Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Anna Akhmatova, "Ποίημα δίχως ήρωα"

Από το εξαιρετικό και πάντα αναντικατάστατο στην ελληνική μπλογκόσφαιρα Ποιείν.
RD (Αντώνης)
---

Άννα Αχμάτοβα
“Ποίημα δίχως ήρωα”
(Μτφ: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©), Αρμός, 2010

Ποίημα δίχως ήρωα
Τρίπτυχο
1940 – 1962
Ερανίσματα
Μτφ: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Από την εισαγωγή του μεταφραστή
Είκοσι ολόκληρα χρόνια έγραφε το «Ποίημα δίχως ήρωα» η Άννα Αχμάτοβα. Είκοσι ολόκληρα χρόνια η ποιήτρια στροβιλίζονταν στους σιγανούς ανέμους της ψυχικής ενδοχώρας. Είκοσι ολόκληρα χρόνια εγκαταβίωνε στον κόσμο της ζωντανής μνήμης και της νεφελώδους ανάμνησης.

Στις 22 Ιουνίου 1940 οι γερμανικές ορδές επιτέθηκαν κατά της Ε.Σ.Σ.Δ. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο Κόκκινος Στρατός γνώρισε αλλεπάλληλες ήττες και αναγκάστηκε να υποχωρήσει σε μια προσπάθεια ανασύνταξης των δυνάμεων του. Στο μεταξύ οι Γερμανοί είχαν περικυκλώσει το Λένινγκραντ και είχαν φτάσει σε απόσταση 30 περίπου χιλιομέτρων έξω από την Μόσχα. Όσο όμως κι αν φαίνεται παράξενο ο πόλεμος αυτός έφερε ανακούφιση σε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι ένιωσαν να σπάνουν τα ζοφερά δεσμά της μοναξιάς της απομόνωσης που επέβαλαν οι σταλινικές διώξεις της περιόδου 1936 – 1938 με τις επαίσχυντες «δίκες της Μόσχας», την μαζική τρομοκρατία του πληθυσμού, τα εκατομμύρια των φυλακισμένων και εξόριστων, ένιωσαν ανακούφιση και ψυχική ανάταση, επειδή, επιτέλους, ο εχθρός, ο εξωτερικός εχθρός ήταν προ των πυλών και αυτοί θα έπρεπε για άλλη μια φορά στην ιστορία της πολύπαθης Ρους να αντισταθούν, να πολεμήσουν, να χύσουν το αίμα τους για την ιερή γη της πατρίδας τους και όχι να χορτάσουν μ’ αυτόν τον Μολώχ του ολοκληρωτισμού.

Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου η Άννα Αχμάτοβα εντάχθηκε στο σώμα της πολιτοφυλακής και καθημερινά φυλούσε σκοπιά ακόμη και κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών της πόλης από την εχθρική αεροπορία και πυροβολικό. Μια νύχτα άυπνη, τη νύχτα της 26ης προς 27η Δεκεμβρίου 1940, στο πολιορκημένο από τις φασιστικές ορδές Λένινγκραντ, με αφορμή ένα απόσπασμα από το ποίημα «Είμαι μάρτυρας των πάντων στον κόσμο τούτο», όπως αφηγείται η ίδια η Χρυσόστομη πασών των Ρωσίων Άννα Αχμάτοβα, γεννήθηκε το προσχέδιο του «Ποιήματος δίχως ήρωα». Μια πρώτη, μα αυθεντική εξιστόρηση για τη σύνθεση του ποιήματος, δίνει η ίδια η ποιήτρια στο «παραλήρημα του προλόγου» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια επιστολή της.

Ξεκίνησε να το γράφει στο Λένινγκραντ. Στη συνέχεια, όταν ακολούθησε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην αναγκαστική υπερωρία, λόγω της πολιορκίας της πόλης, εργάστηκε στην «Κωνσταντινούπολη των φτωχών», την Τασκένδη. Επιστρέφοντας, μετά την λήξη του πολέμου στη γενέθλια πόλη συνέχισε τη δημιουργία της εμπιστευόμενη το αποτέλεσμά της στην αγαπημένη της φίλη Λυδία Τσουκόφσκαγια.

Το «Ποίημα δίχως ήρωα» είναι, κατά την ίδια την Αχμάτοβα, «μια κοσμηματοθήκη με τριπλό πάτο». Είναι ένα ποίημα τριών επιπέδων. Το πρώτο επίπεδο είναι η συνάντηση με το παρελθόν, ο θρήνος των νεκρών. Μια νύχτα μαγική η ηρωίδα καλεί τις «γλυκές σκιές» και τότε στη σκηνή εμφανίζονται οι βασικοί συντελεστές μιας νύχτας μεταμφιεσμένων στην Πετρούπολη την δεκαετία του 1910. Είναι η Όλγα Γκλέμποβα Σουντέικινα, ο Βιατσεσλάβ Κινάζεφ που αυτοκτόνησε εξαιτίας του έρωτα του γι’ αυτήν, ο Αλεξάντρ Μπλοκ. Στο δεύτερο επίπεδο ο αναγνώστης διακρίνει τη φωνή της εποχής, τα μόλις διακρινόμενα βαριά βήματα του Κομάντορ. Πρωταγωνιστής του ποιήματος όμως είναι ο χρόνος, γι’ αυτό και εν τέλει το ποίημα, απομένει δίχως ήρωα. Στο τρίτο όμως επίπεδο ανάγνωσης, μπορούμε να διεισδύσουμε στις συμπαντικές διαδρομές της ψυχής, να διακρίνουμε το θεοσοφικό τρίγωνο «Θεός – χρόνος – άνθρωπος», πράγμα που προσδίδει στην ποιητική αυτή σύνθεση ένα βαθύ φιλοσοφικό και ηθικό περιεχόμενο.

Посвящение
27 декабря 1940
…………………………………
…а так как мне бумаги не хватило,
Я на твоем пишу черновике.
И вот чужое слово проступает
И, как тогда снежинка на руке,
Доверчиво и без упрека тает.
И темные ресницы Антиноя1
Вдруг поднялись - и там зеленый дым,
И ветерком повеяло родным…
Не море ли?
Нет, это только хвоя
Могильная, и в накипанье пен
Все ближе, ближе…
Marche funebre…
Шопен…
Ночь. Фонтанный Дом

Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940
Βσ. Κ.
………………………………..
… κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά ….
Marche funebre …
Σοπέν…

Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα
Второе посвящение
О.С.

Ты ли, Путаница-Психея,
Черно-белым веером вея,
Наклоняешься надо мной,
Хочешь мне сказать по секрету,
Что уже миновала Лету
И иною дышишь весной.
Не диктуй мне, сама я слышу:
Теплый ливень уперся в крышу,
Шепоточек слышу в плюще.
Кто-то маленький жить собрался,
Зеленел, пушился, старался
Завтра в новом блеснуть плаще.
Сплю -
она одна надо мною, -
Ту, что люди зовут весною,
Одиночеством я зову.
Сплю -
мне снится молодость наша,
Та, е г о миновавшая чаша;
Я ее тебе наяву,
Если хочешь, отдам на память,
Словно в глине чистое пламя
Иль подснежник в могильном рву.
25 мая 1945
Фонтанный Дом

Αφιέρωση δεύτερη
Ο.Σ.
Εσύ είσαι Αράχνη – Ψυχή
Που με ασπρόμαυρη βεντάλια
Αέρα μου κάνεις σκυμμένη πάνω μου.
Μυστικά θέλεις να μου πεις
Πως πέρασε το Καλοκαίρι
Και περιμένεις την επόμενη άνοιξη.
Μην μου υπαγορεύεις, τ’ ακούω κι εγώ:
Μια βροχή ζεστή χτυπάει τη στέγη,
Ψίθυρους ακούω από τον κισσό.
Κάποιος μικρός αποφάσισε να ζήσει
Πρασίνισε, φούντωσε, προσπάθησε
Αύριο σε νέο αστραφτερό αντίσκηνο
Θα κοιμηθώ –
μόνη, μονάχη με τον εαυτό μου.
Εκείνο που οι άνθρωποι άνοιξη ονομάζουν,
Εγώ το λέω μοναξιά.
Κοιμάμαι –
Και ονειρεύομαι τη νιότη μας,
Εκείνη, τη στιγμή που έφυγε
Στον ξύπνιο μου,
Αν θέλεις, στην δίνω να θυμάσαι,
Σα να ‘ναι φλόγα καθαρή μέσα στη λάσπη,
σα γαλανθός στου μνήματος την άκρη.
25 Μαΐου 1945
Σπίτι στη Φοντάνα.

Третье и последнее
(LE JOUR DES ROIS)
Раз в крещенский вечерок…
Жуковский
Полно мне леденеть от страха,
Лучше кликну Чакону Баха,
А за ней войдет человек…
Он не станет мне милым мужем,
Но мы с ним такое заслужим,
Что смутится Двадцатый Век.
Я его приняла случайно
За того, кто дарован тайной,
С кем горчайшее суждено,
Он ко мне во дворец Фонтанный
Опоздает ночью туманной
Новогоднее пить вино.
И запомнит Крещенский вечер,
Клен в окне, венчальные свечи
И поэмы смертный полет…
Но не первую ветвь сирени,
Не кольцо, не сладость молений -
Он погибель мне принесет.
5 января 1956

Αφιέρωση τρίτη και τελευταία
(LE JOUR DES ROIS)
Κάποτε στων Φώτων την παραμονή….
Ζουκόφσκι
Του τρόμου την παγωνιά θυμάμαι,
Κάλλιο απ’ την λεπίδα της Τσακόνας του Μπαχ,
Κάποιος θα μπει μετά απ’ αυτή…
Δεν θα ‘ναι ο σύζυγος μου ο γλυκός
Μαζί όμως εμείς θα κάνουμε πολλά
Που έκπληκτος ο εικοστός θα μείνει ο αιώνας.
Τυχαία τον πέρασα για άλλον,
Εκείνον που ‘χε χάρισμα μυστικό
Που η μοίρα ήθελε
Στο παλάτι της Φοντάνα
Μια νύχτα με ομίχλη να αργήσει
Να πει το κρασί της πρωτοχρονιάς.
Και να θυμάμαι των Φώτων την παραμονή,
Τον σφένδαμο στο παραθύρι, του γάμου τις λαμπάδες
Και την θανάσιμη πτήση του ποιήματος…
Δεν θα μου φέρει όμως το πρώτο της πασχαλιάς κλωνάρι,
Ούτε ένα δαχτυλίδι, μηδέ της προσευχής την γλύκα Παρά μονάχα τον χαμό.
5 Ιανουαρίου 1956

Вступление
ИЗ ГОДА СОРОКОВОГО,
КАК С БАШНИ, НА ВСЕ ГЛАЖУ.
КАК БУДТО ПРОЩАЮСЬ СНОВА
С ТЕМ, С ЧЕМ ДАВНО ПРОСТИЛАСЬ,
КАК БУДТО ПРЕКРЕСТИЛАСЬ,
И ПОД ТЕМНЫЕ СВОДЫ СХОЖУ.
25 августа 1941
Осажденный Ленинград

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΑΠΟ ΤΟ ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ ΣΑΡΑΝΤΑ
ΣΑΝ ΑΠΟ ΚΑΣΤΡΟ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ.
ΣΑ ΝΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩ ΞΑΝΑ
ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΚΑΙΡΟ ΤΩΡΑ ΕΧΩ ΑΦΗΣΕΙ.
ΕΚΑΝΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΚΑ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΗΝ ΣΚΟΤΕΙΝΗ.
25 Αυγούστου 1941
Πολιορκημένο Λένινγκραντ

2 σχόλια:

RDdemos είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=bFb2dOBGizI

Το τελευταίο από τα Έξι τραγούδια σε στίχους Μ.Tsvetaeva με τίτλο Anne Αkhmatovoy:

O muse of weeping, most beautiful of muses! O you wild fiend of the white night! You send a black blizzard over Russia.

and your howling pierces us like arrows. And we shy away, and a hollow "Oh"!

a hundred thousand-fond - swears to you Anna

Akhmatova! This name is a great sigh, and it falls into the depth which has no name.

We are crowned by this - that we tread the same earth as you, that the sky above us is the same!
And he who has been wounded by your mortal fate departs already immortal to his deathbed.

The dome burn in my singing city, and the blind wanderer praises the Holy Saviour... And I make a gift to you of my city of bells, Akhmatova! And of my heart as well.

(Translation DECCA 1985)

RDdemos είπε...

«The domes burn»...