Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Κριτικός λόγος και εξαχρείωση: Μια απάντηση στην βιβλιοκριτική του Φώτη Τερζάκη (πέμπτο μέρος: Αλήθεια, μαθηματικά, και οντολογία)

Περνάμε στην πέμπτη παράγραφο του κειμένου Τερζάκη:

Ξαναθέτω το ερώτημα: Τι έχει να προσθέσει σε αυτά ο Αλαίν Μπαντιού; Οταν στα δοκίμια που έχουμε μπροστά μας εξισώνει τα μαθηματικά με την οντολογία, λέει κάτι περισσότερο από τούτο τον κοινό τόπο στις μεγάλες φιλοσοφικές παραδόσεις του 20ού αιώνα; Εκείνο που απλώς επιχειρεί είναι, χρησιμοποιώντας όλα τα λογικά παράδοξα της σύγχρονης μαθηματικής, μοντέλα και θεωρήματα που ελάχιστοι καταλαβαίνουν και τα οποία δεν χρησιμεύουν σε κανέναν (εκτός από τους ίδιους τους μαθηματικούς, για να τους θυμίζουν τα όρια των αποβλέψεών τους), γαρνίροντας επιπροσθέτως αυτή την απόπειρα με εκκεντρικές έννοιες δικής του κοπής -η «υφαίρεση», το «γενολογικό» και άλλες τέτοιες πομπώδεις κενολογίες- ή με κοινόχρηστους όρους, όπως «αναποφάνσιμο», «μη διακρίσιμο» κ.λπ., στους οποίους νομίζει πως δίνει καινούρια σημασία, να υποδείξει μία έννοια αλήθειας αντιτιθέμενη σε όλες τις σημασίες που έχει λάβει ποτέ αυτή στη μακραίωνη χρήση της: κοντολογίς, μιαν «αλήθεια» τόσο ασύλληπτη, α-διανόητη, μη διακρίσιμη και ανεπίδεκτη διορισμού, που είναι ακριβώς σαν να μην υπάρχει! Ερώτημα: Και τι θα άλλαζε αν δεν είχαμε αυτή την έννοια; Μια «αλήθεια» που δεν διαφοροποιείται σε τίποτε από τον σχετικιστικό της αντίποδα, και μια «ηθική» που πρακτικώς δεν διακρίνεται από τον πιο καθαρό ντεσιζιονισμό (η «ελευθερία» του Σαρτρ -είμαι ό,τι οι πράξεις μου με κάνουν- έλεγε ήδη όλα όσα πάει να πει ο Μπαντιού με τον όρο «υποκειμενοποίηση», με το ασύγκριτο πλεονέκτημα ότι ήταν μια κοινή έννοια που όλοι καταλάβαιναν) είναι, για να το πούμε έτσι, τζάμπα το χαρτί και το μελάνι.

Εγώ θα ξεκινήσω απ' το ερώτημα ποια είναι "αυτά" στα οποία δεν προσθέτει κάτι ο Badiou. Διότι ειλικρινά αδυνατώ να συλλάβω ποια είναι "αυτά" τα οποία μας πηγαίνουν απ΄τον Χέγκελ στον Μαρξ, τον Μπλοχ και τον Μπένγιαμιν, στον Μπεργκσόν, τον Χάιντεγκερ και τον Σαρτρ, έχοντας ταυτόχρονα ταυτοποιήσιμη θέση στο έργο του Badiou. Αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ είναι ότι "αυτά" είναι α) ετερογενή όσο δεν πάει β) αυθαιρέτως επιλεγμένα με βάση ασαφή κριτήρια και γ) χωρίς καμμία απτά συγκεκριμενοποιήσιμη θέση στην φιλοσοφική οντολογία του Badiou. 

Φυσικά, θα μπορούσε κάποιος να γράψει μια μελέτη για την σημασία του Χέγκελ στον Badiou, ή του Σαρτρ, ή του Χάιντεγκερ, ή, βέβαια, του Μαρξ. Αλλά όλων αυτών μαζί --και μαζί άλλων τόσων που είτε δεν είναι φιλόσοφοι, είτε δεν είναι αριστεροί, είτε εκπροσωπούν δραστικά αποκλίνουσες προσεγγίσεις, λες και όλοι μαζί αποτελούν κάποια φυσική αλληλουχία, κάποια γνωστή γραμμή φιλοσοφικής εξέλιξης την οποία ο απατεώνας Badiou ξεπατικώνει, ε, αδυνατώ να φανταστώ πως θα αποτελούσαν θέμα, π.χ, διδακτορικής διατριβής χωρίς να μεσολαβήσουν δυναμικές παρεμβάσεις απ' τον ακαδημαϊκό σύμβουλο για το τι πρέπει να ξωπεταχτεί, τι να ραφιναριστεί, τι να αναθεωρηθεί, κλπ.

Η επόμενη πρόταση όμως είναι όλα τα λεφτά: "Οταν στα δοκίμια που έχουμε μπροστά μας εξισώνει τα μαθηματικά με την οντολογία, λέει κάτι περισσότερο από τούτο τον κοινό τόπο στις μεγάλες φιλοσοφικές παραδόσεις του 20ού αιώνα;" Αφήνοντας στην άκρη το γεγονός ότι αυτό είναι παγκόσμια αναγνωρισμένο ως ένα από τα βασικά σημεία καινοτομίας του Badiou (ας υποθέσουμε ότι οι πολλοί έχουν άδικο, δεν είναι βέβαια αδύνατο), ας μας επιτραπεί να ρωτήσουμε: δηλαδή η προηγούμενη (τέταρτη) παράγραφος στοιχειοθέτησε για τον νοήμονα (και όχι απαραίτητα ειδικό) αναγνώστη της Ελευθεροτυπίας ότι η πρόταση "τα μαθηματικά είναι οντολογία" είναι παρούσα στη σκέψη του Μπλοχ και του Μπένγιαμιν; Μήπως ότι είναι παρούσα σ' αυτή του Μαρξ; Μήπως σ' αυτή του Μπεργκσόν ή του Χέγκελ, για τους οποίους λέγεται ότι θεωρούν τα μαθηματικά υποδεέστερα εξ ορισμού; Υπάρχει κάπου στην προηγούμενη παράγραφο το ελάχιστο ψήγμα που θα δικαιολογούσε την πρόταση ότι η απόφανση Badiou είναι "κοινός τόπος" στις "φιλοσοφικές παραδόσεις του 20ού αιώνα"; Υπάρχει μείζων ευρωπαίος (continental) φιλόσοφος του 20ού αιώνα πλην Wittgenstein --τον οποίο, όπως είδαμε σε άλλη ανάρτηση, ο Badiou βλέπει ως ιδιοφυή μεν, σοφιστή δε-- ο οποίος εξερευνά την κόψη ανάμεσα στα μαθηματικά και τη φιλοσοφία; Ο Χάιντεγκερ μήπως; Ο Ντελέζ, που δεν αναφέρεται ούτως ή άλλως, και για την χρήση γεωμετρικών κατηγοριών απ' τον οποίο ο Badiou εκφράζει την ρητή επιφύλαξη ότι είναι μάλλον καθαρά μεταφορικού τύπου;

Και πιο κραυγαλέα: Πώς γίνεται να ισχυρίζεται κάποιος ταυτόχρονα ότι η μαθηματικοποίηση της οντολογίας αποτελεί "κοινό τόπο" στη φιλοσοφία και ότι τα "μοντέλα και θεωρήματα" των μαθηματικών που χρησιμοποιεί ο Badiou είναι πράγματα "που ελάχιστοι καταλαβαίνουν και τα οποία δεν χρησιμεύουν σε κανέναν (εκτός από τους ίδιους τους μαθηματικούς, για να τους θυμίζουν τα όρια των αποβλέψεών τους)"; Με άλλα λόγια, η μαθηματικοποίηση της οντολογίας είναι ταυτόχρονα και κοινοτοπία και σκάνδαλο για την φιλοσοφική πρακτική; 

Και επιπλέον, τι είδους πρόταση είναι η πρόταση περί θεωρητικής αχρηστίας των μαθηματικών; Διαφέρει σε κάτι από μια αντίστοιχη πρόταση, ας πούμε από φυσικό ή μαθηματικό, περί θεωρητικής αχρηστίας της φιλοσοφίας για οποιονδήποτε εκτός από φιλοσόφους (βλ. και υπόθεση Sokal); Διαφέρει σε κάτι, με άλλα λόγια, από μια δήλωση που επικυρώνει τον εγκλωβισμό της σκέψης σε πειθαρχικά στεγανά, παρά το γεγονός ότι όπως λέει ο ίδιος ο Badiou "δεν υπάρχει καμμία διαφορά [στο ανοιχτό πνεύμα προσέγγισης στις θετικές επιστήμες] ανάμεσα σε αυτό που έκανα εγώ και αυτό που έκαναν φιλόσοφοι όπως ο Πλάτωνας, ο Ντεκάρτ, ο Λάιμπνιτς ή ο Χέγκελ, εκατό φορές ξανά από τον καιρό της απαρχής της επιστήμης μας: να αναδιοργανώσω μια πλήρη, αν και όχι πρώτοτυπη, γνώση των μαθηματικών, με τα μέσα των δημιουργικών δυνάμεων της γλώσσας" (Being and Event σ. xiv --η έμφαση για να αναδειχθεί ότι ο Badiou έχει επίγνωση ότι τα μαθηματικά του ως τέτοια δεν είναι πρωτότυπα ή καινοτόμα);

Κλείνουμε αυτή την ενότητα με μια παρατήρηση για την ορολογική δυσπεψία που προφανώς θεωρεί σημαντικό να καταθέσει ως κριτήριο ανάλυσης ο Τερζάκης. Σίγουρα, οι μαθηματικοί όροι είναι ιδιαίτερα δυσνόητοι για ένα άνθρωπο των ανθρωπιστικών επιστημών σήμερα. Και εξίσου βέβαιο είναι ότι ένας μεταφραστής που δεν έχει ο ίδιος εκπαίδευση στα μαθηματικά, δυσκολεύεται πολύ να διατυπώσει τους όρους δόκιμα στην γλώσσα-στόχο (το θέμα έχει ήδη συζητηθεί από τους μεταφραστές του Badiou, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα για τα μαθηματικά). Όμως ο όρος "υφαίρεση" προσπαθεί να αποδώσει απλώς τις διαστάσεις του σαφώς γνωστότερου "αφαίρεση" (subtraction κοινώς είναι ακριβώς η γνωστή μας αφαίρεση, που μάθαμε στο δημοτικό) για την θεωρία συνόλων, ο όρος "γενολογικό" (generic) [1] επίσης δεν είναι "εκκεντρική" έννοια κοπής του Badiou, και το "αναποφάνσιμο" είναι επίσης όρος της θεωρίας συνόλων άμεσα συνδεδεμένος με την υφαίρεση, όπως εξηγεί εδώ με κάθε προσπάθεια να καταστεί κατανοητός από τον μη επαϊοντα ο Badiou:

Πάρτε οποιαδήποτε νόρμα για την αξιολόγηση δηλώσεων σε μια δεδομένη κατάσταση της γλώσσας. Η πιο συχνά εμφανίσιμη από αυτές τις νόρμες είναι η διαφοροποίηση μεταξύ αληθειολογικών και ψευδών δηλώσεων. Εάν αυτή η γλώσσα διχοτομούνταν με στιβαρότητα, θα μπορούσαμε να πάρουμε την διάκριση ανάμεσα σε αποδείξιμες και διαψεύσιμες δηλώσεις ως μια άλλη νόρμα. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι υπάρχει νόρμα. Έτσι, κάθε πρόταση που αφαιρείται (subtracts itself) από την νόρμα, μπορούμε να την καλέσουμε αναποφάνσιμη (undecidable). Δηλαδή, αναποφάνσιμη είναι μια δήλωση που δεν μπορεί να εγγραφεί σε καμμία από τις τάξεις [σύνολα] στις οποίες υποτίθεται ότι είναι ικανή η νόρμα αξιολόγησης να διανείμει όλες τις πιθανές δηλώσεις. Το αναποφάνσιμο συνεπώς αφαιρείται από μια υποτιθέμενα εξαντλητική ταξινόμηση δηλώσεων η οποία πραγματοποιείται σύμφωνα με μια νόρμα που αποδίδει αξίες στις δηλώσεις. Η αναποφάνσιμη δήλωση δεν μπορεί να τιμολογηθεί με κάποια αξία, αν και η νόρμα της απόδοσης αξίας υπάρχει μόνο με δεδομένη την προϋπόθεση ότι είναι απολύτως επαρκής. Η αναποφάνσιμη δήλωση είναι με την αυστηρή έννοια χωρίς αξία, αλλά αυτή είναι η τιμή που της επιτρέπει να πάει κόντρα στους νόμους που προγράφει μια κλασική οικονομία.
("On Subtraction", Conditions, σ. 114).

Το απόσπασμα ίσως έχει μια δυσκολία για κάποιους αναγνώστες, αλλά το ύφος δείχνει ξεκάθαρα ότι η πρόθεση είναι να καταστεί κατά το δυνατόν πιο εύληπτο το νόημα. Τι καταλαβαίνει ένας φιλόλογος με ελάχιστη παιδεία στην κλασική Λογική όπως εγώ από το παραπάνω;

Ότι αν χρησιμοποιήσιμουμε την νόρμα/το κριτήριο αληθειολογικών και ψευδών δηλώσεων, η δήλωση "ο γάϊδαρος πετάει" μπορεί να κριθεί ως ψευδής, ενώ η δήλωση "οι άνθρωποι είναι θηλαστικά" ως αληθειολογική. Αναποφάνσιμη, από την άλλη, θα ήταν μια δήλωση όπως "Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι", ή μια πρόταση όπως "Όποιος μένει εδώ είναι από δω", μιας και τέτοιου είδους προτάσεις αφαιρούν τον εαυτό τους από την νόρμα περί αληθειολογικών και ψευδών δηλώσεων ή την νόρμα που διαχωρίζει τις αποδείξιμες από τις διαψεύσιμες δηλώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η δήλωση "όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι" δεν μπορεί να διαψευστεί από κανένα κριτήριο εμπειρικής ανισότητας (μιας και για αυτό μπορεί πάντα να επικληθεί η ανισότητα ευκαιριών, περιστάσεων, τυχαίας φυσικής κατάστασης, αλλά όχι ουσιώδους ανθρώπινης φύσης), ούτε μπορεί να επικυρωθεί ως αληθής από κάποιο εμπειρικό δεδομένο. Δεν μπορεί επίσης ούτε να διαψευστεί, ούτε να αποδειχθεί. Τα ανάλογα ισχύουν για την δήλωση "Όποιος είναι εδώ είναι από δω" (την είδαμε πρόσφατα στο θεατρικό έργο που μας μετέφρασε ο demos), μιας και το τι σημαίνει "από δω" και ποια είναι τα νόμιμα όρια του καθορισμού του "από δω" (κατοικία στο "εδώ" επί μία γενιά; καμμία; εκατόν εικοσιεπτά; τέσσερις;) δεν υπόκεινται σε νόρμες διαχωρισμού αληθειολογικών ή ψευδών ή αποδείξιμων και διαψεύσιμων δηλώσεων. 

Όχι τυχαία, αμφότερα τα παραδείγματα δηλώσεων είναι εξόχως πολιτικά, και έτσι παίρνουμε μια μικρή γεύση του πώς ένα θεώρημα που ο Badiou αντλεί από τον Gödel [1] (τον μαθηματικό, όχι τον φίλο του ιστολογίου) λειτουργεί ως βάση πολιτικής αναγωγής της έννοιας της υφαίρεσης και της αναποφανσιμότητας. Ελπίζει κανείς ότι το παράδειγμα αρκεί για να δείξει α) ότι ο Badiou δεν εφευρίσκει ένα ιδιοσυγκρασιακό μαθηματικό λεξιλόγιο που καταλαβαίνει μόνο ο ίδιος και β) δεν έχει ως πρωταρχικό σκοπό να προκαλέσει πονοκέφαλο ή δωρεάν εντυπώσεις, αναλόγως του αναγνώστη.

Αλλά για τα μαθηματικά, την οντολογία και την αλήθεια θα πρέπει να εξηγήσουμε, κατά πως δείχνει η πέμπτη παράγραφος Τερζάκη, και μερικά ακόμη πράγματα σε επόμενη ανάρτηση.

[1] Ο Badiou ορίζει την έννοια "γενολογικό" (generic) σε συνάρτηση με το ανεπίγνωστο (indiscernible) που ενέχεται στη διαδικασία αλήθειας: "το γεγονός ότι η διαδικασία είναι γενολογική περιλαμβάνει την μη ταυτότητα αυτού του τμήματος [δηλαδή, του "αναφερόμενου της πιστότητας"] με οτιδήποτε κατηγοριοποιείται από ένα εγκυκλοπαιδικό καθορισμό. Συνεπώς, το τμήμα αυτό δεν μπορεί να ονομαστεί από τις διαθέσιμες πηγές της γλώσσας της κατάστασης και μόνο. Αφαιρείται από οποιαδήποτε γνώση [...] Το τμήμα αυτό, στο οποίο μια αλήθεια χαράσσει την διαδικασία της ως ατέρμονο αποτέλεσμα, είναι ένα ανεπίγνωστο της κατάστασης" (Being and Event, σ. 338).  Με τους πιο βατούς όρους της Ηθικής: "Τώρα τι πρέπει να εννοήσουμε ως 'συνέπεια' [της διαδικασίας αλήθειας]; Πολύ απλά ότι υπάρχει ένας νόμος του ανεπίγνωστου. [...] 'Ανήκω στην κατάσταση' είναι το φυσικό πεπρωμένο του οποιουδήποτε αλλά 'ανήκω στη σύνθεση ενός υποκειμένου αλήθειας' ανάγεται σε μια ιδιαίτερη χάραξη, σε μια συνεχιζόμενη ρήξη, για την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξέρουμε πώς επιπροστίθεται ή συνδυάζεται με την απλή αυτο-εμμονή. [...] Ο Λακάν θίγει αυτό το σημείο [...] η επιθυμία είναι συστατικό του υποκειμένου του ασυνειδήτου, είναι επομένως το κατεξοχήν ανεπίγνωστο, έτσι ώστε 'Να μην υποχωρείς από την επιθυμία σου' σημαίνει επίσης 'Να μην υποχωρείς από το στοιχείο του εαυτού σου που δεν ξέρεις.' Προσθέτουμε τούτο, ότι η δοκιμασία του ανεπίγνωστου είναι το μακρινό επιτέλεσμα του συμβαντικού πλεονάσματος [...] και ότι το να μην υποχωρείς σημαίνει τελικά: να μην υποχωρείς από το ότι σε συνεπήρε μια διαδικασία αλήθειας." (Ηθική, σ. 55-56).
[2]. "Το θεώρημα του Gödel δείχνει ότι στην γλωσσική κατάσταση που είναι γνωστή ως τυποποιημένη αριθμητική πρώτης τάξης, και στην οποία η νόρμα αξιολόγησης είναι ότι ένα δεδομένο πράγμα πρέπει να αποδεικνύεται, υπάρχει τουλάχιστον μία δήλωση που είναι αναποφάνσιμη με την ακριβή έννοια: ούτε η ίδια ούτε η άρνησή της μπορεί να αποδειχθεί. Η τυποποιημένη αριθμητική επομένως δεν συνοδεύεται από μία κλασική οικονομία δηλώσεων. Για πολύ καιρό, η αναποφανσιμότητα της δήλωσης του Gödel έγινε αντιληπτή ως έχουσα την μορφή του παράδοξου του ψεύτη, δηλαδή μιας δήλωσης που ανακηρύσσει την ίδια της την μη αποδειξιμότητα· ή μιας δήλωσης που αφαιρείται από την νόρμα απλώς επειδή δηλώνει ότι επηρεάζεται αρνητικά από αυτή. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι ο σύνδεσμος ανάμεσα στην αναποφανσιμότητα και το παράδοξο είναι ενδεχομενικός. Το 1977, ο Jeff Paris απέδειξε ότι υπάρχει μια αναποφάνσιμη δήλωση που δεν είναι επ ουδενί παράδοξη, αλλά, και τον παραθέτω: 'ένα έλλογα φυσικό (reasonably natural) θεώρημα μιας περατής συνδυασιμότητας (finite combinatorial).' Η αφαίρεση που ενέχεται εδώ αποτελεί μια εμμενή (intrinsic) διαδικασία, και δεν είναι συνέπεια της παραδοξολογικής δομής μιας δήλωσης σε σχέση με την νόρμα από την οποία αφαιρείται."
("On Subtraction", Conditions σ. 114-15).

9 σχόλια:

Δημήτρης είπε...

Γεια σου Αντώνη

Δεν έχω πολλά να πω -συμφωνώ απολύτως με την αποδόμηση που επιχειρείς στον αχταρμά του ΦΤ.

Μόνο αυτά, παρεμπιπτόντως: για τα μαθηματικά (και όχι μόνο) του Deleuze, δες το βιβλίο του Manuel DeLanda, Intensive Science and Virtual Philosophy. (Ο D. επέμενε συνεχώς ότι δεν χρησιμοποιούσε τις θετικές επιστήμες μεταφορικά).
Για μια απάντηση στο βιβλίο του Hallward, εδώ:
http://www.shaviro.com/Blog/?p=567
Για τη διαμάχη Badiou-Deleuze, μόλις βρήκα αυτό και μου φάνηκε ενδιαφέρον:
http://nessie-philo.com/Files/daniel_w_smith__mathematics_and__the_theory_of_multiplicities.pdf

Να 'σαι καλά.

Ανώνυμος είπε...

demos
@Δημήτρη

Το πρόβλημα με τον ΝτεΛάντα είναι ότι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί είναι από τη φυσική [μοντέλα] και κάνει προβολή αυτών επί τού κοινωνικού. Βράχνιασα να φωνάζω όταν έκανα το μεταπτυχιακό μου, ότι η ιδιότητα τής emergence (πβ. Νέγκρι) δεν μπορεί να «αποδειχθεί» εμπειρικά --- και υποτίθεται ότι το παράδειγμα Ντελέζ/Ντε Λάντα αντλεί νομιμοποίηση από τον εμπειρικό χαρακτήρα των Φυσικών επιστημών.

Για D.Smith είναι ιστορικός/φιλόσοφος των μαθηματικών, ασπάζεται την αισθητική θεωρία των μαθηματικών [μαθηματικές κατασκευές δεν είναι υπαρκτές/πραγματικές ιδεατότητες]

Ανώνυμος είπε...

demos

Ξέχασα να αναφέρω ότι το κύριο πρόβλημα που προσωπικά έχω με τον Ντελέζ ότι η «μελλοντικότητα» (futurity) που οι Αγγλοσάξονες πιστεύουν ότι βρίσκουν εκεί είναι μια «μελλοντικότητα» που τοποθετείται σ'ένα αμνημόνευτο παρελθόν (Logic of Sense, νομίζω θα βρεις τα παράδοξα τής δυνητικότητας [δεν έχω το βιβλίο εδώ, οπότε μπορεί να κάνω λάθος]). Καλό είναι να επιτιθέμεθα στο «κενό τώρα», αλλά να βρίσκουμε την λύση στην άβυσσο ενός αβίωτου παρελθόντος, είναι κάπως δραστικό. [Δεν έχω reference για το ακόλουθο αλλά αυτή η έννοια του παρελθόντος είναι κάπως θεοσοφική (Akasha)]

Δημήτρης είπε...

demos,

το δεύτερο σχόλιό σου δεν το κατάλαβα. Όσο για το πρώτο, τι μπορεί να αποδειχθεί εμπειρικά στις κοινωνικές επιστήμες και δεν μπορεί η "ανάδυση"; Μοντέλα αναζητούμε, γυαλιά για να διαβάσουμε τον κόσμο.

Ανώνυμος είπε...

Καλησπέρα Αντώνη,
θα μπορούσες (εσύ ήκάποιος άλλος) να κάνεις και κάποια άλλη βιβλιογραφική πρόταση περί των σχέσεων αλήθειας, μαθηματικών κι οντολογίας στη σύγχρονη φιλοσοφία; Ως γενική εισαγωγή στο θέμα περισσοτερο...

Αντωνης είπε...

@ Ανώνυμος:
Ένα που ξέρω είναι
Sam Gillespie, The mathematics of novelty (http://books.google.gr/books?id=1fy6UP263rQC&printsec=frontcover&dq=sam+gillespie+mathematics+of+novelty&source=bl&ots=V_-qUVjIGM&sig=cJBB8NJDN2C4d4XeCM0pRKpOeAM&hl=el&ei=y1DQS5vlFo2i_Aa9qYGuDw&sa=X&oi=book_result&ct=result&resnum=1&ved=0CAoQ6AEwAA#v=onepage&q&f=false)

Ένα δεύτερο εδώ: http://www.philosophicalfrontiers.com/norris.pdf

Ανώνυμος είπε...

Η έμφαση είναι εδώ:
«αντλεί νομιμοποίηση από τον εμπειρικό χαρακτήρα των Φυσικών επιστημών».

Αναφερόμουν στον τρόπο που υποδέχθηκαν στα Αγγλικά πανεπιστήμια τον Ντελέζ. Μπορεί να παθαίνουν αλλεργία σε κάθε «νομοτέλεια» αλλά ψάχνουν μια κάποιου είδους κοινωνικο-ιστορική νομοτέλεια, κατά προτίμηση βασισμένη σε κάποιο παραδεδεγμένο πρότυπο από τις φυσικές επιστήμες.

Δεν θέλω να ανοίξω μεγάλη συζήτηση εδώ, αλλά έχει σημασία ο γενικότερος προσανατολισμός. Θα ήταν εσφαλμένο νομίζω να δούμε τον Μπαντιού σαν κάποιον που προτείνει μοντέλα εξέλιξης κοινωνικών σχηματισμών τα οποία μπορούν να κριθούν μέσω «πειραματισμού». Ούτε ο Ντελέζ ούτε ο Μπαντιού είναι κοινωνιολόγοι [δεν λέω τίποτε σπουδαίο, αλλιώς ας μέναμε στον Πόπερ].

β) Το δεύτερο σχόλιο αφορά στην μορφή τής χρονικότητας στον Ντελέζ.

Δημήτρης είπε...

Σε αυτά συμφωνούμε. Άλλο ο Ντελέζ κι ο Μπαντιού, κι άλλο ο ΝτεΛάντα, αν και τα βιβλία του τα βρίσκω ενδιαφέροντα και έχω τις αντιρρήσεις μου σε αυτά που λες -άλλη συζήτηση πάντως: το αρχικό μου κίνητρο ήταν να "αποκαταστήσω" κάπως την, επίσης βασισμένη στα μαθηματικά, οντολογία του Ντελέζ και γι' αυτό πρότεινα το συγκεκριμένο βιβλίο.

Ανώνυμος είπε...

demos
@Δημήτρη
Κανένα πρόβλημα Δημήτρη.
Στην πραγματικότητα άγγιξες το μεγάλο θέμα τού τι είδους είναι ο μαθηματικός προσανατολισμός τού Μπαντιού ([ο Αντώνης μάς πρόλαβε στην τελ. ανάρτηση]) και πώς διακρίνεται από εκείνον τού Ντελέζ/ ή άλλων φιλοσόφων των μαθηματικών.

Όπως γράφει και ο Αντώνης
«Ο Peter Hallward βέβαια έχει ήδη εξετάσει τις επαφές και τα χάσματα ανάμεσα σε Μπεργκσόν-Ντελέζ και Badiou, μιλώντας για "αριστοτελικά" (Leibniz, Bergson, Deleuze) και "πλατωνικά" (Descartes...) ρεύματα»