Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Συζητώντας για την κρίση με το Δημήτρη

Ο καλός φίλος του ιστολογίου Δημήτρης έγραψε, προ ημερών, και με αφορμή την ανάρτηση "Υπόθεση εργασίας", ένα μακροσκελές και αναλυτικό σχόλιο όπου εκφράζει τις κριτικές του διαφωνίες με την θέση περί πρωτόγονης συσσώρευσης και με την ανάλυση Robert Brenner, που σωστά τοποθετεί στην βάση της ανάλυσης της συγκεκριμένης ανάρτησης. Στο παρελθόν, ο Δημήτρης είχε ξαναγράψει για τις αδυναμίες της ανάλυσης Brenner, και τότε είχα παραμελήσει να απαντήσω. Του χρωστώ λοιπόν όχι απλώς μια απάντηση, αλλά μια κατά το δυνατόν περισσότερο ορατή αποκατάσταση ενός διαλόγου που καθυστέρησε αρκετά. Αντιγράφω εδώ συνεπώς εξ ολοκλήρου το σχόλιο του Δημήτρη και απαντώ σ' αυτό από κάτω.
---
RD

Δημήτρης:
Νομίζω πως δεν πρέπει να συνγχέεται η ζωτικότητα και η ευρωστία του καπιταλισμού με την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Ο καπιταλισμός δεν στοχεύει στην ικανοποίηση των δεύτερων παρά την όποια ιδεολογική επιχειρηματολογία περί του αντιθέτου. Κινητήριος δύναμη του καπιταλισμού είναι η τάση μεγιστοποίησης του κέρδους και ως ταξικό σύστημα η αναπαραγωγή και η διεύρυνση της αστικής κυριαρχίας πάνω στις κοινωνίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ανθρώπινες ανάγκες υπεισέρχονται μόνο δευτερογενώς, είτε στο βαθμό που η ικανοποίηση τους παράγει κέρδος, είτε πολιτικά, στο βαθμό που η οργάνωση και η πάλη των υποτελών τάξεων απειλεί την αστική κυριαρχία.

Με βάση την παραπάνω ανάγνωση μπορούμε να βγάλουμε δύο συμπεράσματα. Το πρώτο αφορά την ευρωστία του καπιταλισμού τις προηγούμενες τρείς δεκαετίες, την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού. Κόντρα σε λογικές που θέλουν το σύστημα να είναι σε μόνιμη, δομική κρίση από τις αρχές του 70 (Μπρένερ κα), την περίοδο αυτή είχαμε μία ουσιαστική ενίσχυση της αστικής κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό - με αύξηση της εκμετάλλευσης, εκτόξευση των επιχειρηματικών κερδών, μείωση του παραγόμενου προϊόντος που κατευθύνεται στην εργασία. Επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, τόσο οριζόντια, εγκολπώνοντας κάθε πτυχή της ανθρώπινης δρατηριότητας, όσο και κάθετα, κατακτώντας σχεδόν κάθε γωνιά του πλανήτη. Πολιτικά και ιδεολογικά: ο καπιταλισμός υπερίσχυσε κάθε αντιπάλου του, τόσο πραγματικού όσο και εικονικού, στις μητροπολεις και στον υπόλοιπο κόσμο. Το ανατολικό μπλοκ κατέρρευσε παταγωδώς, τα εθνικά κινήματα του τρίτου κόσμου ηττήθηκαν, με τις ίδιες τους τις ηγεσίες να διαπραγματεύονται την είσοδο των χωρών τους στην παγκόσμιοποιημένη καπιταλιστική συσσώρευση. Η αριστερά και το εργατικό κίνημα στη Δύση είναι σκιά του παλιού κραταιού της εαυτού. Διαλυμένη, ενσωματωμένη, επικεντρωμένη στην πολιτισμική κριτική και περιχαρακωμένη στον ακαδημαϊκό χώρο. Το ΤΙΝΑ δεν ήταν μία θριαμβευτική μεν υπερβολική δε κραυγή του Φουκουγιάμα, αλλά μία πραγματικότητα που περιγράφει τον πραγματικό ταξικό συσχετισμό δύναμης ακόμη και σήμερα. Για του λόγου του αληθές ας συγκρίνουμε τις αντιστάσεις που προκάλεσε ο νεοφιλελευθερισμός τα πρώτα χρόνια της εφαρμογής του με αυτές που βλέπουμε σήμερα, τη στιγμή της μεγαλύτερης κρίσης του. Σήμερα οι αστικές τάξεις αισθάνονται τόση αυτοποεποίθιση που προσπαθούν να επιλύσουν την κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου με περισσότερο νεοφιλελευθερισμό. Αν όλα αυτά τα κατάφερε ο καπιταλισμός την περίοδο της δομικής του κρίσης, του "μακρού του κύματος ύφεσης", τότε πραγματικά δεν θέλω να δω τι μπορεί να υλοποιήσει στη φάση ανάπτυξης του.

Το δεύτερο συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε είναι στη λενινιστική επιμονή περί προτεραιότητας της πολιτικής πάνω στην οικονομία. Η ταξική πάλη και η πολιτική της αποκρυστάλωση (κράτος) μπορεί να επιδράσει καταλυτικά πάνω στην οικονομία και να διαμορφώσει πολύ διαφορετικά μοντέλα συσσώρευσης. Αυτό δεν είναι κάποια θεωρητική υπόθεση εργασίας. Είναι μία πραγματικότητα που εκτυλίσεται μπροστά στα μάτια μας. Ας δούμε για παράδειγμα την πορεία της Κίνας εν μέσω κρίσης. Η δυνατότητα του κινεζικού κράτους να παρεμβαίνει άμεσα και αποφασιστικά στην οικονομία (πακέτο 586 δις) και ο αυστηρός έλεγχος που ασκεί στο χρηματοπιστωτικό σύστημα του επέτρεψαν να παρέμβει καταλύτικά και να αποσοβήσει μία βαθιά ύφεση όπως στη Δύση με αποτέλεσμα ανάπτυξη πέρυσι 8,7% και 11,3% στο πρώτο τρίμηνο του 2010. Αντίστοιχα παραδείγματα έχουμε σε μία σειρά άλλα κράτη, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ιδιώς στις αναδυόμενε αγορές (BRICs). Βλέπουμε ήδη σε μία σειρά κράτη του τρίτου κόσμου που το προηγούμενο χρονικό διάστημα πέρασαν σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις λόγω οικονομικής κατάρρευσης (Βραζιλία, Αργεντινή, Βενεζουέλα κλπ)να κινούνται προς ένα διαφοροποιημένο οικονομικό μοντέλο με άξονα αυτό που ο Αργεντίνος οικονομολόγος Claudio Katz περιγράφει ως neo- developmentalist state.

Όποιος μελετήσει την κρίση του 1929 θα διαπιστώσει πως όπου τα κράτη διαχωρίστηκαν αρκετά νωρίς από την κλασική οικονομική ορθοδοξία και εφάρμοσαν διαφορετική πολιτική, η κρίση υπήρξε αρκετά σύντομη με σχετικά μικρές συνέπειες (για παράδειγμα Ιαπωνία: http://en.wikipedia.org/wiki/Great_Depression#Japan). Αυτό δεν σημαίνει πως η πολιτική μπορεί να εξαλείψει τις κρισιακές τάσεις του καπιταλισμου. Κάθε άλλο, αυτό που ισχυρίζομαι είναι πως δεν υπάρχει ένα αυτονομημένο πεδίο: η οικονομία, που κινείται στη βάση των δικών της νόμων και ντετερμινισμών και η πολιτική το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παρακολουθεί και να προσαρμόζεται σε αυτή την κίνηση. Αυτή είναι η ιδολογία του νεοφιλελευθερισμόυ, η οποία κατάφερε να αποπολιτικοποιήσει την οικονομία, να την μεταρέψει στο κατεξοχήν πεδίο των ειδικών επιστημόνων με αποτέλεσμα τη μετατροπή της ταξικής εκμετάλλευσης σε "φυσική" αναγκαιότητα.

Το επόμενο διάστημα θα βιώσουμε μία ένταση της ταξικής επίθεσης. Στην αιχμή του δόρατος θα βρίσκεται το λεγόμενο "δημόσιο" χρέος και η αντιμετώπιση του. Ο τρόπος που θα επιχειρηθεί να μειωθεί το χρέος θα αποτελέσει το κύριο πεδίο ταξικής σύγκρουσης και ενδοαστικών αντιθέσεων, διότι το ίδιο το χρέος είναι κατά βάση ένα κατεξοχήν ταξικό ζήτημα.

Αντώνης:
Αρχικά, να πούμε ότι δεν υφίσταται καμμία διαφωνία σε ό,τι αφορά την πρώτη παράγραφο των σχολίων, δηλαδή στην διαπίστωση για το γεγονός ότι αντικείμενό του είναι όχι οι ανθρώπινες ανάγκες αλλά η μεγιστοποίηση του κέρδους. Θα προσθέσουμε απλώς ότι αυτή η παραδοχή αποτελεί αδιαπραγμάτευτη βάση για κάθε μαρξιστική ανάλυση, και συνεπώς δεν είναι κάτι που αμφισβητείται ούτε στην ανάρτηση (που δηλώνει εμφατικά ότι μοναδικός στόχος του κεφαλαίου είναι η συσσώρευση κέρδους), ούτε σε αναλύσεις του "μακρού κύματος" της κρίσης όπως αυτή του Brenner.

Οι διαφωνία μας αφορά τις διαπιστώσεις της δεύτερης παραγράφου, δηλαδή τις διατυπώσεις περί ευρωστίας του καπιταλισμού κατά τις περασμένες τρεις δεκαετίες. Γράφεις: "Κόντρα σε λογικές που θέλουν το σύστημα να είναι σε μόνιμη, δομική κρίση από τις αρχές του 70 (Μπρένερ κα), την περίοδο αυτή είχαμε μία ουσιαστική ενίσχυση της αστικής κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό - με αύξηση της εκμετάλλευσης, εκτόξευση των επιχειρηματικών κερδών, μείωση του παραγόμενου προϊόντος που κατευθύνεται στην εργασία. Επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, τόσο οριζόντια, εγκολπώνοντας κάθε πτυχή της ανθρώπινης δρατηριότητας, όσο και κάθετα, κατακτώντας σχεδόν κάθε γωνιά του πλανήτη" Ο αντίλογος είναι ότι η ουσιαστική ενίσχυση της αστικής κυριαρχίας στις τρεις προηγούμενες δεκαετίες είναι κυρίαρχα ιδεολογικο-πολιτική και όχι οικονομική. Είναι προφανές ότι στο οικονομικό μέτωπο, ο δανεισμός πέρα από κάθε όριο εξελίχθηκε στον βασικό μοχλό ανάπτυξης. Η παγκόσμια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι αδιανόητη χωρίς αυτή την παραδοχή. Η αύξηση της εκμετάλλευσης δεν αποτελεί από μόνη της στοιχείο οικονομικής ανάπτυξης αλλά συνέπεια της δραστικής περιστολής των εναλλακτικών απέναντι στην προέλαση του κεφαλαίου μετά την παρακμή και κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η εκτόξευση των επιχειρηματικών κερδών οφείελται σε ένα βαθμό στην αύξηση του περιθωρίου εκμετάλλευσης με την είσοδο της παραγωγής σε ζώνες που κάποιες δεκαετίες πριν διατηρούσαν τις πολιτικές αντιστάσεις του αντι-αποικιοκρατικού μαρξισμού, την παράδοσή τους στον "ένα κόσμο" του παγκόσμιου κεφαλαίου. Τίποτε από αυτά δεν συνιστά στοιχείο που να αποδεικνύει το λανθασμένο της προσέγγισης Brenner, προσέγγισης η οποία στηρίζεται σε άφθονα στατιστικά στοιχεία που δείχνουν την κάμψη στους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας, την διόγκωση των ελειμμάτων και του δανεισμού. Όπως είναι σημαντικό να μην συγχέεται η ανθρώπινη μιζέρια με την μη ευρωστία του καπιταλισμού, είναι εξίσου σημαντικό να μην συγχέεται ο παγκόσμιος θρίαμβός του σε πολιτικό επίπεδο με την οικονομική του βιωσιμότητα.

Έτσι, τα όσα καταθέτεις ως παράλληλες ενδείξεις του θριάμβου του καπιταλισμού στο πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο είναι, τόσο για τον Brenner όσο και για μένα, ουσιαστικά τα καθοριστικά στοιχεία, αυτά τα οποία δημιούργησαν την προοπτική ταυτόχρονης πολιτικo-ιδεολογικής μονοκρατορίας και οικονομικής παρακμής: "Επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, τόσο οριζόντια, εγκολπώνοντας κάθε πτυχή της ανθρώπινης δρατηριότητας, όσο και κάθετα, κατακτώντας σχεδόν κάθε γωνιά του πλανήτη. Πολιτικά και ιδεολογικά: ο καπιταλισμός υπερίσχυσε κάθε αντιπάλου του, τόσο πραγματικού όσο και εικονικού, στις μητροπολεις και στον υπόλοιπο κόσμο. Το ανατολικό μπλοκ κατέρρευσε παταγωδώς, τα εθνικά κινήματα του τρίτου κόσμου ηττήθηκαν, με τις ίδιες τους τις ηγεσίες να διαπραγματεύονται την είσοδο των χωρών τους στην παγκόσμιοποιημένη καπιταλιστική συσσώρευση. Η αριστερά και το εργατικό κίνημα στη Δύση είναι σκιά του παλιού κραταιού της εαυτού."

Είναι τόσο παράξενο το να έχεις ταυτόχρονη επέλαση στο πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο και συρρίκνωση στο οικονομικό; Ας θυμήσω τι λέει ο Kojin Karatani για παρόμοιες καταστάσεις στο μακρινό και πιο πρόσφατο παρελθόν:

"Μιλώντας γενικά, οι μαρξιστές βλέπουν το κράτος ή το έθνος ως ένα πολιτικό ή ιδεολογικό εποικοδόμημα το οποίο καθορίζεται από την οικονομική υποδομή, δηλαδή τον τόπο παραγωγής. Αυτή η οπτική είναι μη εφαρμόσιμη τόσο στις προ-καπιταλιστικές όσο και στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Είναι ξεκάθαρο ότι το κράτος ή το έθνος λειτουργούν σύμφωνα με τη δική τους λογική και ότι ότι αυτή είναι διαφορετική από του Κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, τα μαρξιστικά κινήματα έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει την σημασία του κράτους και του έθνους. Περιστασιακά αποδέχονται ότι το πολιτικο-ιδεολογικό εποικοδόμημα έχει “σχετική αυτονομία” αλλά ποτέ δεν έχουν σκεφθεί διεξοδικά για το γιατί το κράτος έχει αυτονομία. [...] Όπως γράφω πιο πάνω, η περιοδική κρίση δεν λαμβάνει χώρα μέχρι η κοινωνία να έχει πλήρως επαναδιοργανωθεί μέσα από τους τρόπους ανταλλαγής εμπορευμάτων και μέσα από την πραγμοποίηση της εργασίας. Για να το θέσω διαφορετικά, είναι μόνο όταν η καπιταλιστική οικονομία αποκτά την εμπειρία της περιοδικής κρίσης που μπορεί να επιδείξει την αυτονομία της.[...]Λόγω της απουσίας κρατικών παρεμβάσεων, η Βρετανία βρέθηκε πίσω από τη Γερμανία στην βαριά βιομηχανοποίηση. Αυτό το φαινόμενο, για να μην αναφερθούμε στο κεϋνσειανό κράτο πρόνοιας, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν το κράτος παρενθετοποιηθεί.[...]Ένα κράτος συνεπώς θεμελιώνει την ηγεμονία, προχωρώντας από την παραγωγή στο εμπόριο και από εκεί στις επενδύσεις. Αλλά “υπάρχει μάλλον μόνο ένα σύντομο διάστημα χρόνου που μια συγκεκριμένη κεντρική δύναμη μπορεί να επιδείξει ταυτόχρονα παραγωγική, εμπορική και επενδυτική ανωτερότητα απέναντι σε όλες τις άλλες κεντρικές δυνάμεις.” [13] Δηλαδή, ακόμα και αν η ηγεμονία χάνεται στη διάσταση της παραγωγής, μπορεί να διατηρηθεί σε αυτόν του εμπορίου ή των επενδύσεων. Η Ολλανδία και η Βρετανία διατήρησαν στην πραγματικότητα ηγεμονία στην διανομή και στις επενδύσεις για πολύ καιρό εφότου την είχαν χάσει στην παραγωγή. [...]Η δεκαετία του 1990 λογίζεται ως το στάδιο του νεοφιλελευθερισμού. Λέγεται συχνά ότι οι ΗΠΑ, όπως η παλιά βρετανική αυτοκρατορία, έχουν τόσο απόλυτη ηγεμονία ώστε οι πολιτικές τους να είναι αντιπροσωπευτικές του φιλελευθερισμού. Ενώ οι ΗΠΑ ήταν ο ηγεμόνας πριν το 1990, άρχισαν να παρακμάζουν οικονομικά ήδη από την δεκαετία του 1970, όπως φανερώθηκε από το τέλος της μέτρησης της αξίας με βάση τον χρυσό (gold standard) το 1971. Οι ΗΠΑ ακολουθούν την πορεία που κάποτε ιχνηλάτησαν η Ολλανδία και η Βρετανία: αν και παρακμάζουν σε ό,τι αφορά τις παραγωγικές βιομηχανίες, οι ΗΠΑ διατηρούν ηγεμονία στο επενδυτικό κεφάλαιο και στο εμπόριο φυσικών πόρων όπως είναι το πετρέλαιο, τα σιτηρά και η ενέργεια."

Τι μας δείχνει η πιο πάνω ανάλυση; Ότι η λεγόμενη "σχετική αυτονομία του κράτους" από τον οικονομικό κύκλο συσσώρευσης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για συνέχιση της ηγεμονίας ακόμα και υπό συνθήκες όπου κομμάτια της οικονομικής ανάπτυξης μπαίνουν σε φάση μαρασμού και παρακμής. Γιατί όμως μιλούμε για κράτος όταν τόσο ο Wallerstein όσο και ο Karatani φαίνεται να μιλούν απλώς για τα διαφορετικά είδη κεφαλαίου (παραγωγικό, εμπορικό, επενδυτικό); Γιατί είναι προφανές ότι η πολιτική ηγεμονία και υπεροπλία είναι αυτή που εξασφαλίζει τις συνθήκες ανάπτυξης κάποιων ειδών κεφαλαίου όταν άλλα παρακμάζουν: Το ότι η Ολλανδία και η Βρετανία του παρελθόντος διατήρησαν ηγεμονία στην διανομή (εμπορικό κεφάλαιο) και στις επενδύσεις μετά την παρακμή τους στον χώρο της παραγωγής έχει άμεση σχέση, για παράδειγμα, με την μονοκρατορία τους στους θαλάσσιους διαδρόμους εμπορίου, μονοκρατορία που με τη σειρά της αφορούσε την ανωτερότητα του πολεμικού ναυτικού τους τόσο σε μέγεθος όσο και σε ποιότητα και εμπειρία. Η απελπισμέν, φρενήρης προσπάθεια της Γερμανίας να εξοπλιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα αφορούσε ακριβώς την κατανόηση ότι χωρίς στατιωτική υπεροπλία ο οικονομικός ανταγωνισμός ήταν ανέφικτος. Ο γερμανικός μιλταρισμός είναι παράγωγο της ανάγκης να μετατραπεί η παραγωγική υπεροπλία (ήδη η Γερμανία είχε ξεπεράσει την Αγγλία στην βιομηχανική παραγωγή) σε έλεγχο της διανομής και των επενδύσεων. Ο ιμπεριαλισμός εκφράζει μια μορφή διαμεσολάβησης ανάμεσα στο κράτος και την οικονομία που είναι αδιανόητη αν θεωρούμε ότι τα δυο τους συμβαδίζουν διαρκώς. Αυτό το οποίο δείχνει ο Karatani, συνεπώς, είναι ότι η ημι-αυτονομία του κράτους από την οικονομία είναι αυτή που επιτρέπει σε διαφορετικά κομμάτια της οικονομίας να αναπτύσσονται ή να παρακμάζουν χωρίς να επηρεάζουν άμεσα το ένα το άλλο. Έτσι και στην περίτπωση των Η.Π.Α, οι Hardt και Negri, οι οποίοι το 2000 ταύτιζαν ουσιαστικά τις Η.Π.Α με την κυρίαρχη έκφραση της Αυτοκρατορίας, αναγκάστηκαν πιο πρόσφατα να αποσυνδέσουν εντελώς τις δύο, διότι είδαν ότι η παραγωγική ηγεμονία έχει περάσει ξεκάθαρα αλλού (Κίνα, Ινδία), αφήνοντας πίσω στις Η.Π.Α τον παρασιτικό έλεγχο στην διανομή και στις επενδύσεις, δραστηριότητες που εξακολουθούν να μπορούν να βασιστούν στα όσα επιτρέπει στις Η.Π.Α η κρατική-στρατιωτική ισχύς, που είναι αρκετά μεγαλύτερη από αυτή των άλλων δύο χωρών.

Στη συνέχεια, κάνεις αναφορά στο συγκριτικά πολύ υποτονικό των τωρινών αντιδράσεων στην κρίση του οικονομικού συστήματος. Οι κρίσεις όμως διαχρονικά έχουν συνδεθεί πολλάκις με νεοσυντηρητικές ή και φασίζουσες στροφές, ακριβώς επειδή η υποχώρηση της οικονομίας έχει πολλές πιθανότητες να αυξήσει την δύναμη του κράτους. Πέραν τούτου, αυτή είναι η πρώτη σοβαρή κρίση που έρχεται μετά την κατάρρευση οποιουδήποτε εναλλακτικού πολιτικού πόλου και αυτό έχει τεράστιες συνέπειες στην εκθράσυνση των αγορών και των εκπροσώπων τους, που νιώθουν βέβαιοι ότι παίζουν χωρίς αντίπαλο.

Η προτεραιότητα της πολιτικής επάνω στην οικονομία, στην οποία περνάς κατόπιν, δεν είναι μια θέση ασύμβατη με την παραπάνω ανάλυση --το αντίθετο, φαίνεται να υπάρχει πλήρης συμφωνία μεταξύ των όσων γράφεις και των όσων λέω εδώ-- δεν είναι όμως και ασύμβατη με την ανάλυση δομικού τύπου του Brenner για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω: ότι δηλαδή η μακροχρόνια παρακμή σε ένα επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας όχι μόνο δεν αποκλείει την ανάγκη ανάλυσης του πολιτικού ρόλου του κράτους, αλλά αντίθετα την προσκαλεί. Το λάθος είναι εξίσου η πλήρης απορρόφηση του ενός πόλου στον άλλο (ο οικονομικός ντετερμινισμός, η πρωτοκαθεδρία της "γεωπολιτικής" ανάλυσης) και η πλήρης αποσύνδεσή τους. Για μένα, αναλύσεις όπως αυτή του Brenner (η οποία, κάτι που δεν καταθέτεις, έχει το ουσιαστικό πλεονέκτημα να έχει υπάρξει εκ των προτέρων ακριβής για την πορεία που θα έπαιρνε η καπιταλιστική οικονομία)δεν είναι καθόλου ασύμβατες με αναλύσεις όπως αυτή του Karatani. Αυτό που καμμία από τις δύο όμως δεν μπορεί να αναδείξει είναι ο ρόλος της πολιτικής δυνατότητας (political agency) των "από κάτω". Τόσο η μία όσο και η άλλη επικεντρώνονται σε ένα μοντέλο της ιστορίας που είναι αποκλειστικά "από τα πάνω"-- από την οπτική του κράτους ή των μορφών του κεφαλαίου: εκεί, πιστεύω, συνίσταται το θεωρητικό έλειμμα και όχι στις διαπιστώσεις περί ανανέωσης των συνθηκών για πρωτόγονη συσσώρευση εξαιτίας της --ίσως τελειωτικής-- κρίσης της παραγωγικής ανάπτυξης.

7 σχόλια:

Αντωνης είπε...

Testing

Δημήτρης είπε...

Αντώνη έχω στείλει μία απάντηση στο μέιλ του μπλογκ, επιδή είναι αρκετά μεγάλη δεν την έβαλα στα σχόλια. Ελπίζω να έχει φτάσει το κείμενο. Απολογούμαι για την καθυστέρηση, αλλά είχε ταξική πάλη χθες....

Αντωνης είπε...

Δημήτρη, θα την αναδημοσιεύσω σε νέο ποστ ολόκληρη, ελπίζω να είναι ΟΚ.

Δημήτρης είπε...

Kανένα πρόβλημα αν και το κείμενο είναι αρκετά μεγάλο για μπλογκ. Πάντως το θέμα είναι τεράστιο με πολλές και δύσκολες πτυχές. Ιδιώς η σχέση οικονομικού - πολιτικού με ταλαιπωρεί χρόνια τώρα ενώ δεν μπορώ να ισχυρισθώ πως έχω καταλήξει ολοκληρωτικά επί του θέματος. Περιμένω τις παρατηρήσεις σου.

Αντωνης είπε...

@Δημήτρης: Δεν έχω πολιτική περικοπής του μεγέθους των αναρτήσεων, αν και κατανοώ ότι αυτό δεν είναι ιδιαίτερα συμβατό με τα περισσότερα ιστολόγια. Τις μεταφράσεις μου τις σπάω σε συνέχειες γιατί τις κάνω εγώ τμηματικά, όχι για κάποιο άλλο λόγο. Τον χώρο τον βλέπω σαν ανοιχτό εργαστήρι ιδεών και δε με απασχολεί το εύληπτο ή το πιο άνετα καταπόσιμο των αναρτήσεων. Όποιος θέλει διαβάζει.

Θα σου απαντήσω αν έχω κάτι χρήσιμο να προσθέσω ή να παρατηρήσω. Σ' ευχαριστώ και πάλι.

Α.Γ. είπε...

Mια γλωσσική παρατήρηση: το primitiva accumulation στα ελληνικά έχει περάσει ως πρωταρχική και όχι "πρωτόγονη" συσσώρευση.

Αντωνης είπε...

@Α.Γ. Το γνωρίζω. Αλλά προτιμώ το "πρωτόγονη"--βλ. γιατί και στο άρθρο για το Middlesex που θα ανεβάσω.