Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Πριν τη σχολή του Middlesex


Το παρακάτω κείμενο στάλθηκε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ιστολογίου και δημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα. Στην δεξιά μπάρα του ιστολογίου θα βρείτε λινκ στην επιστολή διαμαρτυρίας για το κλείσιμο του Τμήματος Φιλοσοφίας και την αήθη,  μαφιόζικη απόφαση αποβολής των Peter Hallward και Peter Osborne από το πανεπιστήμιο. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να δηλώσουμε την αντίθεσή μας στην αισχρή φίμωση της φιλοσοφικής σκέψης όσο είναι ακόμα καιρός.
RD (Αντώνης)
---

Πριν τη Σχολή του Middlesex: «Η Κρίση στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες» 

Το 2002 ήμουν φοιτητής στο Mphil πρόγραμμα του Centre for Contemporary Cultural Studies and Sociology του Πανεπιστημίου του Birmingham. Η τότε κατάσταση καθιστούσε τη συζήτηση περί «Κρίσης» επιτακτική. Η φήμη είχε διαρρεύσει. Η σχολή πρόκειται να κλείσει.

Κάποιους μήνες νωρίτερα και με την έναρξη του προγράμματος είχε ήδη γίνει φανερό σε μένα πως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως τα περίμενα. Ισχυρό ανταγωνιστικό πνεύμα μέσα στη Σχολή μεταξύ των καθηγητών αλλά και των φοιτητών, πενιχρά μέσα, διάλογος υποτονικός. Η είδηση πάντως ξάφνιασε. Άλλωστε, η φοίτηση στη Σχολή θεωρούνταν περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μια «επένδυση» που θα προσέφερε «επαγγελματική καταξίωση» σε όσους τυχερούς είχαν επιλεχθεί να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα. Για κάποιους λίγους, τα πράγματα παρέμεναν φανερά πια «ιδεαλιστικά».

Όλα αυτά ερχόντουσαν σε αντίθεση με την ιστορία της Σχολής. Η μαρξιστικών καταβολών Σχολή ιδρύθηκε το 1964 αρχικά ως ερευνητικό Κέντρο και σηματοδότησε θεσμικά την ακαδημαϊκή αναγνώριση της λαϊκής – εργατικής κουλτούρας ως αντικείμενο μελέτης και ανάλυσης αφήνοντας πίσω κυρίαρχες ως τότε αντιλήψεις που περιόριζαν την κουλτούρα στη φιλοσοφία, στις καλές τέχνες και στις κλασσικές πολιτισμικές εκφράσεις των κυρίαρχων τάξεων. «Η κουλτούρα της ελίτ όχι μόνο δεν είναι μοναδική αλλά είναι και αδύνατο να υπάρξει ως τέτοια αν δεν οριστεί ή κυριαρχήσει σε σχέση με μία άλλη κατώτερη» (1). Η γενέτειρα των πολιτισμικών σπουδών υπήρξε το Μπέρμινγχαμ.

Η συζήτηση για την «Κρίση στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες» ήταν υπαρκτή μέσα στη Σχολή. Ως κάτι απόμακρο βέβαια, το ύφος παρέμενε ακαδημαϊκό, από κάποια απόσταση η οποία δημιουργούσε ασφάλεια. Ασφάλεια που πήγαζε από τη γνώση της κυρίαρχης θέσης που κατείχε η Σχολή στα συστήματα αξιολόγησης και την προσαρμογή που είχε συμβεί στα προγράμματα για να αγγίζουν θέματα περισσότερο προσοδοφόρα σε μια λογική ευελιξίας ως προς τις απαιτήσεις για πολιτισμικές σπουδές «χρήσιμες». Αυτό που σήμαινε με απλά λόγια ήταν πως κάποια θέματα ήταν περισσότερο εύκολο να χρηματοδοτηθούν για έρευνα από κάποια άλλα. Όπως επίσης, πως η αναγκαιότητα για παραγωγή πρωτότυπης έρευνας για άντληση κεφαλαίων είχε έρθει να υποσκελίσει το θεμέλιο στο οποίο είχε κτιστεί η Σχολή: αυτό της συλλογικής παραγωγής έργου και η συνεργατική - συλλογική αντίληψη είχε αντικατασταθεί από μία έντονα ανταγωνιστική.

Στο ερώτημα για την «Κρίση» και του πώς μπορούμε να προσφέρουμε πιο ελκυστικές αφηγήσεις, η απάντηση είχε δοθεί: αποδεχόμενοι πως κάποιες αφηγήσεις είναι πιο χρήσιμες από κάποιες άλλες που είναι σχετικά προβληματικές, δεν είναι πια χρήσιμες ή αναγκαίες: είναι ξεπερασμένες. Η Κρίση καλύφθηκε για λίγο πίσω απ’ αυτή την ιδεολογική υποχώρηση που έδινε ένα ψεύτικο αίσθημα ασφάλειας και έθετε στο περιθώριο φωνές οι οποίες θεωρούνταν μη οικονομικές. Όμως, κι αυτή η λύση δεν ήταν επαρκής. Αυτό που έγινε εμφανές στην πορεία, ήταν πως η «Κρίση στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες» ήταν ακριβώς αυτή η αποδοχή της λύσης του προσοδοφόρου. Πως, εν τέλει, όλα είναι «επένδυση» και «δουλειά». Επένδυση για τους φοιτητές, δουλειά για τους καθηγητές, αξιολόγηση του έργου τους.

Με την «ταυτότητα» του Κέντρου αλλοιωμένη σε σημείο κατάρρευσης, και τις άμυνες φθαρμένες καθώς η αποδοχή των «αναπόφευκτων» είχε επέλθει με αλλεπάλληλους συμβιβασμούς, το άλμα που ακολούθησε ήταν λογικό. Το κλείσιμο της Σχολής.

Στο ζήτημα που τέθηκε και που τίθεται και τώρα στο Middlesex – και παρά τις αλλεπάλληλες προσαρμογές για περισσότερο δελεαστικά προγράμματα και ερευνητικές δραστηριότητες - για το αν «μπορούμε να ανταγωνιστούμε με τα περιθώρια κέρδους των ιδιωτικών σχολών μάνατζμεντ» η απάντηση ήταν αυτονόητη: δε γίνεται!

Η Σχολή που είχε κλείσει το 1988 υπό τις πιέσεις του καθεστώτος της Θάτσερ, τώρα έκλεινε ξανά, όχι επειδή πια αντιστεκότανε σε τέτοιο βαθμό στις κυρίαρχες λογικές αλλά επειδή είχε προχωρήσει σε συμβιβασμούς επώδυνους, αποδεχόμενη την «αξιολόγηση» και την «εμπορικότητα», την «ευελιξία» και τον «ανταγωνισμό» ως κριτήρια καθημερινής λειτουργίας και θεμέλια της νέας, μοντέρνας ταυτότητάς της. Μετατρέποντας τα προγράμματά του σε «επενδυτικές» κοιτίδες για μελλοντικούς ακαδημαϊκούς. Με καθηγητές που φοβόντουσαν να συγκρουστούν υπό τον φόβο μίας πιθανής απόλυσης. Ανίκανοι να προβάλλουν την οποιαδήποτε αντίδραση. Προχωρώντας σε επώδυνες υποχωρήσεις για να χωρέσουν τα ενδιαφέροντά τους στα κριτήρια που εξασφάλιζαν χρήματα για έρευνητικό έργο.

Οι αξιολογήσεις, πάραυτα, τοποθετούσανε τη Σχολή στην πρώτη θέση της πανεπιστημιακής λίγκας. Όμως αυτό δεν αρκούσε.

Ο διασυρμός των διαδικασιών που ακολούθησαν από την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου, σκανδαλώδης και χρονισμένος, για τη δημιουργία τετελεσμένων ήταν απλά οι τελικές κινήσεις που έβαζαν τελειωτικά την ταφόπλακα. Οι αντιδράσεις που υπήρξαν κινήθηκαν από άτομα μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού: 4. Το πνεύμα και η θέληση δεν υπήρχαν.

Οι περισσότεροι φοιτητές στο Πρόγραμμα επέλεξαν τη διαβούλευση με τις πρυτανικές αρχές για τη διασφάλιση των προσωπικών τους συμφερόντων. Το ίδιο και η πλειοψηφία των καθηγητών. Οι προπτυχιακοί φοιτητές αργοπόρησαν και δεν ήταν έτοιμοι για όσα συνέβησαν. Δεν υπήρχε οργανωτικό πλαίσιο.

Η κίνηση αυτών των 4 έμοιαζε δονκιχωτική. Δίχως καμμία στήριξη από τους υπόλοιπους φοιτητές, και με καθηγητές που περισσότερο ψάχνανε την πόρτα της εθελούσιας εξόδου ή είχαν αποδεχθεί το τετελεσμένο και ετοιμαζόντουσαν για μια πρόωρη τιμητική συνταξιοδότηση η κατάσταση ήταν καταθλιπτική. Πάραυτα, αντίδραση υπήρξε και ήταν αρκετά δυναμική. Ο λόγος που μας είχε απομείνει, έχοντας απωλέσει όλα τα υπόλοιπα, και με κίνδυνο να θέσουμε τέλος στις όποιες ακαδημαϊκές φιλοδοξίες μας – πράγμα που επαληθεύθηκε για κάποιους από εμάς – ήταν ηθικός. Η ιστορία της Σχολής επέβαλλε να θέσουμε το θέμα σε δημόσια διαβούλευση, να κινητοποιήσουμε ακαδημαϊκούς που είχαν σχετισθεί με την πορεία του Κέντρου, να δημοσιοποιήσουμε αυτό που συνέβαινε και τις επιπτώσεις που οι ενέργειες αυτές θα είχανε για το μέλλον των «Ανθρωπιστικών Επιστημών».

Ήταν φανερό για μας πως κτυπιόταν ένας πυλώνας και πως το θέμα που τέθηκε δεν είχε σχέση με αυτή καθαυτή τη σχολή αλλά με τη γενικότερη πορεία που ακολουθούνταν στα τελευταία χρόνια στις «Ανθρωπιστικές Επιστήμες», τη στροφή που ήταν αναγκαία περισσότερο από ποτέ πέρα από τις οικονομίστικες λογικές, την ανάγκη να ακουστούμε για να μπορούν οι επόμενοι να είναι περισσότερο προετοιμασμένοι από εμάς. Η κρυφή ελπίδα παρέμενε πως ίσως μπορέσουμε να σώσουμε τη Σχολή. Επιστολές συμπαράστασης έφθασαν πολλές. Κείμενα δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες της Αγγλίας. Διοργανώθηκαν σεμινάρια και συζητήσεις. Έγιναν συσκέψεις. Αποδείχθηκε ανέφικτο.

Οι περισσότεροι από τους φοιτητές που διαβουλεύτηκαν με τις Πανεπιστημιακές Αρχές διασφάλισαν τα εχέγγυα για τη συνέχιση της ακαδημαϊκής τους πορείας. Οι καθηγητές συνέχισαν σε άλλα πανεπιστήμια. Γι’ αυτούς που αντιδράσανε – με διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές ο καθένας - έμεινε η απογοήτευση και η μοναξιά. Όμως κι ένα ισχυρό αίσθημα αλληλεγγύης. Τα ονόματά τους είναι: Σπύρος Σηφακάκης, Inez Templeton, Alan Thomas, Γιάννης Αγγελάκης.

Ως σύντομο συμπέρασμα, ειδικά για την επίθεση στις «Ανθρωπιστικές επιστήμες», εμφανές καθίσταται πως είναι μια επίθεση στη δυνατότητα κριτικής αντίληψης της πραγματικότητας. Για να γίνει εφικτή και να είναι αποτελεσματική (η επίθεση) οφείλει πρωτίστως να γίνει αποδεκτό ως αναγκαιότητα πως η κριτική οφείλει να λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια και όρια, που τίθονται με όρους «οικονομικούς». Ελεγχόμενη οικονομικά κριτική είναι μία κριτική ανέφικτη. Ανούσια. Ο εχθρός βρίσκεται εντός των πυλών, στη λειτουργία των σχολών, στις αντιλήψεις που κυριαρχούν, στις σχέσεις που διαμορφώνονται εντός των σχολών και οι δυνατότητες για αντίσταση εξασθενούν γιατί οι λόγοι ύπαρξης αυτών των σχολών – πέρα από την «επιτυχία» τους - απαλείφονται. Η οικονομική λύση είχε γίνει αποδεκτή. Σήμαινε: Δε χρειάζονται περαιτέρω ερμηνείες, οι ερμηνείες είναι δοσμένες. Δε χρειάζεται θεώρηση των πραγμάτων, το ζήτημα της θεωρίας είναι λυμένο. Δεν είστε αρκετά οικονομικοί, ήταν το κανιβαλλιστικό αποτέλεσμα. Αυτό ήταν το δίδαγμα της Σχολής του Birmingham.

Τελειώνοντας, καλό θα ήταν να επισημάνω εδώ πως η διαδικασία αυτή δεν είναι προνόμιο των «Ανθρωπιστικών Επιστημών». Σχετίζεται με μία πορεία αποσάρθρωσης των κοινωνικών δομών εις όφελος μίας ατομικιστικής ιδεολογίας όπου η οικονομία πέρα από τη φαινομενικότητά της ως πρακτική διαχείρησης είναι η κοινή λογική ενός περισσότερου αποτελεσματικού ελέγχου των κοινωνικών αντιστάσεων. Μία πορεία προς τα κάτω που ορθολογικοποιείται με κριτήρια τα οποία δε θα έπρεπε εξαρχής να γίνονται αποδεκτά. Γιατί, εν τέλει, η αποδοχή αυτών των κριτηρίων για την επιβίωση μπορεί εύκολα να γίνει η αποδοχή των κριτιρίων για μία επικείμενη καταστροφή. Που θα φαντάζει «φυσική» όσο παραμένει «οικονομική». Αν οι ερμηνείες παραμένουν δοσμένες, αν το ζήτημα της θεώρησης των πραγμάτων είναι λυμένο.

Η αποδοχή της λογικής της «ευελιξίας» και του «προσοδοφόρου» είναι καταστροφική για το κοινωνικό πεδίο. Αυτό φαίνεται πως είναι μία γνώση που στο Middlesex - δίχως να έχω εκ των έσω γνώση των διεργασιών που συντελούνται - έχουν κατακτήσει.

Γιάννης Αγγελάκης

(1) Για όσους ενδιαφέρονται, στο βιβλίο του Peter Burke που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο «Τι είναι πολιτισμική ιστορία», υπάρχει ένα ενδιαφέρον εισαγωγικό σημείωμα από τον Σπύρο Σηφακάκη, διδακτορικό φοιτητή της περιόδου εκείνης, που αναφέρεται στην ιστορία της Σχολής καθώς και τα γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμό της το 2002.

Εικόνα: www.guardian.co.uk

Δεν υπάρχουν σχόλια: