Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Οξύμωρον

Διάβασα σήμερα στην Athens Voice το άρθρο της Σώτης Τριανταφύλλου "Συναίνεση και Αντίθεση." Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο με τον οποίο αποκρυσταλλώνει αυτό που θα άξιζε να ονομάσει κανείς "φιλελεύθερο δογματισμό." Το σχήμα φαίνεται αρχικά οξύμωρο: πώς είναι δυνατόν ο φιλελευθερισμός, που ως ιδεολογική πρόταση συνδέεται άμεσα με την εξύψωση της πολυφωνίας, της ανεκτικότητας απέναντι στην διαφορετική άποψη, την αναγωγή των πάντων σε "απόψεις" απόλυτα σχετικοποιημένες, δηλαδή απαλλαγμένες από οποιοδήποτε ίχνος υπερ-ατομικής αλήθειας, να είναι "δογματικός"; Η μακρά απάντηση θα ήταν φιλοσοφική, και θα προϋπέθετε μια επισταμένη συζήτηση του δογματισμού που εμπεριέχει η κυριαρχία της "γνώμης" και η απόλυτη απάρνηση της οντολογικής δυνατότητας του υποκειμένου να παράξει αλήθεια που δεν περιορίζεται στο απλό δοκούν. Η συζήτηση αυτή θα πρέπει να περιμένει κάποια άλλη ευκαιρία.

Σήμερα θα ήθελα να προχωρήσω λιγότερο φιλόδοξα, με μια αναφορά στα εσωτερικά οξύμωρα που ανατέμνουν το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου. Αρχής γενομένης από την πρώτη παράγραφο όπου λέγονται τα εξής:
Δεν είναι λογικό να διαφωνείς συνολικά, αναφανδόν και ολοσχερώς με κάποιον. Δεν είναι καν πιθανόν: οι άνθρωποι, οι ιδέες τους, οι στάσεις τους συναντιούνται και τέμνονται μέσα στον κόσμο· λέμε ο ένας στον άλλον: «ναι, αλλά...» και «έχεις δίκιο σ’ αυτό, όμως άκου και τούτο...» Με λίγα λόγια, προσπαθούμε να συνυπάρξουμε και να συνεννοηθούμε· προσπαθούμε να βρούμε όσα μας ενώνουν, να διαχειριστούμε όσα μας χωρίζουν. Στην Ελλάδα ο απλός αυτός κανόνας της λογικής καταστρατηγείται: το «Καλό» συγχέεται με το «Κακό», οι άνθρωποι βρίσκονται σε κενό ήθους· επηρεάζονται από διεφθαρμένα κόμματα, από οπισθοδρομικές ιδεολογίες· οποιαδήποτε αλλαγή θεωρείται επιδείνωση μιας ήδη κρίσιμης κατάστασης.
Κατ' αρχάς, θα άξιζε να παρατηρήσει κανείς την συγχώνευση, ήδη στις δύο πρώτες προτάσεις, του εύλογου (ή λογικού) με το πιθανό. Θα άξιζε να την παρατηρήσει διότι εφόσον ίσχυε πραγματικά η δεύτερη, περιγραφική πρόταση ("δεν είναι καν πιθανόν...και τούτο..."), τότε δυσκολεύεται κανείς να κατανοήσει την αναγκαιότητα της πρώτης, κανονιστικού χαρακτήρα πρότασης (δεν είναι λογικό να διαφωνείς συνολικά...με κάποιον). Για να γίνει πιο κατανοητή η υπερβατική λογική της σύζευξης μιας περιγραφικής και μιας κανονιστικής πρότασης, ας δώσουμε ένα ιστορικό παράδειγμα: στη Βρετανία, στα τέλη του 19ου αιώνα, η ομοφυλοφυλία πέρασε από μια νέα διαδικασία ποινικοποίησης (βλ. καταδίκη σε φυλάκιση του Όσκαρ Ουάιλντ), την στιγμή που η ίδια της η ύπαρξη γινόταν αντικείμενο συστηματικής απάρνησης κοινωνικά. Η περιγραφική πρόταση περί ομοφυλοφυλίας (ως ακατανόμαστης πρακτικής που συγκροτείται μόνο μέσα από την εξαφάνισή της στο αρχείο του λόγου) αρνείτο την ύπαρξη σε κάτι που η κανονιστική ρητορική των δικαστηρίων έκρινε ηθικά επικίνδυνο και καταδικαστέο. 

Γιατί αυτή η διπλή δομή, που αφενός καθιστά την ριζική διαφωνία απίθανη και αφετέρου την κηρύσσει παράλογη; Επειδή, προφανώς, το ίδιο το κείμενο υπαναχωρεί άμεσα σε ό,τι αφορά τη θέση ότι "δεν είναι πιθανόν" οι άνθρωποι να διαφωνούν "συνολικά, αναφανδόν και ολοσχερώς" με άλλους ανθρώπους: "Στην Ελλάδα ο απλός αυτός κανόνας της λογικής καταστρατηγείται". Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι η σύνταξη του κειμένου ουσιαστικά καθιστά συνώνυμη του "απλού κανόνα της λογικής" όλη την προηγηθείσα συζήτηση περί διαφωνίας, δηλαδή συνδέει τη "λογική" με μια πρόταση που στηρίζεται στην πλήρη συγχώνευση του περιγραφικού ("δεν είναι πιθανόν"), με το κανονιστικό ("δεν είναι λογικό"). Το "λογικό", με άλλα λόγια, δεν είναι απλώς αυτό που δεν αντιβαίνει σε ό,τι χαρακτηρίζεται λογικό, αλλά και αυτό που δεν διαψεύδει  αυτό που λογίζεται ως πιθανό. Κατά συνέπεια, η Ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να είναι απλώς παράλογη. Πρέπει, εφόσον εξακολουθεί να ισχύει η πρόταση "δεν είναι καν πιθανόν", να αντιβαίνει επίσης στους κανόνες του εφικτού, να αποτελεί ήδη μια απιθανότητα.

Αλλά αν αφήσουμε πίσω μας το αινιγματικό στάτους μιας κοινωνίας που είναι ταυτόχρονα παράλογη, απίθανη, και παρ' όλα αυτά ενοχλητικά υπαρκτή, τι συμβαίνει σε ό,τι αφορά την αξία την οποία στερείται κατά την συγγραφέα αυτή η κοινωνία, την συναίνεση; Η συναίνεση, φυσικά, είναι αυτό που λείπει από την ελληνική κοινωνία, και η έλλειψη συναίνεσης είναι αυτό που την καθιστά σκανδαλώδη από τη σκοπιά τόσο των νόμων της φύσης (δεν είναι εφικτό...) όσο και της ηθικής (δεν είναι λογικό...). Η συναίνεση, λέει η συγγραφέας, είναι αντιθέτως λογική όσο και φυσική: "οι άνθρωποι, οι ιδέες τους, οι στάσεις τους συναντιούνται και τέμνονται μέσα στον κόσμο". Ο απλός ενεστώτας, η αποφυγή χρήσης υποτακτικής ("πρέπει να συναντιούνται και να τέμνονται") δηλώνει ότι η πρόταση είναι απλώς περιγραφική. Περιγράφει έναν οικουμενικό νόμο της πραγματικότητας. Κι όμως, οι κατοπινές προτάσεις διαψεύδουν αυτή ακριβώς την εντύπωση. Στο λογικό πρόβλημα που συνεπώς δημιουργείται (είτε η αρχική πρόταση δεν εκφράζει στην πραγματικότητα έναν οικουμενικό κανόνα, είτε η ελληνική κοινωνία δεν είναι φυσιολογική κοινωνία), η Σώτη Τριανταφύλλου μοιάζει να επιλέγει την δεύτερη επιλογή. Όταν η πράξη (η πρακτική εμπειρία) δεν ταιριάζει με την θεωρία (το κανονιστικό πρόταγμα περί συναίνεσης), τότε είναι η πράξη που κρίνεται ανακόλουθη και όχι η θεωρία. Αυτή φυσικά η λογική αποτελεί έναν πολύ καλό ορισμό του τι είναι δογματισμός.

Δεν τελειώνουμε όμως εδώ. Διότι το απόλυτο οξύμωρο του κειμένου είναι ότι η αρχική, "νηφάλιά" του διαπίστωση ότι η συναίνεση μεταξύ ανθρώπων είναι και λογική και πιθανολογικά δεσπόζουσα διαψεύδεται συστηματικά από το γεγονός ότι η ίδια η Σώτη Τριανταφύλλου είναι ένα κοινωνικό υποκείμενο που διαφωνεί. Και διαφωνεί όπως η ίδια διατείνεται ότι είναι και παράλογο και ανέφικτο να διαφωνείς, δηλαδή "συνολικά, αναφανδόν και ολοσχερώς" με την ελληνική κοινωνία ως τέτοια: 
...παρά τον πατριωτισμό τους, παρά την περιλάλητη αρχαιολατρία τους, οι σημερινοί Έλληνες όχι μόνον αποτελούν ένα έθνος τεχνητό (όπως όλα) αλλά και έχθιστο έναντι του ίδιου του του εαυτού, κατακερματισμένο, ασυμφιλίωτο. Σπεύδουν οι ψευτοεπαναστάτες –στην πλειονότητά τους τσαμπουκάδες, τζάμπα μάγκες, μισάνθρωποι και ξερόλες– να στηλιτεύσουν την ιδέα κάποιας μορφής «συμφιλίωσης». Τα «αριστερά» κόμματα είναι συντηρητικά, πολεμοχαρή και ανεδαφικά. Το 1946, αυτά τα ίδια περίπου κόμματα (εξελισσόμαστε αργά) πίστευαν στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος σοβιετικού τύπου χωρίς να έχουν εξασφαλίσει τις απαραίτητες συμμαχίες· και μολονότι ο κόσμος έχει κλυδωνιστεί, το όραμά τους φαίνεται απαράλλακτο. [...] Χώρα που στερείται αριστερής σκέψης [οριζομένης πώς και από ποιον, με ποιες διαδικασίες νομιμοποίησης της κριτικής αυθεντίας;] και πρακτικής κινδυνεύει από τον καθημερινό φασισμό, από την ευκολία με την οποία εκδηλώνεται η βαρβαρότητα. Εμείς είμαστε αυτή η χώρα: σε μια χρονική στιγμή όπου πρέπει να βρεθεί ισορροπία ανάμεσα στη συναίνεση με την κυβέρνηση (η οποία θα όφειλε να επεκταθεί προς τα αριστερά: μεμονωμένες προτάσεις υπάρχουν, ας τις ακούσει) και στην αντίθεση, στον έλεγχο και στην επαγρύπνηση, η συμπεριφορά τόσο της κυβέρνησης, όσο και των πολιτών, είναι για μια ακόμα φορά αυτοκαταστροφική.
Με τι ακριβώς διαφωνεί η Σώτη Τριανταφύλλου, ή μάλλον, μιας και μοιάζει πρόδηλο πως διαφωνεί με τους πάντες και τα πάντα, τι είναι αυτό που την κάνει να διαφωνεί απόλυτα και ριζικά; Διαφωνεί απόλυτα και ριζικά, δογματικά θα έλεγε κανείς, με μια διαφωνία την οποία η ίδια βαφτίζει απόλυτη, ριζική και δογματική. Ιδού μια καλή περιγραφή της φιλελεύθερης ιδεολογίας: ο φιλελευθερισμός --στην εκδοχή της Σώτης Τριανταφύλλου τουλάχιστον-- είναι η τέχνη του να συμφωνείς ότι δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος να μην συμφωνούν όλοι με αυτό που πιστεύεις εσύ, και συνεπώς, η τέχνη του να πείθεις ότι η δική σου διαφωνία με τη διαφωνία του άλλου δεν ανήκει στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού του οποίου την ύπαρξη αρνείσαι (ως ταυτόχρονα ανύπαρκτου και τερατώδη στην ύπαρξή του), αλλά ίπταται σε κάποια σφαίρα άνωθεν της κοινωνίας, από όπου και κρίνεις την τελευταία με ολύμπια ψυχραιμία και άμεμπτη αντικειμενικότητα.

Φυσικά, η Σώτη Τριανταφύλλου αναπτύσσει το θέμα της εξυπονοώντας διαρκώς ότι η διαφωνία αφορά επιμέρους προτάσεις για το δέον ή το εφικτό. Πουθενά δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η πραγματικά ανταγωνιστική διαφωνία αφορά σε ένα μετα-επίπεδο που εμπλέκει τον ίδιο τον ορισμό της κοινωνίας, τον ίδιο τον ορισμό της δημοκρατίας, τον ίδιο τον ορισμό του ποιος δικαιούται να αποφασίζει τα όρια του συζητήσιμου ή του εφικτού, τον ίδιο τον ορισμό της δικαιοσύνης ή του αγαθού. Όπως είναι γνωστό, ο Jacques Rancière (και πριν αυτόν, ο Étienne Balibar, ο Claude Lefort, η Nicole Loraux, ο Jean-Pierre Vernant, ο Pierre-Vidal Naquet...), έθεσε αυτή την ριζική διαφωνία στο θεμέλιο της επινόησης της δημοκρατίας: η δημοκρατία πηγάζει από μια ανεξάλειπτη, μη αναγώγιμη, μη ιάσιμη διαφωνία επί της ίδιας της αρχής της σύστασης της πολιτικής κοινωνίας (του ποιος μετράει ως πολιτικό υποκείμενο και ποιος όχι), και απειλείται (από την διαχειριστικού τύπου μεταπολιτική αφενός και από τον ολοκληρωτισμό αφετέρου) όποτε αυτές οι ποιότητες της ριζοσπαστικής και ανίατης διαφωνίας αποκηρύσσονται ως παράλογες ή ανεπιθύμητες. Θέση που καθιστά την θέση της Σώτης Τριανταφύλλου και των φίλα προσκείμενών της στην Athens Voice εξόχως αντιδημοκρατική. Όπερ οξύμωρον, διότι είναι γνωστό ότι η Αθήνα υπήρξε η γεννέτειρα της δημοκρατίας, δηλαδή της τέχνης της ριζοσπαστικής διαφωνίας για το τι είναι δίκαιον και αγαθόν (Πλάτων εναντίον σοφιστών), τι είναι πολίτης και πολιτεία (Πλάτων εναντίον σοφιστών, Αριστοτέλης εναντίον Πλάτωνα, γυναίκες, σκλάβοι και μέτοικοι εναντίον φιλοσόφων και νομοθετών), ή ποιο είναι το άριστο πολίτευμα (η φιλοσοφική σκέψη της δημοκρατίας παραδοσιακά απαντούσε: "σίγουρα όχι η δημοκρατία που έχουμε"!) Την παλαιά αυτή τέχνη φαίνεται να την ξεχνούν οι σύγχρονοι εκπρόσωποι της φωνής της Αθήνας, ίσως επειδή περιφρονούν την επιπόλαιη "αρχαιολατρεία" των Ελλήνων (από τη σκοπιά ποιου πράγματος όμως;), ή ίσως επειδή ξέχασαν τις απαιτήσεις της άλλης, παράλληλης και ομολογουμένως απαρχαιωμένης πλέον τέχνης που λέγεται σκέψη. Και αυτό μάλλον είναι το μόνο μη οξύμωρον της υπόθεσης.

Εικόνα: Σχήμα οξύμωρον της κλασικής εποχής, ήτοι αναπαράσταση της στέψης του Δήμου.
www.clas.ufl.edu

7 σχόλια:

Sraosha είπε...

Σύντροφε και συνάδερφε, με όλο το σέβας, νομίζω ότι κακώς ψάχνεις στην Athens Voice για θέσεις πάνω στις οποίες θα στήσεις τη διαλεκτική σου αντίθεση.

Για να μην πω ότι οι ιδεολογικοί αντίπαλοί σου (θα έπρεπε να) βρίσκονται αλλού, όχι στην Αβού: ίσως ανάμεσα στους αφελώς νετσαγεφικούς που θρηνούν το πρεστίζ του κινήματος που αμαυρώθηκε από τρεις πεθαμένους. Ίσως σε κάτι μπούρδες της ελληνικής αριστεροσύνης, που μονοπωλούν τον "αριστερό" λόγο στην Ελλάδα, π.χ. αυτόν.

Αντωνης είπε...

Μπα, φίλτατε, θα μου επιτρέψεις να θεωρώ την Voice άξια κριτικής στον βαθμό που ενσαρκώνει μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή της "κοινής λογικής." Ξέρεις, του είδους των κειμένων που δεν μοιάζουν να λένε τίποτε ρηξικέλευθο, τίποτε επερωτήσιμο και τίποτε παραπάνω από το προφανές.

Οι αφελώς νετσαγεφικοί απέχουν πολύ από το να εκπροσωπούν μια τέτοια φαινομενικά αποχρωματισμένη θέση και ως εκ τούτου βρίσκονται αρκετά μακριά από το απυρόβλητο στην κοινωνική συνείδηση.

Όσο για τον ΓΒ, δεν ξέρω τι είδους πρεστίζ έχει ως πολιτικός αναλυτής. Νομίζω σαφώς μικρότερο από αυτό του Πάσχου και της παρέας του. Από αυτόν μας φυλάει επαρκώς ο εγχώριος αντιδιανουμενισμός βλέπεις.

Rodia είπε...

Αυτο που σκεφτομαι ειναι πως ουτε η ιδια καταλαβαινει (τωρα τελευταια ή ανεκαθεν, δεν ειμαι σιγουρη) τι γραφει. Πεταει διαφορες λέξεις που (νομιζει οτι) ταιριαζουν, σκοπιμα ή οχι αδιαφορο. Αρκει να *δειχνει* πνευματικος ανθρωπος και συγγραφεας.

A8lios είπε...

Το χάρηκα πολύ το κείμενό σου φίλε. Σωστό και λογικώς ορθό. Καλή συνέχεια. Δες κι εδώ:
http://mygranma.wordpress.com/2010/05/09/meres-paraxenes-thavmasiese-meres/

Αντωνης είπε...

@Rodia, A8lios: Ευχαριστώ για τα σχόλια. @Rodia: Δεν παρακολουθώ επισταμένως τα γραπτά της, οπότε δεν μπορώ να μιλήσω γενικότερα για την πορεία της.

mikro είπε...

Αλλά, αγαπητέ Radical Desire, από την κβαντική φυσική δεν μάθαμε ότι μπορεί κάτι να μην είναι λογικό και παρ' όλα αυτά να είναι πιθανό;

Και κάτι ακόμη: λέμε «να παράξει» και όχι «να παραγάγει»; «Να ανάξει» και όχι «να αναγάγει»; «Να εισάξει» και όχι «να εισαγάγει»;

Φιλικά,
mikroapories

Αντωνης είπε...

Φίλε/η mikroapories, ευχαριστώ για το σχόλιο. Σε παραπέμπω στο σχετικό ποστ του γλωσσικά αρκετά πιο καταρτισμένου εμού Σαραντάκου: http://www.sarantakos.com/language/paraksei.html