Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Θεωρία, Ιστορία, Κυριαρχία (τρίτο μέρος)

Το τρίτο μέρος του κειμένου, και η τελευταία σχετική ανάρτηση, μια και θα παραλείψω το επίμετρο.
RD (Αντώνης)
---


IIΙ. Η Άλλη «Υπόθεση de Man»
Όσα συζητήθηκαν πιο πάνω αρκούν, νομίζω, για να καταδείξουν ότι ο περί θεωρίας λόγος στον 20ο αιώνα δεν αναδύθηκε ex nihilo, από ένα ρητορικό κενό. Αντίθετα, οι αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές του θεωρείν που κληροδότησαν η κλασική εποχή και οι επαναστατικές αναφλέξεις της αστικής νεωτερικότητας στοιχειώνουν τη ρητορική σύσταση του σύγχρονου θεωρητικού λόγου, και κατ’ επέκταση, τις επίμονες συναρτήσεις του με τις προβληματικές της κυριαρχίας και της ιστορικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, το έργο του Paul de Man —του στιβαρότερου και απαιτητικότερου ίσως εκπροσώπου της αποδόμησης ως παιδαγωγικής και αναλυτικής πρακτικής στην αμερικανική πανεπιστημιακή κοινότητα της δεκαετίας του 70— αποτελεί ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος για την αναψηλάφηση τόσο των συνεχειών όσο και των ρήξεων που συναπαρτίζουν το σύγχρονο θεωρητικό τοπίο.

Είναι βέβαια γνωστό ότι το όνομα de Man αποτελεί, από τα τέλη του 80 και μετά, ένα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ορόσημο στην θεσμική και δημόσια ιστορία της θεωρίας στον αιώνα που πέρασε, ιδιαίτερα στον χώρο που διανοίχθηκε ανάμεσα στο Παρίσι και το αμερικανικό ακαδημαϊκό και εκδοτικό σύστημα. Ο εκκωφαντικός θόρυβος που δημιούργησε στις Η.Π.Α η μεταθανάτια αποκάλυψη της νεανικής συνεργασίας του θεωρητικού με την υπό ναζιστικό έλεγχο βελγική εφημερίδα Le Soir κατά την περίοδο 1940-42 έφερε στο προσκήνιο με δραματικό τρόπο τις εντάσεις ανάμεσα στη μετά τη «γλωσσική στροφή» θεωρία, την τραυματικά αιματηρή ιστορία του 20ου αιώνα και την πολιτική ευθύνη.[68] Το έκανε όμως, συχνά, υπό ένα κλίμα σκανδαλοθηρίας, υπεραπλούστευσης, συσσωρευμένης εχθρότητας προς την υποτιθέμενη επιστημολογική υπεροψία της αποδόμησης, αλλά και βεβιασμένων και ανακλαστικών αντιδράσεων από την πλευρά των υπερασπιστών του εκλιπόντος. Σχεδόν ταυτόχρονα, το έργο του de Man, όπως και αυτό των άλλων εκπροσώπων της Σχολής του Yale, έπεφτε θύμα της σταδιακής πτώσης της λογοτεχνικής θεωρίας από την θέση αιχμής που κατείχε κατά τις προηγούμενες δύο περίπου δεκαετίες. Κατά συνέπεια, ελάχιστη σημασία δόθηκε στην έκταση και τη σημασία του διαλόγου του de Man τόσο με τα ιδεολογήματα που σημάδεψαν τη γένεση της κλασικής θεωρίας όσο και με την ρητορική της ρήξης με την οποία μπολιάστηκε ο όρος θεωρία στην περίοδο των αστικών επαναστάσεων της νεωτερικότητας.

Είναι όμως πρόδηλο, κατ’ αρχήν, ότι το κεντρικό μοτίβο που διαπερνά ένα έργο με την επιδραστικότητα του Blindness and Insight (Τυφλότητα και Ενάργεια) δεν είναι άλλο από την διακειμενική ανασκευή του θεμελιακού μύθο του κλασικού φιλοσοφικού θεωρείν, της πλατωνικής δηλαδή αλληγορίας του Σπηλαίου. Στον Πλάτωνα, όπως είναι ήδη γνωστό, η θεωρητική ενόραση εξαγοράζεται με το τίμημα της παροδικής τυφλότητας του θεωρητικού απέναντι στην φαινομενική πραγματικότητα. Με τη σειρά της, η τυφλότητα ως προς τον κόσμο των Φαινομένων μεταφράζει αλληγορικά αυτό που περίεγραψα ως μια αναχωρητική και ενδοτική πράξη αποποίησης της συμμετοχής στις δημοκρατικές συγκρούσεις για εγκόσμια κυριαρχία, η οποία καταλήγει να νομιμοποιήσει τη φυσική καταλληλότητα του πραγματικού φιλοσόφου για άσκηση πολιτικής αρχής στην ιδανική, ευνομούμενη πολιτεία. Στο κείμενο του de Man, από την άλλη, οι πολιτικές διαστάσεις της αλληγορίας δείχνουν να αποσιωπούνται πλήρως, εκτοπισμένες από μια, φαινομενικά τουλάχιστον, καθαρά επιστημολογική επανερμηνεία της πλατωνικής ρητορικής. Έτσι, ο de Man συγκροτεί τον λόγο περί θεωρίας πάνω στη βάση μιας αδήριτης σύμπτωσης ενόρασης και τυφλότητας που δεν προϋποθέτει πια την αποδοχή των διπόλων της πλατωνικής μεταφυσικής (Φαινόμενο-Ουσία, Αισθητό-Νοητό, Μίμημα-Ιδέα, Δόξα-Επιστήμη, κλπ)[69], αλλά αντίθετα, την κατάρρευση κάθε μεταφυσικής και κάθε ρητορικής τής υπέρβασης.[70] «Θεωρητικός», συνεπώς, καθίσταται ο λόγος που αναγνωρίζει τη συστατική τυφλότητα κάθε ενόρασης διαβλέποντας ότι κάθε κείμενο, είτε λογοτεχνικό είτε κριτικό, είναι καταδικασμένο να εξαγοράζει την ενάργειά του παραμένοντας τυφλό σε όσα το ίδιο καθιστά ορατά, στο βαθμό δηλαδή που αποστρέφει το βλέμμα από την αβυσσαλέα ρητορικότητα, την τελικά «μη ανθρώπινη» («inhuman») ετερότητα[71] της ίδιας του της γλωσσικής ουσίας:

"Όλοι αυτοί οι κριτικοί [Lukàcs, Poulet, Blanchot] μοιάζουν παράξενα καταδικασμένοι στο να λένε κάτι αρκετά διαφορετικό από αυτό που ήθελαν να πουν. Η κριτική τους στάση […] πέφτει θύμα των ίδιων τους των κριτικών συμπερασμάτων. Αυτό που ακολουθεί είναι μια διεισδυτική αλλά δύσκολη ενόραση στη φύση της λογοτεχνικής γλώσσας. Φαίνεται όμως πως η ενόραση αυτή μπορεί να αποκτηθεί μόνο επειδή οι κριτικοί ήταν δέσμιοι [in the grip of] αυτής της παράξενης τυφλότητας: η γλώσσα τους μπορούσε να βρει ψηλαφητά το δρόμο προς [grope toward] έναν βαθμό ενόρασης μόνο επειδή η μέθοδός τους εξακολούθησε να αγνοεί την αντίληψη τούτης της ενόρασης. Η ενόραση υφίσταται μόνο για έναν αναγνώστη που κατέχει την προνομιούχο θέση να μπορεί να παρατηρεί την τυφλότητα ως αυτόνομο φαινόμενο —το ερώτημα βέβαια της δικής του τυφλότητας παραμένει εξ ορισμού ανίκανος να το θέσει— και έτσι, να βρίσκεται σε θέση να ξεχωρίσει τη δήλωση από το νόημά της [statement and meaning]. Είναι αναγκασμένος να άρει τα καταφανή αποτελέσματα μιας όρασης που μπορεί να κινηθεί προς το φως μόνο γιατί, όντας ήδη τυφλή, δεν έχει ανάγκη να φοβηθεί την ισχύ του φωτός αυτού. Η όραση όμως αυτή δεν έχει την δυνατότητα να μαρτυρήσει σωστά [to report correctly] για όσα έχει αντιληφθεί στην πορεία του ταξιδιού [journey] της. Το να γράφει κανείς κριτικά για τους κριτικούς επομένως γίνεται ένας τρόπος να στοχάζεται πάνω στην παράδοξη αποτελεσματικότητα μιας τυφλωμένης όρασης [blinded vision] που μπορεί να διορθωθεί μέσω των ενοράσεων που προσφέρει εν αγνοία της."[72]

Το απόσπασμα δηλώνει με χαρακτηριστική επιμέλεια τόσο τις διακειμενικές του οφειλές όσο και τις αναθεωρητικές του προθέσεις απέναντι στον πλατωνικό αλλά και τον ευρύτερα κλασικό λόγο περί θεωρίας. Πέρα απ’ το εκτεταμένο ρητορικό παιχνίδι με τις πλατωνικές παραδοξότητες της τυφλής όρασης (του δέσμιου των Φαινομένων) και της διορατικής τυφλότητας (του φιλοσοφικού θεωρού που μεταβαίνει αρχικά από το σκοτάδι στο φως και κατόπιν από το φως στο σκοτάδι), o de Man επεξεργάζεται ειρωνικά μια σειρά αφηγηματικών στοιχείων του πλατωνικού μύθου: την εικόνα των δεσμωτών του σκοτεινού σπηλαίου (μέσω της αναφοράς στη «μέγγενη» της τυφλότητας, η οποία όμως υπερβαίνει πλέον την αντίστιξη χώρων εντός/εκτός του αλληγορικού Σπηλαίου)· του παράδοξου καθρεφτίσματος της τυφλότητας των δεσμωτών στη συμμετρικά αντίστροφη τυφλότητα του πλατωνικού θεωρού (μέσω της παρενθετικής νύξης στον εκ των υστέρων «αναγνώστη» ο οποίος αντικρίζει την τυφλότητα των άλλων χωρίς όμως να μπορεί να αντιμετωπίσει τη δική του)· την αναφορά στην προφιλοσοφική έννοια της θεωρίας ως μαρτυρίας (μέσω της φράσης «report correctly», η οποία εδώ όμως εκφέρεται αρνητικά, υποδεικνύοντας την ανεπάρκεια ενός βλέμματος που αδυνατεί να δει τα τυφλά του σημεία)· τέλος, την αρχικά κυριολεκτική και κατόπιν μεταφορική εικόνα της θεωρίας ως αναχώρησης από τον οικείο χώρο (μέσω της αναφοράς στο «ταξίδι» της κριτικής ανάγνωσης, που όμως σημαδεύεται εδώ από την αναπόδραστη αποτυχία).

Η σχέση του αποσπάσματος αυτού —καθώς και μιας σειράς συγγενικών παραλλαγών πάνω στο κεντρικό μοτίβο της ενόρασης και της τυφλότητας[73]— με την πλατωνική συγκρότηση της θεωρίας ως συνώνυμης της επιστήμης της φιλοσοφίας είναι, όπως προανέφερα, ειρωνική. Η ειρωνεία όμως —αυτή η μορφή «αναδίπλωσης» τόσο της γλώσσας όσο και του υποκειμένου— αποτελεί όχι τόσο το μέσο δια του οποίου ο de Man προσεγγίζει τον κλασικό λόγο για τη θεωρία όσο το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτού που ο de Man αντιπροτείνει στη θέση του: μιας αντίληψης δηλαδή της θεωρίας προσανατολισμένης στην ανεξέλεγκτη και αβυσσαλέα ρητορικότητα που επισκιάζει το φαινομενικά άπλετο φως του κειμένου —περιλαμβανομένου βέβαια του φιλοσοφικού κειμένου που πρωτοεισήγαγε τη συνάφεια θεωρίας, τυφλότητας και ενάργειας. Στη βάση της αναστοχαστικής και ειρωνικής αντίληψης της τυφλότητας του φιλοσοφικού λόγου απέναντι στις ρητορικές και άρα παραναγνώσιμες διαστάσεις του, άλλωστε, η λογοτεχνική θεωρία (και ο de Man ως εξέχων εκπρόσωπός της) φτάνει να διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στο ευρύτερο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών:

"Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι το καθοριστικό χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής γλώσσας είναι η τροπικότητα, με την κάπως ευρύτερη έννοια της ρητορικότητας, αλλά και ότι, αντί να αποτελεί αντικειμενική βάση για τις λογοτεχνικές σπουδές, η ρητορική καθυπαγορεύει τη διαρκή απειλή της παρανάγνωσης."[74]

"Η φιλοσοφία [...] είναι λιγότερο απελευθερωμένη από παραδοσιακά σχήματα από ό,τι θα ήθελε να πιστεύει [...] Δεν είναι επομένως παράξενο που η σύγχρονη λογοτεχνική θεωρία εμφανίστηκε στις παρυφές της φιλοσοφίας και ορισμένες φορές ως εξέγερση ενάντια στο βάρος της παράδοσής της."[75]

Ο Πλάτων όμως δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη στη διαμάχη φιλοσοφικής και λογοτεχνικής θεωρίας πάνω στα διακυβεύματα της ρητορικότητας και της παρανάγνωσης. Θα μιλήσει, έμμεσα αλλά με περισσή ειρωνεία, σε ένα από τα διασημότερα δοκίμια του de Man, στο σημείο μάλιστα που ο δεύτερος πραγματεύεται την έννοια της ειρωνείας:

"Ο αναδιπλασιασμός [dédoublement] [που εξυπακούεται στην ειρωνεία] σηματοδοτεί λοιπόν τη δραστηριότητα μιας συνείδησης δια της οποίας ο άνθρωπος διαχωρίζει τον εαυτό του από τον μη ανθρώπινο κόσμο. Η ικανότητα για αυτό τον αναδιπλασιασμό, λέει ο Baudelaire, είναι σπάνια, αλλά ανήκει ειδικά σε αυτούς που, όπως οι καλλιτέχνες και οι φιλόσοφοι, ασχολούνται με τη γλώσσα. Η έμφασή του στο επαγγελματικό λεξιλόγιο, στο ‘se faire un métier’ υπογραμμίζει την τεχνική διάσταση της δράσης τους, το γεγονός ότι η γλώσσα είναι το υλικό τους, όπως το δέρμα είναι το υλικό του υποδηματοποιού ή το ξύλο του ξυλουργού. Στην καθημερινή, συνηθισμένη ζωή, η γλώσσα δεν λειτουργεί συνήθως έτσι. Εκεί λειτουργεί πολύ περισσότερο όπως το σφυρί του υποδηματοποιού ή του ξυλουργού, όχι δηλαδή ως το υλικό, αλλά ως το εργαλείο δια του οποίου το ετερογενές υλικό της εμπειρίας λίγο πολύ προσαρμόζεται στις απαιτήσεις [...] Η γλώσσα, κατ’ αυτή την έννοια, χωρίζει το υποκείμενο σε ένα εμπειρικό εαυτό, βουτηγμένο στο εγκόσμια, και έναν εαυτό που μεταμορφώνεται σε σημείο στην προσπάθεια διαφοροποίησης και αυτο-καθορισμού."[76]

Κάθε αναγνώστης της «Ρητορικής της Χρονικότητας» («Rhetoric of Temporality»), από την οποία προέρχεται το απόσπασμα, γνωρίζει ότι η ανάγνωση του δοκιμίου του Baudelaire «Περί της ουσίας του γέλιου» («De l’ essence du rire») είναι ουσιώδους σημασίας για την θεωρητικοποίηση της «διττότητας» που σηματοδοτεί η ειρωνεία —και κατ’ επέκταση, του εντοπισμού, μέσω της ανάλυσης αυτής της διττότητας, του οιονεί χρονικού κενού που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε ασυνεχείς εκδοχές του υποκειμένου. Την ίδια στιγμή όμως, ο de Man αφήνει ασχολίαστο —θα ήταν ακριβέστερο να πει κανείς ότι δεν βλέπει καν— το γεγονός ότι το μπωντλερικό «παράδειγμα» μετατρέπεται στο όχημα δια του οποίου επιστρέφει στο κείμενο η ξεχασμένη πολιτική διάσταση του φιλοσοφικού μύθου της θεωρίας που o de Man έχει υποβάλει σε ατελώς ειρωνική επεξεργασία. Η μπωντλερική αναλογία της γλώσσας των φιλοσόφων και συγγραφέων και του σφυριού του υποδηματοποιού και του ξυλουργού κουβαλά όλα τα σημάδια της πλατωνικής εμμονής με το διαχωρισμό εργασίας, αναπαράγοντας λεπτομερώς το θεμελιώδη εκείνο νόμο δια του οποίου το πλατωνικό κείμενο περιέφραξε τη θεωρία, καταδικάζοντας τον χειρώνακτα να κάνει «ένα και μόνο πράγμα». Αόρατος για τον de Man, ο νόμος αυτός μιλάει μέσω μιας κραυγαλέα παραπλανητικής αναλογίας: η έστω υποθετική διάκριση μεταξύ υλικών και εργαλειακών γνωρισμάτων της γλώσσας για τον φιλόσοφο και τον καλλιτέχνη αποκρυσταλλώνεται μέσω του συσχετισμού τους με το δέρμα, το ξύλο και το σφυρί του χειρώνακτα σαν η οντότητα του τελευταίου να ήταν εξ ολοκλήρου αποκλεισμένη από την επικράτεια της γλώσσας. Για μια ακόμη φορά —και αυτή είναι μια από τις βασικές διαστάσεις του επιχειρήματος του Baudelaire— ο αυτοκαθορισμός του Λόγου προαπαιτεί την παραστατική προφύλαξή του από ένα υποκείμενο το οποίο πρέπει ταυτόχρονα να καταστεί παρόν για τη γλώσσα και να στερηθεί την πρόσβαση σ’ αυτή.

Η τυφλότητα απέναντι στο ιστορικό φάσμα που ενεργοποιεί η ρητορική του Baudelaire έχει βέβαια τόσο επιστημολογικές όσο και πολιτικές διαστάσεις: ο de Man, επειδή ακριβώς διαβάζει τη μπωντλερική αναλογία ως ρητορικά ουδέτερη, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ειρωνεία αφορά την εσωτερική «διχοτόμηση του υποκειμένου» και όχι την «σφαίρα της διυποκειμενικότητας» όπου «θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τη διαφορά με όρους ανωτερότητας ενός υποκειμένου έναντι κάποιου άλλου, με όλες τις επαγωγές της θέλησης για δύναμη, της βίας και της κατοχής».[77] Με άλλα λόγια, στο βαθμό που παραμένει τυφλός στην επιμονή της (πλατωνικής) ρητορικής της (φιλοσοφικής) κυριαρχίας μέσα στο κείμενο του Baudelaire, ο de Man ωθείται να αποσυνδέσει την ειρωνεία από την προβληματική της πολιτικής κυριαρχίας επί του άλλου. Αν ο de Man προσεγγίζει την πλατωνική διαλεκτική τυφλότητας και ενόρασης ειρωνικά, πέφτει επίσης θύμα μιας ιδιαίτερα οξείας ειρωνείας: ο φαινομενικά αποδομημένος λόγος της πλατωνικής θεωρίας μπολιάζει το νεότερο κείμενο με τα ανεξίτηλα σημάδια ενός πολιτικού αρχαϊσμού από τον οποίο η φαινομενικά «απολιτική» και «μετα-ιδεολογική» του φύση το είχε απαλλάξει. Η σθεναρή αντίσταση του de Man στον ιστορικό εμπειρισμό και στις παγιωμένες αντιλήψεις της λογοτεχνικής ιστορίας[78] δεν επαρκεί για να προστατέψει το λόγο του από την σύναψη ιστορικότητας και ρητορικότητας που εμφορείται από την ίδια τη μακρόχρονη διάδραση θεωρίας και κυριαρχίας.

Βρισκόμαστε όμως ήδη στην καρδιά του προβλήματος που θα καταστεί προφανές σε ένα από τα τελευταία κείμενα του de Man, της τάσης δηλαδή μιας έστω αυτο-υπονομευόμενης ρητορικής της αυθεντίας («rhetoric of mastery»)[79] να παρεισφρέει στον καθορισμό του θεωρητικού εγχειρήματος, μπολιάζοντάς το με όρους ανοιχτά, όσο και οξύμωρα, κυριαρχικούς:

"Χωρίς αμφιβολία, καμμία από τις αντιρρήσεις απέναντι στη θεωρία που παρουσιάζονται ξανά και ξανά, πάντα παραπλανημένες ή βασισμένες σε χονδροειδείς παρερμηνείες όρων όπως μίμηση, μυθοπλασία, πραγματικότητα, ιδεολογία, αναφορά, ή ακόμα και συνάφεια, δε μπορεί να ειπωθεί ότι έχει ρητορικό ενδιαφέρον. Μπορεί όμως να ισχύει ότι η ανάπτυξη της λογοτεχνικής θεωρίας καθορίζεται η ίδια από επιπλοκές που είναι εμμενείς στο έργο της και ανατρεπτικές σε ό,τι αφορά το στάτους της ως επιστημονικού πεδίου. […] Μπορεί κάλλιστα, με άλλα λόγια, η πολεμική αντίσταση […] να είναι το εκτοπισμένο σύμπτωμα μιας αντίστασης εμμενούς στο ίδιο το θεωρητικό εγχείρημα. […] Τίποτε δε μπορεί να κάμψει την αντίσταση στη θεωρία γιατί η θεωρία είναι η ίδια αυτή η αντίσταση […] η λογοτεχνική θεωρία δεν κινδυνεύει να ανατραπεί· δε μπορεί παρά να θεριέψει, και όσο περισσότερη αντίσταση βρίσκει, τόσο περισσότερο γιγαντώνεται, αφού η γλώσσα στην οποία μιλάει είναι αυτή της αντίστασης στον εαυτό της."[80]

Η σύμπτωση αντίστασης και κυριαρχικής ισχύος —η αφομοίωση, από τη θεωρία, της αντίστασης ως μέσο διατράνωσης της επικράτειάς της— έχει σε αυτή την όψιμη στιγμή της καρριέρας του de Man αντικαταστήσει αυτήν της ενάργειας και της τυφλότητας. H θεωρία έχει πλέον απροκάλυπτα επανεπενδυθεί τη ρητορική της κυριαρχίας, με την προϋπόθεση όμως ότι η κυριαρχική ισχύς καθίσταται συνώνυμη της διαρκούς αυτο-αναίρεσης. Η διαβόητη —και για κάποιους, μηδενιστική— αποφασιστικότητα με την οποία το έργο του de Man κινήθηκε στην κατεύθυνση της σταδιακής κένωσης της θεωρίας από κάθε θετικιστική, ρομαντική ή μεταφυσική παραμυθία (εμπειρική γνώση, ιστορικότητα, ένστικτο, συγκινησιακός αυθορμητισμός, αλήθεια, επιστήμη, διαλεκτική, «λογοτεχνικότητα») και στην έκθεση της θεωρητικής προοπτικής στην φαινομενολογική «εποχή» (epokhé)[81], οδηγεί έτσι στην υποστασιοποίηση μιας μορφής αρνητικής ισχύος που φαντάζει αδιαπέραστη από κάθε «έξωθεν» δύναμη. «Η κριτική του de Man», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Daniel O’ Hara, είναι «μια αλληγορία της επιθυμίας του για μια ειρωνική, παραδοξολογική φαντασία, αυτο-κινούμενη και αδρανή ως προς τον κόσμο, αυτο-καθοριζόμενη και αυτοϋπονομευόμενη».[82] Αυτό όμως σημαίνει πως η κατά de Man αποδόμηση καταλήγει να μην κάνει άλλο από το να προβάλλει την αντεστραμμένη εικόνα, το αρνητικό της οντο-θεολογίας της κυριαρχίας που κληροδοτεί στη θεωρία η κλασική εποχή.[83]



[68] Βλ. τη συζήτηση που εξελίχθηκε γύρω από την υπεράσπιση του de Man από τον Derrida στο περιοδικό Critical Inquiry, τεύχη 14.3 (άνοιξη 1988) και 15.4 (καλοκαίρι 1989). Βλ. ακόμη τα δοκίμια που συγκεντρώθηκαν στο HAMACHER Werner, HERTZ Neil και KEENAN Thomas (επιμ.), Responses: On Paul de Mans Wartime Journalism, Λίνκολν, University of Nebraska Press, 1989.
[69] Στο Πλατωνικό κείμενο, με άλλα λόγια, η σύμπτωση ενάργειας και τυφλότητας στο ίδιο υποκείμενο είναι εφικτή μόνο επειδή το αντικείμενο της πρώτης είναι το διπολικό αντίθετο του αντικειμένου της δεύτερης. Στο βαθμό, για παράδειγμα, που ο φιλόσοφος-θεωρητικός αποκτά ενόραση τον κόσμο των Ιδεών, δυσκολεύεται να δει καθαρά κατά την επιστροφή του στον κόσμο των Φαινομένων, ενώ αντίστροφα ο Σοφιστής, δέσμιος των Φαινομένων, είναι ταυτόχρονα τυφλός ως προς την υψηλότερη αλήθεια των Ιδεών. Στον de Man, αντίθετα, εκλείπουν οι διπολικές αντιθέσεις που καταστούσαν εφικτή την σύμπτωση ενάργειας και τυφλότητας, και έτσι η σύμπτωση αυτή ριζοσπαστικοποιείται, καθίσταται εμμενής και αποστερεί το θεωρητικό βλέμμα από κάθε υπερβατολογική προοπτική.
[70] Βλ. ενδεικτικά Blindness and Insight, σ. 18-19, 107, 222, 237, 288-289. Βλ. επίσης GODZICH Wlad, «Caution: Reader at Work», στο Blindness and Insight, σ. xxvi-xxviii, xxx· και O’HARA Daniel T., The Romance of Interpretation: Visionary Criticism from Pater to de Man, Νέα Υόρκη, Columbia University Press, 1985, σ. 228.
[71] Βλ. DE MAN Paul, «Walter Benjamin’s ‘The Task of the Translator’», στο The Resistance to Theory, σ. 85, 87, 94-97, 99-101.
[72] DE MAN Paul, «The Rhetoric of Blindness», στο Blindness and Insight, σ. 106.
[73] Βλ. για παράδειγμα, Blindness and Insight, σ. 16, 18, 102-103, 109-116, 135, 141, 222, 280, 284, 289.
[74] DE MAN Paul, «Literature and Language: A Commentary», στο Blindness and Insight, σ. 285.
[75] DE MAN Paul, «The Resistance to Theory», στο The Resistance to Theory, σ. 8.
[76] DE MAN Paul, «The Rhetoric of Temporality», στο Blindness and Insight, σ. 213.
[77] Ό.π., σ. 212-213.
[78] Βλ. Paul de Man, Blindness and Insight, σ. 58-59, 147, 164-165, 211, 242· και The Resistance to Theory σ. 12, 58-59, 75, 83-84, 86, 92-93, 104.
[79] Βλ. σχετικά Wlad Godzich, «Reader at Work», σ. xvi-xvi· και HARTMAN Geoffrey, «Looking Back on Paul de Man», στο WATERS Lindsay και GODZICH Wlad (επιμ.), Reading de Man Reading, Μιννεάπολη, University of Minnesota Press, 1989, σ. 4, 9, 13.
[80] Paul de Man, «The Resistance to Theory», σ. 12. 19-20.
[81] Σύμφωνα με τον Ian Hunter, η χουσερλιανή επιστημολογική προϋπόθεση της «εποχής» (epoché) ή «περιστολής του υπερβατικού» (transcendental reduction) είναι στην ουσία μια θεωρητική έκφανση του προτάγματος της αυτοκυριαρχίας. Η αυτοκυριαρχία αυτή παίρνει τη μορφή της επιστημολογικής αποκήρυξης του πειρασμού της πρόσβασης σε εμπειρικά και θετικιστικά δεδομένα για χάρη της απροϋπόθετης έκθεσης της σκέψης στην «εκρηκτική εμφάνιση του νοηματικού υπερβατικού φαινομένου». Κάτι τέτοιο καθυπαγορεύει βέβαια και το άτοπο μιας «ιστορίας» της θεωρίας, αν και ο Hunter προτείνει ότι η διακύρηξη της υπερβατικής ετερογένειας του θεωρητικού λόγου ως προς την ιστορική ανάλυση χρήζει η ίδια ιστορικής διερεύνησης. Προφανώς, η δική μου θέση σε ό,τι αφορά τον de Man είναι πολύ κοντά σε αυτή του Hunter. Βλ. HUNTER Ian, «The History of Theory», Critical Inquiry 33 (φθινόπωρο 2006), σ. 83-86, 87, 94, 104-108.
[82] Daniel T. OHara, The Romance of Interpretation, σ. 228.
[83] Όπως είναι γνωστό, το δωδέκατο βιβλίο της Μεταφυσικής θα συνδέσει το Θείο με την «νοήσεως νόησιν» και αμφότερα με την prima causa, την «αρχή» που κινεί τα πάντα χωρίς η ίδια να υπόκειται σε εξωγενή κίνηση. Βλ. Αριστοτέλης,  Metaphysics, 12.8 1073a 24-26, και 12.9 1074b 34. Για την συνάφεια αριστοτελικής prima causa και κυριαρχίας , ιδιαίτερα στην ύστερη σκέψη του Derrida, βλ. BALKE Friedrich, «Derrida and Foucault on Sovereignty», German Law Journal 6.1, 2005, σ. 71.

Δεν υπάρχουν σχόλια: