Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Κριτικός λόγος και εξαχρείωση: Μια απάντηση στην βιβλιοκριτική του Φώτη Τερζάκη (δεύτερο μέρος: Γαλλική Κουζίνα)

Φυσικά, πολλοί θα έμπαιναν στον πειρασμό να παρατηρήσουν ότι είναι ηθικά μάλλον απαράδεκτο να αμφισβητείται το ότι είναι φιλόσοφος κάποιος ο οποίος σπούδασε φιλοσοφία στην École Normale Superieur και τη Σορβόννη από την δεκαετία του 50 και δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο από το 1969, κάποιος ο οποίος δίδαξε στο Παρίσι (VIII) επί σειρά ετών, μαζί με τον Gilles Deleuze, κάποιος του οποίου τα βιβλία έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες, ή κάποιος που χαιρετίζεται από αρκετούς εκτός Ελλάδας ως ο σημαντικότερος φιλόσοφος στον κόσμο αυτή τη στιγμή. Και εξίσου προφανώς, το να πηγαίνεις κόντρα σε όλο αυτό το κύμα αναγνώρισης που ο Badiou απολαμβάνει μετά από δεκαετίες σχετικής αφάνειας έχει τη δική του αίγλη. Χρειάζονται όμως και επιχειρήματα. Ας δούμε ποια είναι αυτά. Παράγραφος ένα:

Στον κόσμο που δεν έχει διαβάσει ποτέ φιλοσοφία επικρατεί η αντίληψη ότι πρόκειται για κάτι το σιβυλλικό και σε τελική ανάλυση ακατανόητο. Μικρό ώς εδώ το κακό· το χειρότερο είναι ότι συχνά τείνουν να εφαρμόζουν αυτό τον συλλογισμό και αντίστροφα: ό,τι τους φαίνεται συβιλλικό και ακατανόητο πρέπει να είναι φιλοσοφία... Το πραγματικά καταστροφικό, τώρα, είναι ότι εμφανίζεται μια μερίδα λογίων οι οποίοι, ενσωματώνοντας υπόρρητα τη διαστροφή της κοινής αντίληψης, αισθάνονται ότι για να καταξιωθούν φιλοσοφικά οφείλουν να είναι σιβυλλικοί και ακατανόητοι και ότι, αν είναι τέτοιοι, μπορούν να χριστούν αυτοδικαίως φιλόσοφοι. Αυτό ίσως ενισχύεται από μια ψυχολογική ανάγκη που μοιάζουν να εκδηλώνουν ορισμένοι, οι οποίοι αντλούν προφανώς κάποιου είδους διαστροφική ηδονή επινοώντας αλλόκοτες κι εκκωφαντικά ηχηρές εκφράσεις, αβυθομέτρητης σημασίας, με τις οποίες κόβουν το αίμα τού απλοϊκού κοινού τους -κάνοντας τσιχλόφουσκα τη σύνταξη, ουσιαστικοποιώντας ρήματα, ρηματοποιώντας ουσιαστικά, αποκολλώντας και ανασυγκολλώντας προθέσεις με αφηρημένους ονοματικούς τύπους... Το έθος αυτό, ως γνωστόν, παρουσιάζει ενδημική εξάπλωση στην παριζιάνικη διανόηση, ιδίως σε εποχές όπως η δική μας όπου γίνεται όλο και σπανιότερο να έχεις κάτι να πεις, ωστόσο στην Ελλάδα έχει εξαρχής βρει ενθουσιώδεις μιμητές. Πρώτος διδάξας ήταν ο Γιώργος Βέλτσος, ο οποίος σιγά σιγά δημιούργησε σχολή: σήμερα διαθέτουμε έναν ολόκληρο αστερισμό μεταφραστών και μεταφρασεολόγων, διδακτόρων (κατά προτίμησιν του Παντείου και κατά προτίμησιν του Τμήματος Επικοινωνιών), ψυχαναλυτών ή «ψυχαναλυτών», επιφυλλιδογράφων στον Τύπο κι εκδοτών περιοδικών οι οποίοι διακονούν με προσήλωση το είδος.

O συγγραφέας εδώ εισέρχεται στο κείμενο με μια κίνηση υπολογισμένη να πιάσει τον παλμό μιας κουλτούρας παραδοσιακά εχθρικής στην διανόηση (ας θυμίσουμε εδώ το εξαιρετικό μικρό βιβλιαράκι του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου Η Ρωμιοσύνη στον παράδεισο). Ναι, φυσικά, υπάρχουν πολλοί που βρίσκουν την φιλοσοφία ακατανόητη. Αν ήταν βέβαια ειλικρινείς αρκετοί από αυτούς, θα παραδεχόντουσαν ότι αυτό ισχύει και για τη φιλοσοφία των προσωκρατικών, και για αυτή του Πλάτωνα, και για τα Μετά τα φυσικά του Αριστοτέλη (που προσωπικά βρήκα εξαντλητικά δυσνόητα), και για τον απίστευτα δύσκολο Πλωτίνο, και τέλος πάντων για όλους αυτούς που έχουμε επί χρόνια ιδιοποιηθεί ως "αρχαίων ημών προγόνους" χωρίς να καταλαβαίνουμε Χριστό για το τι λένε, ή, χειρότερα, ψάχνοντας σ' αυτούς για συνταγές για μυστικά υπερόπλα, σχέδια για διαστημόπλοια, ή τις συντεταγμένες για χαμένες ηπείρους --μέθοδος ενασχόλησης που έχει την ίδια σοβαρότητα και συνάφεια που θα είχε το να αναζητούμε στις συνταγές μαγειρικής τρόπους του να διορθώσουμε την οικονομία, ή στην πυρηνική φυσική έναν ασφαλή οδηγό για την απώλεια βάρους. Δεν αφορούν, εν ολίγοις, μόνο τους Γάλλους φιλοσόφους, ούτε αυτούς που έλαχε να τους "διακονούν με προσήλωση" στην χώρα μας. Αυτού του είδους η διαπίστωση είναι σαφώς βασισμένη σε μια στερεοτυπική διασύνδεση από αυτές που κάνει η εξαθλιωμένη υποκουλτούρα (Γάλλοι=κουλτουριάρηδες όπως Άγγλοι=κρυόκωλοι, όπως Αφρικανοί=μεγάλο πέος), πολύ περισότερο από ό,τι βασίζεται σε μια ειλικρινή αποτίμηση του δυσνόητου του φιλοσοφικού λόγου ως τέτοιου. Στο κάτω-κάτω, ποιος κατηγορήθηκε για "αλλόκοτες κι εκκωφαντικά ηχηρές εκφράσεις, αβυθομέτρητης σημασίας, με τις οποίες κόβουν το αίμα τού απλοϊκού κοινού τους - κάνοντας τσιχλόφουσκα τη σύνταξη, ουσιαστικοποιώντας ρήματα, ρηματοποιώντας ουσιαστικά, αποκολλώντας και ανασυγκολλώντας προθέσεις με αφηρημένους ονοματικούς τύπους" περισσότερο από ό,τι ο Heidegger, ο υποτίθεται κατά κοινή ομολογία τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος, και επιπλέον κάποιος που έχει την ίδια πολιτισμική σχέση με το Παρίσι του Βέλτσου που έχει και το κέντρο της Καρδίτσας;

Και βέβαια, υπάρχει και το προβληματάκι ότι σε αντίθεση με τον Heidegger, o Badiou χρησιμοποιεί ορολογία που βασίζεται σε αρκετά αυστηρούς ορισμούς, οι οποίοι συχνά-πυκνά συνοδεύονται από φόρμουλες ή τύπους και έχουν τις απαρχές τους στις θετικές επιστήμες (και παρατίθενται από μεταφραστές σε εισαγωγές ή επίμετρα). Αλλά αυτό, όπως θα δούμε στην συνέχεια, είναι ακόμα ένας λόγος κατά τον Φώτη Τερζάκη για τον οποίο μπορεί να βεβαιωθεί κανείς πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Badiou δεν είναι φιλόσοφος. Όπως και να χει, το όνομα "Βέλτσος", το οποίο, σε ό,τι αφορά το φιλοσοφικό υπόβαθρο και την πολιτική ιδεολογία του Badiou, έχει την εξής μία συνάφεια --ο Βέλτσος είναι γαλλοκεντρικός-- προετοιμάζει ένα κάποιο κλίμα του οποίου η λογική έχει την εξής μορφή: Ο Βέλτσος μας τα πρηζε με τον Baudrillard· ο Βέλτσος μας τα πρηζε με τον Derrida· ε, ο Βέλτσος μας τα πρήζει και με τον Badiou. Ergo,  Badiou=Baudrillard=Derrida=Βέλτσος (προφανώς, ήταν κολλητοί του όλοι αυτοί, και τον επέλεξαν ως εγχώριο κήνσορα και διάκονο του έργου τους· αυτοί, και όχι π.χ ο Πατάκης ή ο όποιος άλλος εκδότης ή το όποιο πανεπιστήμιο τους προσκάλεσε στο παρελθόν). Και εδώ που τα λέμε, ο Baudrillard ήταν όντως ψιλοαπάτη, ιδιαίτερα από ένα σημείο και μετά. Σ' αυτό θα συμφωνούσα με τον Τερζάκη (αν το έλεγε, δηλαδή). Με ποια λογική όμως η κρίση μου αυτή επισύρει την κρίση ότι ο Badiou είναι εξίσου απάτη; Αν ένα εστιατόριο φτιάχνει μουσακά που σιχαίνομαι είναι λογικό να είμαι εξ ορισμού αρνητικός απέναντι στο λιθρίνι στα κάρβουνα; Θα έλεγα όχι. Για τον Τερζάκη όμως, το θέμα έχει ήδη κλείσει. Παράγραφος δεύτερη:

Τέτοια είναι, δυστυχώς, η περίπτωση του Αλαίν Μπαντιού, στον οποίον επεφύλαξαν εσχάτως διθυραμβική υποδοχή στον Ελλάδα ως τον τελευταίον εν ζωή μεγάλο φιλόσοφο. Και είναι θλιβερό να βλέπεις έναν ξεμωραμένο γέρο να τον σέρνουν σε παράτες και εκδηλώσεις, τιμητικές εσπερίδες και συνεντεύξεις Τύπου και αυτός, με ύφος μακάριας αυταρέσκειας και με τη γενναιόδωρη καταδεκτικότητα οιονεί θεού, να ανοίγει το στόμα του και να φθέγγεται μνημειώδεις ασυναρτησίες. Το γεγονός συνοδεύτηκε από αλλεπάλληλες εκδόσεις παλαιότερων και πρόσφατων έργων του (φιλοσοφικών και πολιτικών, διότι ο Μπαντιού έχει γράψει επίσης μυθιστορήματα και θεατρικά έργα). Τα βιβλία αυτά στην πλειονότητά τους δεν διαβάζονται, και πιθανότατα δεν φταίει γι' αυτό η μετάφραση (μολονότι κατά τόπους ίσως έχει συμβάλει στην ακατανοησία): η «φιλοσοφική» του πρόζα θυμίζει τις παρλάτες των κωμικών του ελληνικού κινηματογράφου, όταν μιμούνται το ιδίωμα των «κουλτουριάρηδων» - κοντολογίς, βγάζει γέλιο. Προς τι, λοιπόν, όλη αυτή η φασαρία; Τελικώς λέει κάτι ο Μπαντιού, και τι είναι αυτό;

Μεταξύ μας, όταν τον είδα στο Hardtalk του BBC να κάνει αυτό με τη γλώσσα του και το πονηρό το μάτι, εμένα ο Badiou μου φάνηκε λιγότερο "ξεμωραμένος γέρος" και περισσότερο πορνόγερος. Να γράψω και γω μια βιβλιοκριτική βασισμένη στην εντύπωσή μου αυτή; Θα είχε κάποια διαφορά μια τέτοια πρόταση από την αντίστοιχη εδώ; Θα πρόσφερε λιγότερα στην αποτίμηση του φιλοσοφικού του έργου; Όπως και να χει, το να έχει κανείς τις μαύρες του για τον πανζουρλισμό που επεφύλαξαν συνάδελφοί του (και πιθανώς άσπονδοι φίλοι ή εχθροί του) για κάποιον τρίτο μάλλον δεν αποτελεί ακριβώς βάση κριτικής --όχι απλώς κριτικής με την σοβαρή, καντιανή έννοια αλλά κριτικής με την έννοια της στοιχειώδους ευγένειας και σεβασμού προς αγνώστους. 

Πέραν τούτου, ουδέν περισσότερο στην παράγραφο από την μετατροπή του "δεν μπορώ εγώ" στο "δεν πρέπει εσείς." Τα βιβλία του Μπαντιού "δεν διαβάζονται" --πράγμα που καθιστά απορίας άξιον το γιατί μεταφράζονται με ραγδαίους ρυθμούς απ' τους κουτόφραγκους έξω ή το γιατί ασχολούνται μαζί του εκτός του Βέλτσου μερικές χιλιάδες άλλοι, περιλαμβανομένων ακτιβιστών στου διαόλου τη μάνα --πληροφορίες αναφέρουν ότι έχει επίδραση σε ριζοσπαστικά ή και ένοπλα κινήματα στο Νεπάλ, την Νότιο Αφρική και το Κογκό-- μέρη που δεν διακρίνονται για την παραδοσιακή λατρεία τους στην παρισινή ακατανόητη θολοκουλτούρα. Ουδέν δηλαδή εκτός της εξόχως αναλυτικής και μεθοδολογικά στιβαρής παρατήρησης ότι η "πρόζα του Μπαντιού θυμίζει τις παρλάτες των κωμικών του ελληνικού κινηματογράφου" (κάτι σε Γκιωνάκη ή κάτι σε Σταυρίδη; Ιδού η απορία) και ότι συνεπώς, "βγάζει γέλιο." Το ίδιο θα παρατηρούσε σε στιγμές ευφορίας και ένας μαθητής γυμνασίου κοιτάζοντας τα ακατάληπτα σύμβολα του μαθηματικού στον πίνακα, αλλά η ανακλαστική ευθυμία του μη επιμελούς μαθητή, όταν διατυπώνεται από έγκυρη εφημερίδα, αποκαλύπτει, υποτίθεται, όχι το ότι ο μαθητής το χει ρίξει στην τρελή αλλά ότι ο δάσκαλος δεν ξέρει τι λέει. Στο μεταξύ, ο Καντ, προσβεβλημένος που τολμήσαμε καν να εμπλέξουμε την λέξη "κριτική" σε συζήτηση τόσο άσχετη με το περιεχόμενο του βιβλίου και τόσο χαμηλού επιπέδου, ψάχνει τρόπο να μας μηνύσει απ΄το υπερπέραν. Προς δική μας υπεράσπιση όμως, και προς υπεράσπιση του ίδιου του Τερζάκη, η παράγραφος κλείνει με μια υπόσχεση: θα μιλήσουμε επιτέλους όχι για Βέλτσο, παρατρεχάμενους, ξεμωραμένα γηρατειά, ελληνικό κινηματογράφο, ή τα συναφή, αλλά για το τι λέει ο Badiou. The plot thickens.


Δεν υπάρχουν σχόλια: