Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Συζητώντας για την κρίση με το Δημήτρη: Η συνέχεια

Ο φίλος Δημήτρης έγραψε μια πολύ εκτεταμένη και αναλυτική απάντηση στην δική μου απάντηση στην αρχική του τοποθέτηση, που νομίζω ότι πρέπει να αποτελέσει ξεχωριστή ανάρτηση. Τον ευχαριστώ για τον επισταμένο κόπο του. Η σοβαρότητα των περιστάσεων είναι τέτοια που τα ιστολόγια πρέπει να κάνουν κβαντικά άλματα για να σταθούν στο ύψος τους, και η επιθυμία του RD είναι να πρωτοπορήσει σε ό,τι αφορά τον επανακαθορισμό του τι σημαίνει διάλογος πέρα από την μονοκρατορία της "γνώμης". Έτσι, το ιστολόγιο ενθαρρύνει και θα συνεχίσει να φιλοξενεί σε περίοπτη θέση απόψεις των αναγνωστών του όταν αυτές αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκτενούς ανάλυσης δεδομένων σε οποιονδήποτε από τους βασικούς άξονες ενδιαφέρουν το ιστολόγιο (πολιτική, φιλοσοφία, οικονομία, επιστήμη, λογοτενία, τέχνη, κλπ).
RD (Αντώνης)
----



Αντώνη, οι αντιρρήσεις μου στην προσέγγιση σου είναι τόσο μεθοδολογικές, αφορούν τη σχέση οικονομικού - πολιτικού αλλά και τη θέση για την κρίση, που διατυπώνει ο Μπρένερ από τη σκοπιά της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας και της συνακόλουθης θεωρίας των κρίσεων. Αλλά και πραγματολογική, στο κατά πόσο η εικόνα του παγκόσμιου καπιταλισμού των τελευταίων δεκαετιών που παρουσιάζει ο Μπρένερ επιβεβαιώνεται εμπειρικά.

Η σχέση οικονομικού - πολιτικού

Στον κλασικό μαρξισμό υπάρχει μία τοπογραφική αναπαράσταση της κοινωνίας ειδομένη μέσα από το μοντέλο βάσης - εποικοδομήματος. Η οικονομία προσλαμβάνεται σαν ένα ιδιαίτερο κοινωνικό επίπεδο που χαρακτηρίζεται από τη δική του , εσωτερική λογική. Σαν το συνδυασμό ορισμένων προ - δοσμένων στοιχείων της παραγωγής, σε πλήρη αφαίρεση από συγκεκριμένα οικονομικά καθεστώτα. Η πολιτική με βάση αυτή την προσέγγιση γίνεται αντιληπτή, σαν ένα ιδιαίτερο επίπεδο, εκτός του οικονομικού πεδίου, πάνω στο οποίο μπορεί να επιδρά, δεν καθορίζει όμως την εξέλιξη του. Η διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης φαίνεται να οδηγείται, σε τελική ανάλυση, από τη συγκεκριμένη αντίθεση των δυνάμεων παραγωγής με τις σχέσεις παραγωγής. Ακόμη και ο Αλτουσέρ υποπίπτει σε αυτή τη θέση, απλά αντιστρέφει τη φορά του βέλους της αιτιότητας. Από την κυριαρχία των δυνάμεων παραγωγής πάνω στις σχέσεις, στο αντίθετο: την προτεραιότητα των δεύτερων πάνω στις πρώτες (L. Althusser, Sur la reproduction, PUF, 1995, σα. 243-252, μετάφραση στα ελληνικά). Ωστόσο χρειαζόμαστε μία μη οικονομίστική προσέγγιση της οικονομίας. Όπως υποστηρίζει ο Λακλάου, τίποτα στην κοινωνία δεν είναι καθαρά δομικό ή υπερ - δομικό. Το κράτος, η κοινωνία και η "κοινωνία των πολιτών" αλληλοδιαπερνούνται, με την συγκεκριμένη άρθρωση τους να εξαρτάται από ιστορικές και αφηγηματικές πρακτικές που δομούνται μέσα και διαμέσου πολιτικών συγκρούσεων και ανταγωνισμών. Η εργασιακή διαδικασία είναι ένα πεδίο κυριαρχίας και άρα πολιτικών συγκρούσεων. Η εργασία έχει δυνατότητα αντίστασης στην κυριαρχία του κεφαλαίου και άρα δεν πρέπει να υποβιβάζεται στην εμπορευματική της διάσταση. Η εισαγωγή του φορντισμού στην παραγωγική διαδικασία δεν προέκυψε πρώτα και κύρια από την επιδίωξη του καπιταλισμού για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, αλλά από την ανάγκη του κεφαλαίου να ασκήσει αποτελεσματικότερη κυριαρχία απέναντι στην αντίσταση των εργατών. Η υπονόμευση του φορντικού μοντέλου προέκυψε μέσα ακριβώς από αυτή την αυξημένη αντίσταση, η οποία κορυφώθηκε τη δεκαετία του 70, με αποτέλεσμα να οδηγήσει το σύστημα στην προηγούμενη μεγάλη κρίση του. Η απομάκρυνση από τον τεϋλορισμό και η υϊοθέτηση νέων πιο ευέλικτων μορφών οργάνωσης της παραγωγής (lean and just in time production etc) ήρθε ακριβώς να απαντήσει σε αυτή την ανάγκη, δηλαδή της επαναπειθάρχησης της εργασίας και ήταν μία από τις αιτίες διεξόδου του συστήματος από την κρίση της δεκαετίας του 70.

Ωστόσο δεν θέλω να επεκταθώ σε αυτό το σημείο στο ζήτημα των κρίσεων, αλλά με βάση την παραπάνω περιγραφή να δείξω πως είναι προβληματικός ο διαχωρισμός της αστικής κυριαρχίας σε πολιτική - ιδεολογική και οικονομική , που επιχειρείς. Με την πρώτη διάσταση να ενισχύεται την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού, και την δεύτερη να υποχωρεί ή στην καλύτερη των περιπτώσεων να παραμένει στάσιμη. Υπάρχει ένα καθαρά οικονομικό κριτήριο με το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί η ευρωστία του καπιταλισμού και ποιο είναι αυτό; Ένα συγκεκριμένο επίπεδο ποσοστού κέρδους, ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας ή του ΑΕΠ; Μήπως η σύγκριση με κάποια προηγούμενη περίοδο του καπιταλισμού, στο επίπεδο των μακροοικονομικών μεγεθών; 'Όχι βέβαια, μόνο ως σχέση, στα πλαίσια της ενίσχυσης ή της αποδυνάμωσης της ταξικής κυριαρχίας μπορεί να αξιολογηθεί αυτή η ευρωστία. Έτσι την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού η ενδυνάμωση και η επέκταση της αστικής ηγεμονίας δεν ήταν μόνο ιδεολογικοπολιτική αλλά και καθαρά "οικονομική", αν και όπως αναφέρω παραπάνω θεωρώ αυτόν το διαχωρισμό αδόκιμο. Γιατί τι είναι αν δεν είναι οικονομική ενδυνάμωση η αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης, δηλαδή η αύξηση του μεριδίου της παραγόμενης αξίας που κατευθύνεται στο κεφάλαιο και η αντίστοιχη μείωση αυτού που κατευθύνεται στην εργασία; Επίσης πως είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεται ως στάσιμο, ευρισκόμενο σε δομική κρίση, το καπιταλιστικό σύστημα τη στιγμή που γνωρίζει μία πρωτοφανή επέκταση τόσο οριζόντια, εμπορευματοποιώντας και μετατρέποντας σε πεδίο συσσώρευσης και παραγωγής καπιταλιστικού κέρδους κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, όσο και κάθετα, επεκτεινόμενο σε όλο τον πλανήτη. Η επέκταση αυτή δεν είναι απλά ιδεολογικοπολιτική αλλά και καθαρά οικονομική. Σύμφωνα με τον κλασικό μαρξισμό ένα οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε στασιμότητα και μαρασμό όταν δεν μπορεί να αναπτύξει περισσότερο της παραγωγικές δυνάμεις και συνακόλουθα να διευρύνει την κυριαρχία της τάξης εκείνης που τις ελέγχει. Είναι αυτή η εικόνα του καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες; Κάθε άλλο, το σύστημα εμφανίζει μία αξιοπρόσεκτη δυναμική, αντίστοιχη της ηρωικής του περιόδου 1890 - 1914, όταν και έκανε το πρώτο βήμα παγκόσμιας επέκτασης. Η διεύρυνση των ορίων καπιταλιστικής κυριαρχίας, η επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής και ταυτόχρονα των τρόπων με τους οποίους οργανώνεται συνολικά η κοινωνία (νέες τεχνολογίες, ίντερνετ, εμπόριο κλπ) μόνο με εκείνη την περίοδο μπορούν να συγκριθούν.

Ο Μπρένερ και η κρίση

Η εξήγηση της κρίσης εκ μέρους του Μπρένερ μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Οφείλεται στη μεγάλη πτώση της καπιταλιστικής κερδοφορίας από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, η οποία προκλήθηκε πρωτίστως από τη χρόνια τάση προς την υπερβολική επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας (overcapacity) του παγκόσμιου βιομηχανικού τομέα.

Αυτή η χρόνια τάση ενισχύθηκε, σύμφωνα με την ανάλυση του Μπρένερ, ιδιαίτερα λόγω του ανταγωνισμού της ευρωπαϊκής και ιαπωνικής βιομηχανίας με την κυρίαρχη, κατά τη διάρκεια της μακράς «ένδοξης περιόδου» του μεταπολεμικού καπιταλισμού, αμερικανική. Καθώς νέες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, με πιο ανεπτυγμένο και αποτελεσματικό σταθερό κεφάλαιο, εισέρχονται σε ένα βιομηχανικό κλάδο, αυτές που διαθέτουν προγενέστερες επενδύσεις σταθερού κεφαλαίου συμπιέζουν το ποσοστό κέρδους τους –και δεδομένου πως τα μεγέθη είναι απαγορευτικά για οποιαδήποτε ιδέα απόσυρσής τους– έχουμε μια πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους, η οποία, εκκινώντας από τη βιομηχανία, τον κατεξοχήν δηλαδή παραγωγικό τομέα, στη συνέχεια επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας. Ωστόσο αυτή η προσέγγιση παραβιάζει τον μαρξικό νόμο της αξίας και αντιλαμβάνεται τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό με όρους κλασικής πολιτικής οικονομίας. Η είσοδος νέων πιο παραγωγικών κεφαλαίων στην παραγωγική διαδικασία δεν οδηγεί σε πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους σύμφωνα με τον Μαρξ, αλλά σε απόσπαση υπερκερδών από τη μεριά των παραγωγικότερων κεφαλαίων καθώς είναι σε θέση, λόγω της υψηλότερης παραγωγικότητας τους να πωλούν τα προϊόντα τους φθηνότερα από τη μέση αξίας τους τη δεδομένη χρονική συγκυρία (που διαμορφώνεται από το μέσο όρο του συνδυασμού των λιγότερο παραγωγικών και των περισσότερο παραγωγικών κεφαλαίων). Η ανακατανομή των κερδών ανάμεσα στα κεφάλαια δεν σημαίνει και μία μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους Τα κεφάλαια αυτά αποκτούν μία μονοπωλιακή θέση αποσπώντας υψηλότερο του μέσου όρου κέρδους, όπως αναλύει ο Μαρξ στο δεύτερο τόμο του κεφαλαίου. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε, πως σύμφωνα με τον Μαρξ τα μονοπώλια δεν καταργούν τον ανταγωνισμό, αντίθετα προκύπτουν μέσα από τη λειτουργία του ανταγωνισμού και η προνομιακή θέση τους είναι επισφαλής εξαιτίας αυτού. Ο ανταγωνισμός όμως έχει ως συνέπεια την πίεση στα λιγότερα παραγωγικά κεφάλαια να επενδύσουν στις νέες μορφές και τεχνολογίες παραγωγής γενικεύοντας τες με αποτέλεσμα να εξαλείφονται τα υπερκέρδη των κεφαλαίων που τις εισήγαγαν αρχικά. Αυτή όμως η υπερεπένδυση, στα πλαίσια της ομαλής λειτουργίας του ανταγωνισμού, οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη υποκατάσταση ζωντανής εργασίας από νεκρή (σταθερό κεφάλαιο) και άρα αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους που καθιστά πιθανή μία κρίση. Το σχήμα του Μπρένερ δεν μπορεί να εξηγήσει το χαμηλό ποσοστό κέρδους και τις μειωμένες επενδύσεις ταυτόχρονα, χωρίς να παραβιάζει το νόμο της αξίας.

Ωστόσο ακόμη και έτσι, θα μπορούσαν τα εμπειρικά δεδομένα που παρουσιάζει ο τελευταίος αναφορικά με την εξέλιξη του ποσοστού κέρδους να ισχύουν ακόμη και αν δεν μπορούν να εξηγηθούν από το αναλυτικό του σχήμα. Όμως ακόμη και τα πραγματολογικά του στοιχεία είναι προβληματικά. Καταρχήν επιλέγει μία συγκεκριμένη περιοδολόγηση που στηρίζει τη θέση του περί μη αποκατάστασης του κέρδους. Αναλύει συνολικά την περίοδο 1973 - 1996, αναγνωρίζοντας πως από το 1995 και ύστερα υπήρξε μία αύξηση του ποσοστού κέρδους (όχι όμως στα επίπεδα της κορύφωσής του τη δεκαετία του 60), αλλά αγνοεί την περίοδο μετά το 2001 όπου υπήρξε σημαντική αύξηση της κερδοφορίας (οι Financial Times χαρακτηρίζουν την περίοδο 2003 - 2007 ως την πιο δυναμική περίοδο ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας στην ιστορία του καπιταλισμού). Με μία διαφορετική περιοδολόγηση όπου αφήνει έξω την κρισιακή δεκαετία 1973 - 1983, όπου το σύστημα μπήκε σε περίοδο εκκαθάρισης και αναδιαρθρώσεων, δίνει μία διαφορετική εικόνα για την εξέλιξη του ποσοστού κέρδους. Η επιτυχής εισαγωγή του νεοφιλελευθερισμού από τα μέσα της δεκαετίας του 80 και μετά έχει ως συνέπεια μία συνεχής ανοδική τάση για το π.κ, η οποία επιταχύνεται τη δεκαετία του 90 (της παγκοσμιοποίησης στην οποία θα αναφερθώ παρακάτω), ιδίως από το 1995 και ύστερα, ενώ γνωρίζει μία ακόμη ώθηση από το 2002 μέχρι το 2007.

Δεύτερον, είναι προβληματικός ο τρόπος που μετράει το ποσοστό κέρδους. Αφήνει έξω τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα, ενώ γνωρίζουμε από τον Μαρξ πως το κέρδος είναι ένα , παράγεται από την παραγωγική σφαίρα της οικονομίας και μετά αυτό διαχωρίζεται σε τραπεζικό, βιομηχανικό και εμπορικό κέρδος. Ωστόσο επειδή πολλοί υποστηρίζουν πως η διόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας τις τελευταίες δεκαετίες αφορά πλασματικό κεφάλαιο και άρα πλασματικά κέρδη (κάτι που έχει μία βάση δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση εντελώς σωστό), θα παραβλέψω προς στιγμήν αυτή τη διάσταση και θα επικεντρωθώ σε δύο άλλες παραλείψεις του Μπρένερ. Πρώτον ,δεν προσμετρά στα κέρδη τις αμοιβές των διευθυντικών στελεχών και managers της παραγωγής, η οποία έχει εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα ύψη τα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού, με αποτέλεσμα να αποτελούν πλέον ένα πολύ σημαντικό τμήμα των συνολικών κερδών των επιχειρήσεων. Και δεύτερον δεν συνυπολογίζει τα κέρδη που προέρχονται από θυγατρικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό των αμερικανικών εταιριών που είναι και το βασικό αντικείμενο της μελέτης του. Αυτά ανέρχονταν το 2007 στο 30% των συνολικών κερδών. Είναι ένα από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης που θα πραγματευτώ περισσότερο παρακάτω.

Παίρνοντας υπόψιν αυτούς τους παράγοντες, μία σειρά μαρξιστές οικονομολόγοι έχουν βγάλει τελείως διαφορετικά συμπεράσματα από τον Μπρένερ για την εξέλιξη του ποσοστού κέρδους (βλέπε για παράδειγμα: M. Husson, Le dogmatisme n’est pas marxism, http://tinyurl.com/husson-rop, 2009 και F. Moseley, "Some Notes on the Crunch and the Crisis", www. isj.org.uk/?id=463, 2009. αλλά και τη δουλειά των Ντούμενιλ -Λεβί τα τελευταία χρόνια). Ούτε είναι αλήθεια πως ο Μπρένερ προέβλεψε σωστά την επερχόμενη κρίση. Η τοποθέτηση του περί μόνιμης στασιμότητας του συστήματος τον είχε οδηγήσει να ισχυριστεί παρόμοια πράγματα για την κρίση της Νοτιαοανατολικής Ασίας το 1997 καθώς και για την κρίση του 2001 που προκάλεσε το σκάσιμο της φούσκας των εταιριών υψηλής τεχνολογίας. Σίγουρα, εάν μονίμως κάποιος μιλάει για κρίση, είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα πέσει μέσα, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα και το παλιό ανέκδοτο για τους μαρξιστές οικονομολόγους: πως έχουν προβλέψει τις 12 από τις τελευταίες 2 διεθνείς κρίσεις...

Ο νεοφιλελευθερισμός, η παγκοσμιοποίηση, η χρηματιστικοποίηση και η υπέρβαση της προηγούμενης κρίσης

Οι τρόποι με τους οποίους το σύστημα κατάφερε να ξεπεράσει την κρίση του 70 δεν είναι άλλοι από τον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση. Δύο διαδικασίες στενά δεμένες μεταξύ τους και αλληλοτροφοδοτούμενες. Ο νεοφιλελευθερισμός στην καθαρή οικονομική του διάσταση, ανεξάρτητα από τις πολιτικές και ιδεολογικές του αποκρυσταλλώσεις, δεν είναι παρά η αύξηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, με αποτέλεσμα την αύξηση της σχετικής και της απόλυτης υπεραξίας. Τη διεύρυνση του πεδίου της συσσώρευσης με την εμπορευματοποίηση των commons. Αλλά και την απελευθέρωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα κεφάλαια, με αποτέλεσμα την αποτελεσματικότερη και καθολικότερη λειτουργία των καπιταλιστικών νόμων στο σύνολο της οικονομίας. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ήταν αποτέλεσμα μίας ιστορικών διαστάσεων ήττας της εργατικής τάξης. Η ήττα αυτή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την αποτελεσματική λειτουργία όλων των αντεπιδραστικών παραγόντων στην πτωτική τάση του ποσοστού που περιέγραφε ο Μαρξ:
• η εκκαθαριστική λειτουργία της κρίσης. Η μαζική έξοδος από την παραγωγή των λιγότερο αποδοτικών κεφαλαίων. Οι αναδιαρθρώσεις αυτού του τύπου ήταν ραγδαίες, ιδίως τη δεκαετία του 80. Η Αγγλία έχασε το 40% της βιομηχανικής της παραγωγής, Η φημισμένη βιομηχανική ζώνη του Σικάγο - Ντένβερ - Ντιτρόιτ μετατράπηκε στη σημερινή rust belt. Ταυτόχρονα ενισχύθηκε η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου μέσα από την επιτάχυνση των εξαγορών και των συγχωνεύσεων (εδώ το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έπαιξε καθοριστικό ρόλο).
• Η αύξηση του ποσοστού της εκμετάλλευσης της εργασίας που ανέφερα πιο πάνω
• Η ταχύτατη αύξηση του εξωτερικού εμπορίου (μία διάσταση της παγκοσμιοποίησης).
• Η επιτάχυνση των ξένων άμεσων επενδύσεων. Η εξαγωγή δηλαδή κεφαλαίου σε περιοχές υψηλότερης κερδοφορίας (δεύτερη διάσταση της παγκοσμιοποίησης)
• το φθήνεμα των μέσων παραγωγής που σήμαινε η αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα Ι (κεφαλαιουχικά αγαθά) που σηματοδότησε η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών (ICT revolution) και η μείωση του εργατικού κόστους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.

Οι βάσεις για την παγκοσμιοποίηση, δηλαδή την επιτάχυνση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και του νέου καταμερισμού εργασίας που αυτή συνεπάγεται είχαν ήδη μπει από την προηγούμενη φάση του καπιταλισμού, τις δεκαετίες του 60 και του 70, με την αυξημένη διείσδυση πρώτα και κύρια των αμερικανικών κεφαλαίων στην Ευρώπη αλλά και συνολικά του δυτικού κεφαλαίου στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτή η νέα πραγματικότητα άλλωστε υπήρξε μία από τις πτυχές της κρίσης του 70: ο εντεινόμενος ανταγωνισμός που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ από τις αναδυόμενες δυνάμεις της Ιαπωνίας και Δυτικής Ευρώπης. Δημιουργώντας ταυτόχρονα μία σειρά περιπλοκές όσον αφορά τις δυνατότητες του εθνικού κράτους να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση στο εσωτερικό του. Αντί να δρομολογήσει μία περίοδο εθνικής αναδίπλωσης, προστατευτισμού, αποδιεθνοποίησης και πολιτικοστρατιωτικών συγκρούσεων όπως τη δεκαετία του 30 ,η έλευση της κρίσης σήμανε αντίθετα, μία επιτάχυνση της διεθνοποίησης, της αύξησης του παγκόσμιου εμπορίου και της εξαγωγής κεφαλαίου. Η εμβάθυνση αυτή της παγκοσμιοποίησης υπήρξε τμήμα της στρατηγικής του κεφαλαίου για το ξεπέρασμα της κρίσης ,που συνίσταται στην αναζήτηση νέων αγορών και νέων επενδυτικών ευκαιριών σε χώρες χαμηλού κόστους. Ταυτόχρονα όμως είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του νεοφιλελευθερισμού, τόσο στη Δύση, επιβάλλοντας αποτελεσματικότερα την πειθάρχηση της εργασίας υπό την απειλή της μεταφοράς της παραγωγής στο εξωτερικό, όσο και στον τρίτο κόσμο, ως προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων και κεφαλαίων.

Η διαδικασία αυτή γνώρισε μία τεράστια ώθηση με την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ με όλες τις συνέπειες της. Καταρχήν η κατάρρευση αυτή, από όποια σκοπιά και αν προσεγγίζει κανείς αυτά τα καθεστώτα (κρατικός καπιταλισμός ή κάποιου είδους μη καπιταλιστικές κοινωνίες), υπήρξε μία τεράστια οικονομική καταστροφή που όμως απορροφήθηκε από τον παγκόσμιο καπιταλισμό ως "δημιουργική καταστροφή". Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, σε οικονομικούς όρους, σήμαινε μεγαλύτερη καταστροφή από αυτή που υπέστη η χώρα τον β παγκόσμιο πόλεμο. Είτε πρόκειται για κρατικό καπιταλισμό, όποτε είχαμε μία μαζική καταστροφή και απαξίωση κεφαλαίου (με συνέπεια μία γενικευμένη πτώση στην οργανική σύνθεση του εναπομείναντος κεφαλαίου), είτε πρόκειται για μη καπιταλιστικές κοινωνίες, το άνοιγμα των οποίων σήμανε μία νέα αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών για τα δυτικά προϊόντα. Σε κάθε περίπτωση το άνοιγμα αυτών των χωρών και του τρίτου κόσμου, στο δυτικό κεφάλαιο είχε ως συνέπεια το διπλασιασμό του προς εκμετάλλευση προλεταριάτου (τα νούμερα κυμαίνονται από 700 εκατομμύρια σε 1,2 δις νέους εργάτες), με συνέπεια μία απότομη και κάθετη πτώση του κόστους εργασίας, την δραστική επέκταση των καπιταλιστικών αγορών και την αύξηση των επενδυτικών ευκαιριών για το δυτικό κεφάλαιο. Αναπτύχθηκαν έτσι νέα κέντρα συσσώρευσης, με πρώτο αυτό της Νοτιοανατολικής Ασίας, ιδίως την Κίνα και την Ινδία, της Λατινικής Αμερικής (Βραζιλία, Μεξικό) και της Ανατολικής Ευρώπης (και Τουρκία). Αυτό που παρατηρείται είναι μία επιβράδυνση της ανάπτυξης στις χώρες της Δύσης με επιτάχυνση όμως στις παραπάνω χώρες του τρίτου και πρώην δεύτερου κόσμου. Μπορεί να είχαμε μία αύξηση της ανεργίας στις ανεπτυγμένες χώρες (η μάλλον χαμηλότερους ρυθμούς δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας) αλλά γνωρίσαμε την προλεταριοποίηση 300 εκατομμυρίων Κινέζων μέσα σε 30 χρόνια και μικρότερων αλλά συγκρίσιμων αριθμών σε Ινδία, Βραζιλία, Μεξικό και αλλού. Αυτού του μεγέθους η καπιταλιστική επέκταση διαμέσου πρωταρχικής συσσώρευσης, είχε πάρει 200 χρόνια, σε προηγούμενη φάση του συστήματος.

Η ανάλυση του Μπρένερ είναι απελπιστικά εστιασμένη στις ΗΠΑ, ενώ αναφέρεται επιγραμματικά στη Γερμανία και την Ιαπωνία, προσπερνώντας εντελώς τις εξελίξεις που περιγράφονται παραπάνω. Για μία πιο εκτενή πραγμάτευση αυτών των ελλείψεων δες τη συζήτηση που αναπτύχθηκε στο New Left Review 54 και τα άρθρα των Nicholas Crafts , Michel Aglietta, Kozo Yamamura. Αλλά ούτε και για τις ΗΠΑ επιβεβαιώνεται η ανάλυση του σύμφωνα με τους Leo Panitch, Sam Gindin (Superintending global capital/ NLR 35):
A faltering colossus?
In any historical perspective, the notion that the power of such an empire might be eroded in the space of a few decades appears unlikely. This always made claims that the decline of American economic power was undermining US hegemony seem rather overblown. But what about today? To begin with the material basis of the empire, a few selected facts are worth noting:
- The real rate of growth of the American economy (GDP) in the twenty ‘golden years’ of 1953-73 was 3.8 per cent, while the growth of the other advanced capitalist states was considerably higher; the US rate of growth in the past two decades (1984-2004) was 3.4 per cent-not only higher than the rate of growth in all the periods before the golden age (1830-70, 1870-1913 and 1913-50), but higher than the other G7 countries in this period.[14]
[14] For the historical comparisons, see Angus Maddison, The World Economy: A Millennial Perspective, Paris 2001. Growth rates: Bureau of Economic Analysis (BEA), National Income and Product Accounts (NIPA) tables, 1950-73; 1984-2004.
A contrasting assessment of us growth performance, based on a different periodization, is offered by Robert Brenner, ‘The Capitalist Economy, 1945-2000: A Reply to Konings and Panitch and Gindin’ in Coates, Varieties of Capitalism, pp. 215-16. By making 1973-96 rather than 1984-2004 his period of comparison, Brenner includes the crisis decade of the 1970s (whereas our concern is with economic growth following the turn to neoliberalism) and leaves out the relatively high growth rates of the late 1990s and after the 2001 recession.
- US manufacturing productivity growth for 1950-73 averaged 2.5 per cent, well below that of the other advanced capitalist countries; for 1981-2004, it increased to 3.5 per cent, running ahead of all the other G7 economies. Notably, in terms of attracting investment, the rate of US manufacturing productivity growth has also run ahead of growth in labour compensation.15
- In 1981, the US spent almost as much on r&d as Japan, Germany, the UK, Italy and Canada combined; by 2000, it was spending more than the other G7 countries combined. The US share of global high-tech production (aerospace, pharmaceuticals, computers and office machinery, communication equipment, scientific instruments) was relatively steady at 32 per cent between 1980 and 2001, while that of Germany was halved (to 5 per cent) and Japan cut by about a third (to 13 per cent).16
- The volume of American exports since the 1980s has been growing faster than any of the other G7 countries: for 1987-2004, average annual export volume of the other G7 countries increased by a range of 4.5-5.8 per cent, while the US averaged 6.8 per cent.17 The sales of American corporations abroad (not included in the trade accounts) were at $3 trillion in 2002, well over double the overall exports from the us.18 The share of after-tax corporate profits relative to US GDP earned by American corporations in their domestic and international operations is currently at the highest level since 1945.19

Η χρηματιστικοποίηση, σε πείσμα εκείνων των απόψεων που τη θέλουν αποτέλεσμα της στασιμότητας του συστήματος και έλλειψης κερδοφόρων επενδυτικών ευκαιριών στην παραγωγική σφαίρα, υπήρξε η θεραπαινίδα των δύο παραπάνω διαδικασιών, του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης. Χωρίς να επεκταθώ στο θέμα (για μία πιο ολοκληρωμένη ανάλυση βλέπε: Finance and American Empire Leo Panitch, Sam Gindin ) αναφέρω μόνο επιγραμματικά πως από τη στιγμή που στον καπιταλισμό η διαδικασία παραγωγής υπερπροϊόντος παίρνει αναγκαστικά τη μορφή χρήματος που παράγει περισσότερο χρήμα (Χ - Ε - Χ΄), το χρήμα δεν αποτελεί ένα ακόμη εμπόρευμα αλλά την πραγμοποίηση της κεφαλαιϊκής σχέσης. Το χρήμα παράγεται σε αντιστοιχία με τη δυναμική της διευρυμένης αναπαραγωγής αυτής της σχέσης, ως κατά κύριο λόγο πιστωτικό χρήμα, ως προεξόφληση του μέλλοντος, το παρόν τμήμα της μελλοντικής κερδοφορίας και εισοδήματος (βλ Μηλιός: "Κρίση του νεοφιλελευθερισμού - Κρίση υπερσυσσώρευσης", Εποχή 27/09/2009). Πιο συγκεκριμένα το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επιτελεί μεταξύ άλλων τις παρακάτω λειτουργίες:

• αποτελεσματικότερη λειτουργία του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων μέσω της σύγκρισης των αποδόσεων των μετοχών και των διαφόρων παραγώγων. Πειθάρχηση των μεμονωμένων κεφαλαίων, επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων, μεγαλύτερη κινητικότητα και δυνατότητα "εισόδου" - "εξόδου". Κατάργηση των φραγμών στην ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου. Πειθάρχηση της εργασίας μέσω της απορρύθμισης και ελαστικοποίησης.
• τη διευκόλυνση της κίνησης του κεφαλαίου σε περιοχές στις οποίες μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα. Το hedging και η διάχυση του κινδύνου μέσα από τα κάθε λογής παράγωγα, βελτίωσε την κινητικότητα των κεφαλαίων
• τη διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου με τον ίδιο τρόπο
• την ευκολότερη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών προκειμένου να επενδύουν και να καταναλώνουν.
• την ενίσχυση του ιμπεριαλισμού μέσω της μεταφοράς κερδών από επενδύσεις αλλά και της ανακύκλωσης των πλεονασμάτων όλου του κόσμου, μέσα από τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα, στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Βέβαια όλα τα παραπάνω είχαν ως συνέπεια την φρενήρη ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής σφαίρας τις τελευταίες δεκαετίες και τη σχετική αυτονόμηση της με αποτέλεσμα το σύστημα να γίνεται όλο και πιο ευάλωτο και επιρρεπές σε ανισορροπίες που εμφανίζονται σε αυτή τη σφαίρα. Έτσι τις τελευταίες δεκαετίες γίναμε μάρτυρες αμέτρητων χρηματοπιστωτικών κρίσεων σε όλο τον κόσμο, με μικρότερες ή μεγαλύτερες συνέπειες στην "πραγματική" οικονομία. Παράλληλα όμως αναπτύχθηκαν και οι μηχανισμοί και οι δυνατότητες όχι βέβαια εξάλειψης αλλά πρόβλεψης, διαχείρισης και περιστολής αυτών των κρίσεων από τα κράτη και τους διεθνείς θεσμούς (ΔΝΤ, G7, G20 κλπ). Πρόκειται για τη "νέα ρύθμιση" του συστήματος που βαδίζει πλάι πλάι με την διεύρυνση και εμβάθυνση του εύρους των δυνατοτήτων του.

Με βάση τα παραπάνω και παραμένοντας στα πλαίσια της μαρξικής ανάλυσης των καπιταλιστικών κρίσεων θα προσπαθήσω να πραγματευτώ την τωρινή κρίση σε επόμενο κείμενο.


Εικόνα: Ο Robert Brenner σε συζήτηση, www.japanfocus.org

Δεν υπάρχουν σχόλια: