Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Θρηνώντας με τον Μπρεχτ

Αναφέρθηκα πριν λίγες μέρες, σε απάντηση σε σχόλιο αναγνώστριας του ιστολογίου στην ανάρτησή μου “Grecs, encore un effort si vous voulez être républicains ”, στο απόσπασμα του έργου του Μπρεχτ Die Massnahme [Η απόφαση/Τα απαραίτητα μέτρα] που δημοσίευσα πριν κάποιο καιρό στο Radical Desire . Μια και ο χρόνος δεν το επέτρεπε, τα υπονοήματα της αναφοράς μου στον Μπρεχτ σε ό,τι αφορά την τραγική είδηση του θανάτου τριών ανθρώπων στο κτήριο της Marfin επί της Σταδίου δεν έτυχαν της δέουσας ανάπτυξης.

Επιστρέφοντας λοιπόν στο θέμα, θα αρχίσω αντιγράφοντας το απόσπασμα στο οποίο αναφερόμουν:

Είναι
φοβερό να σκοτώνεις.
Αλλά δεν θα σκοτώναμε μόνο άλλους, μα και τον εαυτό μας αν χρειαζόταν
Μια και μόνο η βία μπορεί να αλλάξει τούτο
Τον δολοφονικό κόσμο, όπως
Ξέρει κάθε ζωντανό πλάσμα.
Ακόμα, είπαμε
Δεν μας έχει δοθεί η ευχέρεια να μη σκοτώνουμε.

Είναι, κατά τις συνήθειες του Μπρεχτ, ένα κείμενο δωρικής αυστηρότητας και λιτότητας, αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο δυσανάγνωστο σε μια κοινωνία εθισμένη στη λογική της θεαματικής χειραγώγησης των αισθήσεων. Στον Μπρεχτ ισχύει ό,τι και στην αρχαία τραγωδία (και δεν είναι τυχαία η εισαγωγή του στοιχείου του αρχαιοελληνικού χορού στα σύγχρονα συμφραζόμενα της κινεζικής επανάστασης): ο φόνος δεν είναι θέαμα. Είναι μάλλον η κατεξοχήν πράξη την διαπραγμάτευση της οποίας εμπιστεύεται κανείς στην οικονομία του λόγου και όχι σ' αυτή της εικόνας. Και συνεπώς, είναι μια πράξη που ανθίσταται στην υπαγωγή στον αυθορμητισμό της συγκινησιακής φόρτισης του θεατή, απαιτώντας την διαμεσολάβησή της από την σκέψη (όπως και οποιοδήποτε άλλο κομμάτι του θεατρικού σύμπαντος του Μπρεχτ, ο φόνος υπόκειται έτσι στην επεξεργασία της κριτικής αποστασιοποίησης, του περίφημου Verfremdung).

Στο κείμενό του “Ο εξαρθρωμένος Heiner Müller” ["Heiner Müller out of Joint", στη συλλογή κειμένων του The Universal Exception, Continuum 2006], ο Slavoj Žižek γράφει σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα:
Το παράδοξο που θα πρέπει να επικυρωθεί πλήρως είναι ότι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος εξάλειψης των σχέσεων ισχύος [power] είναι η ελεύθερη αποδοχή των σχέσεων αυθεντίας [authority]: το μοντέλο της ελεύθερης κολεκτίβας δεν είναι η ομάδα ελευθεριάζοντων που αφήνεται στις ηδονές της, αλλά μια εξαιρετικά πειθαρχημένη επαναστατική κολεκτίβα […] Προσέξτε, το κείμενο δεν λέει ‘επιτρέπεται να σκοτώνουμε’ αλλά ‘δεν μας επιτρέπεται ακόμα (μια επαρκής παράφραση του vergönnen) να μη σκοτώνουμε’· ή απλούστερα, μας απαγορεύεται να μην σκοτώνουμε. Η ακρίβεια του Μπρεχτ εδώ είναι αξιοθαύμαστη. Το ‘επιτρέπεται να σκοτώνουμε’ θα αναγόταν σε απλή ανήθικη επιτρεπτικότητα· το ‘επιτάσσεται να σκοτώνουμε’ θα είχε μεταμορφώσει την ανθρωποκτονία σε μια αισχρή-διαστροφική διαταγή του υπερεγώ […] Ο μόνος σωστός τρόπος είναι συνεπώς η αναστροφή της βιβλικής απαγόρευσης, η οποία ισχύει έως και στην αντι-Αντιγονική απαγόρευση του να δοθεί μια σωστή ταφή: ο νεαρός σύντροφος πρέπει να ‘εξαφανιστεί, και να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά’, δηλαδή η εξαφάνισή του (ο θάνατός του) πρέπει η ίδια να εξαφανιστεί, χωρίς να αφήσει (συμβολικά) ίχνη (The Universal Exception, σ. 59).

Η βιαστική ανάγνωση τόσο του Žižek όσο και του Μπρεχτ θα υπαγόρευε ότι τα κείμενά τους αποτελούν τα ίδια μια απολυταρχική, “σταλινική” επικύρωση της επαναστατικής τρομοκρατίας στο όνομα της ιστορικής αναγκαιότητας, μια νομιμοποίηση του φόνου ως “παράπλευρης απώλειας”. Μια τέτοια ανάγνωση θα δυσκολευόταν κατ’ αρχάς να εξηγήσει όσα ο ίδιος ο Žižek καταθέτει για τη μοίρα του έργου του Μπρεχτ στην εποχή της σταλινικής λογοκρισίας: το έργο παίχτηκε μεν στην δεκαετία του 30, αλλά προκάλεσε πολλές επικριτικές αντιδράσεις στον επίσημο τύπο του Κόμματος ως έργο που υιοθετεί “λάθος πολιτική γραμμή”· κατόπιν, εξαφανίστηκε από το προσκήνιο για περισσότερο από μισό αιώνα. Με εξαίρεση μία σύντομη αναβίωση κατά την δεκαετία του 50, ξαναπαίχτηκε δημόσια μόνο στο τέλος του 90, ενώ τόσο ο ίδιος ο Μπρεχτ όσο και οι κληρονόμοι του αρνήθηκαν να το ανεβάσουν (In Defense of Lost Causes, σ. 475, υποσημ. 16).

Η ανάγνωση αυτή θα παρέβλεπε επίσης ότι το έργο δεν αποδέχεται την σταλινική έννοια της “αντικειμενικής ενοχής” (είσαι ένοχος αντικειμενικά, εφόσον το Κόμμα, ως υπερβατική ενσάρκωση της επαναστατικής θέλησης σε κρίνει τέτοιο, ακόμα και αν δεν είσαι ένοχος υποκειμενικά, αν δεν θεωρείς δηλαδή ότι είχες κάποια πρόθεση να βλάψεις το Κόμμα). Οι φονιάδες δεν εκφέρουν καμμία κρίση για την ηθική του συντρόφου τους και δεν τον αποκηρύσσουν ως προδότη. Αναγνωρίζουν την αθωότητά του τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά. Απλώς διακηρύσσουν επίσης την ανεπάρκεια της αθωότητας ως κατηγορίας για την πολιτική κρίση στο παρόν, τόσο σε ό,τι αφορά το θύμα τους, όσο και σε ό, τι αφορά τον εαυτό τους. Ο φόνος δεν είναι έκφραση και συνέπεια καταδικαστικής κρίσης, αλλά αποτέλεσμα του ανέφικτου του μη φόνου σε έναν “δολοφονικό κόσμο”. Η διακήρυξη αυτή δεν απαλλάσσει τους φονιάδες από την ευθύνη στην διάπραξη του εγκλήματος της αφαίρεσης της ζωής. Δεν έχει ως σκοπό ή κίνητρο να τους αθωώσει, αλλά να εξηγήσει την πράξη τους, να της δώσει έκφραση στο λόγο που απευθύνεται στην συλλογικότητα του χορού.

Γιατί ζήτησα να επιστρέψουμε στο εν λόγω απόσπασμα στο κατόπι των τραγικών γεγονότων της 5/5; Όχι βέβαια γιατί όσοι εξφενδόνισαν τις μολότωφ κατά του κτηρίου της Marfin μπορούν να ειδωθούν ως "σύντροφοι" των θυμάτων της πυρκαγιάς που ξέσπασε, οι οποίοι έπραξαν "το αναγκαίο", όντας "πειθαρχημένη επαναστατική κολλεκτίβα", αλλά γιατί ο Μπρεχτ οριοθετεί με ακρίβεια αυτό που δεν συνέβει, το είδος της βίας που δεν βρήκε έκφραση. Αυτό που διαπράχθηκε χωρίς ενσυνειδητότητα, αυτοματικά, χωρίς να αποτελεί συνέπεια απόφασης για το αναγκαίο, δημιουργεί μια ενοχή που επί του παρόντος δεν υπάρχει υποκείμενο για να τη σηκώσει στους ώμους του,  μια ενοχή στείρα και αλύτρωτη απ’ το κλάμμα. Στο μεσσιανικό “ακόμα” του Μπρεχτ —“δεν μας επιτρέπεται ακόμα να μη σκοτώνουμε” σημαίνει “παλεύουμε για να δημιουργήσουμε ένα κόσμο όπου θα μας επιτρέπεται να μη σκοτώνουμε”—πρέπει συνεπώς να προστεθεί ένα ακόμα “ακόμα”, ένα “ακόμα” που να αφορά όχι στον φόνο αλλά στον θρήνο: “Δεν μας επιτρέπεται ακόμα να ενδίδουμε στον θρήνο για όσους σκοτώνονται.”

Οι σύντροφοι του νεκρού στο έργο του Μπρεχτ είναι φονιάδες που έχουν αποκτήσει το δικαίωμα να θρηνούν χωρίς υποκρισία και χωρίς ενοχή. Στην δική μας πολύ διαφορετική πολιτική συγκυρία, η πολιτική ελπίδα, σε ό,τι αφορά τους νεκρούς της Σταδίου, είναι η εκ των υστέρων δικαίωση όχι του θανάτου τους, αλλά του δικαιώματος ενός συλλογικού υποκειμένου να θρηνήσει για αυτόν. Η αναγνώριση του απόλυτα άδικου αυτού του θανάτου υπό συνθήκες που απέχουν παρασάγγας από το να μπορούν να λογιστούν ως επαναστατικές είναι ένα πρώτο βήμα για την διάσχιση της απόστασης που μας χωρίζει από το υποκείμενο που μπορεί να θρηνεί χωρίς να ευτελίζει τον ίδιο τον θρήνο, χωρίς να τον καθιστά συνώνυμο είτε της υποκρισίας της “επανάστασης χωρίς επανάσταση” (δηλαδή της διαμαρτυρίας που στόχο έχει ουσιαστικά την μεταρρύθμιση, την καλυτέρευση των συνθηκών του συστήματος χωρίς την ανατροπή του) είτε των κροκοδείλιων δακρύων της πολιτικο-οικονομικής εξουσίας.

Ένα συλλογικό υποκείμενο που μαθαίνει να επαναστατεί μαθαίνει και να θρηνεί τις ζωές που χάνονται όπως αρμόζει σε τραγωδία και όχι σε φτηνό τηλεοπτικό μελόδραμα. Και αυτό το υποκείμενο βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα, τριγυρισμένο από παντού από τους πειρασμούς της εκλογίκευσης της πρόωρης παραίτησης, της προσαρμογής στα ίδια παλιά σενάρια ρεφορμιστικής “ικανοποίησης” αποσπασματικών και προσωποπαγών αιτημάτων, της εκ των υστέρων εκλογίκευσης της ανευθυνότητας ως μαχητικότητας ή της ανακήρυξης της απροθυμίας ρήξης με τις συντεταγμένες της κατάστασης σε ηθική. Η ανάληψη ευθύνης που προτείνω συνεπώς δεν είναι ανταπόκριση σε μια διαπίστωση εμπειρικής ενοχής όπως λανθασμένα έγινε αντιληπτό (θα ήταν τραγελαφικό να αναληφθεί ευθύνη για μια πράξη της οποίας την πολιτική λογική δεν αντιλαμβάνεται και δεν συμμερίζεται κανείς) αλλά βολανταριστική πράξη δια της οποίας ένα συλλογικό υποκείμενο εθισμένο στην αυτοεξαίρεσή του από την διαμόρφωση της ιστορίας του αποκτά επαφή με την δύναμή του να επαναστατεί και για αυτό, με το δικαίωμά του να θρηνεί.

Εικόνα:http://tamtambooks-tosh.blogspot.com

2 σχόλια:

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

RD
Σε βρίσκω πολύ καίριο και χρήσιμο στην συγκυρία
Αλλά και λίγο αισιόδοξο
Εχω την εντύπωση πως πριν την διαπραγματευση του συλλογικού θρήνου προυπάρχει η αίσθηση του φόνου και του φόνου
Φοβάμαι ότι αυτός ο φόβος "δεν έγινε" ποτε ,οπως ο πολεμος του Ιρακ κατα Μπωντριγιαρ΄.
Οι διαδηλωτές δεν ήταν "εκεί" ήταν απλως οι πρωταγωνιστές του τηελεθέαματος διαδήλωση.
Μετά ως θεατές είδαμε τον φόνο,αναμεσα στις δεκάδες σκηνές βίας που κυκλοφορούν στην τηλεόραση.
Αρα δεν "υπάρχει" φόνος
Αρα δεν "υπάρχει" ούτε ανάγκη θρήνου
Μάλιστα το συλλογικό συναίσθημα στην χθεσινή προσπαθεια "ανανοηματοδότησης" από συνδικάτα της αριστεράς ήταν κενό.
Με κάποιον περίεργο τρόπο ο πληθωρικός Δεκεμβρης 08 συνυπάρχει με τον "αδειο" Μαη 10,σε μια συνθήκη αμοιβαίου κενού.
Επι τη ευκαιρία καλή η ανάδειξη των πεπραγμενων της Flesh Machine
Δεν μου φαίνεται απόσυρησ αλλά ίσως μια μοναδική εκδήλωση πένθους

Αντωνης είπε...

"Με κάποιον περίεργο τρόπο ο πληθωρικός Δεκεμβρης 08 συνυπάρχει με τον "αδειο" Μαη 10,σε μια συνθήκη αμοιβαίου κενού."

Μπορείς να το αναλύσεις λίγο αυτό;