Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Alain Badiou, Μανιφέστο για τη φιλοσοφία: 1. Δυνατότητα

Alain Badiou
Μανιφέστο για τη φιλοσοφία
Μτφρ. Άντα Κλαμπατσέα, Βλάσης Σκολίδης
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2006

1. Δυνατότητα

Οι εν ζωή φιλόσοφοι, σήμερα στη Γαλλία, δεν είναι πολλοί, αν και μάλλον είναι περισσότεροι από αλλού. Ας πούμε ότι άνετα τους μετράς στα δέκα δάκτυλα. Ναι, μια δεκαριά φιλόσοφοι, εάν ο όρος υπονοεί εκείνους που προτείνουν για την εποχή μας ιδιότυπες και αναγνωρίσιμες προτάσεις, και εάν συνεπώς αγνοήσουμε τους σχολιαστές, τους απαραίτητους λόγιους και τους ματαιόδοξους δοκιμιογράφους.

Δέκα φιλόσοφοι; Ή μήπως "φιλόσοφοι"; Διότι το περίεργο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς λένε ότι η φιλοσοφία είναι αδύνατη, ότι έχει περατωθεί, ότι έχει παραδώσει τη σκυτάλη σε κάτι άλλο. Ο Λακού-Λαμπάρτ λέει, για παράδειγμα: "Δεν πρέπει πια να έχουμε επιθυμία φιλοσοφίας." Και σχεδόν ταυτόχρονα ο Λιοτάρ: "Η φιλοσοφία ως αρχιτεκτόνημα είναι ερειπωμένη." Μα, γίνεται να συλλάβουμε κάποια φιλοσοφία που να μην είναι διόλου αρχιτεκτονική; Μπορεί άραγε μια "γραφή των ερειπίων," μια "μικρολογία", ένα παζλ από "γκράφιτι" (μεταφορές που μεταχειρίζεται ο Λιοτάρ για το σύγχρονο είδος στοχασμού), να εξακολουθεί να έχει με τη "φιλοσοφία", όπως και αν την εκλαμβάνει κανείς, κάποια άλλη σχέση πέρα από σχέση απλής συνωνυμίας; Και μήπως δεν αληθεύει ότι ο πιο σπουδαίος από τους νεκρούς μας, ο Λακάν, ήταν "αντιφιλόσοφος"; Και πώς να ερμηνεύσουμε το ότι ο Λιοτάρ δεν μπορεί να αναφερθεί στο πεπρωμένο της Παρουσίας παρά μόνο σχολιάζοντας κάποιους ζωγράφους, το ότι το τελευταίο σημαντικό βιβλίο του Ντελέζ έχει για θέμα τον κινηματογράφο, το ότι ο Λακού-Λαμπάρτ (ή στη Γερμανία ο Γκάνταμερ) αφοσιώνεται στην προδρομική ποιητική του Τσέλαν, ή το ότι ο Ντεριντά προσφεύγει στον Ζενέ; Όλοι μας σχεδόν οι "φιλόσοφοι" επιζητούν μια γραφή εκτρεπόμενη, διάφορα έμμεσα ερείσματα και λοξές αναφορές, ώστε να επέλθει στον υποθετικά ακατοίκητο χώρο της φιλοσοφίας μια παροδική και φευγαλέα κατάληψη του τόπου. Και στο επίκεντρο αυτής της εκτροπής --το αγχωμένο όνειρο εκείνου που δεν είναι ποιητής, ούτε πιστός θρησκευόμενος, ούτε "εβραίος"...  -- βρίσκουμε το εξής, το οποίο συνδαυλίζει και η βάναυση επιτίμηση για την εθνικοσοσιαλιστική στράτευση του Χάιντεγκερ: στη δίκη που η εποχή υποκινεί εναντίον μας, διαβάζοντας το κατηγορητήριο, μείζονα επιβαρυντικά στοιχεία του οποίου αποτελούν η Κολίμα και το Άουσβιτς, οι φιλόσοφοί μας, θεωρώντας ότι κουβαλούν τον αιώνα στις πλάτες τους, και τελικά τους αιώνες των αιώνων από τον Πλάτωνα κι έπειτα, αποφάσισαν να δηλώσουν ένοχοι. Ούτε οι επιστήμονες, που επανειλημμένα έχουν καθίσει στο εδώλιο, ούτε οι στρατιωτικοί, ούτε καν οι πολιτικοί, θεώρησαν ποτέ ότι οι σφαγές του αιώνα υπονομεύουν καίρια τη συντεχνία τους. Οι κοινωνιολόγοι, οι ιστορικοί, οι ψυχολόγοι, όλοι ευδοκιμούν εν πλήρη αθωότητι. Μόνο οι φιλόσοφοι εσωτερίκευσαν ότι η σκέψη, η δική τους σκέψη, τέμνεται με τα ιστορικά και πολιτικά εγκλήματα του αιώνα, καθώς και όλων των αιώνων που αποκύημά τους υπήρξε ο εικοστός, τόσο ως στοιχείο που εμποδίζει κάθε συνέχεια όσο και ως στοιχείο που είναι σε θέση να δικάσει ένα συλλογικό και ιστορικό διανοητικό κακούργημα.

Θα ήταν εύλογο να σκεφτούμε ότι, σε αυτή τη φιλοσοφική "ευρεσιτεχνία" του διανοητικού χαρακτήρα του εγκλήματος, κρύβεται μπόλικη αλαζονεία. Όταν ο Λιοτάρ πιστώνει στον Λακού-Λαμπάρτ τον "πρώτο φιλοσοφικό προσδιορισμό του ναζισμού", θεωρεί δεδομένο ότι ένας τέτοιος προσδιορισμός έχει να κάνει με τη φιλοσοφία. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν είναι διόλου προφανές. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι ο "προσδιορισμός" των νόμων της κίνησης δεν εξαρτάται καθόλου από τη φιλοσοφία. Και, από τη μεριά μου, διατείνομαι ότι ακόμη και το αρχαιότατο ζήτημα του είναι-ως-είναι δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη φιλοσοφία: είναι ζήτημα που ανήκει στο μαθηματικό πεδίο. Μπορεί επομένως κανείς να θεωρήσει ότι νομιμοποιούμαστε να αποκλείσουμε τον προσδιορισμό του ναζισμού, για παράδειγμα του ναζισμού ως πολιτικής, από εκείνη τη μορφή σκέψης που από τον Πλάτωνα κι έπειτα ονομάζεται φιλοσοφία. Οι σεμνοί θιασώτες του αδιεξόδου της φιλοσοφίας θα μπορούσαν κάλλιστα να επιμείνουν και να εξακολουθήσουν να υποστηρίζουν την ιδέα ότι "τα πάντα" εξαρτώνται από τη φιλοσοφία. Μόνο που τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουν πως και η εθνικοσοσιαλιστική στράτευση του Χάιντεγκερ υπήρξε απόρροια αυτού ακριβώς του θεωρητικού ολοκληρωτισμού. Διότι, τι άλλο έκανε ο Χάιντεγκερ από το να υποθέσει ότι η "αποφασισμένη απόφαση" του γερμανικού λαού, την οποία ενσάρκωσαν οι ναζιστές, ήταν ομόλογη προς τη δική του σκέψη, του καθηγητή-ερμηνευτή; Η θέση ότι η φιλοσοφία χρεώνεται --αυτή αποκλειστικά-- τις εξαίσεις ή ολέθριες εκφάνσεις της πολιτικής του εικοστού αιώνα, είναι κάτι σαν η πανουργία του εγελιανού λόγου να έχει τρυπώσει στα άδυτα του πρωτοκόλλου των αντιδιαλεκτικών μας. Είναι σαν να υποθέτουμε αξιωματικά πως υπάρχει ένα πνεύμα της εποχής, ένας ουσιώδης προσδιορισμός, του οποίου επινοητική και συσπειρωτική αρχή είναι η φιλοσοφία. Προτιμότερο είναι να ξεκινήσουμε από την ιδέα ότι, για παράδειγμα, ο ναζισμός δεν συνιστά ως τέτοιος ένα δυνατό αντικείμενο για τη φιλοσοφία, ότι δεν περιλαμβάνεται στους όρους που είναι σε θέση να μορφοποιήσει η φιλοσοφική σκέψη στο δικό της πεδίο αναφοράς. Ότι δεν αποτελεί συμβάν για αυτή τη σκέψη. Πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει ότι ο ναζισμός είναι μη στοχάσιμος.

Διότι η αλαζονεία μεταβάλλεται σε επικίνδυνη ανεπάρκεια όταν οι φιλόσοφοί μας, με βάση το αξίωμα ότι η φιλοσοφία φέρει το βάρος των εγκλημάτων του αιώνα, συμπεραίνουν αντιστοίχως το αδιέξοδο της φιλοσοφίας και τον μη στοχάσιμο χαρακτήρα του εγκλήματος. Για όποιον θεωρεί πως την εξόντωση των εβραίων στην Ευρώπη πρέπει να την αποτιμήσουμε φιλοσοφικά με βάση τη σκέψη του Χάιντεγκερ, το αδιέξοδο είναι πράγματι οφθαλμοφανές. Προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα λέγοντας ότι πρόκειται για κάτι αδιανόητο, ανεξήγητο, για κάτι που ερειπώνει την εννοιακή προσέγγιση. Είναι λοιπόν έτοιμοι να θυσιάσουν την ίδια τη φιλοσοφία για να περιορίσουν την αλαζονεία της: εφόσον η φιλοσοφία πρέπει να σκεφτεί τον ναζισμό και δεν επαρκεί για κάτι τέτοιο, τούτο σημαίνει πως αυτό που πρέπει να σκεφτεί είναι μη στοχάσιμο, πως η φιλοσοφία διαπορεύεται μια α-πορία. 

Προτείνω να θυσιάσουμε το "πρέπει" και να πούμε: εάν η φιλοσοφία είναι ανίκανη να σκεφτεί την εξόντωση των εβραίων της Ευρώπης, αυτό σημαίνει ότι δεν ανήκει στα καθήκοντά της ούτε στη δυνατότητά της να το πράξει. Σημαίνει ότι εναπόκειται σε μια άλλης τάξεως σκέψη να καταστήσει αυτή τη σκέψη ενεργό. Στη σκέψη της ιστορικότητας, για παράδειγμα, δηλαδή στη σκέψη της Ιστορίας εξεταζόμενης από πολιτική άποψη.

Δεν ενέχει ποτέ πραγματική σεμνότητα η ανακοίνωση ενός "τέλους", μιας περάτωσης, ενός ριζικού αδιεξόδου. Η αναγγελία του "τέλους των μεγάλων αφηγήσεων" είναι εξίσου αναιδής με την ίδια τη μεγάλη αφήγηση, η βεβαιότητα για το "τέλος της μεταφυσικής" κινείται στο πλαίσιο του μεταφυσικού στοιχείου της βεβαιότητας, η αποδόμηση της έννοιας του υποκειμένου απαιτεί μια κεντρική εννοιολογική κατηγορία --το είναι, για παράδειγμα-- που οι ιστοριακές της προδιαγραφές είναι πολύ καθοριστικότερες κ.ο.κ. Κεραυνοβολημένη από την τραγικότητα του υποτιθέμενου αντικειμένου της --εξόντωση, στρατόπεδα σγκέντρωσης--, η φιλοσοφία μεταμορφώνει τη δική της αδυνατότητα σε προφητική πόζα. Στολίζεται με τα ζοφερά χρώματα του καιρού, δίχως να λαμβάνει υπόψη της ότι αυτή η αισθητικοποίηση συνιστά επίσης αδικία εις βάρος των θυμάτων. Η διεκτραγώγηση της αναξιότητας είναι και αυτή μια πόζα, μια απάτη, όπως ακριβώς και η αχαλίνωτη διασάλπιση της ενεστωποίησης του Πνεύματος. Το τέλος του Τέλους της Ιστορίας είναι υφασμένο από το ίδιο νήμα όπως τούτο το Τέλος.

Άπαξ και οριοθετηθεί το διακύβευμα της φιλοσοφίας, το πάθος περί του "τέλους" της υποχωρεί μπροστά στο εντελώς διαφορετικό ερώτημα που αφορά τους όρους της φιλοσοφίας. Δεν υποστηρίζω ότι η φιλοσοφία είναι δυνατή ανά πάσα στιγμή. Προτείνω να εξετάσουμε γενικά υπό ποίους όρους είναι δυνατή, σε πλαίσιο εναρμονισμένο με τον προορισμό της. Το ότι οι βιαιότητες της ιστορίας μπορούν να τη διακόψουν είναι κάτι που δεν πρέπει να το επιβεβαιώσουμε αβασάνιστα. Το να θεωρήσουμε πως ο Χίτλερ και οι μπράβοι του στάθηκαν ικανοί να εισαγάγουν το αδιανόητο στη σκέψη και να επιφέρουν την τελειωτική παύση της αρχιτεκτονημένης  άσκησής της, θα σήμαινε ότι τους παραχωρούμε μια αλλόκοτη νίκη. Χρειάζεται άραγε να χαρίσουμε στον φανατικό αντιδιανοουμενισμό των ναζιστών, ύστερα από τη στρατιωτική του συντριβή, μια τέτοια ικανοποίηση: ότι δηλαδή η ίδια η σκέψη, πολιτική ή φιλοσοφική, είναι πράγματι ανήμπορη να αποτιμήσει αυτό που είχε την πρόθεση να την αφανίσει; Το λέω όπως το σκέφτομαι: εάν ο θάνατος των εβραίων γινόταν αιτία να τελειώσουν όλα εκείνα στα οποία έχουν αποφασιστικά συμβάλει --η επαναστατική πολιτική και η φιλοσοφία του ορθού λόγου--, θα ήταν σαν να τους θανατώναμε για δεύτερη φορά. Ο ουσιαστικότερος σεβασμός απέναντι στα θύματα δεν γίνεται να είναι η εμβροντησία του πνεύματος και η αυτο-καταγγελτική αβουλία του μπροστά στο έγκλημα· είναι το να συνεχιστεί αυτό που τους προσδιόρισε στα μάτια των δημίων ως εκπροσώπους της Ανθρωπότητας. 

Η θέση μου είναι όχι μόνο ότι η φιλοσοφία είναι σήμερα δυνατή, αλλά και ότι αυτή η δυνατότητα δεν έχει τη μορφή της διεκπεραίωσης ενός τέλους. Αντίθετα, το ζητούμενο είναι να μάθουμε τι σημαίνει προχωρώ ένα βήμα παραπέρα. Ένα μονάχα βήμα. Ένα βήμα μέσα στο πλαίσιο της νεωτερικής μορφοποίησης, η οποία από τον Καρτέσιο κι έπειτα συνδέει τους όρους της φιλοσοφίας με τρεις κομβικές έννοεις: το είναι, την αλήθεια, και το υποκείμενο.



Εικόνα: Caravaggio, ζωγραφισμένη ασπίδα με το κεφάλι της Μέδουσας, Μουσείο Uffizi, Φλωρεντία.

Μεταγραφή:  RD (Αντώνης)

3 σχόλια:

Συλβια φον Ταδε είπε...

Εάν έχω διαβάσει σωστά... το κάλεσμα του Μπαντιού είναι να αντιμετωπίσει η φιλοσοφία την αμηχανία της... χωρίς να αυτο-ανακηρύσσεται νεκρή ή να αποστρέφεται τον εαυτό της, χωρίς να παρεκτρέπεται και να λοξοδρομεί και χωρίς να πνίγεται στην απόγνωση.

Μοιάζει σχεδόν με το πρώτο πραγματικό κάλεσμα της φιλοσοφίας να αντιμετωπίσει την "ερωτική απογοήτευση", πλέον έχοντας την βιώσει και πρακτικά.

Αντωνης είπε...

Σωστά διαβάζεις, αλλά να προσθέσουμε και το σημαντικότερο: Να αναλάβει τις ευθύνες της για την κρίση πάνω στην πολιτική βία χωρίς μυστικιστικές υστερίες και χωρίς ηθικολογικές υπεκφυγές.

Συλβια φον Ταδε είπε...

Οπότε να ενσαρκώσει τον ρόλο της ως πολιτικό υποκείμενο και να μην περιορίζεται μόνο στο να θεωρητικοποιεί περί αυτού.

Έχω την εντύπωση πως η φιλοσοφία περνάει στο στάδιο β' ενηλικίωσης, όπου πλέον καλείται να διεκπεραιώσει τις ιδέες της χωρίς ίχνος αφέλειας.