει τη ματιά του. Η ευκρίνεια προσφέρει μόνο άλλο ένα τρόπο του να ζωγραφίσεις το τοπίο, του να δημιουργήσεις μια συμφωνία ανάμεσα στις γραμμές και τις σκιές και τις συνήθειες της πίστης. Δεν είναι επειδή επιβάλλονται η στειρότητα της πέτρας και η παγωνιά του τάφου εκεί όπου προσφέρονταν πριν τα λουλούδια του εορτάζοντος λαού και το ευτυχισμένο μέλλον. Είναι επίσης επειδή ο ξένος --ο αφελής, θα ειπωθεί, αυτός που είναι ακόμα απληροφόρητος-- επιμένει στην περιέργεια του βλέμματός του, εκτοπίζει την γωνία της όρασής του, επανεξεργάζεται τον πρώτο τρόπο τού να βάζει μαζί λέξεις και εικόνες, καταλύει τις βεβαιότητες του τόπου, και έτσι ξαναξυπνά την δύναμη που υπάρχει στον καθένα από μας να γίνουμε ξένοι στον χάρτη των τόπων και των μονοπατιών που γενικώς γνωρίζουμε ως πραγματικότητα. Έτσι ο ξένος χαλαρώνει αυτό που έπλεξε μαζί. Ο ποιητής που συνέδεσε τις λέξεις και τις εικόνες που ένωσαν το παιχνίδι του φωτός και του σύννεφου με τις αισθητές βεβαιότητες της πολιτικής εξεγείρεται ενάντια στην πτώχευση της εικόνας, παίρνει τα λόγια του πίσω, λαμβάνει θέση στο χάσμα ανάμεσα στις εικόνες και σε κάθε υπόσχεση κοινής ευτυχίας. Έτσι χωρίζουν δύο μονοπάτια: αυτό του ανθρώπου που συνεχίζει να αναγνωρίζει στη γη που διασχίζει τις λέξεις και τους τόπους του βιβλίου, και αυτό του ανθρώπου που παίρνει πίσω τα λόγια και τις εικόνες του, που χαράζει το λουλούδι στην σκληρότητα της πέτρας, ή σε ένα ποίημα, στην εκ νέου ανακαλυπτόμενη ξενότητα του έργου.

Οι σελίδες αυτές λοιπόν δεν γράφτηκαν για αυτούς που θεωρούν ότι οι ξένοι είναι αφελείς, ότι τα ταξίδια είναι καλά μόνο για την εκπαίδευση των νέων πριν ξεθωριάσουν τα νιάτα, και ότι η πραγματικότητα είναι χρήσιμη για να αποκηρυχθούν τα σύννεφα της ουτοπίας. Αυτό που θα φανεί μάλλον εδώ είναι το πώς η οπτασία ή η ουτοπική τρέλα αποτελεί ένα απειροελάχιστο πλεόνασμα σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες που χρησιμοποιούν η θετική γνώση και η λογική πολιτική για να κατασκευάσουν την πραγματικότητα, τις διαδικασίες που συναρμόζουν τις λέξεις και τις εικόνες ώτε να παράξουν το σημείο σύμπτωσης, το πραγματικά ουτοπικό σημείο: την σιωπηλή προφάνεια του πράγματος που είναι δεδομένο στον εαυτό του, την απόλυτη σύμπτωση της λέξης και του πράγματος. Γιατί το θέαμα της πραγματικότητας δεν απομαγεύει τους ιεραποστόλους της ουτοπίας παρά μόνο πολύ σπάνια. Πιο συχνά επιστρέφουν σπίτι τους γιατί κουράστηκαν να περπατούν τόσο. Και αυτοί που συνεχίζουν παραδίδονται πιο συχνά στις πληγές που καταφέρνουν οι λέξεις παρά στο βάρος των πραγμάτων. Έτσι αυτοί που πιστεύουν στην αντίσταση του πραγματικού και συνεχίζουν να εκπλήσσονται που οι άνθρωποι είναι ικανοί να ζήσουν και να πεθάνουν για τις λέξεις, έχουν λίγα να μας διδάξουν για την πικρή γνώση του ταξιδιού. Η δική τους επιστήμη είναι αυτή του από κοινού μοιράσματος του ουτοπικού σημείου, που αποκαλούν πραγματικότητα, κοινωνία, ή κάποιο άλλο όνομα που να δημιουργεί λιγότερη αμηχανία από το "Ικαρία"[1]. Έτσι εργάζονται για να εξασφαλίσουν τα μέσα της ειρήνης, που σίγουρα είναι πολύτιμα, αλλά δεν έχουν για αυτό τον λόγο το δικαίωμα να αποκαλούνται μονοπάτια προς την αλήθεια. Για να μάθουμε λίγα περισσότερα για τις ίνες που διασχίζουν τους συνηθισμένους δρόμους και τα ξεχασμένα μονοπάτια της ουτοπίας, θα ήταν καλύτερο να ακολουθήσουμε την εργασία των ποιητών, βάζοντας μαζί τις λέξεις που σηματοδοτούν την αναζήτηση ενός τόπου και την ψηλάφιση της απουσίας του: Wordsworth, Büchner και Rilke, αυτοί που ταξιδεύουν σ' αυτές τις σελίδες, ο Baudelaire που σκάβει στα περιθώριά τους, και όλοι αυτοί που ξεκινούν στο ταξίδι των λέξων για να μην επιστρέψουν ποτέ, περιμένοντας ως το τελικό άλμα στο απίθανο και το απρόβλεπτο της συνάντησης "την ένωση μιας μακράς πρότασης με ένα κομμάτι πραγματικότητας που δεν είναι."[2]

[1] Σ.τ.Μ: "Ικαρία": Το όνομα της φανταστικής ουτοπίας του σοσιαλιστή Étienne Cabet, Voyage en Icarie (1842).
[2] Yves Bonnefoy, "Paul Celan", Le Nuage rouge, Παρίσι, Mercure de France, 1977, σ. 304.