Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Kojin Karatani, Επανάσταση και επανάληψη (δεύτερο μέρος)

Η επανάληψη στο Κεφάλαιο

Ο Μαρξ αναφέρεται σε σε μια άλλη επανάληψη στην 18η Μπρυμαίρ: στην οικονομική κρίση του 1851, που βοήθησε τον Βοναπάρτη να κερδίσει την υποστήριξη των μηχανισμών του κράτους όπως ο στρατός και η γραφειοκρατεία: "Μόνο κάτω απ’ τον δεύτερο Βοναπάρτη φαίνεται το κράτος να έχει καταστεί εντελώς ανεξάρτητο. Ο κρατικός μηχανισμός σταθεροποίησε την θέση του κόντρα στην πολιτική κοινωνία.”[4] Σ’ αυτό το σημείο ο Μαρξ ανακαλύπτει την συνάντηση ανάμεσα σε δύο είδη επανάληψης: την επανάληψη του κράτους και την επανάληψη της καπιταλιστικής οικονομίας. Τον καιρό εκείνο, κανείς δεν έδωσε σημασία στην επαναληπτικότητα της κρίσης αυτής. Θεωρήθηκε δεδομένο ότι η εμπορική κρίση ήταν το αποτέλεσμα της επανάστασης του 1848 και ότι μπορούσε να επιλυθεί με οικονομικές πολιτικές.

Ο Μαρξ δεν διερεύνησε επαρκώς το πρόβλημα της περιοδικής κρίσης. Πίστευε ότι αυτή η κρίση δεν προωθούσε την επανάσταση γιατί δεν ήταν ακόμη πλήρως αναπτυγμένη: “Εκτός από αυτές τις ειδικές συνθήκες, η πρόδηλη κρίση του 1851 δεν ήταν τίποτε άλλο από το μπλοκάρισμα που δημιουργούν πάντα η υπερ-παραγωγή και το υπερβολικό σπεκουλάρισμα καθώς συμπληρώνουν τον βιομηχανικό κύκλο, πριν συγκεντρώσουν όλες τους τις δυνάμεις για να σπεύσουν πυρετωδώς μέσα από την τελική φάση του κύκλου αυτού και να φτάσουν ξανά στο αρχικό τους σημείο, την γενική εμπορική κρίση”.[5] Έτσι, ο Μαρξ πίστευε ότι η κρίση αυτή θα ακολοθούνταν από μια “γενική εμπορική κρίση”, η οποία και θα έφερνε την παγκόσμια επανάσταση στην Ευρώπη. Όμως δεν έλαβε χώρα καμμία επανάσταση., αν και επήλθε κρίση το 1857. Η κρίση είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για την καπιταλιστική οικονομία, αλλά ούτε καταστρέφει το σύστημα ούτε παράγει αυτομάτως επαναστάσεις. Το αντίθετο, μια σοβαρή κρίση ή ύφεση οδηγεί στην αντεπανάσταση. Τα περιστατικά που αναφέρονται στην 18η Μπρυμαίρ μαρτυρούν το γεγονός ότι η οικονομική κρίση διευκολύνει την θεμελίωση μιας κρατικής καπιταλιστικής τάξης, όπως αυτή του Βοναπάρτη, και όχι μια σοσιαλιστική επανάσταση. Η μελέτη της καπιταλιστικής οικονομίας απ΄τον Μαρξ απέκτησε μεγαλύτερη εκλέπτυνση μετά το 1857, όταν και εγκατέλειψε την εσχατολογική ελπίδα για μια τέτοια κρίση. Ήταν μετά από αυτή την περίοδο που ο Μαρξ άρχισε να εξερευνά την κρίση ή τον κύκλο εμπορικών συναλλαγών αυτόνομα, ανεξάρτητα από την πολιτική. Η κρίση δεν είναι λάθος οικονομικής πολιτικής και δεν οδηγεί στην κατάρρευση του καπιταλισμού. Ο Μαρξ άρχισε να κατανοεί την κρίση ως μια αναπόφευκτη ασθένεια, η οποία ήταν εμμενής στην συσσώρευση του Κεφαλαίου. Γιατί λοιπόν υπάρχει κάτι που λέγεται κρίση;

Η δυνατότητα για την ύπαρξη της κρίσης, δείχνει ο Μαρξ, παραμονεύει στο salto mortale, στην μεταμόρφωση από το εμπόρευμα στο χρήμα. Για να το πούμε απλά, η δυνατότητα για κρίση ενέχεται στην αβεβαιότητα για το αν θα πουληθεί ή όχι ένα εμπόρευμα. Αυτό το άλμα όμως εξηγεί μόνο την δυνατότητά της: “Για την ανάπτυξη αυτής της δυνατότητας σε πραγματικότητα απαιτείται μια ολόκληρη σειρά προϋποθέσεων, οι οποίες δεν υπάρχουν καν ακόμα από την σκοπιά της απλής διακίνησης των εμπορευμάτων.”[6] Η κρίση λαμβάνει χώρα στην πραγματικότητα αφού έχει αναπτυχθεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η πίστωση υπερκεράζει το ρίσκο στο salto mortale του εμπορεύματος· μπορεί να διευκολύνει το εμπόριο έτσι ώστε να είναι σαν να είχαν ήδη πουληθεί τα εμπορεύματα. Αλλά η υπερκέραση αυτή είναι ιδεαλιστική: σε τελική ανάλυση υπάρχει ένα χρονικό σημείο για την τακτοποίηση των λογαριασμών, και για την ανακάλυψη ότι τα εμπορεύματα δεν πουλήθηκαν. Σε μια κρίση, αυτό συμβαίνει σε γιγαντιαία κλίμακα: [Μια χρηματική κρίση] συμβαίνει μόνο όταν η διαρκής αλυσίδα των πληρωμών έχει πλήρως αναπτυχθεί, και μαζί της ένα τεχνητό σύστημα για να καθορίζονται αυτές.”[7] Γενικώς πιστεύεται ότι η κρίση της Ολλανδίας το 1637 ήταν αποτέλεσμα σπεκουλαρίσματος με τις τουλίπες, αλλά η άμεσή της αιτία ήταν η φούσκα που δημιουργήθηκε απ’ την ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όμως η φούσκα δεν εξηγεί γιατί αυτές οι κρίσεις συμβαίνουν περιοδικά. Η κρίση η οποία άρχισε στη Βρετανία το 1825, και η οποία περιελάμβανε την Ολλανδία και τη Γερμανία, είναι δραστικά διαφορετική από τις προηγούμενες.

Οι περισσότεροι μαρξιστές θεωρούν ότι η κρίση δημιουργείται από την άναρχη υπερ-παραγωγή ή την “αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και την καπιταλιστική υπεξαίρεση.” Όμως αυτή η ιδέα εξηγεί την δυνατότητα της κρίσης, όχι την αιτία της περιοδικότητάς της. Από όσο ξέρω, μόνο ο Kozo Uno δίνει μια πειστική απάντηση στο μυστήριο αυτό. Ο Uno εξερευνά το πρόβλημα της κρίσης και του κύκλου εμπορικών συναλλαγών με τους όρους του πληθυσμιακού νόμου του καπιταλισμού. Η εργασία είναι ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα· είναι δύσκολο να το αυξήσεις άμεσα εάν εκλείπει και δύσκολο να το μειώσεις αν είναι υπερσυσσωρευμένο. Οι εργάτες που απολύονται σε μια ύφεση δημιουργούν τον “εφεδρικό στρατό εργασίας”. Κατά τις περιόδους ευμάρειας η ανεργία αυξάνεται, οι μισθοί ανεβαίνουν, και το ποσοστό κέρδους πέφτει, αλλά εφόσον υπάρχει ακόμη πίστωση, το κεφάλαιο συνεχίζει να παράγει σύμφωνα με την εμφάνιση της ζήτησης. Κάποια στιγμή, η πίστωση καταστρέφεται και επέρχεται κρίση· η αιτία της περιοδικής κρίσης στον βιομηχανικό καπιταλισμό είναι η ιδιαιτερότητα του εμπορεύματος της εργασίας. Μια κρίση και η συνεπακόλουθή της ύφεση χρεοκοπούν και ξεριζώνουν τις αδύναμες επιχειρήσεις οι οποίες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους μόνες τους. Χαμηλώνοντας τους μισθούς και τα επιτόκια, όμως, η κρίση επιτρέπει στο Κεφάλαιο να επενδύσει σε νέο εξοπλισμό και τεχνολογία. Κάποτε επιστρέφει η ευμάρεια, και μετά επέρχεται η επόμενη κρίση. Έτσι η συσσώρευση του Κεφαλαίου ή η προκεχωρημένη “οργανική σύνθεση του Κεφαλαίου” καθοδηγείται από τον κύκλο εμπορικών συναλλαγών. Αντιστρόφως, αυτό το οποίο επικροτείται ως αυτόματος μηχανισμός προσαρμογής της καπιταλιστικής οικονομίας σηματοδοτεί το γεγονός ότι η συσσώρευση του Κεφαλαίου μπορεί να προχωρήσει μόνο μέσα από τη βία.

Τώρα είναι ξεκάθαρο ότι η περιοδική κρίση συμβαίνει σε μια οικονομία μισθωτής εργασίας. Γιατί τότε αυτές οι κρίσεις να επέρχονται με μεσοδιαστήματα περίπου δέκα ετών; Και γιατί μετά τις κρίσεις του 1857, 1866 και 1873 επήλθε μια μακροχρόνια ύφεση αντί για μια δραματική κρίση;  Αυτά τα ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν με τους όρους του πρωταρχικού προϊόντος ή του παγκόσμιου εμπορεύματος. Η κλασική περιοδική κρίση αναδύθηκε όταν η βιομηχανία βαμβακιού ήταν κυρίαρχη. Η βιομηχανία αυτή απαιτούσε μεγάλη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού· τα εργοστάσια και ο εξοπλισμός είχαν φθορές κάθε περίπου δέκα χρόνια και έπρεπε να αντικαθίστανται. Από την δεκαετία του 1860, επήλθε η μετάβαση στη βαριά βιομηχανία, η οποία απαίτησε μια αύξηση στις επενδύσεις για εξοπλισμό (συνεχές Κεφάλαιο) και μια μείωση στον μέσο όρο κέρδους, ακόμα και όταν η εργατική παραγωγικότητα (το ποσοστό υπεραξίας) ανερχόταν. Παρόμοια, εφόσον οι βαριές βιομηχανίες δεν είχαν ανάγκη από όσους εργάτες χρειαζόντουσαν οι βαμβακοβιομηχανίες, η ανεργία αυξήθηκε και η εγχώρια κατανάλωση μειώθηκε. Συνεπώς, η ύφεση έγινε μακροπρόθεσμη. Επιπλέον, τα προϊόντα των βαριών βιομηχανιών απαιτούσαν διεθνείς, υπεράκτιες αγορές. Αυτό ονομάζεται “εξαγωγή Κεφαλαίου.” Στην περίπτωση αυτή, ο ρόλος του κράτους ήταν να εξασφαλίσει τις αγορές αυτές.  Κατά συνέπεια, αναδύθηκαν οξύτατες διαμάχες μεταξύ των χωρών που είχαν ήδη υπεράκτιες αποικίες, όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, και στις δυνάμεις που αναδυόντουσαν, όπως η Γερμανία, οι Η.Π.Α και η Ιαπωνία. Αυτό είναι που ονομάζουμε ιμπεριαλισμός.

Ο επιχειρηματικός κύκλος που ο Μαρξ συνέλαβε στο Κεφάλαιο παίρνει την μορφή ενός βραχέως κύματος το οποίο αργότερα ονομάστηκε κύκλος Juglar. Από την άλλη πλευρά, ο Kondratieff περιέγραψε ένα “μακρύ κύμα” το οποίο αφορούσε κύκλους 50 ή 60 ετών. Κατά την άποψή μου, η διαφορά σε μήκος δεν είναι σημαντική. Το μακρύ κύμα είναι ένα φαινόμενο το οποίο δημιουργείται από την αλλαγή στα παγκόσμια εμπορεύματα. Η μεταμόρφωση των παγκόσμιων εμπορευμάτων – από το μαλλί στο βαμβάκι, στη βαριά βιομηχανία, στα ανθεκτικά καταναλωτικά προϊόντα, στη βιομηχανία της πληροφορίας – έχει σαν αποτέλεσμα μεγάλες, οξύτατες υφέσεις, αν όχι κρίσεις. Αυτές οι μεταβάσεις δημιουργούν αλλαγές μόνο στο επίπεδο της τεχνολογίας αλλά επίσης και στο επίπεδο της κοινωνίας γενικότερα. Παρά τις επιφανειακές διαφορές, η βασική αρχή που υπέδειξε ο Μαρξ εξακολουθεί να είναι σημαντική: η συσσώρευση του Κεφαλαίου γίνεται εφικτή μόνο μέσα από την βίαιη αναδιοργάνωση, και αυτό ακριβώς είναι που εξαναγκάζει την καπιταλιστική κοινωνία να επαναλαμβάνει. Παρ’ όλα αυτά, η αρχή αυτή δεν επαρκεί για να διερευνήσουμε σε βάθος την επανάληψη της ιστορίας ως κοινωνικό μόρφωμα.

Εικόνα: Κύμα Kondratieff, www.ldusa.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: