Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Κριτικός λόγος και εξαχρείωση: Μια απάντηση στην βιβλιοκριτική του Φώτη Τερζάκη (πρώτο μέρος: Was Ist Kritik?)

Τον Φώτη Τερζάκη δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Ούτε, δυστυχώς, είμαι εξοικειωμένος με το έργο του, αν και τα θέματα που πραγματεύεται (η σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης, η φιλοσοφία του Ντελέζ, ο Νίτσε, η θρησκεία και η θεολογία) αφορούν και τα δικά μου ενδιαφέροντα. Η επαφή μου με το όνομά του περιορίστηκε σε δύο δημόσιες δηλώσεις, για τις οποίες τα αισθήματά μου ήταν εντελώς αντίστροφα. Η πρώτη ήταν ένα γενναίο και σώφρον κείμενο για το θέμα της απόλυσης του Ντίνου Παλαιστίδη, θέμα για το οποίο ο Τερζάκης πήρε ξεκάθαρη θέση, υπογράφοντας το κείμενο που υπέγραψα και γω. Η δεύτερη ήταν η βιβλιοκριτική του στο Από το Είναι στο Συμβάν του Alain Badiou, ένα κείμενο το οποίο με άφησε άναυδο, τόσο για την εκ διαμέτρου αντίθετη εντύπωση που μου δημιούργησε για τον συντάκτη του, όσο και για το επίπεδο του περιεχομένου του. Με δεδομένη την αρχικά ιδιαίτερα θετική μου εντύπωση για το πολιτικό ήθος του Φώτη Τερζάκη, το σοκ ήταν ιδιαίτερα επίπονο. Και φυσικά, η απάντηση που νιώθω την υποχρέωση να δώσω δημόσια στο κείμενο της βιβλιοκριτικής που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία μου είναι ιδιαίτερα επαχθής. Κανείς δεν καλωσορίζει την αποξένωση μετά την δημιουργία αισθήματος αλληλεγγύης με κάποιον. Όμως αν ο ίδιος θεώρησε καθήκον του την δημοσίευση του εν λόγω κειμένου, δικό μου είναι να υπερασπιστώ όχι βέβαια τον εμπειρικό άνθρωπο Alain Badiou (δεν τον γνωρίζω) ούτε καν τον φιλόσοφο Alain Badiou (δεν νομίζω ότι έχει ανάγκη την υπεράσπισή μου), αλλά τα στοιχειώδη κριτήρια επαγγελματισμού και δεοντολογίας σε ό,τι αφορά την δημόσια έκφραση για την φιλοσοφία. Το καθήκον αυτό καθίσταται επαχθέστερο από το γεγονός ότι, όντας εκπαιδευμένος ως φιλόλογος, δεν είμαι παρά ένας ερασιτέχνης στον χώρο τον οποίο πραγματεύεται ο Τερζάκης και άρα βρίσκομαι σε σημαντικό μειονέκτημα απέναντί του. Επειδή όμως δεν έχω αντιληφθεί κάποιον αξιότερο εμού να έχει αναλάβει το βάρος της απάντησης στο κείμενο αυτό (με την εξαίρεση ορισμένων ενημερωμένων φίλων του ιστολογίου, βέβαια), είμαι αναγκασμένος να ριχτώ στην μάχη με τα πενιχρά μέσα που διαθέτω.  

Στην πορεία αυτού του κειμένου, που θα είναι αρκετά μακροσκελέστερο από αυτό του Τερζάκη, θα παραθέσω ουσιαστικά ολόκληρο το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, έτσι ώστε να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το τι ακριβώς ειπώθηκε στην συγκεκριμένη έκδοση.

Θα ξεκινήσω με μια ορολογική αποσαφήνιση την οποία κρίνω απαραίτητη. Στα ελληνικά, η λέξη "κριτική" κρύβει μια νοηματική διττότητα που δεν είναι πάντα εμφανής. Η λέξη "κριτική", για παράδειγμα, στο έργο "Κριτική του Καθαρού Λόγου" του Καντ δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα με την ίδια λέξη στην φράση "κριτική του Αλέφαντου στον Κετσπάγια" ή την φράση "κριτική του Αλαβάνου στον ΣΥΝ". Στα αγγλικά, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: η λέξη "critique" διαφοροποιείται και ορολογικά από την λέξη "criticism", με την δεύτερη να δηλώνει τις απορριπτικές προεκτάσεις του όρου --την επίκριση, δηλαδή-- και την πρώτη να έχει ένα σαφώς πιο απαιτητικό χαρακτήρα, εφόσον η γενεαλογία της είναι κατά βάση φιλοσοφική. Στον Καντ, που θεμελίωσε την φιλοσοφική χρήση της λέξης "κριτική", η λέξη σημαίνει την αναστοχαστική εξέταση των δυνατοτήτων και των ορίων που ενέχονται σε μια φιλοσοφική πρόταση. Ως τέτοια, προϋποθέτει απαραίτητα την καλή πίστη απέναντι σε μια τέτοια πρόταση, και η καλή αυτή πίστη μεταφράζεται πρακτικά στην αποδοχή του κάματου που απαιτείται ώστε να κατανοήσει κανείς πλήρως την πρόταση εκ των ένδον, δηλαδή να μπει μέσα στη λογική της και να προσπαθήσει να δει σε ποια σημεία είναι όντως λειτουργική και σε ποια οδηγεί σε σφαλερά συμπεράσματα ή αντιφάσεις. Έτσι, απαγορεύεται αυστηρώς, εφόσον πραγματεύεται κανείς βέβαια τις ιδέες με φιλοσοφική αυστηρότητα, η έκφραση διαφωνίας με ιδέες ως έκφραση απλής διαφοράς γούστου ή έλλειψης θέλησης να εμπλακεί κανείς με αυτές. Για να δώσουμε ένα απλό παράδειγμα αυτής της διαφοράς: Η πρόταση "το Χ κείμενο είναι αντιδραστικό και οπισθοδρομικό γιατί δεν μιλάει για το Ψ θέμα που εγώ θεωρώ σημαντικό" δεν συνιστά κριτική με την καντιανή έννοια. Η πρόταση όμως "το Χ κείμενο υποπίπτει σε α, β, γ λογικές αντιφάσεις επειδή δεν πραγματεύεται τις συναφείς διαστάσεις που εισάγει το Ψ θέμα, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται με τους δ, ε, στ τρόπους" συνιστά όντως κριτική με την καντιανή έννοια.  Για αυτό ακριβώς τον λόγο, επειδή δηλαδή η κριτική ως φιλοσοφική κατηγορία --και άρα ως κάτι άλλο από μια ωραία λέξη για την γκρίνια ή την προσωπική απέχθεια ή την αλλεργική αντίδραση-- δεν είναι αφομοιώσιμη απ' την εκδοχή της σε μια κοινωνία που ικανοποιείται με κουτσομπολιό, soundbytes, τσιτάτα, και αναλύσεις πενταλέπτου, ο Καντ διευκρινίζει ότι η κριτική είναι το αντίθετο του δογματισμού:
Ασχολούμαστε με μια έννοια [π.χ "φιλοσοφία του Badiou"] δογματικά αν την αναλογιστούμε ως κάτι που περιέχεται κάτω από μια άλλη έννοια [π.χ "Μαοϊσμός, φτου, φτου"] η οποία καθιστά αρχή λογικής και την κρίνουμε σε συμμόρφωση μ' αυτή. Αλλά ασχολούμαστε με αυτή κριτικά αν την αναλογιστούμε σε σχέση μόνο με τις γνωσιακές μας δυνατότητες και συνεπώς, με τις υποκειμενικές προϋποθέσεις του στοχασμού για αυτή, χωρίς να αναλάβουμε να αποφασίσουμε οτιδήποτε για το αντικείμενό της [π.χ "μα, αυτό οδηγεί στην καταστροφή!"]
Ι. Καντ, Κριτική της κριτικής ικανότητας.

Το ερώτημα, συνεπώς, με το οποίο θα ήθελα να αρχίσω είναι αν το κείμενο του Φώτη Τερζάκη για τον Alain Badiou πληρεί τις προϋποθέσεις για να λογιστεί "κριτική" με την έννοια που η κριτική έχει στην φιλοσοφία. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον το εν λόγω κείμενο αποτελεί κριτική σε ένα φιλόσοφο (βέβαια, η κριτική με την φιλοσοφική έννοια δεν περιορίζεται στην κριτική της φιλοσοφίας, η κριτική όμως της φιλοσοφίας είναι το κατεξοχήν πεδίο όπου οφείλει κάποιος να μην συγχέει την φιλοσοφική κριτική με αυτή του καφενείου). Εδώ όμως είναι που προσκρούουμε σε μια πρώτη αξιοπρόσεκτη επιλογή του συντάκτη, δηλαδή στον τίτλο του κειμένου του, ο οποίος παίρνει την μορφή μιας ρητορικής ερώτησης: "Υπάρχει φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού;" Η ερώτηση δεν μένει αναπάντητη από το κείμενο, και η απάντηση είναι εμφανέστατα αρνητική: συνοπτικά, η "κριτική" αποφαίνεται "δεν υπάρχει φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού", ήτοι "ο Αλαίν Μπαντιού δεν είναι φιλόσοφος." Και συνεπώς, η κριτική, έχοντας συμπεράνει το φιλοσοφικά ανάξιο του αντικειμένου της, απαλλάσσει και τον εαυτό της από το βάρος του να αποδείξει πώς κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, με βάση δηλαδή ποια ακριβώς μεθοδολογικά κριτήρια. Διότι, σε επίπεδο στοιχειώδους λογικής, το αν ο όποιος Alain Badiou είναι ή όχι φιλόσοφος (αν αυτό είναι κάτι που κάποιος έχει κρίνει ότι μπορεί να απαντήσει σε μια βιβλιοκριτική εφημερίδας, βέβαια) είναι ένα συμπέρασμα που θα πρέπει να εξαχθεί αφού πρώτα εξηγηθεί τι, για τον γράφοντα, ορίζει την κατηγορία "φιλοσοφία" , και κατόπιν, αφού αναδειχθούν οι διαστάσεις του έργου του όποιου Badiou που τον κατατάσσουν εντός ή εκτός αυτής της κατηγορίας. Αλλιώς, εκπίπτουμε από την υψηλή σφαίρα της κριτικής ως critique στην χυδαία σφαίρα της κριτικής ως ξεσπάσματος νεύρων, όπως κάνω εγώ όταν λέω "δεν υπάρχει ποδοσφαιριστής Ντιντιέ Ντομί" όταν εκνευρίζομαι από κάποια ενέργειά του, χωρίς όμως να νιώθω την παραμικρή ευθύνη να καθορίσω τι εννοώ με την λέξη "ποδοσφαιριστής." Αλλά δεν διαβάζει κανείς τα γραπτά διανοουμένων για διανοούμενους, και δεν πληρώνει κανείς για να σπουδάσει μαζί τους, για να αντικρίζει πράγματα που λέει και ο ίδιος από την κερκίδα ενός γηπέδου εν ώρα βρασμού ψυχής. Εκτός κι αν αυτό που ψάχνει, και αυτό το οποίο ανταμοίβει, είναι η επιβεβαίωση από κάποιον με συμβολικό κύρος της δικής του αλλεργικής απέχθειας για ό,τι δεν καταλαβαίνει και ό,τι δεν έχει και την όρεξη-υπομονή-φιλομάθεια να προσπαθήσει να καταλάβει. Διότι το πρακτικό συμπέρασμα που βγάζει κάποιος που δεν έχει πρωτογενή επαφή με το έργο του Γάλλου από αυτόν τον τίτλο και από όσα ακολουθούν τούτου είναι το εξής εμβριθές: "δεν αξίζει να ασχοληθείς με τον Μπαντιού επειδή δεν είναι φιλόσοφος, και δεν είναι φιλόσοφος επειδή αυτό έχω αποφασίσει εγώ."

8 σχόλια:

Disdaimona είπε...

Αντώνη, ψήγματα μη τεκμηριωμένης κριτικής υπάρχουν και στο ίδιο το έργο του.Είναι περίεργη περίπτωση ο Τερζάκης. Γιατί από τη μια είναι ένας αληθινός εργάτης της φιλοσοφικής σκέψης,πολύ μελετημένος,και σίγουρα δεν δίνει την εντύπωση πως σκέφτεται απλά επειδή πληρώνεται για να το κάνει, είναι πολύ εμφανής η τίμια και κοπιαστική προετοιμασία στα βιβλία του. Από την άλλη,ως προς τα συμπεράσματα των αναλύσεων του π.χ για τον Ντελέζ ή τον Νίτσε [και άσχετα αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί μ΄αυτά]σε προκαλεί να διερωτηθείς:καλά,τώρα αυτό από που ξεφύτρωσε;Από την άλλη στα ίδια αυτά βιβλία θα βρείς πολλά "παράθυρα" ανάγνωσης τόσο για το έργο του Ντελέζ όσο και του Νίτσε που ίσως να μην βρήκες σε κάποιο άλλο μελετητή.Λες και η μελέτη είναι άκρως τεκμηριωμένη αλλά το συμπέρασμα τηλεκατευθυνόμενο!
Το πρόβλημα με το άρθρο για τον Μπαντιού,και λυπάμαι αν γίνομαι κακεντρεχής που κάνω αυτή τη σκέψη, είναι απλά πως για τον Τερζάκη ο Μπαντιού "είναι εδώ", εν ενεργεία φιλόσοφος. Δεν είναι ο Ντελέζ δεν είναι ο Νίτσε, δεν είναι κάποιος που πέθανε ως "κατοχυρωμένα" Φιλόσοφος!
Είναι πρόβλημα Ναρκισσισμού η απαξίωση του Τερζάκη για το Μπαντιού. Ενός ναρκισσισμού που δυστυχώς λέει:έπαψα να είμαι εργάτης της φιλοσοφίας,είμαι ήδη Φιλόσοφος!Και ως φιλόσοφος αποφάνθηκα!

Δεν πετιέται το έργο του Τερζάκη. αλλά σίγουρα ως μελετητής δεν είναι ιδιαιτέρως κατάλληλος για άτομα τα οποία πάσχουν από έλλειψη δικής τους κρίσης ή παιδείας ούτε για άτομα που κλίνουν να υπηρετούν άλλους πνευματικά.

Ανώνυμος είπε...

demos
Πολύ καλή ανάγνωση τής «κριτικής» ΦΤ. Επιμένω σε ό,τι έγραψα σε προηγούμενο σχόλιο: έχω την εντύπωση ότι αν ο ΦΤ όντως διάβασε την Έννοια του Μοντέλου, τo θεώρησε έργο ανάλογο τού Χάμπερμας Zur Logic der Sozialwissenschaften (Logic of Social Sciences), εξού και ο έπαινος (η «θετική του υποδοχή» όπως γράφεις) και το υπόρρητο ότι ο Μπαντιού πήρε αργότερα λάθος δρόμο (κακές παρέες στο Παρίσι, βλέπεις, ενώ θα έπρεπε να καταδικάσει το «αντάρτικο» και τα «μαύρα ρόδα» και να παράσχει έτσι τις υπηρεσίες του στο κατεστημένο α λα Άπελ και Χάμπερμας). --- Όπως υπαινίσσεται και η Disdaimona, ο ΦΤ δεν είναι ακριβώς φιλόσοφος, αλλά μάλλον χρήστης «φιλοσοφημάτων» («Φρανκφούρτη ξέρουμε κ.λπ.» στο τέταρτο μέρος τής απάντησής σου).

PS «ελευσόμενο»: με απασχόλησε πολύ στις δικές μου μεταφράσεις το «advenir» ([en tant qu’il advient/ à ce qui advint et n'est plus/de ce qui advient]) Το ερχόμενο/ ελευσόμενο στα ελληνικά έχει αναγκαστικά «μελλοντική» έννοια, ενώ στον Μπαντιού μπορεί εκείνο στο οποίο αναφέρεται να είναι ήδη εδώ αλλά να είναι αφανές, κ.λπ.

Αντωνης είπε...

@Disdaimona: Να ξεκαθαρίσω ότι μη γνωρίζοντας το έργο του Τερζάκη δεν έχω την πρόθεση να προβώ σε οποιαδήποτε κρίση, θετική ή αρνητική, για αυτό. Δεν έχω αυτό το δικαίωμα. Η απάντηση είναι απάντηση στη βιβλιοκριτική για ένα στοχαστή για τον οποίο συμβαίνει να γνωρίζω ορισμένα πράγματα και να τρέφω θαυμασμό.
@demos: Τα ιδεολογικά ή όποια άλλα κίνητρα δεν είμαι σε θέση να τα γνωρίζω ή να εκτιμήσω το βάρος τους, οπότε και για αυτά φροντίζω όσο μπορώ να είμαι επιφυλακτικός. Εκτός της κατηγορίας του "αντικομμουνισμού" (!) στον Μπαντιού, για την σοφιστεία της οποίας θα είμαι αρκετά σκληρός.

WeltschmerzK είπε...

Νομίζω ότι οι λόγοι που ο Τερζάκης μεταχειρίζεται τόσο άκομψα τον Μπαντιού έχουν να κάνουν αφενός με την -ομολογουμένως όψιμη όσο και ευρεία- αποδοχή της οποίας χαίρει (ο Μπαντιού, όχι ο Τερζάκης!) και αφετέρου με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. (Φαντάζομαι ότι για αυτόν ο Μπαντιού είναι ένας εκπρόσωπος του "επαναστατικού σταλινο-μαοϊσμού", όπως πιστεύουν και οι Δημητρίου-Παπαθεοδώρου στην βιβλιοκριτική τους στην "Κυριακάτικη Αυγή" της "Κομμουνιστικής υπόθεσης" όπου, άλλωστε, παραπέμπουν τον αναγνώστη στο κείμενο του Τερζάκη για μια συνολική αξιολόγηση του Μπαντιού - [«Κόκκινες ιδέες χωρίς ιστορία: ο Αλαίν Μπαντιού και η “κομμουνιστική υπόθεση”», 16/05/2010. και η ανταπάντηση τους στην υπεράσπιση του Μ. Σκομβούλη: “Η μεταπολιτική ρητορεία της επανάστασης”, 06/06/2010] Συμφωνώ απόλυτα με την ανασκευή της κριτικής που είδαμε στα έξι μέρη, εκτός από ένα σημείο που νομίζω ότι έγινε παρερμηνεία. Ο Τερζάκης, αν κατάλαβα καλά, δεν ισχυρίζεται ότι ήταν κοινός τόπος στη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα η ταύτιση μαθηματικών και οντολογίας, αλλά ότι οι φιλοσοφοι που αναφέρει (Χέγκελ, Μπερξόν, Σαρτρ κλπ) από διαφορετικές παραδόσεις ορμώμενοι είχαν καταστήσει "κοινό τόπο" την έμφαση στο προσδιορίσιμο κομμάτι του είναι αντί του προσδιορισμένου, δηλαδή στο υπό διαμόρφωση μέλλον αντί του τετελεσμένου παρελθόντος (με άλλα λόγια, είχαν ο καθένας με τον τρόπο του αναδείξει ως κομβικό το ζήτημα της πράξης). Αυτό που διερωτάται, επομένως, ο Τερζάκης, είναι τι έχει να προσθέσει στη διαπίστωση τούτη ο Μπαντιού. Κατά τα λοιπά συμφωνώ με το παραπάνω σχόλιο για τις αναγνώσεις του Τερζάκη, που μαστίζονται από την επάρατη νόσο της μαρξιστικής ή μαρξιστογενούς κριτικογραφίας: τη σύνδεση των κρινόμενων απόψεων με τα κοινωνικο-οικονομικά και ιστορικο-πολιτικά συμφραζόμενα. Όσο και να θέλει κάποιος να αποφύγει τους αναγωγισμούς και να ανιχνεύσει τις πολύπλοκες -και υπαρκτές- διαμεσολαβήσεις, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος. Έτσι έπειτα από ορισμένες πραγματικά διεισδυτικές ενοράσεις για το έργο του Ντελέζ -στο βιβλίο του "Νιτσεϊκές μεταμορφώσεις", 2004- ο Τερζάκης ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος στοχαστής καταλήγει παρά τις αντίθετες προθέσεις του να γίνει ο ιδεολόγος του ύστερου καπιταλισμού. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις υπόλοιπες αναγνώσεις του που έχω υπόψη, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι όλες οι παρατηρήσεις του είναι άστοχες ή μονομερείς.

WeltschmerzK είπε...

Νομίζω ότι οι λόγοι που ο Τερζάκης μεταχειρίζεται τόσο άκομψα τον Μπαντιού έχουν να κάνουν αφενός με την -ομολογουμένως όψιμη όσο και ευρεία- αποδοχή της οποίας χαίρει (ο Μπαντιού, όχι ο Τερζάκης!) και αφετέρου με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. (Φαντάζομαι ότι για αυτόν ο Μπαντιού είναι ένας εκπρόσωπος του "επαναστατικού σταλινο-μαοϊσμού", όπως πιστεύουν και οι Δημητρίου-Παπαθεοδώρου στην βιβλιοκριτική τους στην "Κυριακάτικη Αυγή" της "Κομμουνιστικής υπόθεσης" όπου, άλλωστε, παραπέμπουν τον αναγνώστη στο κείμενο του Τερζάκη για μια συνολική αξιολόγηση του Μπαντιού - [«Κόκκινες ιδέες χωρίς ιστορία: ο Αλαίν Μπαντιού και η “κομμουνιστική υπόθεση”», 16/05/2010. και η ανταπάντηση τους στην υπεράσπιση του Μ. Σκομβούλη: “Η μεταπολιτική ρητορεία της επανάστασης”, 06/06/2010] Συμφωνώ απόλυτα με την ανασκευή της κριτικής που είδαμε στα έξι μέρη, εκτός από ένα σημείο που νομίζω ότι έγινε παρερμηνεία. Ο Τερζάκης, αν κατάλαβα καλά, δεν ισχυρίζεται ότι ήταν κοινός τόπος στη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα η ταύτιση μαθηματικών και οντολογίας, αλλά ότι οι φιλοσοφοι που αναφέρει (Χέγκελ, Μπερξόν, Σαρτρ κλπ) από διαφορετικές παραδόσεις ορμώμενοι είχαν καταστήσει "κοινό τόπο" την έμφαση στο προσδιορίσιμο κομμάτι του είναι αντί του προσδιορισμένου, δηλαδή στο υπό διαμόρφωση μέλλον αντί του τετελεσμένου παρελθόντος (με άλλα λόγια, είχαν ο καθένας με τον τρόπο του αναδείξει ως κομβικό το ζήτημα της πράξης). Αυτό που διερωτάται, επομένως, ο Τερζάκης, είναι τι έχει να προσθέσει στη διαπίστωση τούτη ο Μπαντιού. Κατά τα λοιπά συμφωνώ με το παραπάνω σχόλιο για τις αναγνώσεις του Τερζάκη, που μαστίζονται από την επάρατη νόσο της μαρξιστικής ή μαρξιστογενούς κριτικογραφίας: τη σύνδεση των κρινόμενων απόψεων με τα κοινωνικο-οικονομικά και ιστορικο-πολιτικά συμφραζόμενα. Όσο και να θέλει κάποιος να αποφύγει τους αναγωγισμούς και να ανιχνεύσει τις πολύπλοκες -και υπαρκτές- διαμεσολαβήσεις, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος. Έτσι έπειτα από ορισμένες πραγματικά διεισδυτικές ενοράσεις για το έργο του Ντελέζ -στο βιβλίο του "Νιτσεϊκές μεταμορφώσεις", 2004- ο Τερζάκης ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος στοχαστής καταλήγει παρά τις αντίθετες προθέσεις του να γίνει ο ιδεολόγος του ύστερου καπιταλισμού. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις υπόλοιπες αναγνώσεις του που έχω υπόψη, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι όλες οι παρατηρήσεις του είναι άστοχες ή μονομερείς.

WeltschmerzK είπε...

Νομίζω ότι οι λόγοι που ο Τερζάκης μεταχειρίζεται τόσο άκομψα τον Μπαντιού έχουν να κάνουν αφενός με την -ομολογουμένως όψιμη όσο και ευρεία- αποδοχή της οποίας χαίρει (ο Μπαντιού, όχι ο Τερζάκης!) και αφετέρου με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. (Φαντάζομαι ότι για αυτόν ο Μπαντιού είναι ένας εκπρόσωπος του "επαναστατικού σταλινο-μαοϊσμού", όπως πιστεύουν και οι Δημητρίου-Παπαθεοδώρου στην βιβλιοκριτική τους στην "Κυριακάτικη Αυγή" της "Κομμουνιστικής υπόθεσης" όπου, άλλωστε, παραπέμπουν τον αναγνώστη στο κείμενο του Τερζάκη για μια συνολική αξιολόγηση του Μπαντιού - [«Κόκκινες ιδέες χωρίς ιστορία: ο Αλαίν Μπαντιού και η “κομμουνιστική υπόθεση”», 16/05/2010. και η ανταπάντηση τους στην υπεράσπιση του Μ. Σκομβούλη: “Η μεταπολιτική ρητορεία της επανάστασης”, 06/06/2010] Συμφωνώ απόλυτα με την ανασκευή της κριτικής που είδαμε στα έξι μέρη, εκτός από ένα σημείο που νομίζω ότι έγινε παρερμηνεία. Ο Τερζάκης, αν κατάλαβα καλά, δεν ισχυρίζεται ότι ήταν κοινός τόπος στη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα η ταύτιση μαθηματικών και οντολογίας, αλλά ότι οι φιλοσοφοι που αναφέρει (Χέγκελ, Μπερξόν, Σαρτρ κλπ) από διαφορετικές παραδόσεις ορμώμενοι είχαν καταστήσει "κοινό τόπο" την έμφαση στο προσδιορίσιμο κομμάτι του είναι αντί του προσδιορισμένου, δηλαδή στο υπό διαμόρφωση μέλλον αντί του τετελεσμένου παρελθόντος (με άλλα λόγια, είχαν ο καθένας με τον τρόπο του αναδείξει ως κομβικό το ζήτημα της πράξης). Αυτό που διερωτάται, επομένως, ο Τερζάκης, είναι τι έχει να προσθέσει στη διαπίστωση τούτη ο Μπαντιού. Κατά τα λοιπά συμφωνώ με το παραπάνω σχόλιο για τις αναγνώσεις του Τερζάκη, που μαστίζονται από την επάρατη νόσο της μαρξιστικής ή μαρξιστογενούς κριτικογραφίας: τη σύνδεση των κρινόμενων απόψεων με τα κοινωνικο-οικονομικά και ιστορικο-πολιτικά συμφραζόμενα. Όσο και να θέλει κάποιος να αποφύγει τους αναγωγισμούς και να ανιχνεύσει τις πολύπλοκες -και υπαρκτές- διαμεσολαβήσεις, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος. Έτσι έπειτα από ορισμένες πραγματικά διεισδυτικές ενοράσεις για το έργο του Ντελέζ -στο βιβλίο του "Νιτσεϊκές μεταμορφώσεις", 2004- ο Τερζάκης ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος στοχαστής καταλήγει παρά τις αντίθετες προθέσεις του να γίνει ο ιδεολόγος του ύστερου καπιταλισμού. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις υπόλοιπες αναγνώσεις του που έχω υπόψη, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι όλες οι παρατηρήσεις του είναι άστοχες ή μονομερείς.

WeltschmerzK είπε...

Νομίζω ότι οι λόγοι που ο Τερζάκης μεταχειρίζεται τόσο άκομψα τον Μπαντιού έχουν να κάνουν αφενός με την -ομολογουμένως όψιμη όσο και ευρεία- αποδοχή της οποίας χαίρει (ο Μπαντιού, όχι ο Τερζάκης!) και αφετέρου με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. (Φαντάζομαι ότι για αυτόν ο Μπαντιού είναι ένας εκπρόσωπος του "επαναστατικού σταλινο-μαοϊσμού", όπως πιστεύουν και οι Δημητρίου-Παπαθεοδώρου στην βιβλιοκριτική τους στην "Κυριακάτικη Αυγή" της "Κομμουνιστικής υπόθεσης" όπου, άλλωστε, παραπέμπουν τον αναγνώστη στο κείμενο του Τερζάκη για μια συνολική αξιολόγηση του Μπαντιού - [«Κόκκινες ιδέες χωρίς ιστορία: ο Αλαίν Μπαντιού και η “κομμουνιστική υπόθεση”», 16/05/2010. και η ανταπάντηση τους στην υπεράσπιση του Μ. Σκομβούλη: “Η μεταπολιτική ρητορεία της επανάστασης”, 06/06/2010] Συμφωνώ απόλυτα με την ανασκευή της κριτικής που είδαμε στα έξι μέρη, εκτός από ένα σημείο που νομίζω ότι έγινε παρερμηνεία. Ο Τερζάκης, αν κατάλαβα καλά, δεν ισχυρίζεται ότι ήταν κοινός τόπος στη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα η ταύτιση μαθηματικών και οντολογίας, αλλά ότι οι φιλοσοφοι που αναφέρει (Χέγκελ, Μπερξόν, Σαρτρ κλπ) από διαφορετικές παραδόσεις ορμώμενοι είχαν καταστήσει "κοινό τόπο" την έμφαση στο προσδιορίσιμο κομμάτι του είναι αντί του προσδιορισμένου, δηλαδή στο υπό διαμόρφωση μέλλον αντί του τετελεσμένου παρελθόντος (με άλλα λόγια, είχαν ο καθένας με τον τρόπο του αναδείξει ως κομβικό το ζήτημα της πράξης). Αυτό που διερωτάται, επομένως, ο Τερζάκης, είναι τι έχει να προσθέσει στη διαπίστωση τούτη ο Μπαντιού. Κατά τα λοιπά συμφωνώ με το παραπάνω σχόλιο για τις αναγνώσεις του Τερζάκη, που μαστίζονται από την επάρατη νόσο της μαρξιστικής ή μαρξιστογενούς κριτικογραφίας: τη σύνδεση των κρινόμενων απόψεων με τα κοινωνικο-οικονομικά και ιστορικο-πολιτικά συμφραζόμενα. Όσο και να θέλει κάποιος να αποφύγει τους αναγωγισμούς και να ανιχνεύσει τις πολύπλοκες -και υπαρκτές- διαμεσολαβήσεις, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος. Έτσι έπειτα από ορισμένες πραγματικά διεισδυτικές ενοράσεις για το έργο του Ντελέζ -στο βιβλίο του "Νιτσεϊκές μεταμορφώσεις", 2004- ο Τερζάκης ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος στοχαστής καταλήγει παρά τις αντίθετες προθέσεις του να γίνει ο ιδεολόγος του ύστερου καπιταλισμού. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις υπόλοιπες αναγνώσεις του που έχω υπόψη, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι όλες οι παρατηρήσεις του είναι άστοχες ή μονομερείς.

WeltschmerzK είπε...

Νομίζω ότι οι λόγοι που ο Τερζάκης μεταχειρίζεται τόσο άκομψα τον Μπαντιού έχουν να κάνουν αφενός με την -ομολογουμένως όψιμη όσο και ευρεία- αποδοχή της οποίας χαίρει (ο Μπαντιού, όχι ο Τερζάκης!) και αφετέρου με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. (Φαντάζομαι ότι για αυτόν ο Μπαντιού είναι ένας εκπρόσωπος του "επαναστατικού σταλινο-μαοϊσμού", όπως πιστεύουν και οι Δημητρίου-Παπαθεοδώρου στην βιβλιοκριτική τους στην "Κυριακάτικη Αυγή" της "Κομμουνιστικής υπόθεσης" όπου, άλλωστε, παραπέμπουν τον αναγνώστη στο κείμενο του Τερζάκη για μια συνολική αξιολόγηση του Μπαντιού - [«Κόκκινες ιδέες χωρίς ιστορία: ο Αλαίν Μπαντιού και η “κομμουνιστική υπόθεση”», 16/05/2010. και η ανταπάντηση τους στην υπεράσπιση του Μ. Σκομβούλη: “Η μεταπολιτική ρητορεία της επανάστασης”, 06/06/2010] Συμφωνώ απόλυτα με την ανασκευή της κριτικής που είδαμε στα έξι μέρη, εκτός από ένα σημείο που νομίζω ότι έγινε παρερμηνεία. Ο Τερζάκης, αν κατάλαβα καλά, δεν ισχυρίζεται ότι ήταν κοινός τόπος στη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα η ταύτιση μαθηματικών και οντολογίας, αλλά ότι οι φιλοσοφοι που αναφέρει (Χέγκελ, Μπερξόν, Σαρτρ κλπ) από διαφορετικές παραδόσεις ορμώμενοι είχαν καταστήσει "κοινό τόπο" την έμφαση στο προσδιορίσιμο κομμάτι του είναι αντί του προσδιορισμένου, δηλαδή στο υπό διαμόρφωση μέλλον αντί του τετελεσμένου παρελθόντος (με άλλα λόγια, είχαν ο καθένας με τον τρόπο του αναδείξει ως κομβικό το ζήτημα της πράξης). Αυτό που διερωτάται, επομένως, ο Τερζάκης, είναι τι έχει να προσθέσει στη διαπίστωση τούτη ο Μπαντιού. Κατά τα λοιπά συμφωνώ με το παραπάνω σχόλιο για τις αναγνώσεις του Τερζάκη, που μαστίζονται από την επάρατη νόσο της μαρξιστικής ή μαρξιστογενούς κριτικογραφίας: τη σύνδεση των κρινόμενων απόψεων με τα κοινωνικο-οικονομικά και ιστορικο-πολιτικά συμφραζόμενα. Όσο και να θέλει κάποιος να αποφύγει τους αναγωγισμούς και να ανιχνεύσει τις πολύπλοκες -και υπαρκτές- διαμεσολαβήσεις, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος. Έτσι έπειτα από ορισμένες πραγματικά διεισδυτικές ενοράσεις για το έργο του Ντελέζ -στο βιβλίο του "Νιτσεϊκές μεταμορφώσεις", 2004- ο Τερζάκης ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος στοχαστής καταλήγει παρά τις αντίθετες προθέσεις του να γίνει ο ιδεολόγος του ύστερου καπιταλισμού. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις υπόλοιπες αναγνώσεις του που έχω υπόψη, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι όλες οι παρατηρήσεις του είναι άστοχες ή μονομερείς.