Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Θεωρία, Ιστορία, Κυριαρχία (δεύτερο μέρος)

Το δεύτερο μέρος του κειμένου.

RD (Αντώνης)
---

ΙΙ. Η Επαναστατική Προοπτική
Από την σκοπιά της συγκρότησης της θεωρητικής αλήθειας, όπως κατέδειξε πριν από αρκετά χρόνια ο Michel Foucault, η κλασική εποχή τελειώνει αναχρονιστικά και σχεδόν αδιόρατα λίγο πριν τα μέσα του 17ου αιώνα —κατά την περίοδο δηλαδή που η λέξη «theory» πρωτοεμφανίζεται στο αγγλικό γραπτό λεξιλόγιο[51]:

"[...] ποιά είναι η ημερομηνία γέννησης [...] του ιστορικο-πολιτικού λόγου που θέτει τον πόλεμο ως βάση των κοινωνικών σχέσεων; [...] αν δεν θεσμοποιήθηκε, τουλάχιστον μορφοποιήθηκε ξεκάθαρα στην αρχή των μεγάλων πολιτικών αγώνων της Αγγλίας του 17ου αιώνα, την εποχή της αγγλικής αστικής επανάστασης [...] πρόκειται για τον πρώτο λόγο στη μεταμεσαιωνική δυτική κοινωνία που μπορεί να οριστεί ως αυστηρά ιστορικο-πολιτικός. Πρώτα γιατί το υποκείμενο που μιλά με αυτό τον λόγο, που λέει «εγώ» ή «εμείς» δεν μπορεί, και στην πραγματικότητα δεν προσπαθεί καν, να οικειοποιηθεί τη θέση του νομικού ή του φιλοσόφου, τη θέση με άλλα λόγια ενός οικουμενικού, εποπτικού, ή ουδέτερου υποκειμένου. [...] Αυτό σημαίνει επίσης ότι διασπάται η ταύτιση της αλήθειας με την ειρήνη ή την ουδετερότητα, τη «μέση θέση» που, όπως έδειξε ο Jean-Pierre Vernant αποτέλεσε, από ένα σημείο τουλάχιστο και μετά, ένα συστατικό στοιχείο της ελληνικής φιλοσοφίας. [...] Είναι το γεγονός του να είναι κανείς με τη μία πλευρά —η έκκεντρη θέση— που κάνει εφικτή την ερμηνεία της αλήθειας [...] Από την εποχή της ελληνικής φιλοσοφίας, ο νομικο-φιλοσοφικός λόγος προϋπέθετε πάντα μια καταπραϋμένη οικουμενικότητα αλλά τώρα αυτή αμφισβητείται σοβαρά, ή απλά αγνοείται."[52]

Για τον Foucault, η αγγλική επανάσταση ενάντια στην απολυταρχική κυριαρχία του Καρόλου Α' (Charles I) αποτελεί ένα κομβικής σημασίας γενονός για την ιστορική εξέλιξη της σχέσης θεωρητικού λόγου και ιστορίας. Η θεωρητική ενόραση δεν είναι πια κάτι εξ ορισμού απομακρυσμένο από την συγκρουσιακή σφαίρα της πολιτικής δράσης, ούτε αποτελεί το παράγωγο της διαφυγής από τη φυλακή του Αισθητού. Είναι συνάρτηση της σύλληψης του «πεδίου ισχύος» εκ των ένδον, της ενσυνείδητης έκθεσης της σκέψης στην «σύγχυση της βίας, των παθών, του μίσους, της οργής, των απωθημένων, της πικρίας»[53] που η άσκηση απολυταρχικής ισχύος κληροδοτεί στη συνείδηση των πολιτικώς υποτελών. Είναι ταυτόχρονα, θα συμπλήρωνα, η απάντηση που δίνει καθυστερημένα στη φιλοσοφία ο λόγος του γεωργού, του υποδηματοποιού και του χαλκιά —αυτών που ο φιλοσοφικός λόγος είχε επί μακρόν εξορίσει από την επικράτεια της «επιστήμης», της ορθής, απαλλαγμένης από τη βαναυσία και τη μερικότητα γνώσης.

Αποφεύγοντας την αναγωγή στην υψηλή σφαίρα της «νομικο-φιλοσοφικής οικουμενικότητας», ο επαναστατικός λόγος του 17ου αιώνα, συμπληρώνει ο Foucault, «αναπτύσσεται εξ ολοκλήρου μέσα στην ιστορική διάσταση». Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ένα λόγο χωρίς γενικευτικές αξιώσεις. Αν και η ιστορικότητα εξακολουθεί να εκφράζει την παροδικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, πρόκειται ωστόσο για μια παροδικότητα που πλέον «δεν έχει σύνορα, τέλος, ή όρια» γιατί αφορά πλέον την ουσία και όχι τα επιφαινόμενα της σύλληψης της αλήθειας.[54] Θα ήταν συνεπώς παραπλανητικό να θεωρήσει κανείς ότι ο συνδυασμός της διερώτησης των αρχών της απολυταρχικής κυριαρχίας και της απόρριψης της θεωρητικής αναχώρησης προϋπέθεσε αυτομάτως την ολοκληρωτική υποταγή της προτεσταντικής εκδοχής της θεωρίας στον ιστορικισμό. Αυτό που μάλλον ανακύπτει στο πεδίο του λόγου των μέσων του 17ου αιώνα είναι η όξυνση της προφανούς έντασης ανάμεσα σε απολυταρχικές, αστικές (Whig) και ριζοσπαστικές θεωρήσεις από μια δευτερογενή και λιγότερο κραυγαλέα σύγκρουση: αυτή ανάμεσα σε μοντέλα επιχειρηματολογίας βασισμένα κατά κύριο λόγο στα θεμέλια του «ιστορικού προηγούμενου» (άλλοτε «φιλοβασιλικά», άλλοτε «προοδευτικά-αστικά») και σε αυτά που επιχειρούν μια κριτική υπέρβαση του ιστορικισμού, είτε προβάλλοντας την ουσιαστικά α-ιστορική φύση της πολιτικής αρχής (όπως στην περίπτωση του Hobbes), είτε προωθώντας τη χιλιαστική-ουτοπική αντίληψη της επανάστασης ως ριζικής τομής που αίρει τον ζυγό της ίδιας της ιστορικής συνέχειας και την υποταγή της κοινωνίας στο νόμο της εγκόσμιας τουλάχιστον κυριαρχίας (όπως συμβαίνει στα «ήσσονος» για την επίσημη πολιτική θεωρία σπαράγματα της ριζοσπαστικής προτεσταντικής πτέρυγας των Diggers, των Agitators ή των Fifth Monarchists).[55]

Πράγματι, το παγερό και διαπεραστικό βλέμμα που αποκτά η πολιτική θεωρία στα χέρια ενός απολογητή του άφευκτου της συγκεντρωτικής απαλλοτρίωσης της εξουσίας όπως ο Hobbes δεν είναι το άφευκτο κληροδότημα της μετάλλαξης που υφίσταται η «θεωρία» κατά τον 17ο αιώνα. Αυτό που ο Kenneth Galbraith περιέγραψε ως το «περιθώριο [underground] ενός εν πολλοίς μη καταγεγραμμένου τρόπου σκέψης»[56] διανοίγει, έστω παροδικά, την προοπτική ενός υβριδικού, νόθου λόγου, που δεν μπορεί να αφομοιωθεί εξ ολοκλήρου ούτε με τον πειθήνιο ιστορικό εμπειρισμό, ούτε με τον πράο ορθολογισμό και την συστηματικότητα της μεθόδου, ούτε, τέλος, με μια βίαια υποστασιοποίηση της Αποκάλυψης απαλλαγμένης από κάθε πραγματιστική εμπλοκή με τη συνταγματική, οικονομική, θρησκευτική, νομική, και πολιτική μεταρρύθμιση. Όταν, το 1649, ο μετέπειτα συλληφθείς ως «βασιλοκτόνος» Henry Marten υπεράσπιζε την άποψή του ότι η επανάσταση κατά του θρόνου επανέφερε απλώς την Αγγλία στο «αρχαίο» της στάτους της κοινοπολιτείας, επικαλέστηκε ως πηγή της άποψής του όχι το αδιάσειστο της ιστορικής απόδειξης αλλά την υπερβατική «αποκατάσταση» της όρασής του ως άντρα «τυφλού απ’ την κοιλιά της μάνας του», όπως δραματικά το έθεσε ο ίδιος.[57] Οικειοποιούμενοι τον πλατωνικό —αλλά και ευρύτερα αρχαιοελληνικό— λόγο της θεωρίας ως μορφής μετασχηματιστικής όρασης, ριζοσπάστες όπως ο Marten υπερτονίζουν τις πολύ συγκεκριμένες ρητορικές διαστάσεις της μετατόπισης που απασχολεί τον Foucault: το τέλος της ελληνικής «θεωρίας» έρχεται με τη μορφή της de facto, σχεδόν ανεπαίσθητης παραβίασης του ανταγωνιστικού ορίου που με τόση επιμέλεια θεμελίωσε ο Πλάτωνας και παγίωσε ο Αριστοτέλης— και που τόσο γλαφυρά σατίρισε, ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα, ο Abraham Fraunce.[58]

"«Καλέ μου Θεέ, τι κόσμος είναι τούτος; [...] Νεόκοποι, ανώριμοι, κουφιοκέφαλοι νεαροί πρέπει να γίνουν Κύριοι [Masters] χωρίς να είναι ποτέ επιστήμονες· να φλυαρούν περί μεθόδου, χωρίς να γνωρίζουν την τάξη· να καταφέρονται κατά του Αριστοτέλη μόλις βγουν απ’ το τσόφλι τους. Και έτσι επέρχεται η στιγμή που κάθε τσαγκάρης θα φτιασιδώνει ένα Συλλογισμό, και κάθε αμαξάς θα κοκορεύεται για ένα Αξίωμα. Και έτσι βεβηλώνεται [profaned] πια η Λογική, και σέρνεται εκπορνευμένη [lyeth prostitute], ξεριζωμένη από το Ιερό [Sanctuary] της, με την τιμή της κλεμμένη, παρατημένη απ’ τους εραστές της, βιασμένη [ravished] από ξένους, και κοινή [common to all], ενώ πριν ήταν προορισμένη μόνο για τους Λογίους και καθαγιασμένη [consecrated] αποκλειστικά για τους Φιλοσόφους».
Έχω ακούσει παρόμοια λογίδρια παλαιότερα και δεν περιμένω καλύτερα στο μέλλον. [...] Οι τσαγκάρηδες είναι άνθρωποι, άρα γιατί όχι επαΐοντες της Λογικής; Και οι αμαξάδες έχουν νου [reason], άρα γιατί όχι Λογική [Logike]; [...] «Το καλό, όσο πιο κοινό, τόσο καλύτερο» [Bonum, quo communius, eo melius] λέτε και εσείς οι ίδιοι, κι όμως, το καλύτερο πράγμα στη Λογική το καταντάτε χειρότερο, κρίνοντας ως λιγότερο αξιέπαινο αυτό που είναι πιο κοινό." [59]

Η απολογία όμως του Marten δεν βεβηλώνει απλά το Ιερό της κλασικής θεωρίας δηλώνοντας, μέσα απ’ την αναφορά της στην πηγαία ενόραση, την αναγωγή ενός λαϊκά πια διαθέσιμου «καθαρού φωτός της Λογικής» σε βάση κρίσης κάθε μορφής πολιτικής αρχής.[60] Αποκαλύπτει συνάμα τον σταδιακό απογαλακτισμό των αμετανόητων ριζοσπαστών της δεκαετίας του 1640 από την επίκληση ιστορικά και εθνοτικά περιορισμένων εκδοχών της δημοκρατικής ισότητας (ως «εκ γενετής δικαιώματος» [birthright] των Αγγλοσαξόνων προγόνων) και την συνακόλουθη στροφή προς μια πρώτη άρθρωση των υπερβατικών και οικουμενικών θεμελίων των «φυσικών δικαιωμάτων» (natural rights).[61] Παρά το γεγονός ότι τόσο οι υπερασπιστές των προνομίων της μοναρχίας όσο και οι συντηρητικοί υποστηρικτές του Κοινοβουλευτισμού υπήρξαν αποτελεσματικοί αμφισβητίες της ιστορικής αξιοπιστίας της λεγόμενης «θεωρίας του Νορμανδικού Ζυγού» και των απαιτήσεων για επιστροφή σε μια μυθικο-ουτοπική αγγλοσαξονική κοινοκτημοσύνη[62], η ριζοσπαστική απάντηση δεν ήταν η εμμονή στις νοσταλγικές ουτοπίες του νεφελώδους παρελθόντος αλλά η επίκληση του απροϋπόθετου των ηθικο-πολιτικών προταγμάτων του παρόντος: «Ό,τι και να ήταν οι πρόγονοί μας, ότι και να έκαναν ή να υπέφεραν, σε ό,τι και να εξαναγκάστηκαν να υποκύψουν, εμείς είμαστε οι άνθρωποι του παρόντος και θα πρέπει να είμαστε απόλυτα ελεύθεροι από όλα τα είδη υπερβολής, παρενόχλησης ή αυθαίρετης εξουσίας» όπως χαρακτηριστικά το έθεσε η «Επίκληση Πολλών Χιλιάδων Πολιτών» του 1646. [63]

Η θεωρητική ανακάλυψη της δύναμης που μετατρέπει το υποκείμενο από υπήκοο σε πολίτη απελευθερώνει τους «ανθρώπους του παρόντος» από τα δεσμά του ιστορικού προηγούμενου χωρίς να επικαλείται την ύπαρξη κάποιας εμμενούς ποιότητας που να τους διαφοροποιεί από τους προγόνους τους· ή μάλλον, είναι αυτή ακριβώς η εξάλειψη κάθε αναφοράς σε εμμενείς ποιότητες που θεμελιώνει την επαναστατική αναχώρηση από το παρελθόν τόσο της μεσαιωνικής «ιστορίας» όσο και της κλασικής «θεωρίας». Για να θυμηθούμε τον Claude Lefort, το καθοριστικό χαρακτηριστικό της νεωτερικής δημοκρατίας είναι ότι «ο χώρος της ισχύος είναι κενός», δηλαδή, ότι η πολιτική κοινωνία διαφεύγει κάθε «θετικού καθορισμού» και άρα κάθε αναγωγής των θεμελίων της είτε στο «εκτός» των Θεών, της πόλης, ή της ιερής εντοπιότητας, είτε στο «εντός» του εαυτού της ως εμπειρικά δεδομένης μορφής κοινότητας.[64] Το πέρασμα, συνεπώς, από το «εκ γενετής» στο «φυσικό» δικαίωμα προϋποθέτει την αποκόλληση αυτής καθαυτής της φύσης από την εμμενή και άνισα καταμερισμένη ουσία —την αποποίηση, δηλαδή, της ίδιας της μεταγλώσσας με την οποία διασφαλίστηκε το πολιτικο-θεωρητικό προνόμιο του φιλόσοφου-βασιλέα. Η φύση που κατασκεύασε και συνάμα προϋπέθεσε για την δική της νομιμοποίηση η κλασική μεταφυσική θα αντικατασταθεί —δειλά και αποσπασματικά ακόμα, είναι η αλήθεια— από μια φύση που δεν «απεχθάνεται το κενό» αλλά αντίθετα είναι, όπως η χώρα του Τίμαιου, κενή από κάθε προκαθορισμένη ουσία και κάθε κατηγορικό προσδιορισμό.[65] Στην αμιγή του μορφή, το «φυσικό» δικαίωμα προς το οποίο βαδίζει στα χρόνια του interregnum η προτεσταντική αριστερά είναι αυτό στο οποίο μετέχουν «όλοι» στο βαθμό που η φύση τους είναι quodlibet [66]— α-διάφορη, στιγμιαία απελευθερωμένη από μια υπόσταση που γεννά μόνο διαφορές, και έτσι, θέλοντας και μη, μόνο ανισότητες.

Το ξέσπασμα, ενάμιση περίπου αιώνα αργότερα, της γαλλικής επανάστασης, ολοκληρώνει την εντυπωσιακή αναπλαισίωση των συναρτήσεων της «θεωρίας» στην εποχή του περάσματος από τον απολυταρχισμό στη λαϊκή κυριαρχία. Συνεπικουρούμενη από τον συγκερασμό των ταξικών μεταβολών της αστικής κοινωνίας και των φιλοσοφικών κατακτήσεων του Διαφωτισμού, η επανάσταση θα επικυρώσει την αυτονόμηση των θεωρητικών προταγμάτων από τον εμπειρικό έλεγχο, πυροδοτώντας, ιδιαίτερα μετά τη φάση της επαναστατικής Τρομοκρατίας του 1793-94, νέες ρητορικές κατασκευές, δραστικά διαφορετικές από αυτές τις κλασικής εποχής. Η εμπειρία των επαναστάσεων του 17ου και 18ου αιώνα οδήγησε όχι μόνο στην δραστική απόσχιση της «θεωρίας» από την Πλατωνική και Αριστοτελική ρητορική του άρχειν, αλλά και στη σύνδεση της έννοιας με μια σειρά από εξόχως ανησυχητικές προοπτικές: της αφαιρετικότητας της μεθόδου και του συστήματος και της αχαλίνωτης νοητικής και υλικής βίας που τούτες κυοφορούν· της απερίσκεπτης περίφρονησης προς την «οργανική» φύση ιστορικά μακροπρόθεσμων δομών· της δογματικής αποψίλωσης των αναπόφευκτα πολύπλοκων δεδομένων της κοινωνικής ζωής· της αλαζονικής απόρριψης ενός εξ ορισμού μετριοπαθούς προσανατολισμού στις γκρίζες ζώνες της εμπειρικής πραγματικότητας. Επιπλέον, στη ρητορική πρακτική βρετανών αντεπαναστατών όπως ο Burke, η «θεωρία» γίνεται αναπόσπαστο μέρος εθνικών στερεοτύπων για τον «άλλο», αποστερείται δηλαδή οικουμενικής εμβέλειας, ενώ ταυτόχρονα εξωτικοποιείται ως «ξενόφερτη» και μη αφομοιώσιμη πρακτική. Τέλος, το πεδίο της λογοτεχνίας επιλέγεται ως προνομιούχος έκφανση της συγκεχυμένης, αμφίσημης, αυθόρμητης και αντι-μεθοδικής φύσης της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας, ως το σημαντικότερο δηλαδή προπύργιο αντίστασης σε μια «θεωρία» που είχε πλέον καταστεί ταυτόσημη με τις δογματικές αφαιρέσεις του επαναστατικού ορθολογισμού.[67]


[51] Σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, η λέξη «theory» πρωτοεμφανίζεται στον αγγλικό γραπτό λόγο το 1597 με την έννοια της συστηματικής άρθρωσης κανόνων ή αρχών, το 1613 με την έννοια της γνώσης αρχών ή μεθόδων σε αντίστιξη με την πρακτική κάποιας τέχνης ή ενός τεχνικού θέματος, και το 1638 με τις έννοιες του συστήματος ιδεών που εξηγούν φαινόμενα, της υπόθεσης που επιβεβαιώνεται δια της παρατήρησης και του πειράματος και που γίνεται αποδεκτή ως εξήγηση των σχετικών φαινομένων, ή της διατύπωσης των γενικών νόμων, αρχών ή αιτιών που διέπουν κάτι γνωστό ή παρατηρήσιμο. Βλ. The Shorter Oxford English Dictionary on Historical Principles, επιμ. ONIONS C.T., Οξφόρδη, Oxford University Press, 1964, Τομ. 2, σ. 2167.
[52] FOUCAULT Michel, «Society Must be Defended»: Lectures at the Collège de France, 1975-1976, μτφ. David Macey, Νέα Υόρκη, Picador, 2003, σ. 49, 51-53.
[53] Ό.π., σ. 53-54.
[54] Ό.π., σ. 53, 55-56.
[55] Το κλασικό σύγγραμα για τα πολυσχιδή, απρόσμενα και ιστορικά περιθωριοποιημένα οράματα της ακραιφνούς προτεσταντικής αριστεράς εξακολουθεί να είναι το HILL Christopher, The World Turned Upside Down: Radical Ideas During the English Revolution, Χάρμοντσγουορθ, Μίντλσεξ, Penguin, 1972. Βλ. επίσης το νεότερο, ιδιαίτερα σημαντικό σύγγραμα του HOLSTUN James, Ehud’s Dagger: Class Struggle in the English Revolution, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, Verso, 2002.
[56] GALBRAITH Kenneth, «The Modus Tenendi Parliamentum». Παρατίθεται στο HILL Christopher, Puritanism and Revolution: Studies in Interpretation of the English Revolution of the 17th Century, Λονδίνο, Pimlico 2001, σ. 54.
[57] Christopher Hill, Puritanism and Revolution, σ . 72.
[58] Μετά βέβαια την αποκατάσταση της αστικής ηγεμονίας και του θρόνου κατά τον ιστορικό συμβιβασμό του 1660, η προοπτική αυτή φάνταζε πολύ λιγότερο σκανδαλώδης. Ο Βακωνιανός «Βασιλικός Σύλλογος για την Πρόοδο των Φυσικών Επιστημών» (Royal Society for the Improvement of Natural Knowledge) για παράδειγμα συμβούλευε τους νέους επιστήμονες να υιοθετήσουν την απλή γλώσσα «των τεχνιτών και των εμπόρων» στα συγγράματά τους. Βλ. HILL Christopher, «Introduction», στο WINSTANLEY Gerrard, The Law of Freedom and Other Writings, Χάρμοντσγουορθ, Μίντλσεξ, Penguin, 1973, σ. 61.
[59] FRAUNCE Abraham, The Lawyer’s Logike, Λονδίνο, William How, 1588, σ. q 3.
[60] Βλ. Gerrard Winstanley, «The True Leveller’s Standard Advanced», στο The Law of Freedom and Other Writings, σ. 78.
[61] Για την σταδιακή μετάβαση από την πατριωτική θέση περί αγγλοσαξονικών εκ γενετής δικαιωμάτων στην οικουμενική θεώρηση των φυσικών δικαιωμάτων βλ. Christopher Hill, Puritanism and Revolution, σ. 62, 68, 71, 76-77. Αξίζει να σημειωθεί πως, όπως παρατηρεί και ο ίδιος ο Hill, η «πατριωτική» ερμηνεία του μύθου της ιστορικής συνέχειας των εκ γενετής δικαιωμάτων των αγγλοσαξόνων προσαρτάται ήδη από την εποχή της αποκατάστασης της Μοναρχίας στην ορθόδοξη αστική ιδεολογία των Whigs. Την ίδια στιγμή, αξίζουν μνείας οι έστω και αμφίθυμες πρωτο-διεθνικές διαστάσεις του προτεσταντικού ριζοσπαστισμού. Βλ. Hill, Puritanism and Revolution, σ. 132-138.
[62] Για την πρώτη ομάδα, βλ. FILMER Robert, Observations upon Aristotle’s Politiques [1652], στο WOOTON David, Divine Right and Democracy: An Anthology of Political Writing in Stuart England, Χάρμοντσγουορθ, Μίντλσεξ, Penguin, 1986, σ. 110-120. Για την δεύτερη, χαρακτηριστικές είναι οι τοποθετήσεις του Henry Ireton κατά της ιδέας της πρωτόγονης ισότητας και υπέρ του απαραβίαστου της ιδιωτικής περιουσίας στα περίφημα Putney Debates (1647) μεταξύ συντηρητικών και ριζοσπαστικών εκπροσώπων του Νέου Πρότυπου Στρατού (New Model Army). Βλ. τα σχετικά αποσπάσματα στο David Wooton, Divine Right and Democracy, σ. 285-317.
[63] Στο ROBERTSON Geoffrey (επιμ.), The Levellers, Λονδίνο, Verso, 2007, σ. 3.
[64] Βλ. LEFORT Claude, Democracy and Political Theory, μτφ. David Macey, Μιννεάπολη, University of Minnesota Press, 1988, σ. 225-226. Ο Lefort προσθέτει ότι αυτό ακριβώς είναι που διαχωρίζει την νεωτερική δημοκρατική αντίληψη για την ισχύ από την «ελληνική φόρμουλα» που περιγράφει και ο Foucault: την αριστοκρατική και μετέπειτα δημοκρατική ιδέα ότι η ισχύς, όπως και η αλήθεια, βρίσκεται στη μέση. Μια τέτοια αντίληψη, παρατηρεί ο Lefort, προϋποθέτει την «παρουσία μιας ομάδας που έχει μια εικόνα του εαυτού της, του χώρου της, και των ορίων της» (σ. 226)—αυτό ακριβώς που λείπει από την αφαιρετικότητα, ακόμα και στο επίπεδο του αριθμού, της «Επίκλησης Πολλών Χιλιάδων Πολιτών» του 1646. Για τον Rancière, η παράδοξη απαίτηση χειραφέτησης αυτών που «δεν είναι παρά η αδιαφοροποίητη μάζα όσων δεν έχουν κάποια θετική ποιότητα» αποτελεί τη θεμελιώδη συνθήκη του δημοκρατικού γεγονότος ήδη από την κλασική εποχή. Από την άλλη όμως, η κλασική «θεωρία» δεν είναι παρά η μορφή καταστολής του σκανδάλου της δημοκρατίας, η κοπιαστική καταδίκη του δημοκρατικού κενού στην επιστημολογική λήθη. Βλ. RANCIÈRE Jacques, Disagreement: Politics and Philosophy, μτφ. Julie Rose, Μιννεάπολη, University of Minnesota Press, 1999, σ. 8 και xiii αντίστοιχα.
[65] Υπάρχει συνοπτικότερος τρόπος να διατυπωθεί η λογική αυτής της ιστορικής μετατόπισης στην έννοια της φύσης από την επιστροφή στην αντινομία που ήδη διατρέχει τον περί χώρας λόγο στον Πλάτωνα; Δηλαδή, από το γεγονός ότι ενώ ο χρυσός της ψυχής ορίζει στην Πολιτεία την εκ φύσεως ανωτερότητα των Φυλάκων και του Φιλόσοφου-βασιλέα και άρα και τον φυσικό χαρακτήρα της κυριαρχίας τους στον χώρο της πολιτείας, στον Τίμαιο το ίδιο μέταλλο χρησιμοποιείται ως μεταφορική ενσάρκωση της ουδέτερης, μεταφυσικά ασύλληπτης φύσης του μεταβλητού εκμαγείου της χώρας; Πρβλ. Πλάτων, Πολιτεία 415a-c· και Πλάτων, Τίμαιος, 50a-c.
[66] Για μια πολιτική θεωρητικοποίηση του quodlibet [«οτιδήποτε»] υποκειμένου, βλ. AGAMBEN Giorgio, The Coming Community, μτφρ. Michael Hardt, Μιννεάπολη, University of Minnesota Press, 1993.
[67] Βλ. SIMPSON David, Romanticism, Nationalism and the Revolt Against Theory, Σικάγο, University of Chicago Press, 1993, ειδικά σ. 1-17, 40-83, 126-148.

Δεν υπάρχουν σχόλια: