Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Η λάσπη της ιστορίας

"Η ιστορία είναι αυτό που πονάει. Είναι αυτό που απαρνείται την επιθυμία και θέτει αδήριτα όρια για την ατομική και συλλογική πράξη."
Fredric Jameson, Το πολιτικό ασυνείδητο


Από την σκοπιά της γνώσης που μας έχει προσφέρει με απλόχερη σκληρότητα το παρόν, η περιώνυμη πρόβλεψη του Φράνσις Φουκουγιάμα περί τέλους της ιστορίας αποκτά λιγότερο την όψη της ιδεολογικής έπαρσης και περισσότερο αυτή της ουτοπικής ελπίδας για έξοδο από τον αφόρητο πόνο που εμπνέει η ιστορική ζωή. Η ιστορία δεν πονάει μόνο επειδή περιλαμβάνει σφαγές ή λιμούς --εμπειρίες, ατομικές και συλλογικές, που είναι μοιραίες και επίπονες. Πονάει γιατί αποτελεί υπενθύμιση των ορίων της βούλησης, ατομικής και συλλογικής. Πονάει επειδή μας θυμίζει ότι, κόντρα στους ευσεβείς μας πόθους, δεν έχουμε καταστεί πιο άτρωτοι απέναντι στις ανατροπές της από ό,τι οι άνθρωποι εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια πριν, και ότι η όποια πρόοδός μας δεν αποτελεί εξασφάλιση από την διάψευση φιλοδοξιών ή ονείρων, την επανασύνδεση με την εμπειρία της αποτυχίας ή της συντριβής. Πονάει επειδή μας αποκαλύπτει ότι οι βεβαιότητές μας, τα δόγματά μας, οι ορθοδοξίες μας, οι βάσεις πάνω στις οποίες μαθαίνουμε να ζούμε, είναι επισφαλείς κατασκευές που μια μέρα καταρρέουν απροειδοποίητα, αφήνοντας μας ανυπεράσπιστους απέναντι σε ένα άδειο και ερημωμένο τοπίο. Η ιστορία πονάει γιατί δεν είναι η πραγματικότητα αλλά το Πραγματικό, αυτό το οποίο εκθέτει την επισφάλεια και την ανεπάρκεια των συμβολικών μέσων με τα οποία νοηματοδοτούμε την κοινωνική και ατομική μας ζωή.

Για αρκετό καιρό, η φράση του Jameson είχε χάσει την αιχμηρότητα που της αρμόζει. Οι δυτικές κοινωνίες, κορυφές ενός παγκόσμιου παγόβουνου του οποίου τα συχνά εξαθλιωμένα βάθη είχαν πάψει καν να αντιλαμβάνονται, είχαν εισέλθει σε μια φάση ακατάσχετης ευφορίας. Η ευφορία αυτή είχε πάνω από όλα μια βασική ιδεολογική συνέπεια: την ιδέα ότι δεν υπάρχουν πραγματικές συνέπειες, ότι ουσιαστικά τα βασικά προβλήματα της ζωής είχαν πλέον επιλυθεί, και ότι το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ζούμε σε μια κατάσταση μεταξύ αφασικής αμνησίας και αγγελικής αθωότητας, κοιτάζοντας το παρελθόν με ένα μείγμα συγκατάνευσης και συμπόνοιας για όσους --άτυχους-- έζησαν και πέθαναν για μάταιες αφαιρέσεις (αλλιώς, ιδέες) χωρίς ποτέ να δοκιμάσουν αυτό που μας προσφέρθηκε: την απτή καλυτέρευση των συνθηκών ζωής. Στις ανθρωπιστικές επιστήμες, η θεωρητική δραστηριότητα συνεχίστηκε αμείωτα, αλλά για λόγους επαγγελματικής υποχρέωσης ή νοσταλγίας για το ένδοξο παρελθόν παρά εξαιτίας μιας αίσθησης του επίπονα κατεπείγοντος. Στην ευρύτερη κοινωνία, κυρίαρχησε η αντίληψη ότι η θεωρητική γνώση είναι απλό επαγγελματικό εργαλείο, εξειδικευμένη δραστηριότητα για μια συγκεκριμένη και ολιγομελή τάξη. Και δικαίως. Για ολόκληρη την δεκαετία του 90 και για μεγάλο κομμάτι της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, το να γεννηθείς στην δύση σήμαινε ότι έχεις αρκετές πιθανότητες να ζήσεις άνετα χωρίς να χρειαστεί ποτέ να ματώσεις το μυαλό σου απέναντι σε ανεπίλυτα προβλήματα. Και έτσι, τα χρόνια αυτά ήταν χρόνια μιας κάποιας χαλαρότητας και ανεκτικότητας, βασισμένης σε τελική ανάλυση στην πεποίθηση ότι τίποτε δεν απειλούσε πραγματικά τα κεκτημένα και ότι το μόνο που απομένει σε ό,τι αφορά την σκέψη είναι να μας βοηθά να περνάμε κάποιες στιγμές με την αίσθηση ότι κάνουμε κάτι αξιόλογο, ηθικό, υψιπετές, και τέλος πάντων αρμόζον στο επίπεδό μας. Ο εκλεκτικισμός, η αίσθηση ότι οι ιδέες είναι κάτι σαν τα εδέσματα σε ένα πλουσιοπάροχο μενού που σου επιτρέπουν να δοκιμάσεις λίγο απ' όλα, συνδυάζοντας γεύσεις, ήταν η αναντίρρητη προδιάθεση της εποχής.

Στο τέλος αυτής της εποχής, το τέλος μιας ουτοπίας η οποία γνώρισε βέβαια ένα σημαντικό βαθμό υλοποίησης στις αναπτυγμένες κοινωνίες χωρίς όμως να πάψει να είναι βασισμένη στην θεμελιώδη παρανάγνωση των βασικών νόμων της οικονομίας στην οποία βασίστηκε, το διανοητικό πεδίο εισήλθε --όπως είναι αναμενόμενο-- σε σύγχυση. Είναι πλέον απλώς αδύνατον να εξακολουθήσει κανείς να σπαταλάει τον χρόνο του και τον χρόνο των άλλων μιλώντας για τα πράγματα που πριν από δέκα χρόνια περνούσαν για την αιχμή του δόρατος στην κοινωνική και πολιτική θεωρία: τι νόημα έχει σήμερα η φιλολογία γύρω από την περιώνυμη "κοινωνία των πολιτών"; Ή ένα ακόμα βιβλίο για την πράσινη ανάπτυξη; Ή μία ακόμα διερεύνηση των ιδεολογικών παραμορφώσεων του εθνικισμού; Ή ένας ακόμα παιάνας στο όραμα της πολυπολιτισμικότητας; Η ρήση του Μαρξ ότι κάθε κοινωνία επιλύει τα προβλήματα που έχει την δυνατότητα να επιλύσει θα έπρεπε να συμπληρωθεί ως εξής: η συζήτηση συγκεκριμένων προβλημάτων εγκαταλείπεται όχι όταν αυτά επιλύονται αλλά όταν δημιουργηθούν άλλα που τα εκτοπίζουν. Το ότι το κυρίαρχο "πρόβλημα" της περιόδου 2001-08, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και η τρομοκρατία, έχει πλέον περιθωριοποιηθεί δραστικά για παράδειγμα, δεν σημαίνει ότι οι πραγματικές του διαστάσεις έχουν αλλάξει. Απλώς, οι δυτικές κοινωνίες έχουν απωλέσει την πολυτέλεια να φοβούνται τους ισλαμιστές τρομοκράτες περισσότερο από ό,τι τον τραπεζίτη ή τον υπουργό οικονομικών.

Η δομική συνέπεια του νέου προβλήματος --της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης-- ήταν διπλή: ανέδειξε τα κενά στην διανοητική παραγωγή που κυριαρχούσε, αλλά υπογράμμισε επίσης  την φτώχεια τόσο της κυρίαρχης πολιτικο-οικονομικής ιδεολογίας όσο και αυτής που είχε νομιμοποιηθεί ως εναλλακτική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η πρώτη. Έτσι, όπως έχω τόσο εγώ ο ίδιος όσο και άλλοι παρατηρήσει, η κρίση του καπιταλισμού με την μορφή που είχε κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα συνοδεύτηκε από την κρίση --εξίσου δραματική-- των πολιτικών και κομματικών σχηματισμών που υποτίθεται ότι αποτελούσαν ιδεολογικές δικλείδες ασφαλείας για το μέλλον των κοινωνιών. Αυτό που αποκαλύφθηκε, και που θα συνεχίσει να αποκαλύπτεται όλο και πιο έντονα, είναι ότι η φαινομενικά πολύχρωμη και πολυσυλλεκτική μας πολιτική ζωή ήταν στην πραγματικότητα βαθιά μονόχρωμη, εφόσον προϋπέθετε, σχεδόν στο σύνολό της, την αταραξία του κεφαλαίου. Μετά το 1989, η "αριστερά", έγινε πάνω από όλα το κωδικό όνομα της ιδεολογικής δυσπεπτικότητας, ένας τρόπος του να κωδικοποιεί κανείς πολιτικά τον γκρινιάρη της παρέας που ναι μεν τρώει ό,τι και μεις και με την ίδια όρεξη, αλλά του αρέσει να δηλώνει πάντοτε ότι δεν του άρεσε.

Είναι φυσικό ότι έχοντας απεμπολήσει θεληματικά όλο σχεδόν το μαρξιστικό ή μαρξίζον θεωρητικό της οπλοστάσιο, έχοντας εξοβελίσει την θεωρία της ιστορίας στην οποία είχε στρατευτεί σε καιρούς για τους οποίους δεν θέλει πλέον να μιλά, και έχοντας περιορίσει εαυτόν στον ρόλο του δύστροπου μέλους της παρέας που συμμορφώνεται μεν με τους υπόλοιπους αλλά με λίγη ναρκισιστική γκρίνια  παραπάνω, η αριστερά αποκάλυψε την ως τώρα κοινωνικά αποδεκτή γύμνια της από περιεχόμενο στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Κακά τα ψέμματα, πίστευε περισσότερο στο σύστημα από ό,τι το ίδιο το σύστημα αποδείχθηκε πως πίστευε στον εαυτό του. Διότι την ώρα που η αριστερά κοίταζε αλλού σαστισμένη και αρκετά συγχισμένη απ' το απότομο ξεβόλεμα, οι θεματοφύλακες της παγκόσμιας τάξης έσπευδαν τρέχοντας να προασπίσουν τους πυλώνες της που κλυδωνίζονταν, όπως γνωρίζουν ενστικτωδώς να κάνουν. 

Με το πέρασμα του χρόνου βέβαια, και καθώς η κρίση βαθαίνει, οι απαιτήσεις για κάποιου είδους ανταπόκριση εντείνονται και δεν είναι εύκολο να προσποιηθεί κάποιος τον κωφό χωρίς πολιτικό (και προσωπικό) κόστος. Ποιες ήταν ως τώρα οι βασικές στρατηγικές, τουλάχιστον στην εγχώρια αριστερά; Πρώτον, τα ευχολόγια για πράγματα στα οποία δεν πιστεύει εδώ και πολύ καιρό κανείς: κοινωνική αληλλεγγύη, αλληλοβοήθεια, ενεργοποίηση της κοινωνικής συνείδησης --πράγματα με τα οποία κανείς δεν έχει πρόβλημα, ιδιαίτερα εφόσον δεν μεταφράζονται σε καμμία απειλή για την εύρυθμη λειτουργία αυτού που επιβάλλεται εκ των άνωθεν. Η άλλη κατεύθυνση είναι αυτή που προειδοποιεί με βλοσυρότητα ότι θα πρέπει να κινηθούμε όχι στην κατεύθυνση αναστύλωσης "αποτυχημένων" ή "ξοφλημένων" ιδεών, αλλά σε αυτή της δημιουργίας νέων. 

Καμμία όμως ιδέα, και αυτό είναι το πρώτο πρόβλημα, δεν γεννιέται ex nihilo, χωρίς να πατάει κάπου --σε μια παράδοση ιδεών, σε μια αλυσίδα σκέψεων που έχει προηγηθεί της δικής μας. Η προσήλωση στην επιδίωξη του αμιγώς νέου είναι μια πολύ καλή εγγύηση ότι δεν θα προκύψει απολύτως τίποτε, τίποτε περισσότερο από ό,τι θα προέκυπτε αν κάποιος ο οποίος δεν είχε δει ποτέ πρωτοβάθμιες εξισώσεις αποπειρώταν να επιλύσει τα προβλήματα στα οποία προσέκρουσε ο Μπέρτραντ Ράσελ στο Principia Mathematica. Το καινούργιο είναι εφικτό εφόσον όμως έχει κανείς αφομοιώσει και προσπεράσει ήδη το παλιό --και αυτό δεν γίνεται με ανακλαστική φοβία, εκ προοιμίου αποκύρηξη ή άρνηση. 

Το δεύτερο πρόβλημα, και αυτό για το οποίο υπάρχει ακόμα λιγότερη καλή πίστη και διάθεση να συζητήσουμε ανάμεσά μας, είναι ότι αν το κριτήριο απόρριψης παλιών λύσεων είναι όντως η πρακτική αποτυχία τους, τότε δεν υπάρχει στον ορίζοντα καμμία απολύτως βάση για να ξεκινήσει οτιδήποτε. Διότι δεν είναι μόνο ο υπαρκτός σοσιαλισμός που κατά τεκμήριο μας άφησε χρόνους. Στην πενηνταετία-εξηνταετία που πέρασε έφαγαν χώμα επίσης ο φιλελευθερισμός, ο σοσιαλδημοκρατία, τα αμερικανικά πειράματα με την ιμπεριαλιστική μονομέρεια, το ακροαριστερό αντάρτικο πόλεων, το εγχείρημα μιας ΕΕ που θα ξέφευγε από τον οικονομισμό, η κοινωνία των πολιτών ή της πληροφορίας, η "πράσινη ανάπτυξη" ως αντίβαρο στα παραγωγικά αδιέξοδα, κλπ κλπ. Εάν δεν είχαν αποτύχει όλα αυτά, δεν θα βρισκόμασταν αυτή τη στιγμή σε αναζήτηση του "ολότελα νέου". Η επιθυμία για το νέο προϋποθέτει την αποδοχή μιας γενικευμένης αποτυχίας, από την οποία καμμία παρελθοντική προσπάθεια και κανένα παρελθοντικό όραμα δεν μένει αλώβητο. 

Πώς γίνεται λοιπόν να λέμε ότι θέλουμε το νέο όταν δείχνουμε επίσης ότι φοβόμαστε εκ προοιμίου κάθε τι που θυμίζει την αποτυχία;  Αν η αποτυχία δεν ήταν γενικευμένη, τότε δεν θα είχαμε λόγο να αναζητήσουμε το νέο. Και αν το νέο ήταν εφικτό χωρίς την επίπονη επιστροφή στο έδαφος που διανύθηκε προς την αποτυχία, θα το είχαμε ήδη εντοπίσει (δεν είμαστε δα και τόσο χαζοί εμείς, οι άνθρωποι της "κοινωνίας της γνώσης"!) Η ιστορία όμως δεν θέτει ερωτήματα για τα οποία έχουν προγραφεί οι απαντήσεις. Δεν διενεργεί κουίζ γνώσεων. Η ιστορία είναι ένας λασπότοπος όπου πετιέται η ανθρωπότητα, προσπαθώντας να βρει τόπο να πατήσει και να σταθεί όρθια καθώς τα ρούχα της γεμίζουν λάσπη. Μέσα στο λασπότοπο αυτό, οι άνθρωποι γλιστράνε διαρκώς. Πού να δοκιμάσουν να σταθούν, ποιο μέρος του εδάφους μπορεί να τους κρατήσει; Είναι μια πολιτική απόφαση, η πρώτη που αναγκάζεται ο καθένας να πάρει αυτή τη στιγμή, είτε το παραδέχεται είτε όχι. Και είναι μια απόφαση που ενέχει ρίσκο και κινδύνους για όλους ανεξαιρέτως.

Φτωχοί από βεβαιότητες, βρισκόμαστε αβοήθητοι πίσω στον λασπότοπο. Τον βρίσκουμε πηχτό απ' τα φαντάσματα όσων γεννήθηκαν και θάφτηκαν εκεί μέσα. Διάλεξα να συρθώ ως στο κομμάτι όπου βρίσκονται θαμένοι ο Σπάρτακος, η Υπατία, ο Thomas More, ο Swift, ο Vico, ο Heine, ο Mayakovsky, ο Cantor, ο Platonov, ο Gramsci κι η Luxemburg. Eίναι ανήσυχα φαντάσματα, αλλά δεν είναι άσχημη παρέα. Και σίγουρα δεν με ενοχλούν περισσότερο από αυτούς που εξακολουθούν να προσποιούνται ότι βρεθήκαμε εδώ για spa.

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πιστεύω ότι το καίριο άρθρο σου συμπληρώνει -εκτός των άλλων- και το ερώτημα περι « ψευτοαριστερών » όπως τέθηκε σε προηγούμενο ποστ σου. Γιατί αν υπάρχει μια περίπτωση να αποτελεί το ψευτοαριστερός μια βάσιμη κατηγορία, τότε αυτή δεν είναι άλλη από αυτή που περιγράφεις:
« η "αριστερά", έγινε πάνω από όλα το κωδικό όνομα της ιδεολογικής δυσπεπτικότητας, ένας τρόπος του να κωδικοποιεί κανείς πολιτικά τον γκρινιάρη της παρέας που ναι μεν τρώει ό,τι και μεις και με την ίδια όρεξη, αλλά του αρέσει να δηλώνει πάντοτε ότι δεν του άρεσε. »
Πόσο αληθινό...

celin είπε...

μαλλον εδω ταιριαζει περισσοτερο το σχολιο που εκανα στην αμεσως προηγουμενη αναρτηση σου

aformi.kkakmisa είπε...

Φοβερό κείμενο Αντώνη…
Συμφωνώ απολύτως με όλα όσα αναπτύσσεις σε αυτό το εξαιρετικό κείμενο.
Άγγελος Κ

Αντωνης είπε...

@ανώνυμος, celin, aformi: Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλια και τα καλά λόγια.

@ Ανώνυμος: Ναι, έτσι είναι, όπως το λες στην πρώτη παράγραφο.
@ celin: Απάντησα πλαγίως σε εκείνο το σχόλιο, όπως είπα και στην ανάρτηση όπου το δημοσίευσες.
@Άγγελος Κ., να σαι καλά, και γω απολαμβάνω όπως ξέρεις τα κείμενά σας στην aformi.

Ανώνυμος είπε...

Πρώτη φορά "πετυχαίνω" το ιστολόγιο σου.. εξαιρετικό κείμενο!

Αντωνης είπε...

Καλώς ήλθες και σ' ευχαριστώ. :-)