Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη Χώρα

Μια ματιά στον ρόλο των ΜΜΕ, ιδιαίτερα του περιοδικού τύπου, στη διαμόρφωση της ιδεολογίας της δεκαετίας του 90. Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα, Εκδόσεις Σαββάλας.

Αναδημοσίευση από τη Σπηλιά του Νοσφεράτου, όπου το κείμενο δημοσιεύτηκε με άδεια του συγγραφέα.

RD (Αντώνης)
---

Ρητορικές της αυτοπεποίθησης

Ο πολιτικός μοντερνισμός προσεγγίζει, όπως ήδη σημειώθηκε, την εθνική ιδιαιτερότητα με επιτιμητικούς ή όρους φρονηματισμού. Στην πρώιμη μορφοποίησή του διέπεται από μια έντονη διάθεση ενοχοποίησης και στιγματισμού των ελληνικών παράδοξων: η νεοελληνική περιπέτεια παρουσιάζεται κυρίως ως σώρευση αποτυχιών ή ημιτελών και άκαρπων προσπαθειών, ως μια σειρά από κακοδαιμονίες, ατοπήματα και λάθος απαντήσεις.

Η έννοια-κλειδί σε αυτού του τύπου την προσέγγιση είναι η δυσλειτουργία και η έλλειψη προσαρμογής. Στο επίπεδο της μακροθεωρίας, η κίνηση ακολουθεί το μονοπάτι από τις θεωρίες του στρεβλού και εξαρτημένου καπιταλισμού (δεκαετία του ΄70) στις αντιλήψεις για την «ανορθολογική» δημόσια διοίκηση και την κομματική παραμόρφωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Απεναντίας, στην ελεύθερη αγορά των ιδεών και των πολιτισμικών τάσεων βλέπουμε ότι η όποια αρνητική συνείδηση απαλύνεται ευθύς εξαρχής από μια πραγματιστική διάθεση συνδιαλλαγής με τις ελληνικές αντιφάσεις και τις ασταθείς πρακτικές, συμπεριφορές και στάσεις που αναδύονται από τους πόρους της κοινωνίας. Η λογική του remix, του αμαλγάματος και του πολιτισμικού συγκρητισμού ευνοεί μια περισσότερο ευέλικτη διαπραγμάτευση των διλημμάτων της εποχής. Το αυστηρό πρωτόκολλο του εκσυγχρονισμού εναλλάσσεται με μια χαλαρή ατμόσφαιρα στην οποία προέχει η τόνωση του ηθικού και η εμψύχωση του κοινού, πριν αρθρωθεί η όποια φράση σωφρονισμού και επιτίμησης.

Σε μια χρονική συγκυρία στην οποία για μια σημαντική μερίδα της θεσμικής διανόησης, ο ελληνικός εθνικισμός έφτανε στο αποκορύφωμα του παραλογισμού και της επίδρασής του, διαβάζουμε σε ένα άλλο ύφος: «η Ελλάδα είναι Μόδα». Το θέμα του κειμένου με αυτόν τον προκλητικό τίτλο είναι ακριβώς ο νέος ελληνικός εθνικισμός, η επιστροφή του εθνικού αισθήματος στη ζωή των Ελλήνων. Το κείμενο αναφέρεται σε έναν εθνικισμό που «είναι καιρός να ξαναανακαλύψουν οι Έλληνες» γιατί «φέρει σφραγίδα γνησιότητας», είναι, όπως λέγεται, ένα trademark. Ποια είναι όμως η ταυτότητα και τα διακριτικά γνωρίσματα αυτού του εθνικισμού; Με ποιο τρόπο μπορεί να αναγνωριστεί σε αυτόν μια σύγχρονη και επίκαιρη διάσταση, μια πρωτογενής και απενοχοποιημένη θετικότητα; Ο εθνικισμός που σύμφωνα με τον συντάκτη του κειμένου οφείλουμε να «ανακαλύψουμε εκ νέου» αναδύεται σχετικά αλώβητος από την κατάρρευση των μοντέρνων ιδεολογιών. Ο εθνικισμός, λέγει, υπήρξε εγκληματικός «μόνο όταν υποτάχθηκε» στις ιδεολογικές ουτοπίες των νεώτερων χρόνων (αναφέρεται ρητά ο φιλελευθερισμός και ο κομμουνισμός). Τώρα όμως: Όλα ξεφούσκωσαν, ιδεολογίες, προγράμματα, άνθρωποι, κόμματα γιατί κάτω από τα ρούχα δεν υπήρχε τίποτα.

Η νέα περίοδος μπορεί να δικαιώσει λοιπόν την εθνική αφύπνιση όχι όμως κάθε τύπο εθνικισμού. Στο περιγραφικό μέρος του κειμένου αναπτύσσεται το θέμα της απελευθέρωσης της κοινωνίας από το «κράτος». Δείγματα αυτής της προϊούσας απελευθέρωσης είναι ο πολλαπλασιασμός των δημιουργικών Ελλήνων και οι υψηλές επιδόσεις που σημειώνουν συγκεκριμένες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες (επιχειρηματίες, διαφημιστές, επιστήμονες, αρχιτέκτονες). Η νέα εθνική κοινότητα προσεγγίζεται έτσι, καταρχήν, ως μια κοινότητα που τα υποκείμενά τους είναι καλοί παραγωγοί πλούτου, κοινότητα που υπερβαίνει, ως εκ τούτου, το παρακμιακή και μίζερη παλαιο-ελλάδα. Όμως αυτού του τύπου η δικαιολόγηση του νέου εθνικισμού δεν εκπληρώνει την παρηγορητική και εμψυχωτική λειτουργία η οποία και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα κάθε αποτελεσματικού ιδεολογικού λόγου. Το έθνος-επιχείρηση και συμβιωτική οικονομική κοινότητα συνιστούν κομβικά σημεία αναφοράς σε όλες τις εγχώριες μεταμοντερνιστικές και εκσυγχρονιστικές παραλλαγές. Η ιδέα ωστόσο της κοινότητας των παραγωγικών και επιτυχημένων δεν διατυπώνεται εδώ με διδακτικούς όρους όπως στον δεοντολογικό λόγο του πολιτικού μοντερνισμού. Υποδεικνύεται περισσότερο ως ένα γοητευτικό παζλ εικόνων και διαφημιστικό tableau vivant παρά ως διακήρυξη. Γι αυτό και μεγάλο κομμάτι στο συγκεκριμένο άρθρο καλύπτεται από ένα είδος ανάλαφρου και χιουμοριστικού συγκριτικού τεστ, όπου εγκωμιάζονται οι μοναδικές αρετές και ποιότητες της φυλής σε διαφορετικούς τομείς:

Στο σεξ και στα ερωτικά ήθη.
Στη μουσική, στη διασκέδαση, στον τρόπο ζωής.
Στην ποιότητα της τηλεόρασης.
Στην μακροβιότητα και την υγεία.
Στις πνευματικές/ πολιτιστικές επιδόσεις.

Σε κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες, οι «Έλληνες» διαφέρουν και υπερέχουν έναντι διαφόρων μειονεκτικών άλλων. Το ενδιαφέρον είναι εδώ ότι οι άλλοι στο συγκεκριμένο άρθρο είναι κυρίως εκπρόσωποι περισσότερο προηγμένων κοινωνιών (Γάλλοι, Αμερικανοί, Σκωτσέζοι κλπ). Η τόνωση της εθνικής αυτοπεποίθησης δεν μπορεί φυσικά να επιτευχθεί με συγκρίσεις «προς τα κάτω». Ο νέος εθνικισμός παρουσιάζεται, με τρόπο που ανασκάπτει τυπικά την πιο παραδοσιακή εθνικιστική ρητορεία, ως φορέας της κληρονομιάς « της πιο ιστορικής χώρας του κόσμου». Την ίδια στιγμή όμως που λέγεται κάτι τέτοιο, ακολουθεί η απόρριψη κάθε ιδέας εδαφικού επεκτατισμού και τοπικού ιμπεριαλισμού. Η κοινωνική λειτουργικότητα του νέου εθνικισμού προσδιορίζεται με αρκετή ενάργεια:

Όταν όλες οι κοσμοθεωρίες κοινωνικής και οικονομικής προόδου έχουν καταρρεύσει, παραμένει η μοναδική συνιστώσα που μπορεί να μας δώσει την κλωτσιά προς τα μπρος. Δεν προϋποθέτει ούτε τσεμπέρια, ούτε τσαρούχια, αλλά ούτε και το όνειρο του ξιπασμένου που ήθελε να γίνει άλλος. Και βέβαια είναι φανατικός εχθρός της ξενοφοβίας, της απομόνωσης και του συνδρόμου του αιώνια κυνηγημένου, του παρατημένου και του έρμαιου στις διαθέσεις των μεγάλων.

Η δυναμική του νέου εθνικισμού συμπυκνώνει έτσι ετερογενή υλικά και αναπαραστάσεις. Για παράδειγμα, συντηρεί την κοινόχρηστη ιδέα της μέγιστης και αξεπέραστης ιστορικής κληρονομιάς (που αντιδιαστέλλεται ρητώς στους λαούς χωρίς ιστορία ή στους λαούς με μικρή ιστορία όπως οι Αμερικανοί) αλλά προσχωρεί και στη ρήξη με τα ελλαδικά εθνογραφικά στερεότυπα. Ο νέος εθνικισμός θέλει να αντιπαρέλθει τη μιμητική ξενολατρία (δεν θέλουμε να γίνουμε άλλοι) την ίδια στιγμή που αποποιείται τον αμυντικό ναρκισσισμό του θύματος κα του διωκόμενου (δεν έχουμε σύνδρομο μειονεξίας έναντι των μεγάλων). Στο ίδιο κείμενο απαξιώνονται σαρκαστικά οι παλαιές ιστορικές «παρεξηγήσεις» - η εθνικοφροσύνη της Δεξιάς αλλά και ο διεθνισμός της Αριστεράς- και στο τέλος ο αναγνώστης προσκαλείται να μοιραστεί τη μελοδραματική απλότητα και αφέλεια μιας προσωπικής εξομολόγησης:

Το μόνο που ξέρω είναι ότι από τότε που τέλειωσα το Δημοτικό κανείς σε αυτόν τον τόπο δεν μου είπε ότι πρέπει να είμαι περήφανος που γεννήθηκα και παρέμεινα Έλληνας.

Ένα χρόνο μετά, το πλαίσιο ενός εκσυγχρονισμένου εθνικισμού δίνει τον τόνο και σε ένα άλλο κείμενο στο ΚΛΙΚ με τον παιγνιώδη τίτλο: Say it loud. I’ m Greek and I’m proud!- και υπότιτλο « γιατί έτσι γουστάρω, ενοχλώ κανένα;». Στο άρθρο αυτό κυριαρχεί ακόμα εντονότερα μια εγκωμιαστική εθνο-λατρευτική διάσταση, ένα είδος άσεμνης και διονυσιακής αγιογραφίας του «εμείς οι Έλληνες». Μπορεί κανείς να αναγνωρίσει εδώ το λεξικό των κοινών τόπων που πλαισιώνουν την ηδονιστική, επιπόλαιη, ευρύχωρη και αυτοσχεδιαστική persona του Έλληνα. Ο αίνος περιλαμβάνει τα πάντα: τη γεύση του φαγητού, τους κώδικες της ερωτικής ζωής αλλά και την Ορθόδοξη θρησκεία που αντιδιαστέλλεται στη στυφή, δογματική και ηθικίστικη φύση του Καθολικισμού. Το ελληνικό ήθος παρουσιάζεται ως κατεξοχήν τέχνη του ωραίου βίου όπου βρίσκουν τη θέση τους η χαρά, η γενναιοδωρία, η γνώση «ζωής και ψυχής», η αντίθεση στη σεμνοτυφία, η κοινωνικότητα και η αγάπη. Σε κάθε παράγραφο του άρθρου οι «Έλληνες» εμφανίζονται ως φορείς μιας πολυδιάστατης αριστείας: έχουν παρέες – δεν είναι μόνοι και δυστυχείς-, είναι χαλαροί και ήπιοι στους εργασιακούς ρυθμούς – διαφέρουν από τους αλκοολικούς της εργασίας και μονόχνοτους Δυτικούς-, είναι άνθρωποι της σημερινής μέρας – δεν ζουν αναβάλλοντας τις ηδονές για το Αύριο κλπ. Στην αφήγηση το εγκώμιο λειτουργεί ως τέχνασμα γοητείας. Η αρνητικότητα, η επιτίμηση και η στηλίτευση του Έλληνα ( υπερβολικά παρούσες στον εκσυγχρονιστικό λόγο της ίδιας περιόδου) φαίνεται να έχουν ανασταλεί. Οι τόνοι δημοκρατικού ηδονισμού που διαπνέουν το κείμενο, ο μεθυστικός συμφιλιωτικός του οίστρος κορυφώνονται σε ένα θέμα που θα λειτουργήσει ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο και συστατικός μύθος της νέας Ελλάδας: το μοτίβο της διαταξικής ή αταξικής φύσης της ελληνικής κοινωνίας.

Η ταξική απροσδιοριστία και η περιγραφή της ελληνικής ζωής ως ένα είδος αταξικού melting pot επανέρχεται σταθερά στις αφηγήσεις της νέας εθνικής κοινότητας. Στον πυρήνα του θέματος θα συναντήσουμε την ιδέα μιας «απέραντης μεσαίας τάξης», η οποία διαλύει τις αντιθέσεις μέσα στον ευφορικό συγχρωτισμό του τρόπου ζωής, στη συμβιωτικότητα του life-style. Τα σκηνικά και εικονογραφικά δρώμενα που «υποδεικνύουν» τον αταξικό/ διαταξικό μύθο θα αποτελέσουν οργανικά στοιχεία στα πολιτισμικά κείμενα της ύστερης ελληνικής νεωτερικότητας. Η ίδια «απέραντη μεσαία τάξη» θα καταστεί ουσιαστικά το θεμελιώδες περιπλανώμενο σημαίνον της ιδεολογίας του Σύγχρονου:

Στον λόγο του πολιτικού μοντερνισμού θα αναχθεί κυρίως σε αναπτυξιακό, ορθολογικό φορέα της σύγχρονης δημοκρατικής καθολικότητας.

Ο εγχώριος μεταμοντερνισμός θα αναμίξει από την πλευρά του το αναπτυξιακό με το ηδονιστικό, το αυστηρό πρόγραμμα του έθνους-επιχείρηση με την ήπια αποδοχή του ελληνικού χάους.

Στις εγχώριες παραλλαγές μεταμοντερνισμού, οι εκσυγχρονιστικοί προγραμματικοί στόχοι διατηρούνται άθικτοι ή οξύνονται και καθίστανται επιθετικότεροι. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, πλαισιώνονται και με άλλα στοιχεία ακόμα και από «προ» ή μη-νεωτερικές μορφές ζωής. Αν στο αυστηρό πρωτόκολλο του εκσυγχρονιστικού φρονηματισμού ενοχοποιούνται οι πρακτικές που παραπέμπουν λ.χ. στην «τεμπελιά» και στην ανευθυνότητα του Έλληνα, οι μεταμοντέρνες στρατηγικές ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια ενθάρρυνσης και παρωδιακής ενσωμάτωσης: ενώ και αυτοί οι λόγοι εγγράφονται στην πλειονότητά τους στο κυρίαρχο παράδειγμα του νεοκαπιταλιστικού εξορθολογισμού, δεξιώνονται συχνότερα αποκλίσεις και διαφορές στο επίπεδο των ηθών και των πρακτικών της βιωμένης καθημερινότητας. Η προσπέλαση στην εμπειρική σφαίρα του βίου συνδυάζει εδώ το εγκώμιο «στα τραπεζάκια έξω»35 και τον ανηλεή στιγματισμό των αποτυχημένων κρατικοδίαιτων στρωμάτων και της νεοελληνικής «μιζέριας». Είναι μια προσέγγιση ανοιχτή στη χαλαρότητα και στην ηθολογική διαφοροποίηση ενώ την ίδια στιγμή αποκρούει κάθε αντιπαραγωγική και τεχνο-οικονομικά ασυμμόρφωτη υποκειμενικότητα.

Φυσικά δεν βρίσκουμε μία μόνο αφήγηση της εθνικής κοινότητας από μία και μόνο μεταμοντερνιστική προοπτική. Κατατμήσεις στον επαγγελματικό-διευθυντικό πόλο, ιδιοσυγκρασιακές και πολιτικές διαφορές ανάμεσα σε προσωπικότητες, στελέχη ή εκδοτικές ομάδες, αλλαγές στην κοινωνικοπολιτική συγκυρία συμβάλλουν σε διαφοροποιήσεις και σημαντικές αποχρώσεις. Για να μείνουμε στο παράδειγμα που χρησιμοποιούμε κυρίως εδώ, στο περιοδικό ΚΛΙΚ, είναι πρόδηλες οι διαφορές μεταξύ της πρώτης περιόδου, μέχρι το 1996, και της κατοπινής. Στην πρώτη περίοδο προβάλει ένα επιθετικό Life-style συνδυασμένο με μια ωμή, λαϊκότροπη αργκό γραφή36. Η δεύτερη περίοδος αντίθετα διατρέχεται από μια διάθεση υπαναχώρησης σε σχέση με τις υπερβολές του προηγούμενου νεόπλουτου πνεύματος καθώς και από μια περισσότερο δεσμευμένη στο εκσυγχρονιστικό πρόταγμα ματιά. Επίσης, τόσο η στρατηγική ιδιοποίησης του «εθνικιστικού» κλίματος των αρχών της δεκαετίας του ΄90, όσο και ο επιθετικός σεξισμός δεν συναντώνται στην ύστερη φάση. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές διαφορές ύφους και εκδοτικής φιλοσοφίας, η μετασημασιολόγηση του έθνους και του λαού συντελούνται με αρκετά γειτνιάζοντες όρους : ο νέος εθνικισμός των άρθρων του ΄90-92 όπως και ο κοσμοπολίτικος αντιεθνικισμός μετά το 1996 λειτουργούν υποστηρικτικά ως προς το νέο συλλογικό φαντασιακό του έθνους της ευημερίας υποδεικνύοντας συνεχώς μέτωπα και τομές μεταξύ παλαιού και νέου, παρωχημένου και σύγχρονου, εντός και εκτός (in/ out). Η αναπαραγωγή των μεταμοντερνιστικών κωδίκων δεν υπακούει άλλωστε σε ομοιόμορφα μοντέλα και σχήματα ανάπτυξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι έντονο το παιχνίδι των συρραφών και της χρήσης παραδοσιακότροπων σχημάτων της «λαϊκής» ιδεολογίας και γλώσσας. Άλλοτε πάλι είναι σαφέστερες οι προθέσεις απόστασης από κάθε λαϊκή και λαϊκίστικη έγκληση όπως και η διάθεση προσέγγισης σε ένα πιο καθαρό μοντέλο προσαρμογής στον «διεθνή» κώδικα ενός φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού.

Χρειάζεται εδώ να φύγουμε για λίγο από το παράδειγμα και να υπενθυμίσουμε εκ νέου την υπόθεσή μας για την ανάδυση του επαγγελματικού-διευθυντικού πόλου και τη στρατηγική του σημασία στο σύστημα σημασιών της νέας ελληνικής ζωής. Ο πόλος αυτός και τα στρώματα που τον συναπαρτίζουν συγκροτείται όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε πολιτικο-οικονομικές συγκυρίες που αλλάζουν από χρόνο σε χρόνο. Η διαμόρφωσή του όμως είναι παράλληλη και με το σχηματισμό της σύγχρονης μεσο-επικοινωνιακής αγοράς στην οποία στελέχη του κατέχουν ηγετικές θέσεις και κομβικούς δικτυακούς ρόλους. Αυτό σημαίνει ότι και η διάθλαση του συνολικού ταξικού πρίσματος των νέων αστικών μερίδων στον πολιτισμό ακολουθεί τις έντονες τάσεις διαφοροποίησης και κατακερματισμού που χαρακτηρίζουν την επικοινωνιακή αγορά καθώς αλλά και τα κοινωνικά-ψυχικά συστήματα στο σύγχρονο καπιταλισμό. Ωστόσο, οι διαιρέσεις στα επιτελεία της εμπορικής κουλτούρας με κανένα τρόπο δεν φαίνεται να αποδυναμώνουν το συνολικό ταξικό πρίσμα του επαγγελματικού-διευθυντικού πόλου. Αντίθετα, όσο προχωρούμε στη μακροσκοπική μελέτη της τελευταίας πενταετίας γίνεται περισσότερο ευδιάκριτο το κοινωνικοταξικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό τη ροή των κυρίαρχων ηθικών και αισθητικών τάσεων της περιόδου.

Εικόνα: Giorgio de Chirico, "L' incertitude du poète" (1913), Tate Gallery.

10 σχόλια:

Δημήτρης είπε...

Διάβασα την Κοινότοπη Χώρα πριν από χρόνια και μου είχε φανεί εξαιρετικά εύστοχη ως μία συστηματική και θεμελιωμένη επιστημονικά σύνοψη όλων όσων σκεφτόμουν (κάπως χύμα βέβαια και διαισθητικά) πολλά χρόνια για τον ρόλο του ΚΛΙΚ (κυρίως) στην οριστική μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. Καλά, το βιβλίο είναι και πολλά περισσότερα, αλλά η παραπάνω προβληματική (μέρος της οποίας αναδημοσίευσες εδώ) είναι νομίζω η μεγαλύτερη συμβολή του.

n2j3 είπε...

Την Κοινότοπη Χώρα αγόρασα εχτές (όλως τυχαίως) για το λεωφορείο (που απεργεί σήμερα, οπότε ανάγνωση απο αύριο). Δημήτρη, για τον ρόλο του ΚΛΙΚ έχει γράψει ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος στα Σύγχρονα Θέματα ενα απολαυστικό άρθρο(Γιαννουλόπουλος, Γιώργος, Η ρητορική της μεταμέλειας και το σύγχρονο ύφος, τ. 73, 6/2000, 14-20.)
Θα το δακτυλογραφήσω μες στη βδομάδα, ελπίζω να το φιλοξενήσετε εδώ.

Ανώνυμος είπε...

n2j3 μπράβο! Δακτυλογράφησέ το και θα το αναμένουμε με ανυπομονησία!

Γιώργος.

Αντωνης είπε...

@n2j3: Οπωσδήποτε θα το ανεβάσουμε, ευχαριστούμε για την πρωτοβουλία!

Δημήτρης είπε...

n2j3, ευχαριστούμε προκαταβολικά!

Νοσφεράτος είπε...

εν τω μεταξύ εχω δημοσιευσει αλλά δυο αποσπασματα απο την Κοινοτοπη Χωρα στην ..ετικετα Κλικ..
Αν δεν το εχεις δει

θα σου τα στειλω (αν τα ...βρω εγώ εκει που ταβαλα )

ευχαριστώ για την αναδημοσιευση ..

Νοσφεράτος είπε...

http://nosferatos.blogspot.com/search/label/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BA

Αντωνης είπε...

@ Νοσφεράτος: Θενκς, θα τα κοιτάξω.

RDdemos είπε...

Test

RDdemos είπε...

Test